17/6/18

AGAPI MOU FIDELLA PROTINI - GHETONIA



του Μήτσου, συγγνώμην φίλε για την καθυστέρηση http://www.biblionet.gr/author/20450/%CE%91%CF%81%CE%BC%CE%AC%CE%BF%CF%82,_%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82,_1959-2015

με τέτοια βροχή, πηγαίναμε και πηγαίναμε, το βρήκαμε, φθάσαμε, έπειτα χοροπηδάγαμε και με κράταγες σφιχτά μην σου φύγω, οι φίλοι δεν φεύγουν ποτέ Μιτς, τι ωραία φωτογραφία σου τράβηξε η Ζωή, γειά σου φίλε, τότε δεν ήταν? 17/6/2008? εσείς με τα κίτρινα αδιάβροχα, τα αγόρια σας μικρά κι η  Ζωίτσα πανέμορφη, από την μισή Ελλάδα λείπεις, εντάξει,την δική μας terra incognita, εμέναν, οι κουβέντες μας στο τηλέφωνο μες στις νύχτες και στην Πλατεία μας και το ευρύστερνο γέλιο, η χαρά της ζωής σου κι εκείνες οι φωτός που μου τράβηξες κι είχες αγωνία για το πόσο κακές ήσαν, έλα, καλές ήσαν-ήρθες για να μείνεις Μιτς, μας λείπει η ματιά σου φίλε και η απλοχεριά σου σε όλα, άδικη που είναι η ζωή να παίρνει τους ταλαντούχους και καλούς πρώτα απ' όλα, αδικία, βρε Μιτς να μας φύγεις εσύ-
* θυμάσαι μια φορά στην Decadence που έβαλε ο Γιώργος αυτό και χορεύαμε σαν τα παλαβά στις 4 το πρωί? σου είπα την ιστορία και το θρυλικό σου γέλιο έσπασε τις πέτρες του Στρέφη και κατέβηκε ως την Ομόνοια? μην ξεχνάς εκεί στο Paradiso που μας περιμένεις, να το χορεύεις, θα ερθούμε σύντομα, ναι? https://youtu.be/060KBHsejNg

16/6/18

θα τις ξαναπάρουμε τις μηχανές και θα ξανατρέξουμε σαν παλαβοί στις αφώτιστες λεωφόρους, το φανάρι μας θα λαμπαδιάζει τα πρόσωπα, θα κάψει τα απλωμένα μπράτσα και θα μας ξαναστείλει στο ΚΑΤ με σακατεμένα πόδια, εμείς, δεν θα μεγαλώσουμε ποτές, το ξέρουμε-
-στον μικρό μας, από τότε που η καβαλλερία ρουστικάνα υπήρξε το μότο μας
 σε λίγο, χρόνια σου ευτυχισμένα μικρέ μας-https://youtu.be/Jlw1VWqfrxw,
-όσο ζούμε, θα "αλητεύουμε" εμείς, είμαστε η γενιά μας, αλήτισσα και σοφή-


13/6/18

μία μάνα....

η πόρτα δεν κλειδώνει πια, you are most welcome δεν ξέρουμε τι χρώμα θα βαφεί το πρασινάκι μας....

https://www.youtube.com/watch?v=ERmexduYfQk


https://www.youtube.com/watch?v=6y9zAOfF8sU

να σου πω λίγο, εκεί που κάθεσθε με τον γαλανομάτη και τρώτε ρύζια και σοκολάτες, εσέναν ειδικά σου άρεσαν και τα δύο: θυμάσαι που κατεβαίναμε την πέτρινη σκάλα, με κρατούσες από το χέρι, ένα καλοκαιρινό πουκαμισάκι και μία κρεμ φούστα? εμένα σαν μια φουφούλα δεν μου φόραγες, που να θυμάται κανείς?3,4 ήμουν?  και τραγούδαγες το χέρι-χέρι? ήταν το τραγούδι μας, ακόμη και πάνω από του Γιωργαρή" το λαλόφωνό σου, μαμάκα"
αυτή την εικόνα έχω κρατήσει, αγαπητή μαμά, έχω ένα βίτσιο, όπως θες πες το: όταν κάποιος πεθαίνει, ένα είναι το ρήμα: "πεθαίνω", τα φεύγω, αποχωρώ, σας αφήνω, με αφήνετε κλπ, δεν είναι για μας, υπάρχει ρήμα, "πεθαίνω", οριστικό, αμετάβατο, αμετάκλητο, καλά κάνατε και πεθάνατε, πεθαμένοι είσθε και αυτό δεν αλλάζει-τελεία, παύλα-, πάντως, το χέρι-χέρι  θα είναι πάντα το  τραγούδι μας και "κοινωνικώς" πως, "η βάρκα που γύρισε μόνη δίχως μέσα τον ψαρά", εσύ ως έλεγες κι έγραφες μπορεί να είσουν βουνήσια  στην ψυχή, αλλά το μικρό σου σπόρι είναι παιδί της θάλασσας, κι ας είναι του γλυκού νερού, -το μεγάλο, ρώτα το, μάλλον του ανέμου- να εξηγούμεθα, αγαπητή μαμά...

