ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ


©ΑΡ


ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ


Ποίημα για το χαρτί μου

Από τη συλλογή  «Η πιο ξένη γη», 1955

διαβάζοντας δικά μου ποιήματα
βάσανα τυπωμένα καθημερινές υπερβάσεις
χαμόγελο περηφάνιας σφάλμα συγχωρημένο
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι δικό μου!!
διαβάζοντας πλάγια γράμματα
χαρούμενος εσωτερικός παλμός
να νιώθω πως η τύχη θρομβώνεται
καλώς ή κακώς ή καλώς
έκπληξη από αισθήματα εγγενή
κύπελλο αρμονικό κι αυτόνομο
όριο σε χοντρό δάχτυλο κουρασμένου ποδιού και
μαλλιά λουσμένα σε κατσαρό κεφάλι
δεν πειράζει:
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι δικό μου!!
----------------
Εραστές

Από τη συλλογή  «Τα έργα και οι νύχτες», 1965

ένα λουλούδι
όχι μακριά απ’ τη νύχτα
το κορμί μου βουβό
ανοίγει
στη λεπταίσθητη επείγουσα ανάγκη της δροσοσταλίδας.
-----------------



Περιμένοντας το σκοτάδι
Στην Κλάρα Σίλβα
Από τη συλλογή «Η τελευταία αθωότητα», 1956

Αυτή η στιγμή που δεν ξεχνιέται
Τόσο κενή που την έχουν επιστρέψει οι σκιές
Τόσο κενή που την έχουν απορρίψει τα ρολόγια
Τούτη η φτωχή στιγμή υιοθετημένη από την τρυφερότητά μου
Γυμνή γυμνή από αίμα φτερούγας
Δίχως μάτια για να θυμάται αγωνίες τού άλλοτε
Δίχως χείλη για να συλλέξει τον χυμό των βιαιοτήτων
χαμένων στο τραγούδι των παγωμένων καμπαναριών.
Προστάτεψέ την τυφλό κορίτσι της καρδιάς
Ρίχ’ της τα μαλλιά σου κοκκαλωμένα  απ’ τη φωτιά
Αγκάλιασέ την μικρό άγαλμα τρόμου.
Δείχ΄της τον κόσμο που σπαρταράει στα πόδια σου
Στα πόδια σου όπου πεθαίνουν τα χελιδόνια
Τρέμοντας από φόβο για το μέλλον
Πες της πως οι στεναγμοί της θάλασσας
Υγραίνουν τις μοναδικές λέξεις
Για τις οποίες αξίζει να ζούμε.

Αλλ’ αυτή η ιδρωμένη στιγμή του τίποτα
ανακούρκουδα στη σπηλιά του πεπρωμένου
Δίχως χέρια για να πει ποτέ
Δίχως χέρια για να χαρίσει πεταλούδες
Στα πεθαμένα παιδιά.
---------
Δαχτυλίδια από στάχτη
Στην Κριστίνα Κάμπο
Από τη συλλογή «Η τελευταία αθωότητα», 1956


                                           Οι φωνές μου τραγουδάνε
Για να μην τραγουδήσουν εκείνοι
οι φιμωμένοι γκρίζα την αυγή,
το ντύμα του πουλιού απελπισμένο στη βροχή.
Υπάρχει, στην αναμονή,
ένας δυνατός θόρυβος πασχαλιάς που τσακίζεται.
Και υπάρχει, σαν έρχεται η μέρα,
ένα σπάσιμο του ήλιου σε μικρούς μαύρους ήλιους.
Και τη νύχτα, πάντα,
μια φυλή από ακρωτηριασμένες λέξεις
αναζητεί άσυλο στο λαρύγγι μου
για να μην τραγουδήσουνε εκείνοι,  
οι φριχτοί, οι κυρίαρχοι της σιωπής.
---------

Στάχτες
Η νύχτα θρυμματίστηκε από αστέρια
κοιτώντας με υπνωτισμένη
ο αέρας εκσφενδονίζει μίσος
εξωραϊσμένο το πρόσωπό του
με μουσική.
Σύντομα θα φύγουμε

Απόκρυφο όνειρο
προηγήθηκε του χαμογέλιου μου,
ο κόσμος στέκει ισχνός
κι υπάρχει κλειδωνιά μα όχι κλειδιά
κι υπάρχει τρόμος μα όχι δάκρυα.
Τι θα με κάνω εμένανε;
Γιατί σ’ Εσένα οφείλω ό,τι είμαι
Αλλά δεν έχω αύριο
Γιατί σ’ Εσένα…
Η νύχτα υποφέρει.
----------
Εξορία
Στον Ραούλ Γουστάβο Αγίρε
Από τη συλλογή «Οι χαμένες περιπέτειες», 1958

Αυτή η μανία να με θέλουν άγγελο,
δίχως ηλικία,
δίχως  θάνατο όπου να ζω,
δίχως συμπόνια για τ’ όνομά μου
ούτε για τα κόκκαλά μου που κλαίνε περιπλανώμενα.

Και ποιος δεν έχει μιαν αγάπη;
Και ποιος δεν χαίρεται ανάμεσα σε παπαρούνες;
Και ποιος δεν διαθέτει μια φωτιά, έναν θάνατο,
έναν φόβο, κάτι φριχτό,
κι ας είναι με φτερά
κι ας είναι με χαμόγελα;

Ολέθριο παραλήρημα ν΄αγαπάς μια σκιά.
Η σκιά δεν πεθαίνει.
Κι η αγάπη μου
αγκαλιάζει μόνο αυτό που κυλά
σαν λάβα της κόλασης:
μια σιωπηλή στοά,
φαντάσματα σε γλυκιά διέγερση,
ιερείς από αφρό,
και πάνω απ’ όλα άγγελοι,
άγγελοι ωραίοι σαν μαχαίρια
που υψώνονται τη νύχτα
και ρημάζουν την ελπίδα.

Το ξύπνημα
Από τη συλλογή «Οι χαμένες περιπέτειες», 1958
στον Λεόν Οστρόφ
Κύριε
Το κλουβί γίνηκε πουλί
και πέταξε
κι η καρδιά μου είναι τρελή
γιατί oυρλιάζει στο θάνατο
και χαμογελάει πίσω από τον άνεμο
στα παραληρήματά μου.

Τι θα κάνω με τον φόβο;
Τι θα κάνω με τον φόβο;

Δε χορεύει πια το φως στο χαμόγελό μου
ούτε οι εποχές του χρόνου καίνε περιστέρια στις ιδέες μου
Τα χέρια μου γυμνώθηκαν
και πήγανε εκεί όπου ο θάνατος
μαθαίνει τους πεθαμένους να ζουν.

Κύριε
Ο αέρας τιμωρεί το είναι μου
Πίσω απ’ τον αέρα είναι τέρατα
που πίνουν απ΄το αίμα μου.

Είναι η καταστροφή
Είναι η ώρα του κενού μη κενού
Είναι η στιγμή να βάλω τσιρότο στα χείλη
ν΄ακούσω τους καταδικασμένους να φωνάζουν
να παρατηρήσω το καθένα απ΄ τα ονόματά μου
απαγχονισμένα στο τίποτα.


Κύριε
Είμαι είκοσι χρονώ
Τα μάτια μου επίσης είναι είκοσι χρονώ
και εντούτοις δε λένε τίποτα.

Κύριε
Ανάλωσα τη ζωή μου σε μια στιγμή
Η τελευταία αθωότητα ξέσπασε
Τώρα είναι ποτέ ή ποτέ των ποτών
ή απλώς υπήρξε
                                                                                       
          Πώς δεν αυτοκτονώ μπρος σ’ έναν καθρέφτη
και  δεν εξαφανίζομαι για να ξαναφανώ στη θάλασσα
όπου ένα μεγάλο πλοίο θα με περιμένει
με τα φώτα αναμμένα;        

Πώς δεν βγάζω τις φλέβες μου
Και δεν φτιάχνω μ΄αυτές μια σκάλα
για να αποδράσω στην άλλη πλευρά της νύχτας;

Η αρχή γέννησε το τέλος
Όλα θα συνεχίσουν το ίδιο
Τα χαμόγελα ξοδεμένα
Το ενδιαφέρον να έχει ενδιαφερθεί
Οι ερωτήσεις από πέτρα σε πέτρα
Οι χειρονομίες που μιμούνται αγάπη
Όλα θα συνεχίσουν το ίδιο
Αλλά τα χέρια μου επιμένουν ν’ αγκαλιάζουν τον κόσμο
διότι δεν τους δίδαξαν ακόμα
ότι είναι πια πολύ αργά

Κύριε
Λούσε τα φέρετρα με το αίμα μου

Θυμάμαι την παιδική μου ηλικία
όταν ήμουν ηλικιωμένη
Τα λουλούδια πέθαιναν στα χέρια μου
γιατί  ο άγριος χορός της χαράς
τους κατάστρεφε την καρδιά

Θυμάμαι  τα μαύρα πρωινά του ήλιου
όταν  ήμουν παιδί
δηλαδή χτες
δηλαδή πάνε αιώνες

Κύριε
Το κλουβί γίνηκε πουλί
και κατασπάραξε τις ελπίδες μου
Κύριε
Το κλουβί γίνηκε πουλί
Τι θα κάνω με τον                                φόβο;                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                        

Ο απών
Από τη συλλογή «Οι χαμένες περιπέτειες», 1958

Το αίμα θέλει να κατακαθίσει
του έχουν κλέψει τον λόγο της αγάπης του.

Απουσία γυμνή.
Παραληρώ. Ξεπουπουλιάζομαι.
Τι θα έλεγε ο κόσμος αν ο Θεός
τον είχε εγκαταλείψει έτσι;
ΙΙ
Δίχως εσένα
ο ήλιος πέφτει σαν νεκρός παρατημένος
Δίχως εσένα
Με παίρνω αγκαλιά
και με οδηγώ στη ζωή
να ζητιανεύω θέρμη.
-----------
Μπλε
Από τη συλλογή «Οι χαμένες περιπέτειες», 1958
τα χέρια μου μεγάλωναν με μουσική
πίσω απ’ τα λουλούδια

μα τώρα
γιατί σ’ αναζητώ νύχτα,
γιατί κοιμάμαι με τους νεκρούς σου.
---------------
Γιορτάσι στο κενό
Από τη συλλογή «Οι χαμένες περιπέτειες», 1958
Σαν ο άπτερος άνεμος κλεισμένος στα μάτια μου
είναι το κάλεσμα του θανάτου.
Πού είν΄ο άγγελος,
πού είν΄ ο λόγος του.
Ω! για να τρυπήσει με κρασί την απαλή ανάγκη της ύπαρξης.
------------------
Η έλλειψη
Από τη συλλογή «Οι χαμένες περιπέτειες», 1958

Εγώ δεν ξέρω από πουλιά
δεν γνωρίζω την ιστορία της φωτιάς.
Μα πιστεύω ότι η μοναξιά μου θα έπρεπε να έχει φτερά.
---------------

Η τελευταία αθωότητα (Να φύγω)
Από τη συλλογή «Η τελευταία αθωότητα», 1956
Να φύγω
με το κορμί και την ψυχή
να φύγω.

Να φύγω
να βγάλω από πάνω μου τα βλέμματα
πέτρες καταπιεστικές
που κοιμούνται στο λαρύγγι.

Πρέπει να φύγω
όχι άλλη απραξία υπό τον ήλιο
όχι άλλο αίμα εξοντωμένο
όχι άλλη ουρά αναμονής για να πεθάνω.

Πρέπει να φύγω
Άντε, όρμα, ταξιδιώτισσα!*

*(το ρήμα partir έχει διπλή έννοια στα ισπανικά:
αναχωρώ, φεύγω αλλά και διαιρώ, χωρίζω σε δύο ή πολλά μέρη.
Οπότε εδώ η Πισαρνίκ υπονοεί και  να χωριστεί από κάτι).
------------
Μοναχικό δωμάτιο

Αν τολμήσεις να εκπλήξεις
την αλήθεια αυτού του παλιού τοίχου΄
και τις ρηγματωσιές του και τα ξεφλουδίσματά του,
που σχηματίζουν πρόσωπα, σφίγγες,
χέρια, κλεψύδρες,
θαρθεί με βεβαιότητα
μια παρουσία για τη δίψα σου,
θα φύγει πιθανώς
αυτή η απουσία που σε πίνει.

