4/2/17

18η μέρα γιαγιά



το μεσαίο όνομα είναι Μαργαρίτα, δεν ξέρω πότε γιορτάζει, δεν ξέρω πότε να γιορτάζω...νομίζω Ιούλιο ? μόνο αυτή τη γιορτή θα ήθελα να έχω...
-στη γιαγιά μου Μαργαρίτα Καραντινού, για μας πάντα, η Γιακαλού, από ένα φθέγμα του αδερφού, "γιαγιά καλή" τον μεγάλωσε-
πρωτότοκη, υπήρξε η πιο χαρισματική από τις δύο της αδερφές, την Μαρί (παντρεμμένη στο Παρίσι) και τη Ζένη (χρημάτισε νονά μου, ένα κάλυμμα κρεβατιού κι ένα σκαμνί, ακόμα)

16 χρονών, στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας

Μάρκου Μπότσαρη, Θεσσαλονίκη, Ντεπώ, 19 χρονών, έγκυος στη μητέρα μου Τερέζα, οι δυο της κόρες (Τερέζα και Ζωρζέττα) είχαν τα μάτια και το στόμα της (περισσότερο η Ζωρζέττα, Καραντινέικο) και το μεγάλο της μπούστο, η Τερέζα είχε τα πανέμορφα χέρια του πατέρα της Κώστα, μακριά και λεπτά, η Ζωρζέττα χέρια και πόδια της Μαργαρίτας, μικρά και υπέρκομψα, έβαζε και τις δύο με το άστα ντούε στο πιάνο, καμιά τους δεν ενέδωσε για πολύ, ο αδερφός μου με τα μακριά του δάχτυλα ήθελε διακαώς να μάθει πιάνο, του το ξέκοψε η μάνα μου, δεν ήθελα καθόλου να μάθω πιάνο, με έστειλε με το άστα ντούε, δεν πρόκοψα μετά την Κατωτέρα.
Υπάρχουν πολλοί οικογενειακοί μύθοι για το πώς πουλήθηκε το μαύρο πιάνο με ουρά της  Πυθίας, η θεία Ζωρζέττα έλεγε μέσα στην Κατοχή, η μάνα μου όταν μετά το πρώτο εγκεφαλικό της γιαγιάς Μαργαρίτας, καθόταν στο πιάνο και δεν μπορούσε να παίξει, τότε το έδωσε ο παππούς ο Κώστας.
Ήθελα να μάθω να παίζω καλά πιάνο για τη γιαγιά μου, σε κάποιες επιδείξεις είχε έρθει η γιαγιά, έβαλε τα κλάμματα, είχε μακριά πυρόξανθα μαλλιά (τα κληρονόμησα), μία μέτζο-σοπράνο φωνή (την κληρονόμησε η Ζωρζέττα) ολοκλήρωσε σπουδές πιάνου, σύνθεσης- σώθηκαν κάποιες πάρτες με την υποτυπώδη υπογραφή της- πτυχίο λυρικού τραγουδιού στη Βιέννη, όταν ήθελε να ξεκινήσει καρριέρα λυρικής τραγουδίστριας δεν επιτρεπόταν από τα ήθη της εποχής -της το ξέκοψε ο προπάππους Ναπολέων Καραντινός. Μετά το δεύτερο εγκεφαλικό καταλαβαίναμε τι έλεγε η μάνα μου, η θεία Ζωρζέττα κι ο παππούς, μετά τα 10 αρκετά και εγώ, όταν το Πάσχα ερχόταν στο Ναύπλιο μου έφερνε το μεγαλύτερο αυγό, δεν έπρεπε να το ανοίξω μέχρι την Ανάσταση, μόνο να το κοιτώ, με πήγαινε σινεμά στο Κυψελάκι τα καλοκαίρια, της έφερνα την κρέμα και το γιαούρτι από το Ρεξ, πάνω στην Πλατεία Κυψέλης.