- δύο που άρεσαν στην μητέρα μου

 
by Fanis Tsiros

 φόραγες την ωραία σου κλαρωτή ρόμπα του σπιτιού, έχοντας απεκδυθεί άλλο ένα βράδυ την ιατρική μπλούζα, με μπλε και κίτρινα λουλούδια, έφερνες το πικ-άπ στην βεράντα (α, σου το είπα? μου το είπε ο ανηψιός σου ο Κωστής που επιβλέπει τα έργα, το παλιό μας σπίτι, επιτέλους ανακαινίζεται, υπόσχεται πως τα κολωνάκια θα είναι τα ίδια, όπως τα άφησες, θα λείπει φυσικά το πελώριο γιασεμί αλλά, μην τα θέλουμε και όλα....μου είπε τις προάλλες πως δεν θα μπορούσε να κάνει άλλο τι, να τα ξαναδείς και να χαρείς, έτσι μου είπε, απλώς το μεταφέρω, εντάξει?), πλέανε τα πυροφάνια, καθόμασταν και τα κοιτούσαμε εσύ κι εγώ (οι άλλοι πού να ήσαν? σίγουρα ο πατέρας χαρτιά στου Κατσίγιαννη) και τραγουδούσες με την σοπράνο σου φωνή " και η βάρκα γύρισε μόνη δίχως μέσα τον ψαρά", είπα να σου πω ένα γειά διότι σε είχα αφήσει μόνη σου να γυρίσεις σε άδειο πια σπίτι, έτρεχα δεξιά-ζερβά, θυμάσαι τώρα πώς και ναι? συγγνώμην βρε μαμά που σε άφησα μόνη σου γυρίζοντας αλλά είχα 
τόσον κόσμο να νοιαστώ, πάντα το ήξερες, εντάξει, δεν το παρεξήγησες, φυσικά?

πρέπει να ήταν το 1962, ήμουν 8, κάθε σούρουπο φεύγανε τα πυροφάνια ομάδι, πλέανε στον Κόλπο: 


σαν να είναι η δική σας ιστορία..... όμορφη δεν είναι?

12/6/18

-από συλλογή μελλοντική-

άπλωσα
το δέρμα 
στον καιρό
πετσί να γίνει

χάραξα
ένα κόκκαλο με σουγιά
πέτρα μην γίνει

βάδισα 
με το ίδιο γόνατο
χωλό
βήμα θα γίνει?

φαγώθηκαν τα δάχτυλα
-λειψά
δεν κρατάνε τον καιρό

νερό αν γίνει

χωλαίνουμε,

δεν ξεδιψάμε-




η πατρίδα, με το Βουλευτικό επικεφαλής, για μας Ωδείο, το γκρεμίδι εκεί όπου από το 1935 ως σήμερα είναι η Εθνική τράπεζα, το αριστερά, σήμερα το πρώην σπίτι της θείας Δέσποινας, στην Πλατεία, 1859


10/6/18

αγαπητέ μας μπαμπά

εμείς, δεν υπήρξαμε ποτέ δήθεν, δεν ξεφύγαμε από το κοινωνικό μας στρώμα, καλά ήταν εκεί, ευάερα κι ευήλια. Στο Κόνγκο απέκτησες την τρέλλα του τέννις, με έσπρωξες σε αυτό, έτσι, κάθε Μάη κι Ιούνη κολλάω στο Rolland Garros, μία φορά, ήρθες για αυτό στο Παρίσι και πήγαμε, τότε στις  Vincennes ήταν, με τον ξανθό Σουηδό Μπόργκ  https://youtu.be/bUp7OLlcWXk  