Σκιές των επερχομένων ημερών
Στην Υβόν Α. Μπορντελουά

Αύριο
Θα με ντύσουν με στάχτες την αυγή,
Θα μου γεμίσουν το στόμα λουλούδια,
Θα μάθω να κοιμάμαι
στην ανάμνηση ενός τοίχου,
στην ανάσα
ενός ζώου π’ ονειρεύεται.
-----------------------

Ζητιάνα φωνή

Και τολμώ ακόμα ν’ αγαπάω
τον ήχο απ’ το φως σε μιαν ώρα νεκρή,
το χρώμα απ΄τον καιρό σ’ έναν τοίχο παρατημένο.
Στο βλέμμα μου τα ‘χω χάσει όλα.
Είναι τόσο μακριά το να ζητάς. Τόσο κοντά το να ξέρεις ότι δεν υπάρχει.


Πολύ πιο πέρα

Κι αν σπεύδουμε
από χαμόγελο σε χαμόγελο
μέχρι την τελευταία ελπίδα;

Και λοιπόν;
Και λοιπόν, τι μου δίνεις εμένα,
εμένα που έχω χάσει τ΄όνομά μου,
το όνομα που ήταν για μένα γλυκιά ουσία
σε καιρούς μακρινούς, όταν εγώ δεν ήμουνα εγώ
παρά ένα κοριτσάκι που το είχε ξεγελάσει το αίμα του;

Για ποιο λόγο, για ποιο λόγο
αυτό το ξέκαμα, αυτή η αιμορραγία μέχρι θανάτου,
αυτό το ξεπουπούλιασμα, αυτό το χάσιμο της ισορροπίας
αφού η πραγματικότητά μου υποχωρεί
σαν σπρωγμένη από ένα πολυβόλο
κι άξαφνα αρχίζει να τρέχει,
αν και την προλαβαίνουν εντούτοις,
ίσαμε να πέσει στα πόδια μου σαν νεκρό πουλί;
Ήθελα να μιλήσω για τη ζωή.
Λοιπόν αυτό είναι η ζωή,
αυτό το ουρλιαχτό, αυτό το να χώνεις τα νύχια
στο στήθος, αυτό το να ξερριζώνεις
τα μαλλιά σου τούφες-τούφες, αυτό το να σε φτύνεις
στα ίδια σου τα μάτια, μόνο για να πεις,
μόνο για να δεις αν μπορείς να πεις:
“λοιπόν, εγώ υπάρχω, έτσι δεν είναι;
αλήθεια δεν είναι πως υπάρχω
και δεν είμαι ο εφιάλτης κάποιου ζώου”;

Και με τα χέρια λασπωμένα
χτυπάμε την πόρτα της αγάπης.
Και με τη συνείδηση καλυμμένη
με βρώμικα κι όμορφα πέπλα,
αναζητούμε τον Θεό.
Και με τους κροτάφους να κροταλίζουν
από ηλίθια υπεροψία
αρπάζουμε απ΄τη ζώνη τη ζωή
και ποδοπατούμε κρυφά τον θάνατο.
Λοιπόν αυτό κάνουμε.
Σπεύδουμε από χαμόγελο σε χαμόγελο
μέχρι την τελευταία ελπίδα.
---------------

Κόρη τ’ ανέμου
Ήρθαν.
Κατακυριεύουν το αίμα.
Μυρίζουν φτερά,
ελλείψεις,
θρήνο.
Μα εσύ τροφοδοτείς το φόβο
και τη μοναξιά
σαν δυο μικρά ζώα
χαμένα στην έρημο.
Ήρθαν
για να πυρπολήσουν την ηλικία τ’ ονείρου.
Ένα αντίο είν’ η ζωή σου.
Μα εσύ αγκαλιάζεσαι
σαν φίδι τρελαμένο για κίνηση
που βρίσκεται μονάχα μέσα του
γιατί δεν υπάρχει κανένας.

Εσύ κλαις κάτω απ’ τον θρήνο,
ανοίγεις το μπαούλο των επιθυμιών σου
κι είσαι πιο πλούσια κι απ’ τη νύχτα.

Μα κάνει τόση μοναξιά
Που οι λέξεις αυτοκτονούν.


Το πράσινο τραπέζι
                                                              Από την μεταθανάτια συλλογή «Κείμενα                                                            της σκιάς και τελευταία ποιήματα», 1982

Ο ήλιος σαν ένα μεγάλο ζώο υπερβολικά κίτρινο. Έχω τύχη που κανείς δεν με
βοηθάει. Τίποτα πιο επικίνδυνο, όταν χρειάζεσαι βοήθεια, να δέχεσαι βοήθεια.

Αλλά τη νύχτα μου δεν την σκοτώνει κανένας ήλιος.

Θάχω χρόνο να κάνω μια μάσκα για μένα σαν βγω απ’ τη σκιά;

Δοκιμάζομαι στη γλώσσα όπου επαληθεύω το βάρος των νεκρών μου.

Η θάλασσα κρύβει τους νεκρούς της. Γιατί ό,τι βρίσκεται αποκάτω πρέπει να μείνει αποκάτω.
------------
Επικλήσεις
Από τη συλλογή  «Τα έργα και οι νύχτες», 1965

Επιμένει στο αγκάλιασμά σου,
διπλασιάζει την οργή σου,
φτιάνει έναν χώρο με ύβρεις
ανάμεσα σ΄εμένα και τον καθρέφτη,

φτιάνει ένα τραγούδι λεπρής
ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εκείνη που πιστεύω πως είμαι.
------------

Αποσπάσματα για να δαμάσσω τη σιωπή
Από τη συλλογή «Εξόρυξη της πέτρας της τρέλας» , 1968

Ι
Οι δυνάμεις της γλώσσας είναι οι μοναχικές,θλιμμένες κυρίες, που τραγουδάνε μέσα απ’ τη φωνή μου που την ακούω από μακριά. Και μακριά, στη μαύρη άμμο, κείτεται ένα κοριτσάκι συμπαγές από προπατορική μουσική. Πού ο πραγματικός θάνατος; Θέλησα να φωτιστώ στο φως της έλλειψής μου από φως. Τα κλαριά πεθαίνουν στη μνήμη. Η κείμενη φωλιά εντός μου με τη μάσκα της λύκαινας. Αυτή που δε μπορούσε άλλο και έκανε επίκληση σε φλόγες κι αποκαϊδια.



ΙΙ
Όταν απ΄το σπίτι της γλώσσας πετάει η σκεπή και οι λέξεις δεν προφυλάσσουν, εγώ μιλάω.
Οι κυρίες στα κόκκινα χαθήκαν μές στις μάσκες τους αν και θα επιστρέψουν για να κλάψουν μ’ αναφιλητά ανάμεσα στα άνθη.
Δεν είναι βουβός  ο θάνατος. Ακούω το τραγούδι των πενθούντων να σφραγίζει τις ρωγμές της σιωπής. Ακούω τον γλυκύτατο λυγμό σου ν’ ανθοφορεί τη γκρίζα μου σιωπή.

ΙΙΙ
Ο θάνατος επέστρεψε στη σιωπή το σαγηνευτικό της κύρος. Κι εγώ δεν θα πω το ποίημά μου κι εγώ πρέπει να το πω. Ακόμη κι αν το ποίημα (εδώ, τώρα) δεν έχει νόημα, δεν έχει προορισμό.
----------------------------------

Ανώφελα σύνορα
Από την συλλογή «Τα έργα και οι νύχτες», 1965

ένα μέρος
δεν λέω ένας χώρος
μιλάω για
ότι

μιλάω για ό,τι δεν είναι
μιλάω για ό,τι  γνωρίζω
όχι ο χρόνος
μόνο όλες οι στιγμές
όχι η αγάπη
όχι
ναι
όχι
ένα μέρος απουσίας
μια κλωστή θλιβερής ένωσης.


Κάτι
Από την συλλογή  «Η τελευταία αθωότητα», 1956

νύχτα που φεύγεις
δωσ’ μου το χέρι
έργο κοχλάζοντος αγγέλου
οι μέρες αυτοκτονούν
γιατί;

νύχτα που φεύγεις
καληνύχτα

Τραγούδι
Από την συλλογή  «Η τελευταία αθωότητα», 1956

ο χρόνος φοβάται
ο φόβος έχει χρόνο
ο φόβος

κάνει βόλτες στο αίμα μου
ξεριζώνει τα καλύτερά μου επιτεύγματα
ερειπώνει το οικτρό μου τείχος

χάλασμα των χαλασμάτων
μόνο χάλασμα

και φόβος
πολύς φόβος
φόβος.

Η νύχτα
Από τη συλλογή «Οι χαμένες περιπέτειες», 1958

Λίγα ξέρω για τη νύχτα
αλλά η νύχτα φαίνεται να ξέρει για μένα,
κι ακόμα περισσότερο, με συνδράμει σαν να με αγαπούσε,
 σκεπάζει την ύπαρξή μου με τ’ αστέρια της.

Ίσως η νύχτα να είναι η ζωή κι ο ήλιος ο θάνατος.

Ίσως η νύχτα είναι τίποτα

κι οι εικασίες γι’ αυτήν τίποτα
και τα όντα που τη ζουν τίποτα.
Ίσως τα λόγια να είναι το μόνο που υπάρχει
στο πελώριο κενό των αιώνων
που μας γρατζουνίζουν την ψυχή με τις θύμισες τους.

Μα η νύχτα πρέπει να γνωρίζει τη μιζέρια
που πίνει απ’ το αίμα μας κι απ’ τις ιδέες μας.
Πρέπει να εκτοξεύει μίσος στα βλέμματά μας
ξέροντάς τα γεμάτα με ενδιαφέροντα, με συγκρούσεις.

Μα συμβαίνει ν΄ακούω τη νύχτα να κλαίει στα κόκκαλά μου.
Το πελώριο δάκρυ της παραληρεί
και φωνάζει ότι κάτι έφυγε για πάντα.
Κάποτε θα ξαναϋπάρξουμε.

Για την Τζάνις Τζόπλιν
                                                              Από την μεταθανάτια συλλογή «Κείμενα                                                            της σκιάς και τελευταία ποιήματα», 1982

να τραγουδάς γλυκά και να πεθαίνεις μετά
όχι: ν’ αλυχτήσεις.

έτσι καθώς κοιμάται η τσιγγάνα του Ρουσσώ
έτσι τραγουδάς, συν τα μαθήματα τρόμου.

πρέπει να κλάψεις μέχρι να σπάσεις
για να δημιουργήσεις ή να πεις ένα τραγουδάκι,
να φωνάξεις τόσο για να κλείσεις τις τρύπες της απουσίας
αυτό έκανες εσύ, αυτό εγώ.
αναρωτιέμαι αν αυτό δεν μεγάλωσε το λάθος.

καλά έκανες που πέθανες.
για τούτο σου μιλώ,
για τούτο εκμυστηρεύομαι σ’ ένα κορίτσι τέρας.