**πρέπει να ήταν το 1962, στο σπίτι του παππού του Κώστα στα Κάτω Πατήσια με τον ωραίο κήπο, είπε "να παίξουμε και αυτό σαν να το έπαιζε η Μαργκαρέτε"-η γιαγιά ποτέ δεν έμαθε καλά Ελληνικά, μία τζίφρα για υπογραφή κι αυτό ήταν όλο, ο παππούς την  αποκαλούσε πάντοτε Μαργκαρέτε-, η θεία Μαίρη αγέρωχη, η μητέρα μου κοιτούσε αλλού, με την άκρη του ματιού ένα παιδάκι έπιασε ένα δάκρυ στο ακρόματο της θείας Ζωρζέττας, όσο δύσκολα κι αν ήσαν όλα, σήμερα, ξέρω, ο παππούς ο Κώστας ήταν πάντα ερωτευμένος με την Γιακαλού, ό,τι κι αν είχε συμβεί, την επισκεπτόταν να δει πώς πάει, έτσι πέθανε, την 1η Φεβρουαρίου του 1973 ετών 79, η Γιακαλού πέθανε ετών 79 στις 7 Μαΐου του 1979 -λένε πως, εκτός από χαρτόμουτρο και βαριά καπνίστρια, ήταν καταπληκτική μαγείρισσα, πολύ μικρή,σαν σε αχλύ, νομίζω πως την θυμάμαι να διαφεντεύει στην κουζίνα της μαζί με την κοπέλλα του σπιτιού, το προσόν πέρασε στην μικρή της κόρη Ζωρζέττα και στον εγγονό της Μακουλιό, σημερινό σεφ, μας έχει μείνει οικογενειακή συνταγή για ντομάτες γεμιστές με δυο λογιώ σταφίδες και μπόλικο μαϊντανό - λέγανε, ακόμη, πως ήταν πολύ νευρική, σαν παιδάκι και μεγάλη, την θυμάμαι μόνο πολύ ήσυχη κι ευγενική, με μία διάχυτη γλυκύτητα. Υπήρξε εξαιρετικά φιλόξενη, -αυτό το θυμάμαι καθαρά- διέθετε πλήθος φίλων, ακόμη και άρρωστη πια, συχνά επωνύμων της εποχής. Η σάλα στην Πυθίας ήταν συνήθως γεμάτη. Και λάτρευε τα ζώα, στην αυλή της Πυθίας είχαμε πάντα γατάκια, όπου αδέσποτο, η γιαγιά το περιμάζευε. Της οφείλω την πρώτη μου καβαλλαρία σε άλογο. Διάβαζε πάντα, συχνά, και παρτιτούρες. Οι κόρες της διηγούνταν πως διέθετε ιδιαίτερα οξύ νου.


 έπαιζε κι ο παππούς ο Κώστας καλό πιάνο, η μάνα μου έλεγε πως όταν δεν σκοτώνονταν, δεν σφυρίζαν τα βάζα Μιγκ στο κεφάλι του αντρός, έπαιζαν a quattre mains και η φωνή της γιαγιάς Μαργκαρέτε ηχούσε θεϊκά σε όλη την Κυψέλη**
**στη θεία Ζωρζέττα μίλησα στον ενικό δύο χρόνια πριν να πεθάνει, το 2002, το απαίτησε σθεναρά πια, στον παππού και στη γιακαλού μιλάγαμε πάντα στον πληθυντικό, οι κόρες τους,τους μιλούσαν πάντα στον πληθυντικό, ήταν ένας πληθυντικός σεβαστικός,ο ίδιος με του πατέρα μου και τις αδερφές του στη μάνα τους, δεν ξέρει κανείς αν ένας πληθυντικός είναι η οικειότερη άνεση ή σχέσεις από απόσταση, είμαστε η πρώτη γενιά που μιλήσαμε στον ενικό στους γεννήτορές μας, δεν ξέρω αν μας έφεραν πιο κοντά.

*η γιαγιά μου η Γιακαλού είχε κάτι πλάκες των 75 στροφών, έβαζε Βάγκνερ και τραγουδούσε λίντερ, αν ήσαν άλλες οι εποχές θα είχε διαπρέψει σε θέατρα της υφηλίου, η γιαγιά, Μαργαρίτα Καραντινού την έλεγαν-.