από σπορ,αν το δει κανείς έτσι, μόνο ένα μπαλλέτο, δεν ξεφύγαμε από το κοινωνικό μας στρώμα αλλά επειδή θέλατε πάντα το καλλίτερο για μας και το μπορούσατε τότε, με στέλνατε τα καλοκαίρια σε κατασκήνωση στην Ελβετία, εκεί κόλλησα το σαράκι της ιππασίας, guess who το κληρονόμησε. Πάντως εμείς, είχαμε ορθά τοποθετηθεί σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και εν μέσω αυτού πορευθήκαμε.  Εκείνη την ίδια Κυριακή, 10 Ιουνίου, το 2005, σε ένα κρεββάτι με τους γύψους, σε ξαναθυμήθηκα και την βόλτα στους βάλτους γύρω από την κλινική, είπε ο μικρός μας: "τέλος εποχής", όρμηξα να του χυμήξω και το καφτάνι λερώθηκε οριστικώς. 'Οταν γύρισα,με καθαρά τα ρούχα, μαύρα πια παπούτσια, σε δείξαν για να καταγραφείς ως νεκρός. Σου χρεώνω το τέννις, την ιππασία, την τρέλλα, τον πολύστροφο νου, τα γαλάζια σου μάτια και το ότι πρέπει να αντέξω έναν ολόκληρο χρόνο σαν το 33 του Χριστού, περίμενε, και αυτό: 


 «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί, ο μπαμπάς μου»



Πέθανες και μου ’μεινε μόνο μία φράση

«ειρηνικά που έρχεται το βράδυ».



Ιουνιάτικο πρωινό

μ΄έναν ήλιο λαμπερό

να τσουρουφλάει αυτάρεσκα

τη μύτη.



Δεν είχα καν θλίψη.
Μόνο πείνα
για μεταθανάτια παξιμαδάκια.


1984 - 2007


επειδή ήσουν καλός άνθρωπος, είναι σίγουρο πως είσαι στον Παράδεισο, για πες, είναι καλά εκεί? αλλιώς να ανέβουμε να σε πάρουμε, τα γαλάζια σου μάτια να προσέχεις, πάντα ευάλωτα ήσαν, αγαπητέ μπαμπά-


*τα πρώτα χρόνια, βούταγα την μηχανή ή τ' αμάξι ανέβαινα ή κατέβαινα (αναλόγως κατοικίας), πάρκαρα, φόραγα την ίδια σαλοπέτ για να με αναγνωρίσεις, όταν οι καναπέδες άλλαξαν και η κλινική άλλαξε, δεν επανήλθα, μόνον νοερά, φέτος, σε χαιρετίζω νοερά, φτάνοντας στην ίδια ηλικία, βρε, συ, μπαμπά, ειλικρινά, αν τραβάς ζόρι κειπάνω, πες το, ερχόμαστε να σε πάρουμε, αλλιώς, Παράδεισος είναι αυτός, με ρύζια και σοκολάτες, κάτσε κι ανάμενε, δεν αργούμε, τα τρία σου παιδιά, φιλιά εκεί, ναι? αγαπητέ μπαμπά 34 χρόνια deja

**αυτό δεν σου το χρεώνω, πατέρα, είναι το μεταξύ μας: γυρίζοντας νύχτα, στην κρεββατοκάμαρα έκαιγε η ξυλόσομπα, έφερνες μία περίεργα μικρή σοκολατίτσα, υγείας ήταν, με μία κυρία με τσεμπέρι, είχε γέμιση νουγκατίνα, τόση δα ήταν, στον αδερφό, γιατί δεν έφερνες? χρειάστηκαν χρόνια -αλλά από κείνα του Σουνίου ήξερα ήδη-, αφού γύρισες από το Κόνγκο, μαύρα χρόνια περάσαμε, σχεδόν σε μισούσα, πάντως ξένον σε ένιωθα-, είναι τότε που συμπέσαμε στο Κιλιμάντζαρο, ίσως οι ωραιότερές μου αναμνήσεις ως έφηβη, με κείνο το κερασί φόρεμα και τις κρεμ γόβες, στο  Green Coast, με τον πολύ γοητευτικό του διευθυντή που με κερνούσε  Fruit Punch με κερασάκι μαρασκινό, εννοείται χωρίς αλκοόλ, μικρό παιδί είμουν, τον φίλο σου τον Τάκη και τον άλλο, τον μηχανικό, συνήθως, τα βράδυα βγαίναμε, όταν σπανίως καθόμασταν μέσα, έρχονταν όλοι αυτοί οι κύριοι και διηγούνταν γοητευτικές ιστορίες, άνθιζες τότε και σιωπηλά σε χαιρόμουν, για τον κοσμοπολιτισμό σου, για τα τόσα που γνώριζες κι έλεγα μέσα μου  "ο πατέρας είναι σπουδαίος" και στην σκέψη "ο πατέρας μου" άνθιζαν τα ξανθά σου χρώματα και το παιδί ένιωθε περήφανο που ήταν αυτός ο γεννήτοράς του. Και χαιρόμουν πολύ όταν κατεβαίναμε μεσημέρια στην παραλία του "Αιγαίον",  περνώντας από κείνο το πανέμορφο σπίτι πάνω στον κόλπο, πόσο το ζήλευα...και μετά το μπάνιο, συνήθως μόνοι μας, με κέρναγες εκείνην την απίστευτη γαριδόσουπα που ως τώρα ήταν η ωραιότερη του κόσμου, σε όσα μέρη κι αν ξαναδοκίμασα, όλες βγαίναν μείον. Πάντα θα χαίρομαι που είσουν εσύ, όμορφος, γαλανομάτης, πολύστροφος, με μίαν απίστευτη ευκολία στις γλώσσες που μου κληροδότησες ακέραιη, και στον αδερφό, φυσικά, καλλίτερος από μέναν αυτός. Πάει κι αυτός ο χρόνος, πάλι τα δόντια, η μαμά, το σπίτι γεμισμένο από κόσμο που ένωνε το παζλ του τι υπήρξες, οι 47 βαθμοί στην κηδεία σου κλπ κλπ. Αφού είχες τουλάχιστον 20 κοστούμια σε κείνο που αποκαλούσες " γαλανό", δεν κατάλαβα γιατί σου φορέσαν ένα γκρι σουρί. 
Εμένα με έστειλε η μάνα να σε δω, κακώς, κείνη έστριψε από την γωνία. Δεν μπορώ να μην ξαναθυμηθώ πως με 47 κελσίου, μες στο μεσημέρι, ήταν στην κυριολεξία όλη η πόλη στον Άη Γιώργη, Τρίτη 12 του μηνός, σαν σήμερα, δηλαδή. Όταν λίγους μήνες μετά πέθανε κι η μαμά δεν μπόρεσα να μην κάνω τον συνειρμό: Με καύσωνα εσύ, με -5 η παντοτινή καλή σου, υποθέτω πως έχετε βρεθεί και περνάτε καλά κειπάνω-
Καληνύχτα κύριε Τάκη, τα λέμε, σκέψου πως στο τέλος του επόμενου χρόνου θα συμπλήρωνες 100,  Jesus!!!