-το σύνολον, δημοσιευμένο εντύπως, Poetix, 2011- ©AR
--------------------

Clarice Lispector, ed. Rocco, 1978
Ανάσα ζωής (παλμοί)
Ο τίτλος μάλλον θα είναι «το φιλί της ζωής»
Από: “Um sopro de vida (PulsaçÕes) ed.Rocco,  1978
Το βιβλίο εξεδόθη το 1978, έναν χρόνο μετά τον θάνατο της Κλαρίσε Λισπέκτορ, με νέμοντες τα δύο της αγόρια Paulo e Pedro Gurgel Valente (ο Πέντρο Γκουρζέλ Βαλέντε έχει πεθάνει, ήταν, εξάλλου έγκλειστος για χρόνια για σχιζοφρένεια), κληρονόμος των εκδοτικών δικαιωμάτων παραμένει ο Πάουλο Γκουρζέλ Βαλέντε-
158 σελίδες φιλοσοφικού στοχασμού όπου δύο φανταστικοί ήρωες, ο συγγραφέας και η ‘Ανζελα, ερωταπαντούν για τη ζωή και τον θάνατο. Γραμμένο το 1975-76 το ολιγοσέλιδο αυτό πόνημα, τελευταίο της έργο, ίσως αντανακλά την σύνολη στάση ζωής της Κλαρίσε Λισπέκτορ, αν είχε ζήσει, σήμερα, 10 Δεκεμβρίου, θα είχε συμπληρώσει 96 χρόνια ζωής, πέθανε παραμονή των 57ων γενεθλίων της, 9 Δεκεμβρίου 1977. Στην δική μας ανάγνωση είναι μια προθανάτεια πραγματεία, έστω κι αν η Λισπέκτορ  ήταν αισιόδοξη ως την τελευταία στιγμή της ανάσας της, δεν έπαυε να ορά μακρόθεν και να θυμοσοφεί, αίσθηση πως εδώ ακριβώς έγκειται η σπανιότης της φιλοσοφικής της ματιάς, αν εξετάσει κανείς το σύνολο έργο της Λισπέκτορ δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει μιαν θυμόσοφη στάση ζωής και μια βαθύτατη φιλοσοφική αντιμετώπιση του όντος ον.
(από το τέλος):
Σελ. 157-158: «Συγγραφέας: έχασα το Βιβλίο της Άνζελας, δεν ξέρω πού παράτησα τη ζωή της. –‘Ανζελα :Έργο; Όχι, επιθυμώ την πρώτη ύλη. Επιθυμώ την ασκάλιστη ακόμη πέτρα.
 Έχω γιατρευτεί από τον θάνατο. Ποτέ δεν πέθανα.
Αντιμετωπίζω τα πράγματα σαν να είχα πεθάνει κι όλα να είναι μακρινά πια. Έρχεται τότε κείνη η θλίψη του ιστού της αράχνης σ’ ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι. (…)
Άνζελα: Ένα μέρος του κόσμου τούτου αναμένει να το κατοικήσω. Είμαι φτιαγμένη για να μην με χρειάζεται κανείς.
Συγγραφέας:  Σε κάποιο μέρος του κόσμου τούτου κάποιος με περιμένει.
Το πρόσωπό μου λες και λέει: η ζωή μου δεν έχει αξία. Μόνο αφ’ ότου πεθάνεις θα σε αγαπήσω ολοκληρωτικά. Μου λείπει ολάκερη η ζωή σου για να την αγαπήσω σαν να είσουν εσύ.
Διαθέτουμε έναν τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα που προκαλεί ρίγος. Το λησμονημένο και λιτό προφανές: νικάει ο ισχυρότερος.
Η ‘Ανζελα είναι ισχυρότερη από μέναν. Πεθαίνω πριν από κείνην .
Υπήρξε μια φορά κάποιος που πήγαινε, πήγαινε και πήγαινε και κάποια στιγμή στάθηκε κι ήπιε παγωμένο νερό από μια πηγή. Έκατσε τότε σε μια πέτρα κι άφησε να πέσει το ραβδί του. Αυτός ήμουν εγώ. Κι ο Θεός εν ειρήνη.-
© ΑΡ (προδημοσίευση)

--------------------------

A galopar

ποίημα του Rafael Alberti
Las tierras, las tierras, las tierras de España,
las grandes, las solas, desiertas llanuras.
Galopa, caballo cuatralbo,
jinete del pueblo,
al sol y a la luna.

¡A galopar,
a galopar,
hasta enterrarlos en el mar!
A corazón suenan, resuenan, resuenan,
las tierras de España, en las herraduras.

Galopa, jinete del pueblo
caballo de espuma
¡A galopar,
a galopar,
hasta enterrarlos en el mar!

Nadie, nadie, nadie, que enfrente no hay nadie;
que es nadie la muerte si va en tu montura.
Galopa, caballo cuatralbo,
jinete del pueblo
que la tierra es tuya.


¡A galopar,
a galopar,
hasta enterrarlos en el mar! 
 

Καλπάζοντας!
 
Γαίες, γαίες, γαίες  της Ισπανίας,

μεγάλες, μοναχικές, έρημες πεδιάδες,

κάλπασε άτι με τις λευκές οπλές,

πουλάρι της γης

σε ήλιο και σελήνη.

Να καλπάσουμε! να καλπάσουμε

ίσαμε να θαφτούμε στη θάλασσα!

Στην καρδιά ηχούν, ξαναηχούν, ξαναηχούν

οι γαίες  της Ισπανίας στις κλειδωνιές.

Κάλπασε, πουλάρι του κόσμου,

άτι του αφρού
                                                                                                                       
Να καλπάσουμε,

Να καλπάσουμε

ίσαμε να θαφτούμε στη θάλασσα!

Κανένας, κανένας, κανένας να μας αντισταθεί,

κανένας δεν υπάρχει


τίποτα δεν είναι ο θάνατος αν πάει καβάλα στη σέλα σου

κάλπασε , κάλπασε άτι με τις λευκές οπλές,

πουλάρι του κόσμου,

 η  γης δική σου είναι.

Να καλπάσουμε,

να καλπάσουμε,

ίσαμε να θαφτούμε στη θάλασσα!

-------------------
Alda Merini, da “La Terra Santa” 1983

Io sono certa che nulla più soffocherà la mia rima,
il silenzio l’ho tenuto chiuso per anni nella gola
come una trappola da sacrificio,
è quindi venuto il momento di cantare
una esequie al passato.

Βέβαιη είμαι πως τίποτα πια δεν θα καταπνίξει τη ρίμα μου,
τη σιωπή την έκλεισα για χρόνια στο λαρύγγι
σαν παγίδα θυσίας,
κι έφτασε η στιγμή, άρα, να υμνήσω
την κηδεία του παρελθόντος.

Άλντα Μερίνι: «Η Αγία Γη», 1983
απόδοση: ΑΡ
-----------------------------

Alfonso Reyes





De los amigos que yo más quería

y en breve trecho me han abandonado,

se deslizan las sombras a mi lado,

escaso alivio a mi melancolía.



Se confunden sus voces con la mía

y me veo suspenso y desvelado

en el empeño de cruzar el vado

que me separa de su compañía.



Cedo a la invitación embriagadora,

y discurro que el tiempo se convierte

y acendra un infinito cada hora.

Y desbordo los límites, de suerte

que mi sentir la inmensidad explora

y me familiarizo con la muerte.


ΑΠΟΥΣΙΕΣ

Από τους φίλους που γκαρδιακοί
και εν πολλοίς μ’ αφήσανε μονάχο,
γλιστρούν οι σκιές στο ένα μου πλευρό
ολίγιστη παρηγοριά στη δική μου μελαγχολία.

Μπλέκονται τρέσα οι φωνές τους με τη δική μου μία
και με θωρώ κρεμάμενο με γύμνωμα
σπρώχνοντας να διασχίσω το κενό
που με χωρίζει από τη δική τους συντροφία.

Σε πρόσκληση μεθυστική να υποχωρώ,(…)
-συνεχίζεται-
--------------------------

Ρόκε Ντάλτον



Alta hora de la noche

Cuando sepas que he muerto no pronuncies mi nombre
porque se detendrá la muerte y el reposo.

Tu voz, que es la campana de los cinco sentidos,
sería el tenue faro buscado por mi niebla.

Cuando sepas que he muerto di sílabas extrañas.
Pronuncia flor, abeja, lágrima, pan, tormenta.

No dejes que tus labios hallen mis once letras.
Tengo sueño, he amado, he ganado el silencio.

No pronuncies mi nombre cuando sepas que he muerto
desde la oscura tierra vendría por tu voz.

No pronuncies mi nombre, no pronuncies mi nombre.
Cuando sepas que he muerto no pronuncies mi nombre.

Μικρές ώρες της νύχτας

Σαν μάθεις πως πέθανα μην προφέρεις τ’ όνομά μου
γιατί θ΄ αργήσουν  ο χάρος κι η ανάπαυση.

Η φωνή σου, καμπάνα των πέντε αισθήσεων,
θα γίνει ο αχνός φανός που αναζητά η ομίχλη μου.

Σαν μάθεις πως πέθανα βγάλε συλλαβές παράξενες.
Πρόφερε άνθος, μέλισσα, δάκρυ, άρτος, θύελλα.

Μην αφήσεις τα χείλη σου να  βρουν  τα έντεκά μου γράμματα.
Νυστάζω, έχω αγαπήσει, έχω κερδίσει τη σιωπή.

Μην προφέρεις τ’  όνομά μου σαν μάθεις πως πέθανα
από τη σκοτεινή γης θα ‘ρχόμουν για τη φωνή σου.

Μην προφέρεις τ’ όνομά μου, μην προφέρεις τ’ όνομά μου.
Σαν μάθεις πως πέθανα μην προφέρεις τ’ όνομά μου.


·       Roque Dalton  (1935-1975) ο σημαντικότερος ποιητής του Σαν Σαλβαδόρ και «πατέρας» του αριστερού κινήματος της χώρας του ~ ακτιβιστής.





------------------------

Luis Cernuda (1902-1963, ανήκε στην περίφημη γενιά του 1927 της Ισπανίας, όπως ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, παραπάνω, ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και τόσοι άλλοι, σημειώνται παραλληλίες με την Ελληνική γενιά του '30, έναν ενδιαφέροντα παραλληλισμό απαντούμε και στο κλασικό δοκιμιακό έργο του Ελληνο-Ιταλού Μάριο Βίττι, η Γενιά του '30)


DEJADME  SOLO


Una verdad  es color ceniza

Otra verdad es color de planeta

Mas todas las verdades, desde el suelo hasta el suelo

No valen la verdad sin color de verdades,

La verdad ignorante de como el hombre suele encarnarse

en la nieve.


En cuanto a la mentira, basta decirle "quiero"

Para que brote entre las piedras

Su flor, que en vez de hojas luce besos,

Espinas en lugar de espinas,


La verdad, la mentira,

Como labios azules,

Una dice, otra dice;

Pero nunca pronuncia verdades o mentiras su secreto

torciido;

Verdades o mentiras que emigran cuando los ojos mueran.



ΠΑΡΑΤΑΤΕ ΜΕ ΗΣΥΧΟ

Μια αλήθεια, χρώμα της στάχτης

Άλλη αλήθεια, το χρώμα του πλανήτη

Μα όλες οι αλήθειες, από γης ως γης

Δεν  αξίζουν την αλήθεια δίχως το χρώμα της αλήθειας,

Την αλήθεια της άγνοιας τού πώς ο άνθρωπος

σαρκώνεται στο χιόνι.

Όσο για το ψέμα, αρκεί να του πεις «αγαπάω»

Για να φυτρώσει ανάμεσα στις πέτρες

το λουλούδι του, που αντί για φύλλα λάμπει φιλιά,

Αγκάθια αντί γι’ αγκάθια,


Η αλήθεια, το ψέμα,

σαν χείλη μπλαβιά,

λέει η μία, λέει τ’ άλλο’

μα ποτέ δεν προδίνουν αλήθειες ή ψέματα το κρυφό μυστικό τους.

Αλήθειες ή ψέματα που αποδημούν σαν τα μάτια πεθαίνουν.

----------------------
Λεόν Φελίπε, Ισπανός ποιητής, αντιφασίστας, 1884-1968  http://en.wikipedia.org/wiki/Le%C3%B3n_Felipe
προσαρμογή  του ομώνυμου ποιήματος, από τη συλλογή «Στίχοι και προσευχές του οδοιπόρου», 1929

Έτσι είν΄η ζωή μου
πέτρα
σαν εσένα. Σαν εσένα,
πέτρα μικρή,
σαν εσένα,
πέτρα αλαφροΐσκιωτη΄
σαν εσένα,
άσμα που ροβολάς
στα ρείθρα΄
σαν εσένα,
βότσαλο ταπεινό των δρόμων’
σαν εσένα.
που τις μέρες της καταιγίδας
βυθίζεσαι στη γης
κι ύστερα
στραφταλίζεις
κάτω απ΄τις οπλές των ζωντανών,
κάτω απ΄τις ρόδες΄
σαν εσένα, που δε γενεί
να είσαι ούτε πέτρα
μιας καλύβας,
ούτε πέτρα ενός μεγάρου
ούτε πέτρα μιας εκκλησιάς,
ούτε πέτρα ενός εξομολογητηρίου΄
σαν εσένα,
πέτρα ταξιδεύτρα΄
σαν εσένα.
που ίσως να ‘σαι φτιαγμένη
για μια σφεντόνα μοναχά,
πέτρα μικρή.

------------------------

Chicho Sánchez Ferlosio:



Cuando canta el gallo negro 
es porque se acaba el día 
cuando canta el gallo negro 
es porque se acaba el dia 
si cantara el gallo rojo 
otro gallo cantaría 

(couplé) ay! si es que yo miento
la canción que yo canto
la borre el viento,
ay! la borre el viento
¡qué! desencanto
si me borrara el viento
lo que yo canto,
ay! lo que yo canto!

Σαν τραγουδάει το μαύρο κοκόρι
μισεύει η μέρα
σαν τραγουδάει το μαύρο κοκόρι
μισεύει η μέρα
αν τραγούδαγε το κόκκινο κοκόρι
άλλο κοκόρι θα τραγούδαγε

(κουπλέ) αχ! μάρτυς μου ο Θεός
το τραγούδι που λέω
να το σβύσει ο αγέρας
αχ! να το σβύσει ο αγέρας
τι απομάγευση! αν μού ‘σβυνε ο αγέρας
το τραγούδι μου!
αχ! το τραγούδι μου!


Se miraron en la arena 

los dos gallos frente a frente 
se miraron en la arena 
los dos gallos frente a frente 
el gallo negro era grande 
pero el rojo era valiente 

Κοιταχτήκανε στην αρένα
τα δυο κοκόρια πρόσωπο με πρόσωπο
κοιταχτήκανε στην αρένα
τα δυο κοκόρια πρόσωπο με πρόσωπο
το μαύρο κοκόρι ήταν μεγάλο
μα το κόκκινο, γενναίο

Se miraron frente a frente 
y atacó el negro primero 
se miraron frente a frente 
y atacó el negro primero 
el gallo rojo es valiente 
pero el negro traicionero 

Κοιταχτήκανε πρόσωπο με πρόσωπο
το μαύρο πρώτο ρίχτηκε στον αγώνα
κοιταχτήκανε πρόσωπο με πρόσωπο
το μαύρο πρώτο ρίχτηκε στον αγώνα
το κόκκινο κοκόρι ήταν γενναίο
αλλά το μαύρο προδοτικό

Gallo negro gallo negro
gallo negro te lo advierto 
gallo negro gallo negro 
gallo negro te lo advierto 
no se rinde un gallo rojo 
solo cuando ya esta muerto 
no se rinde un gallo rojo 
solo cuando ya esta muerto.

Μαύρο κοκόρι, μαύρο κοκόρι
μαύρο κοκόρι προσοχή!
μαύρο κοκόρι, μαύρο κοκόρι
μαύρο κοκόρι προσοχή!
ένα κόκκινο κοκόρι δεν παραδίνεται
πάρεξ νεκρό
ένα κόκκινο κοκόρι δεν παραδίνεται
πάρεξ νεκρό.

https://www.youtube.com/watch?v=E9pNTR6Nau0

----------------------------

Hay amores - Shakira 
De la película: El amor en los tiempos del cólera, basada en el libro del escritor Gabriel García Márquez.
There are loves, a song from the film: Love in the time of cholera, based on the book of Gabriel Garcia Marquez.
Υπάρχουν αγάπες, από την ταινία:  ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας.

Κάτι  αγάπες…. Σακίρα Απ’ την ταινία και το ομώνυμο βιβλίο του Γκάμπο
«Ay mi bien que no haría yo por ti
por tenerte un segundo alejados del mundo
y cerquita de mí.
Ay mi bien como el río Magdalena que se funde en la arena del mar
quiero fundirme yo en ti.
Hay amores que se vuelven resistentes a los daños
como el vino que mejora con los años
asi crece lo que siento yo por ti.
Hay amores que se esperan al invierno y florecen
y en las noches del otoño reverdecen
tal como el amor que siento yo por ti.
Ay mi bien no te olvides del mar
que en las noches me ha visto llorar
tantos recuerdos de ti.
Ay mi bien no te olvides del día que separó en tu vida
de la pobre vida que me tocó vivir.
Hay amores que se vuelven resistentes a los daños
como el vino que mejora con los años
asi crece lo que siento yo por ti.
Hay amores que parece que se acaban y florecen
y en las noches del otoño reverdecen
tal como el amor que siento yo por ti
yo por ti, por ti, como el amor que siento yo por ti».

 «Αχ αγάπη μου, σαν τι δεν θα ‘κανα ‘γώ για σε,
να σε κρατήσω μια στιγμή μακριά απ΄ όλους
σιμά μου.
Αχ αγάπη μου! σαν το ποτάμι Μανταλένα
 που σμίγει στην άμμο της θάλασσας
θέλω να σμίξω εγώ μ’ εσέ.
Κάτι αγάπες που αντέχουν στις πληγές
σαν κρασί  μεστωμένο από τα χρόνια,
έτσι θεριεύει ό, τι νιώθω ‘γώ για 'σε.
Κάτι αγάπες που ανθίζουν σε χειμώνες
και σε νύχτες του χινόπωρου ανα-θάλλουν
σαν την αγάπη μου για 'σε.
Αχ αγάπη μου! η θάλασσα δική σου
που νυχτιές μ΄είδε σε θρήνο
μνήμες στη θύμισή σου.
Αχ αγάπη μου, μη λησμονάς
τη μέρα που χωριστήκαμε εμείς
μόνη μέρα, φτωχαίνοντας εμείς.
Κάτι αγάπες που αντέχουν στις πληγές
σαν κρασί  μεστωμένο από τα χρόνια 
έτσι θεριεύει ό, τι νιώθω ’γω για 'σε.
Κάτι αγάπες που τελειώνουνε κι ανθούνεΝ
και σε νύχτες του χινόπωρου ανα-θάλλουν
σαν την αγάπη  που νιώθω ‘γω για 'σε,
για 'σε, για 'σε, σαν την αγάπη  που νιώθω ‘γω για 'σε.

https://www.youtube.com/watch?v=KrbE9V1gfYEhttps://www.youtube.com/watch?v=KrbE9V1gfYE απόδοση: © ΑΡ


-------------------------------------------------------------------
Clarice Lispector:

                                                 Perto do coração selvagem                                                =Κοντά στην άγρια καρδιά,                                                     μετφ. ΑΡ, εκδ. Τυπωθήτω,                               Νοέμβριος 2008


(…)Η  βεβαιότητα της αθανασίας είχε τώρα εξανεμιστεί για πάντα. Μία ή δύο φορές στη ζωή της –μία, ίσως, όταν έπεφτε το βράδυ, σε μια στιγμή έρωτα, τη στιγμή του θανάτου- θα είχε το εξαίσιο δημιουργικό ασυνείδητο, την οξεία και τυφλή διαίσθηση ότι ήταν αληθινά αθάνατη στο διηνεκές.
ήταν μονάχα ουσία, λιγότερο κι από ανθρώπινη, πώς θα μπορούσε(…)


Το ταξίδι


Αδύνατον να το εξηγήσει. Απομακρυνόταν από κείνη την περιοχή όπου τα πράγματα είχαν μορφή καθορισμένη κι αιχμηρή, όπου όλα είχαν ένα κι αμετάβλητο όνομα. Βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο μέσα στη ρευστή περιοχή, ήρεμη και χαλαρή, όπου απάγκιαζε η ομίχλη αραιή και δροσερή όπως στο γλυκοχάραμα. Γλυκοχάραμα που αχνοφαίνεται στον κάμπο. Στη φυτεία του θείου της ξύπνησε μες στην άγρια νύχτα. Τρίζανε οι τάβλες του παλιού σπιτιού.  Από ‘κει πάνω, στο πρώτο πάτωμα, ανοιχτό στον σκοτεινό ορίζοντα, βύθισε τα μάτια κάτω στο έδαφος, ψάχνοντας τα φυτά που συστρέφονταν σα φίδια. Κάτι καιροφυλαχτούσε μες στη νύχτα, παραμόνευε, παραμόνευε, μάτια σκύλου τεντωμένου που αγρυπνά. Η σιωπή χτυπούσε στο αίμα κι εκείνη αγκομαχούσε μαζί της. Ύστερα, η αυγή γεννήθηκε πάνω απ’ τα χωράφια, ροδαλή, υγρή. Τα φυτά ήσαν και πάλι πράσινα κι αγνά, οι μίσχοι τρεμάμενοι, ευαίσθητοι στο φύσημα τ’ ανέμου, γέννα από τον θάνατο.  Κανένα σκυλί δεν αγρυπνούσε πια στη φυτεία, τώρα όλα ήσαν ένα κι ενιαίο σύμπαν, ανάλαφρο, δίχως συναίσθηση. Ήταν, λοιπόν, ένα άλογο λεύτερο στον ήσυχο κάμπο, μόνο να μαντέψουμε θα μπορούσαμε τη σβελτάδα των ποδιών του. Όλα ακαθόριστα, μα, ξάφνου, μες στην ασάφεια,  βρήκε κείνη την διαύγεια που μόνο αυτή θα μπορούσε να μαντέψει και που δεν ήταν μπορετό να γίνει κτήμα της ολοκληρωτικά. Ξαφνιασμένη, σκέφτηκε: όλα, όλα. Οι λέξεις είναι βότσαλα που κυλάν στον ποταμό. Αυτό που ένιωσε τότε δεν ήταν ευτυχία, μα κάτι ρευστό, γλυκά άμορφο, στιγμή αστραφτερή, στιγμή σκοτεινή.  Σκοτεινή, σαν το σπίτι που έστεκε μεσοστρατής καλυμμένο από δέντρα φυλλοσκεπή κι από τη σκόνη του δρόμου. Ζούσαν εκειπέρα ένας γέρος ξυπόλυτος και δυο γιοι ψηλοί κι ωραίοι επιβήτορες. Ο μικρότερος είχε μάτια, πάνω απ’ όλα μάτια, την είχε φιλήσει μια φορά, ένα απ’ τα καλύτερα φιλιά που είχε ποτέ νιώσει και κάτι ανάβλυζε από το βάθος των ματιών του όταν εκείνη τού έτεινε το χέρι. Το ίδιο αυτό χέρι που αναπαυόταν τώρα στην πλάτη της καρέκλας, σα μικρό κορμάκι, χώρια, χορτασμένο, αφημένο. Όταν ήταν μικρή συνήθιζε να την χορεύει, σαν πλασματάκι τρυφερό. Την είχε χορέψει ακόμα και για τον άντρα που είχε τραπεί σε φυγή ή είχε συλληφθεί,  για τον εραστή… κι αυτός γοητευμένος κι ανήσυχος το είχε σφίξει, φιλήσει, σαν στην πραγματικότητα αυτό το χέρι να ήταν μια γυναίκα. Αχ, Θεέ μου, πόσο πολύ είχε ζήσει, η φυτεία, ο άντρας, η αναμονή.  Καλοκαίρια ολάκερα με νύχτες αγρύπνιας, που την άφηναν χλωμή και με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Μες στην αγρύπνια πολλές αγρύπνιες. Είχε γνωρίσει μυρωδιές. Μυρωδιά χλόης νοτισμένης, χλόης φωτισμένης με φώτα, πού; Πάτησε τότε το βρεμένο χώμα των φυτωρίων, ενώ ο φύλακας κοίταγε αλλού. Φώτα κρεμασμένα σε καλώδια, χορεύοντας, έτσι, ρεμβάζοντας αδιάφορα, μουσική από την ορχήστρα στο κιόσκι’  οι νέγροι, ντυμένοι με μάλλινα κοστούμια, ιδρωμένοι. Τα δέντρα φωτισμένα, οι πόρνες με ύφος ψυχρό και φτιασιδωμένο. Και πέρα απ’ όλα υπήρχε αυτό που δε μπορεί να ειπωθεί: μάτια και στόμα πίσω από την κουρτίνα, σπιούνοι, μάτια σκύλου που παίζουν τα βλέφαρα κατά διαστήματα, ένα ποτάμι που κυλάει στη σιωπή και δεν το ξέρει. 
(…)

         Εκ βαθέων;  Κάτι ήθελε να αρθρώσει…Εκ βαθέων… Ν’ ακουστεί! Ν’ αδράξει τη φευγαλέα ευκαιρία που χόρευε με τα πόδια στην άκρη της αβύσσου.  Εκ βαθέων.  Να κλείσει τις πόρτες στο ενσυνείδητο. Εν αρχή, να δει το νερό αλλοιωμένο, φράσεις κουτές, μα, ύστερα, εν μέσω συγχύσεως, το νήμα του καθαρού νερού τρέμοντας πάνω στον τραχύ τοίχο. Εκ βαθέων. Να πλησιάσει προσεκτικά. Ν’ αφήσει να γλιστρήσουν τα πρώτα κύματα. Εκ βαθέων… Έκλεισε τα μάτια μα είδε μόνο μισοσκόταδο. Έπεσε βαθύτερα στις σκέψεις της, είδε ακίνητη μια μορφή λιγνή, μέσα σε πλαίσιο ανοιχτοκόκκινο, το σχέδιο με δάχτυλο υγρό από αίμα πάνω στο χαρτίσα να είχε γρατσουνιστεί κι ο πατέρας να είχε πάει να βρει ιώδιο. Στο σκούρο της κόρης του ματιού, οι σκέψεις στοιχισμένες γεωμετρικά, η μία πάνω από την άλλη σαν τις κυψέλες των μελισσών, μερικές άδειες, άμορφες, δίχως τόπο για μια σκέψη. Φόρμες πλαδαρές και σταχτιές, σαν εγκέφαλος. Εκτός απ’ αυτό, δεν έβλεπε τίποτα στην πραγματικότητα, προσπαθούσε να φανταστεί ίσως.  Εκ βαθέων. Βλέπω ένα όνειρο: μπαλκόνι σκοτεινό, παρατημένο, πίσω από μια σκάλα.  Αλλά τη στιγμή που σκέφτομαι « μπαλκόνι σκοτεινό, παρατημένο» με λόγια, το όνειρο εξαντλείται και μένει η κυψέλη κούφια. Η μαραμένη αίσθηση είναι μόνο διανοητική.  Μέχρι οι λέξεις  «μπαλκόνι σκοτεινό, παρατημένο» να ζήσουν αρκετά μέσα μου, στο σκοτάδι μου, στη μυρωδιά μου, σε σημείο να μεταβληθούν σε μισοσκότεινο όραμα, διαρρηγμένο κι αψηλάφητο, πίσω από τη σκάλα.  Τότε θα έχω και πάλι μιαν αλήθεια, το όνειρό μου.  Εκ βαθέων.  Γιατί δεν έρχεται αυτό που θέλει να μιλήσει;  Διαθέσιμη είμαι. Μάτια κλειστά. Γεμάτη λουλούδια να μετατρέπονται σε τριαντάφυλλα, καθώς το ζωντανό τρεμουλιάζει και προχωρεί κατά τον  ήλιο, έτσι που το όραμα είναι ταχύτερο από τη λέξη, επιλέγω τη γέννηση από το έδαφος για να… Χωρίς λόγο. Εκ βαθέων, ύστερα θα έρθει το νήμα του καθαρού νερού. Είδα το χιόνι να τρέμει γεμάτο ροδαλά σύννεφα κάτω από το κυανό των εντοσθίων, καλυμμένων από μύγες στον ήλιο, η σταχτιά εντύπωση, το φως πράσινο και ημιδιαφανές και κρύο πίσω από τα σύννεφα.  Να κλείσω τα μάτια και να νιώσω να κυλάει η έμπνευση σαν άσπρος καταρράκτης.  Εκ βαθέων. Θεέ μου, σ’ Εσένα ελπίζω.  Θεέ μου, έλα σ’ εμένα. Βλάστησε στο στήθος μου, δεν είμαι τίποτα κι η κακοτυχία πέφτει στο κεφάλι μου κι εγώ μόνο λέξεις ξέρω να χρησιμοποιώ κι οι λέξεις ψεύδονται κι εγώ συνεχίζω να υποφέρω, στο τέλος το νήμα πάνω στο σκοτεινό τοίχο. Θεέ, έλα σ’ εμένα και δεν έχω χαρά κι η ζωή μου είναι ζοφερή, σα νύχτα δίχως άστρα και, Θεέ, γιατί δεν υπάρχεις μέσα μου;  γιατί με έπλασες ξέχωρα από σένα; Θεέ μου, έλα σ’ εμένα, εγώ δεν είμαι τίποτα, είμαι λιγότερο κι από τη σκόνη  και σε καρτερώ όλες τις μέρες κι όλες τις νύχτες, βοήθα με, έχω μόνο μια ζωή κι αυτή η ζωή κυλάει μέσα απ’ τα δάχτυλά μου και πορεύεται ειρηνικά προς τον θάνατο και τίποτα δεν δύναμαι και μόνο παρευρίσκομαι στην εξουθένωσή μου την κάθε στιγμή που περνά, είμαι μονάχη στον κόσμο, όποιος με αγαπάει δεν με γνωρίζει, όποιος με γνωρίζει με φοβάται κι εγώ είμαι μικρή και φτωχή, σε λίγα χρόνια δεν θα ξέρω ότι υπήρξα, όσο μου μένει να ζήσω είναι λίγο και ό,τι μου μένει να ζήσω στο μεταξύ θα εξακολουθήσει να είναι άγγιχτο κι άχρηστο, γιατί δε με σπλαχνίζεσαι; δεν είμαι τίποτα, δόσμου αυτό που έχω ανάγκη.  Θεέ μου, δώ’ς μου αυτό που έχω ανάγκη και δεν ξέρω τι είναι, η οδύνη μου είναι βαθιά σαν πηγάδι κι εγώ δεν ξεγελάω τον εαυτό μου και τους ανθρώπους, έλα σ’ εμένα στη δυστυχία κι η δυστυχία είναι σήμερα, η δυστυχία είναι πάντα, φιλώ τα πόδια Σου και τη σκόνη των ποδιών Σου, θα ήθελα ν’ αναλυθώ σε δάκρυα, από τα βάθη σε αποζητώ, έλα προς βοήθειάν μου, δεν έχω διαπράξει ανομήματα, από τα βάθη σε καλώ και τίποτα δεν μου απαντά κι η απελπισία μου είναι στεγνή όπως η άμμος τής ερήμου κι η σύγχυσή μου με πνίγει, με ταπεινώνει, Θεέ μου τούτη η περηφάνια να ζήσω με φιμώνει, εγώ δεν είμαι τίποτα, από τα βάθη σε καλώ, από τα βάθη σε καλώ, από τα βάθη σε καλώ...
         (…)
         Αυτό που είχε υψωθεί εντός της δεν ήταν η αξία, εκείνη να είναι ηρωίδα και να θέλει να υπερνικήσει τα πράγματα; Δεν ήταν γυναίκα, υπήρχε κι ό,τι βρισκόταν μέσα της ήσαν κινήσεις που ορθώνονταν πάντα σε μεταβατική κατάσταση. Ίσως και να ’χε μεταβάλει κάποτε τον αέρα γύρω της με τη θηριώδη της δύναμη και κανείς δεν θα το είχε προσέξει, ίσως και να ‘χε επινοήσει με την ανάσα της μια νέα ύλη και δεν το ήξερε, μόνο αισθανόταν ό,τι το γυναικείο της μυαλουδάκι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί. Στρατιές από καυτές σκέψεις αναφύονταν και αποσπώνταν από το αλαφιασμένο της κορμί κι ό,τι άξιζε απ’αυτές ήταν ότι έκρυβαν μια ζωτική παρόρμηση, κι ό,τι άξιζε απ’αυτές ήταν ότι την ίδια τη στιγμή της γέννησής τους θέριευε η τυφλή κι αληθινή ουσία, ορθωνόταν, ξεχώριζε σαν μπουρμπουλήθρα αέρα στην επιφάνεια του νερού, διακόπτοντας σχεδόν τη συνέχειά του... Παρατήρησε ότι δεν είχε αποκοιμηθεί ακόμη, σκέφτηκε ότι θα ‘πρεπε να φουντώσει σα ζωηρή φωτιά. Ότι θα έπαιρνε οριστικά τέλος η μακρά κυοφορία της παιδικής ηλικίας κι ότι από την επίπονη αγουράδα της θα ξεπετιόταν το ίδιο της το είναι, επιτέλους, επιτέλους ελεύθερο!  Όχι, κανένας Θεός, θέλω να μείνω μόνη μου. Και θα ‘ρθει μια μέρα, ναι, μια μέρα θα ‘ρθει μέσα μου η ικανότητα, τόσο άλικη κι επιβεβαιωτική, τόσο διάφανη κι απαλή, μια μέρα ό,τι κι αν κάνω θα γίνεται με κλειστά μάτια, με βεβαιότητα, ασυνείδητα, θα βασίζομαι μόνο σ’ εμένα, στην αλήθεια μου, τόσο ολοκληρωτικά δοσμένη σ’ ό,τι κάνω που θα είμαι ανίκανη να μιλήσω, πάνω απ’ όλα θα ‘ρθει μια μέρα όπου όλη μου η κίνηση θα ’ναι δημιουργία, γέννα, θα κάψω όλα τα πλοία που εδρεύουν εντός μου, θα αποδείξω στον ίδιο μου τον εαυτό ότι δεν υπάρχει τίποτα να φοβάμαι, πως όλα όσα κι αν είμαι θα βρίσκονται πάντα εκεί όπου αναπνέει μια γυναίκα με τις αρχές μου, μια μέρα θα υψώσω μέσα μου αυτό που είμαι, σ’ ένα μου νεύμα δυνατά κύματα θα σηκωθούν, καθαρό νερό που καταποντίζει την αμφιβολία, τη συνείδηση, θα είμαι ρωμαλέα σαν την ψυχή ενός ζώου και σα μιλήσω δε θα ‘ναι λόγια αργά και με παύσεις, που μόλις φτάνουν στ’ αυτιά, γεμάτα θέληση για ανθρωπιά, το παρελθόν που διαβρώνει το μέλλον’ ό,τι πω θα ηχήσει μοιραίο και πλήρες, κανένας κενός χώρος μέσα μου για να μάθω ότι υπάρχει ο χρόνος, οι άνθρωποι, οι διαστάσεις, κανένας κενός χώρος μέσα μου ούτε καν για να σημειώσω ότι θα δημιουργήσω στιγμή τη στιγμή, όχι στιγμή τη στιγμή: πάντα συγκεχυμένα, γιατί τότε θα ζήσω, μόνο τότε θα ζήσω πιότερο από την παιδική ηλικία, θα ‘μαι ακατέργαστη και κακοφτιαγμένη σαν μια πέτρα, θα ‘μαι ανάερη κι αβέβαιη σαν κάτι που το νιώθεις μα δεν το καταλαβαίνεις, θα υψωθώ σε κύματα, αχ Θεέ μου, κι ας έρθουν όλα να πέσουν πάνω μου, μέχρι κι η έλλειψη κατανόησης του εαυτού μου ορισμένες κενές στιγμές, γιατί αρκεί να πληρωθώ και τότε τίποτα δεν θα εμποδίσει το δρόμο μου προς τον άφοβο θάνατο, από οποιαδήποτε πάλη ή ανάπαυλα θα σηκωθώ κραταιή κι ωραία σαν νιόβγαλτο πουλάρι.
----------------------
"Agua viva «Ζωντανό νερό»
« Φοβάμαι. Μα η καρδιά σφυροκοπάει. Ο ανεξήγητος έρωτας κάνει την καρδιά να σφυροκοπάει πιο γρήγορα. Η μοναδική εγγύηση είναι πως γεννήθηκα. Εσύ είσαι ο τρόπος να είμαι εγώ, ένας τρόπος να είσαι εσύ: αυτό σημαίνει τα όρια της δικής μου δυνατότητας».
 (ετοιμάζεται)©AR
 ----------------------




*****************
H τελευταία πόλη, Μυθιστόρημα, Διονύσης Μαρίνος, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

Το δεύτερο βιβλίο πεζογραφίας του Διονύση Μαρίνου είναι ένα αφήγημα για την απώλεια. Ή, μήπως, για πολλές απώλειες; τόπου, χρόνου, πατρίδας, εαυτού, συναισθήματος, μυαλού, οικογένειας, ως το ασάρκωτο σαρκίο του ατόμου. Της σχέσης προς τον άλλο. Ακόμα και η αίσθηση της κοινότητας του ζευγαριού τίθεται εν αμφιβόλω.
Αφήγημα με αφορμή τον αδελφοκτόνο πόλεμο στη Βοσνία μεταξύ 1992 και 1995, άπτεται της κοινωνιολογίας του πολέμου. Αυτό το τμήμα της επιστήμης της κοινωνιολογίας δεν είναι πολύ αναπτυγμένο, περισσότερο έχουν ασχοληθεί οι Γάλλοι κοινωνιολόγοι και ανθρωπολόγοι, με κύριον εκπρόσωπο τον Georges Ballandier. Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια έχουμε ένα εμπεριστατωμένο εγχειρίδιο «Κοινωνιολογία της βίας και του πολέμου» από τον κοινωνιολόγο Γιώργο Καφφέ, εκδ. Παπαζήση, 2001.
Σε καιρούς πολέμου, η στάση ζωής  των ομάδων και συνόλων, αλλά, ιδίως, των ατόμων, μεταλλάσσεται: Η ίδια η διαδικασία του πολέμου δημιουργεί απόλυτη ψυχοκινητική αναστάτωση στον άμαχο πληθυσμό-και αυτό μας ενδιαφέρει εδώ-. Το πρώτο στοιχείο που αποδομείται είναι η ασφάλεια των ατόμων: ο εξαναγκασμός σε βιαστική μετακίνηση μεταθέτει όλες τις παραμέτρους που διέθεταν ως τη στιγμή, τόπο, χρόνο, οριοθετημένη διαβίωση. Οι εξαναγκασμένοι νομάδες γαντζώνονται συχνά από τα ελάχιστα υπάρχοντα που πήραν μαζί τους, εν είδει ψευδαίσθησης ασφάλειας (το βλέπουμε στην σελ. 26 όπου η γυναίκα αναλογίζεται τι να πετάξει από τα απαραίτητα που βαραίνουν τον σάκο της).
Ο πόλεμος, όπως σημειώνει ωραία ο Μαρίνος, καταλύει τα ανθρώπινα όρια, ο χρόνος ως βίωμα διαστέλλεται ή προσλαμβάνεται πρισματικά. Προξενούνται αλλεπάλληλες μεταλλάξεις στις αισθήσεις, τα συναισθήματα, τη σκέψη και την βούληση του ατόμου. Ο άνθρωπος τελεί υπό συνεχή μετακίνηση και στο εσωτερικό του, κυριολεκτικά. Κύριο ζητούμενο είναι η αίσθηση της ασφάλειας.
Στο σημείο αυτό τίθεται, επίσης, το θέμα της ετερότητας υπό ανθρωπολογική έννοια: η σημαντική δυνατότητα του ανθρώπου να είναι άλλος, διάφορος, διαφορετικός. Αυτή, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη ελευθερίας. Σε καιρούς πολέμου η έννοια της ελευθερίας καταλύεται, η ετερότητα του ατόμου ακυρώνεται.Για τούτο, τα ζωτικότερα στοιχεία για το άτομο (και κατ’ επέκτασιν για σύνολα) γίνονται κατά σειράν: η αυτοσυντήρηση (να αντέξει για να επιβιώσει), η ασφάλεια (περιβάλλον) και η ελευθερία (παύση της απειλής τής ύπαρξης και της σωματικής ακόμη ακεραιότητας) ή, εν τέλει, επιστροφή στα πρότερα. Εν μέσω αυτών των διαδικασιών, το άτομο τελεί υπό απόλυτη απορρύθμιση. Εξάλλου, ο πόλεμος ρημάζει όχι μόνον σώματα και ψυχές αλλά αλώνει και συνειδήσεις (στην ιστορία του βιβλίου, φερ’ ειπείν, με το παζάρεμα για το παιδί).
Η φυγή προς τη θάλασσα που επιχειρεί το ζευγάρι με το μικρό παιδί, η θάλασσα με τον ανοιχτό της ορίζοντα, σε αντίθεση με την απειλή του περίκλειστου που επιφέρει η πολεμική σύρραξη είναι, νομίζουμε, και επιθυμία για «ξέπλυμα» του ταλαιπωρημένου εαυτού όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχοσυναισθηματικά, επιστροφή στην ασφάλεια ως μήτρα και στην πρότερη ευτυχισμένη κατάσταση. Το βλέπουμε στις σελίδες (79-82) με τη σκηνή της γυναίκας στη θάλασσα.
Από μεριάς μορφής τώρα, πρόκειται περισσότερο για ένα αφήγημα που στρέφεται προς το εσωτερικό των ατόμων, εξετάζοντας ενδελεχώς και επιτυχημένα την διαδικασία μεταλλαγής του ατόμου, θέτοντας ζητήματα όπως η μετανάστευση του ατόμου σε ένα άλλο σύμπαν από κείνο που γνώριζε ως σήμερα και εντός του, η παρατήρηση από το άτομο τού εν μεταβολή εαυτού του, που επιτάσσει η φυγή προς τη σωτηρία.
Οι σκηνές περιγραφής φέρουν δυνατές ποιητικές πινελιές, δημιουργώντας από δίπλα εικόνες στεγνές. Υπό αυτή την έννοια, θυμίζουν τις «Στεγνές Ζωές»  -Vidas secas- (1938) του σημαντικού βραζιλιανού συγγραφέα Γκρασιλιάνο Ράμος, μυθιστόρημα που πραγματεύεται την αναγκαστική μετακίνηση στην ενδοχώρα της Βορειοανατολικής Βραζιλίας μιας οικογένειας και του σκύλου της την περίοδο της μεγάλης ξηρασίας του 1930. Άλλη η αιτία, ίδιος ξερριζωμός, η αποξένωση των ανθρώπων από το οικείο περιβάλλον, τη γης, την πατρίδα, μεταβάλλοντάς τους σε νομάδες κι αλλοτριώνοντάς τους από τον ίδιο τους τον εαυτό. Συγγενής τρόπος γραφής.
Αυτή η στεγνότητα μεταφέρεται προσφυώς στην Τελευταία πόλη από τα τοπία στον τρόπο αισθάνεσθαι και σκέπτεσθαι των ηρώων, ιδιαίτατα του κυρίως ήρωα, του Νίκολα. Τα καταιγιστικά γεγονότα της αναγκαστικής φυγής και της συνεχούς εναλλαγής περιβάλλοντος, κατά την πορεία της οικογένειας προς τη θάλασσα, χρωματίζονται με όλες τις αποχρώσεις της ποιητικής παλέτας του Διονύση Μαρίνου. Είναι ενδιαφέρουσα λογοτεχνική πρόταση, κατά την οπτική μας, τούτο το πάντρεμα της ποιητικής ενατένισης με το στεγνό –γεγονότων-προοπτικών-αισθήσεων. Δημιουργείται στην πορεία η εντύπωση ότι η ποιητική προδιάθεση ακυρώνεται από τη στέρφα και σκληρή πραγματικότητα της δράσης. Θεωρούμε, μόνο κατ΄επίφασιν.
Διότι να που η ίδια ποιητική στάση στην αφήγηση ανατροφοδοτεί τη στέγνα των καταστάσεων, στάσεων και συναισθημάτων των ηρώων, ενσταλάζοντάς της τη δροσιά της ανά στιγμές, εμφυσώντας αναλαμπή ελπίδας, έστω κι από την απελπισμένη ματιά του τέλους, απροσδόκητου και τελεσίδικου, της σύντομης πορείας στο «πουθενά», σε μια καταλυτική κι απόλυτα κινηματογραφική σκηνή κλεισίματος της αφήγησης.
Με πλούσια λογοτεχνική γλώσσα κι εξαιρετική χρήση της Ελληνικής, ο Διονύσης Μαρίνος στήνει ένα σκληρό σκηνικό, δομεί γερά το υλικό του κι αναπτύσσει την αφήγηση και σ’ αυτό του το πεζό με μαεστρία. Με το δεύτερό του αυτό βιβλίο, ο Διονύσης Μαρίνος αποδεικνύει ότι κατέφθασε στην σημερινή λογοτεχνία μας για να παραμείνει, έχοντας ήδη κερδίσει ζωτικό χώρο.
Αμαλία Ρούβαλη
vakhikon 2012
ήσαν οι εποχές που "διάβαζα" τον Διονύση με ματιά κοινωνιολογική, τώρα, όχι μόνον δεν χρειάζεται την δική μου υποστηρικτική ματιά αλλά έχει χαράξει την δική του λογοτεχνική πορεία πια-
--------------------------------------

απόσπασμα, Κάρλος Φουέντες, Η καθαρότερη περιοχή του αέρα, από το πρώτο κεφάλαιο
μετάφραση, all rights reserved 
©ΑΡ


(…) Βγήκε στη λεωφόρο απ’ το μαγαζί νεωτερισμών. Η βροχή ξέσπασε, ανακατεμένη με τα γκρίζα κτίρια. Είναι βροχή της πόλης. Μπολιασμένη με μυρουδιές. Λερώνει τους τοίχους. Δεν φτάνει στο έδαφος. Μεταλλική βροχή, η σαστιμάρα χαμηλωμένων κεφαλιών, υποταγμένων στο μολυβή ταμπούρλο τ’ ουρανού, κεφάλια κατεβασμένα, βρεμένα απ’ τη βροχή και το ζελέ. Πίδακες του μεξικανικού ουρανού: περιμένοντας μέσα σε απελπισμένη σιωπή, περιμένοντας κολλητά σε τοίχους, όπως οι καταδικασμένοι στημένοι στον τοίχο: η ντουφεκιά που δεν φτάνει, τα κορμιά λιανά και βρομισμένα κάτω απ’ τη βροχή, στον αχνό του καυσαερίου και της ασφάλτου, μούμιες μιας στιγμής, μαζί με τη βροχή. Κάτω απ’τη βροχή, οι επιγραφές σβησμένες, οι πέτρες χασμουριούνται, η πόλη σαν παράλυτο σύννεφο, παλιές μυρωδιές από επιδερμίδα και χνούδι, γαρνάτσας  10  και πράσινες τέντες, τοσοδά μουρμούρισμα από ρόδες, κομμάτια τραγουδιών: οι ουρανοί άνοιγαν αλύπητα (…)
(…) ας παλέψουν βροχή και σκόνη, ας ανταλλάξουν δαγκωματιές ο άνεμος και τα πρόσωπα, ας περιμένει κολλημένος στον τοίχο, μουσκίδι, με τα μουστάκια ισιωμένα, τα μάτια απλανή, τα πόδια βρεμένα, συμπιεσμένος μες την παχιά του σάρκα, να βρομοκοπάει και να είναι αρρωστιάρης, μολυσμένος από καταρράκτη και δοθιηνώσεις, αποκοιμισμένος στις γωνιές σαν αιώνιο είδωλο, ανακούρκουδα δίπλα σε τείχη διάτρητα από μοναξιά, ψάχνοντας στα σκουπίδια κάτι να μασουλήσει, ας περιμένει, φάρα νυχτερίδων. Εκεί να περιμένει: πιο κοντά στην υγρή καταγωγή, πιο κοντά στις γωνιές. Βροχή στις γωνιές, ξερά, μικρά βηχαλάκια, ν’ αγκαλιαστούν, μονάχοι, μαζί κάτω απ’ τη βροχή; Μια αγκαλιά για όλους όταν τα σημάδια του μαύρου στερεώματος λένε: εσύ, εδώ, εκείνοι, εκεί. Η Γκλάντις ρουφούσε τις σταγόνες της μύτης της. Το ρίμελ της έτρεχε σαν νυχτερινός κλαυθμός. Το κουνέλι βρομούσε. Η Γκλάντις κοντοστάθηκε και έβγαλε το χέρι της από μέσα.
( - Πολύ βλάκας, ρε γαμώτι, κοιτάξτε, κοιτάξτε καλά. Αυτά τραβάει όποια ανακατεύεται με ψηλομύτηδες. Στο διάολο! Τι ώρα είναι;  Έξι. Ανοίγουν στις εννιά. Και βρέχει καντάρια).
Τώρα την έβαψες κοριτσάρα μου. Πέρασε ένα ποδήλατο φρενάροντας. Απλωμένη η νύχτα, η νύχτα της, η νύχτα που της επιφυλάσσουν οι άγγελοι και το κενό. Η πόλη μύριζε καυσαέριο καθώς η Γκλάντις περπάταγε κούτσα-κούτσα στη Λεωφόρο Χουάρες. Πού ήταν οι άλλοι, εκείνοι που τους αγαπάς; Δεν υπήρχε κατά κεί ένα ζεστό σπίτι να μπει μέσα, ένα μέρος που να χωρέσει με άλλους; Οι δικοί της… ο πατέρας μάζευε πουλιά’  έβγαινε πολύ νωρίς το πρωί να τα πιάσει, ενώ η μητέρα της ετοίμαζε τον καφέ κι έβαζε και λίγο αλκοόλ μέσα κι εμείς τακτοποιούσαμε τα κλουβιά. Δίπλα στη γέφυρα του Νονοάλκο. Με ονόμασαν Γκαουδένσια.11.  Ποιος μου όρισε να γεννηθώ μιαν εικοσιδυό του Γενάρη; Οι λαμαρίνες έβραζαν το καλοκαίρι κι άναβαν το αίμα ολονών. Στο ένα δωμάτιο, οι γονείς με το βυζανιάρικο. Στο άλλο, εγώ, εγώ με τ’ αδέρφια μου. Ούτε που το πήρα πρέφα ούτε κι έμαθα ποιος μου έκανε τη ζημιά. Μα τα μέταλλα καίγανε, όλοι είχαμε ανάψει, είμαστε πολύ παιδιά. Ήμουν δεκατριών χρονών. Έτσι αρχίζει κάποιος. Κι ύστερα δεν τους ξαναβλέπει.(…)


-Λόγια για την Χούλια, Πάκο Ιμπάνιεθ: πίσω δεν μπορείς να κάνεις, η ζωή μπρος σε σπρώχνει-


ποίηση του Χοσέ Αγουστίν Γκοϋτισόλο, αυτοκτόνησε το 1999, στην κόρη του Χούλια.

--------------------------------

Carlos Pellicer 

Σονέτο


Τούτη η κοιλάδα που θωρείς, πύρινο εργαστήρι,
φάμπρικα ηφαιστείων, όλα τ’ αψήλου,
σήμερα είν’ η γιγάντια αρχιτεκτονική
κείνου που μάνιασμα υπήρξε κι είν’ πια αναπαμός΄

δίνει σε όποιον την κοιτά περηφανές παιχνίδι
Να υπάρχει δίχως να είναι. Βουνό ή ισάδα,
το χέρι με μάτι σμιλευτικό
Προσδίνει στο φως ψηλάφιση από τυφλό.

Όποιος έτσι χάραξε ό,τι σου στέλνω
είναι της Κοιλάδας του Μεξικού γινάτι
θέληση μαγική του  μεγαλείου της.

Τ΄όνομά της σε τήξη χιλιετή
είναι κραυγή της φύσης,
Απλή, αδερφική και χιλιετής.


Λας Λόμας (Πόλη του Μεξικού), 8 Σεπτεμβρίου 1950


Σημείωση: Η Κοιλάδα του Μεξικού, όπου εντάσσεται και η σημερινή πρωτεύουσα, Πόλη του Μεξικού, έχει αταβιστική σημασία για την ψυχοσύνθεση των Mεξικανών. Υποτίθεται ότι είναι γι΄αυτούς ό,τι για τους Έλληνες οι Δελφοί: ο ομφαλός της γης.


TEMA PARA UN NOCTURNO

ΘΕΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Όταν θα’χουν βγει όλα τα μηρμύγκια από το ρολόι
κι ανοίξει -επιτέλους- η πόρτα της μοναξιάς,
ο θάνατος δε θα μ’εύρει πια.

Θα μ’αναζητήσει ανάμεσα στα δέντρα, τρελαμένα
απ΄ τη σιωπή του ενός πράγματος κατόπιν του άλλου.
Δεν θα μ’απαντήσει στο ξηλωμένο οροπέδιο
που το νιώθω στην πηγή ενός ρόδου.

   Μοιράζω τον καρπό της αγρυπνίας
   με χέρι λαβωμένο από την τύχη.
   Και το σπίτι είναι έτσι ανοιγμένο
   που ο θάνατος να μη με συναντήσει.

Και στα δέντρα μού μέλλεται να μ’ αναζητήσω κι ανάμεσα στα σύννεφα.
(Σε καρπό και χρώμα η φωνή πυρά θα στήσει!)
Και δε μπορώ να την περιμένω: συνάντηση έχω
με τη ζωή, υπό το φως ενός τραγουδιού.

Βήματα ακούγονται – πολύ μακριά; - υπάρχει
ακόμα χρόνος διαφυγής.
Για να σηκώσει η νύχτα πούλιες,
ένας ήχος  βαθύς από σκιές έπεσε πάνω στη θάλασσα.

Ήδη το αίμα κόντρα στην καρδιά κομματιάζεται.
Νυχτώνει με τόση διαύγεια που μπορώ να γυμνωθώ.
Έτσι, σαν ο θάνατος έρθει να μ΄αναζητήσει,
το ντύμα μου μονάχα θε να συναντήσει.


Από τη συλλογή «Υποτέλειες» (Subordinaciones), 1949
                                                                                                                

ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ*

Τροπικέ, γιατί μού’δωσες
χέρια βουτηγμένα μες στο χρώμα.
Ό,τι κι αν αγγίξω
 μ΄ήλιο θα γιομίσει.
Στα μαλακά τα βράδυα τόπων αλαργινών
θα περάσω με τους θορύβους μου σαν γυαλί στραφταλιστό.
Άσε με μόνο μια στιγμή
Να πάψω νά ‘μαι χρώμα και κραυγή.
Άσε με μόνο μια στιγμή
ν’ αλλάξει κλίμα η καρδιά,
να πιώ το ημίφως τού έρημου,
να σκύψω σιωπηλά από μπαλκόνι μακρινό,
να βυθιστώ στον μανδύα λεπτών πτυχών,
να διαχυθώ στην όχθη ευλάβειας απαλής,
να χαϊδέψω γλυκά τα ίσια μαλλιά
και να γράψω με γραφίδα λεπτότατη τη δική μου περισυλλογή.
Αχ!  και νά ‘παυα μόνο μια στιγμή
να ‘μαι ο Βοηθός στο Πεδίο του ήλιου!
Τροπικέ, γιατί μου ‘δωσες
χέρια βουτηγμένα μες στο χρώμα!

*το διασημότερο ποίημα του Κάρλος Πεγισέρ*

--------------------------------------------



Ώρες Ιουνίου

Γυρίζω σ’ εσένα, μοναξιά, κενό νερό,
νερό των εικόνων μου, τόσο νεκρό, *
σύννεφο των λόγων μου, τόσο ερημικό
νύχτα της ανείπωτης ποίησης.

Για σε το ίδιο αίμα –δικό σου και δικό μου-
ρέει η ψυχή του κανενός πάντα ανοιχτά.
Για σένα η αγωνία είναι σκιά στην πόρτα
που δεν ανοίγει ούτε τη μέρα ούτε και τη νυχτιά.

Ακολουθώ την παιδική ηλικία στη φυλακή σου, και το παιχνίδι
που εναλλάσσει θανάτους κι αναστάσεις
από την μια εικόνα στην άλλη ζει τυφλό.

Κραυγάζουνε ο άνεμος, ο ήλιος κι η θάλασσα σε ταξίδι.
Εγώ κατασπαράζω τις καρδιές μου
και παίζω με τα μάτια του τοπίου.

Ο Ιούνιος μού ’δωσε τη φωνή, τη σιωπηλή
μουσική να σιγάσω ένα συναίσθημα.
Ο Ιούνιος παρασέρνεται τώρα σαν τον άνεμο
κι η ψυχή άδικα βιάστηκε να ευχαριστηθεί.

Στο χρόνο τής θανής μου κάθε μέρα
οι συνέπειες της φωνής μού είπαν τόσα
και τόσο σιωπηλά, που κάποιες μέρες

ζήσαν στη σκιά αυτού τού τραγουδιού.
(Εδώ η φωνή ραγίζει κι ο τρόμος
για την τόση μοναξιά τις μέρες τις γεμίζει.)

         Σήμερα κλείνει χρόνος, Ιούνιε, που μας είδες,
άγνωστους, μαζί, για μια στιγμή.
    Οδήγησέ με σε κείνο το λεπτό από διαμάντι
      που συ μες σ’ ένα χρόνο έκανες πέρλα θλιβερή.

                  Σήκωσέ με ως το σύννεφο που ήδη υπάρχει,
                                                  σώσε με από τα σύννεφα, εμπρός.
                                               Κάνε νά’ναι το σύννεφο η καλή στιγμή
                  που μού ‘δωσες, Ιούνιε, και σήμερα έχει ενός χρόνου ζωή.

Δίπλα στον ουρανό τη νύχτα θα περάσω
για να διαλέξω σύννεφο, το πρώτο
     σύννεφο που απ’ τ΄όνειρο θα βγει, από τον ουρανό,

τη θάλασσα, τη σκέψη και την ώρα,
τη μόνη ώρα που εμένανε προσμένει
Σύννεφο των λόγων μου προστατευτικό!

Από τη συλλογή « ’Ωρα Ιουνίου» (Hora de junio) , 1937


*το παραθέτει ο Κάρλος Φουέντες στο πρώτο του μυθιστόρημα, Η καθαρότερη περιοχή του αέρα=La región más transparente, κείνο του οποίου την μετάφραση θα δημοσιεύσει όποιος γελάσει τελευταίος...
-------------------------------------------------------
αυτό είναι το ποίημα του Πεγισέρ που περισσότερο μου έχει αρέσει εφηβόθεν, και κείνο που με ταλαιπώρησε οικτρά χρόνια πολλά για να αποδοθεί αξιοπρεπώς πως,
θυμάμαι, το 2009, στην σοφίτα του σπιτιού της θειάς μου Δέσποινας, πάνω στην Πλατεία με τον θηριώδη συνεχή θόρυβο, όταν πάνω από μία παλαιάς εσοδείας και άκρως προβληματικής μεταφορικής μηχανής, σήμερα τις ονοματίζουμε laptop, στις 3 το πρωί θεώρησα πως "αυτό είναι, δεν πάει παραπέρα",σφουγγίζοντας τον ιδρώτα σταθερά κάθε δύο λεπτά,  πήρα τ' αμάξι και χάθηκα στην θάλασσα ως το ξημέρωμα, όταν τα ξαναδιάβασα, την αυγή, συμφωνήσαμε ο Πεγισέρ κι εγώ πως κάτι καλλίτερο δεν θα μπορούσαμε να είχαμε κάμει, ζήτησα νοητά συγγνώμην διότι φέρω την ρίμα εκ μητρός αλλά η δική του μπορεί να σε τσακίσει, -και σε τσακίζει στα εξ ων συνετέθης και τράβα να σε απαντήσεις μετά-πάντα θα υπολειπόμεθα μπρος στην ρίμα των μεγίστων ποιητών -ο Πεγισέρ είναι μέγιστος, χαίρομαι που τον έκαμα έστω και στοιχειωδώς γνωστόν στην πατρίδα μας-



NOCTURNO DEL MAR AMOR
ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΑΓΑΠΗ
   

VOLVER a decir: ¡el mar                            
Να ΠΩ ΞΑΝΑ: η θάλασσα!
Volver a decir                                           Να πω ξανά
lo que no puedo cantar                             
αυτό που δε μπορώ να ψάλλω
sin el corazón partir.                                  
χωρίς η ψυχή μου να μου βγει.

Lo que con sólo pensar
                             Αυτό που με μόνη τη σκέψη
la dulce lengua salé
                                 τη γλυκιά γλώσσα αρμύρισα
y al callar                                               
και με τη σιωπή
cárcel de espumas sellé.                         
φυλακή από αφρούς σφράγισα.

Noche de naves ancló
                              Νυχτιά με πλοία άραξε
y en mi corazón caí.
                                και μες στην καρδιά μου έπεσα.
Lo que desapareció,                                Αυτό που εξαφανίστηκε
ya está aquí.                                          είναι ήδη εδώ.
.
Vivía un reflejo verde                              Ζούσα μιαν αντανάκλαση πράσινη
que enrollaba el agua oscura.                  που τύλιγε το σκοτεινό νερό.
Yo sé que el amor se pierde
                    Ξέρω πως η αγάπη χάνεται
junto a la noche más pura.
                     μαζί με την απόλυτη νύχτα.

¡
Ay de mí vida!                                      Αχ η ζωή μου!
Puesta a lo largo del mar                        Απλωμένη κατά μήκος της θάλασσας
sólo le queda mirar                                της απομένει μόνο να δει
un paisaje con herida.                            ένα τοπίο με πληγή.

Media noche fue en el cielo
                    Μεσάνυχτα στον ουρανό
que una nube fue a traer.
                      που ένα σύννεφο πήγε να φέρει.
Pérdida de todo vuelo,
                          Χαμός κάθε πετάγματος,
tiempo sangrado al correr.
                     ματωμένος χρόνος τρέχοντας.

En sombrías sonajeras
                          Σε δροσερά παιχνίδια κρεμαστά
El agua su aire mojó                             το νερό τον αέρα του έβρεξε
y oleajes desenrolló                             
και κυματισμούς ξεδίπλωσε
ronca de angustias postreras.                
βραχνό από αγωνίες έσχατες.

Toda la noche a los cielos
                      Ολονυχτίς στους ουρανούς
mi corazón fui a llevar
                           την καρδιά μου πάσχιζα να πάω
por destruir un estelar                          
για να καταστρέψω έναν αστερισμό  
horario de desconsuelos.                       
ωράριο της υπέρτατης θλίψης.

Entre los dos viva muerte                       Ανάμεσα στους δυο μας ζωντανός θάνατος
secamente retoñó                                 ψυχρά ξαναβλάστησε
y la luna la enyesó                                κι η σελήνη τον σοβάτισε
con calmas de mala suerte.                   με τη νηνεμία της κακοτυχίας.       

¡
Voces inútiles siempre!                           Ανώφελες φωνές πάντα!     
Cuanto en el alma tajé                            Όσα στην ψυχή χάραξα
pudrió la noche septiembre                      σάπισε η σεπτεμβριάτικη νυχτιά
como quien rompe un quinqué.                σαν όταν σπάει κάποιος μια λάμπα θυέλλης .      

Tu perfil en el espacio                            Το προφίλ σου στο χώρο
 
pájaros sonidos daba                            ήχους από πουλιά έβγαζε
y el dolor de lo que acaba                       κι ο  πόνος από κείνο που τελειώνει
 
puso el mar en tiempo lacio.                  έβαλε τη θάλασσα σε χρόνο γραμμικό. 

Toda la noche la cita                              Όλη τη νύχτα η συνάντηση
fue munendo de amargura.                     πνιγόταν  στην πικρία
Llorar era una llanura                              Το κλάμα γίνηκε πεδιάδα
desde una tarde infinita.                          από ένα βράδυ χωρίς τελεία.

Casi un año, y el puñal                            ‘Ενας χρόνος σχεδόν και το στιλέτο
intocable y solitario                                  άγγιχτο και μοναχικό
gotea el aniversario                                 σταλάζει την επέτειο
con silencioso caudal.                              με σιωπηλή αφθονία.

Bella columna sonora,                               Ωραία στήλη ηχηρή
tu caída partió en dos                               η πτώση σου χώρισε στα δυο
la gloria de un semidiós                            τη λαμπροσύνη ενός ημίθεου
retocada por la aurora.                              αναστημένη απ’ την αυγή.

Volver a decir: ¡el mar!                              Να πω ξανά: Η θάλασσα!
Volver a decir                                          Να πω ξανά   
 lo que no puedo cantar                            αυτό που δε μπορώ να ψάλλω  
sin el corazón partir.                                 
χωρίς η ψυχή μου να μου βγει.


Junio trajo tu recuerdo,                            Ο Ιούνης έφερε τη θύμησή σου,
sin querer.                                              άθελά του.
Así gano lo que pierdo                              Έτσι κερδίζω αυτό που χάνω
moviendo mi oscurecer.                           αναδεύοντας τη σκοτεινιά μου.
 Junio y el mar tropical                             Ο Ιούνης κι η τροπική θάλασσα
descendido a oscuridades,                        βυθισμένη στα έγκατα,
soledad de soledades                               μοναξιά της μοναξιάς
todo el olvido naval.                                 όλη η ναυτική λησμονιά.

Abro el cielo y cuelgo estrellas.                 
Τους ουρανούς ανοίγω κι άστρα κρεμάω.
Y aguas con luces remotas                      
Και νερά με φώτα μακρινά
esclarecen mis derrotas                           
φωτίζουν τις σκοτεινές μου ήττες
moradas sobre sus huellas.                      
πάνω στα ίχνη τους.

Puse en sus manos el mar                       
Στα χέρια τους απόθεσα τη θάλασσα
y del azul rebosante                                
κι από το άπλετο μπλε
todo un día declinante                             
μια ολόκληρη μέρα στο γέρμα της
quisiste desembarcar.                             
θέλησες να ξεφορτώσεις.


Pensar en ti será siempre                        Η σκέψη σου θα είναι πάντα 
la dicha de haber vivido                           η τύχη να έχω ζήσει
cerca de ti, tan herido                            
σιμά σου, τόσο πληγωμένος
una noche de septiembre.                      
μια νυχτιά του Σεπτέμβρη.

Dije al mar: tu sangre es mía.                 E
ίπα της θάλασσας: το αίμα σου είναι δικό μου.
¡
Cuánta amargura en el canto!                 Πόση πικρία στο τραγούδι!
(
Si fuera por lo que canto,                      (Αν μετρούσαμε αυτό που ψάλλω  
todo el mar me ceñiría.)                         όλη η θάλασσα θα μ’ έζωνε).

Surge una nube, y la nave                       Νά σου ένα σύννεφο, και το πλοίο
sobrenada; silenciosa,                             επιπλέει’ σιωπηλό, 
se distribuye la rosa                               διαμοιράζει το ρόδο 
de los vientos en que cabe.                    των ανέμων όπου χωρεί.

¡
Ay de mí, ay de la mar                         Ax! εγώ, αχ η θάλασσα!        
que saló en el horizonte                         που αρμύρισε στον ορίζοντα
la esperanza de algún monte                 
την ελπίδα κάποιου όρους
donde lo azul encontrar!                         όπου το μπλε συναντά!    

Porque lo azul de la mar                        
Διότι το μπλε της θάλασσας   
es la distancia del cielo,                        
είναι η απόσταση απτον ουρανό,
la entonación de un pañuelo                 
η αρμονία ενός μαντηλιού
que se ha dejado llorar.                        
που αφέθηκε στο κλάμα.

Y lo azul en lejanía                                
Και το μακρυσμένο μπλε
monte montaña será                             
λόφος όρος θα γενεί
soledad de poesía,                                
μοναξιά της ποίησης
donde la noche vendría                          
όπου η νύχτα θε ναρθεί
sin sombra de lo que está.                     
δίχως σκιά γιαυτό που είναι.

Digo —y aquí me despido—                   
Λέωκαι εδώ σας χαιρετώ-
con sonoridad ligera,                              
με ηχηρότητα απαλή,
que esta voz que nunca cuido                
ότι η φωνή αυτή που ποτέ δεν φροντίζω
—nomeolvides, no me olvido—                -
μη με λησμόνει, δεν λησμονώ-
cruce cada primavera                             
την κάθε άνοιξη περνά      
siempre fiel a lo que ha sido.                 
πάντα πιστή σαυτό που υπήρξε.

Con sonoridad ligera,                            
Με ηχηρότητα απαλή,
siempre fiel a lo que ha sido.                 
πάντα πιστή σ’ αυτό που υπήρξε.
1944                                                                     1944

Από τη συλλογή «Υποτέλειες»(Subordinaciones), 1949





 **ανθολόγηση του Κάρλος Πεγισέρ στα λογοτεχνικά περιοδικά "Εμβόλιμον" και "Το Δέντρο", 2011-2012 από ΑΡ ©

-----------------------------------------------------------

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου:

Το πέραν της ποίησης
Μα, υπάρχει πέραν της ποίησης?
υπάρχει, δηλαδή
πέραν του εαυτού?
Υπάρχει, πέραν της αναπνοής, της αφής, του αγγίγματος ενός
ποδός σε τεθλασμένη και γυρτούς πόδες σαν καταβύθιση αν τα καταφέρουν αθλήτριες που συναγωνίζονται στο Πέραν της Πόλης, στο πέραν μιας γραφής που μας αιμάσσει ,στο δικό μας υπερπέραν, γαλαξίες τους λέμε, ευτυχίες τους λέμε.
υπάρχει ένα τραπέζι
που απεχθάνεται τα σεμενάκια
και κάνει ταπεινή υπόκλιση σ’ αυτά.
ένα τραπέζι που δεν αντέχει μαχαιροπήρουνα,
χθες, είδαμε πολλά τα χρυσά της μάνας,
κάποια ασημιά
βούτηξα ένα με αναφορά
κι ύστερα πήγα στο χρυσόβουλο
βουτηγμένο με ασπρόμαυρο ασημί
του Πεντζίκη
ήμουν δεκαοκτώ και δίστασα στο κατώφλι του
είχα βεβαίως παραμάσχαλα την αδερφή του
και κάτι ψέλλισα
μικρό παιδί ήμουν
και με την θρησκεία είχα ένα πρόβλημα τότε
μου άπλωσε δυο ασπρόχερα μαλλιά
πνίγηκα σε έναν ιδρώτα του Αγίου Όρους
όπου εμείς-δεν χωράμε, εμείς-
Περάσαν χρόνια πολλά κι έπεσα σε άλλα άσπρα μαλλιά

Ορέστης Αλεξάκης, Ένοικος

Μα Εσύ ποιος είσαι; Ακούω τα βήματά σου
Στους ήχους των βημάτων μου  Ποιος είσαι;
Ακούω το βάθος τής σιωπής σου ως ένα
Πηγάδι σκοτεινό ή ανάσα δέντρου
Ακούω την ύπαρξή σου σαν αγνώστου
Κι απόμακρου ουρανού το κατακρήμνισμα
Κι όμως το ξέρω, μ’ έχεις προσαρτήσει
Με κατοικείς, είμαι το σπίτι σου, έλα
Να ζεσταθείς, σου ανάβω την καρδιά μου

Δεν θέλω ανταμοιβή, δεν σου γυρεύω
Να μου φανερωθείς, σου ανοίγω κιόλας
Τη μυστική καταπακτή βαθιά μου
Να κρύψεις μέσα εκεί τα αινίγματά σου
Δεν σου ζητώ σημάδι παρουσίας
Δέχομαι τον πικρό καρπό της λήθης
Τη μοναξιά – την ερημιά των κόσμων

Σωπαίνω μέσα σ’ όλες τις σιωπές σου

Θα ’μαι το κάστρο σου ως στην έσχατη ώρα

Από τη συλλογή Η Περσεφόνη των γυρισμών (1974)
(…) δεν σου γυρεύω
Να μου φανερωθείς, σου ανοίγω κιόλας
Τη μυστική καταπακτή βαθιά μου(…)

κι ύστερα είδα ένα λαμπερό κορίτσι
χρόνια μετά
να διαβάζει από τα δικά του
(από το «Επιδόρπιο» του 2012)
Ήταν σε μια γιορτή στην Πλατεία Κλαυθμώνος,
το 2014, θαρρώ, καθόμασταν με τον Διονύση
προσκεκλημμένο κι αυτόν ποιητή, κι άλλους φίλους
διάβασε κι εξαφανίσθηκε σαν διάττων
μέχρι να προλάβω να την βρω και να της πω
«πόσο όμορφα γράφετε, κυρία μου».
Τώρα, ανταλλάσουμε αισθήσεις, η Ευτυχούλα καταφέρνει
μεγάλες ποιητικές κατασκευές, του λόγου μου τείνω
στον απόλυτο μινιμαλισμό.
Ως που φθάσαν τα «αφόρετα θαύματά» της
Εκεί σιωπή, βαθιά ανάσα, ξαναπάς στο Λαύριο να δεις τους γλάρους
να υπερίπτανται πάνω από την πλατεία της εφηβείας σου
και κάθεσαι να αναστοχαστείς.
Γυρίζεις, λοιπόν στο απόλυτο δοκίμιο «Το πέραν της γραφής», ανατρέχεις πάλι και πάλι στον Γιώργο Θέμελη και ανοίγεις σελίδες στο άξαφνο κενό.
Τότε, τα «θαύματα» γίνονται φόρεμα σαν βρεμμένο από καιρό, λες και σκάει
όλη η κυματογραφή στα Ταμπάκικα στην Σάμος, Σάμου, Σάμος, Χριστούγεννα καιρό.
Περπατάς μέχρι την Πλατεία του Δημαρχείου και μες στον Άη Σπυρίδωνα σε
ξαναπιάνει η θρησκεία από τον λαιμό,
σε καρυδώνει και σου μιλάει με το ιδίωμα της Ευτυχίας
φέρνοντάς σου ράσο λευκό, σαν καθολικό, χωρίς το κρίμα-χωρίς το κρίμα στον λαιμό και στο κουβούκλιο το καθολικό.
_δεν αγγίζουμε το πρόσωπο στην εκκλησία_
Τολμώ, σου αγγίζω τα χέρια στην  εκκλησία σου (…)


-aletando-μικρή σημείωση για κάτι ευρύτερο…-Αύγουστος 2018













όταν ήσουν νεαρούλης πρώτος δεξιά, ετών 17, για πρώτη και τελευταία φορά μοιάζεις στη μάνα σου, θες τα μήλα βαλκανικά, πρώτος αριστερά ο παι...