9/6/18

πατέρας

ξέρω πως αν σου είχα μιλήσει ειλικρινά, θα είχες καταλάβει, δεν το τόλμησα, είμουν τόσο πολύ νεαρά ακόμη, δεν το περίμενες, ξέρω...
Αφού άντεξες το σοκ από την άφιξη του βλαστού σου, πήγα σπίτι μου, βρήκα κάτι παπούτσια σχινένια, κρεμ και τα έβαψα μαύρα.
Δέκα και, το βράδυ, μπήκα στην αίθουσα αναμονής και το μικρό μινάκι μας σιωπηλό, πάντα εκεί, πάντα εδώ ως σήμερα,  ηχήσαν τα μεγάφωνα, μου είπανε να μπω και να μην σοκαριστώ, ένα μπλε σε τόνους διάφορους, άπλωσα τα χέρια και σου έκλεισα τα μάτια, αυτό το μπλε έπρεπε να τελειώνει πια. Τότε κατάλαβα πως αυτό το μπλε δεν θα το ξανα-έβλεπα ποτέ πιά, ή περίπου. Δεν πολυκαταλάβαινα για να σου τα κάνω λιανά, μπαμπά. Δεν είχα ξαναδεί μαραφέτι στο στόμα για να μην κλείσει σε χρώμα απαλό μπλε, πιο πολύ αυτό με σόκαρε, όχι εσύ, σου το έχω ξαναπεί, ναι, το ξανθό δέρμα είχε σκουρήνει κι είχες αποκτήσει έναν τόνο Κιρκάσιου πολεμιστή (για πολεμιστής, να τα λέμε κι αυτά, γεννημένος και με ένα σπαθί να κρέμεται έτοιμο), έκανα όσα θεώρησα πως έπρεπε να κάνω ως ενήλικη πια κόρη σου, βγήκα στον διάδρομο και ειδοποίησα ευγενικά να έρχονται σιγά-σιγά, μην τρομάξω τους άλλους, τρομάξαν, φυσικά, αλλά, τι να κάνω κι εγώ? μικρό παιδί είμουν που προσπαθούσα να φερθώ ως ενήλικη. Όταν ήρθαν, όλα καλά, ανέλαβαν οι ενήλικες, η μητέρα μου βασικά, άρρωστη ξε-άρρωστη, μεγάλη ήταν, ξανα-έγινα μικρή-μικρή, τότε που από το χέρι με πήγαινες στο πάρκο ή με το ποδήλατο στον παιδικό σταθμό - σου θυμίζω, δεν νομίζω να υπήρξε παιδί με πιο πρωτότυπο πρωϊνό: ένα χωνάκι με τρία βραστά κάστανα κι ένα μουστοκούλουρο στο γνωστό καλαθάκι, το πήρε η τελευταία πλημμύρα, μαζί και μέρος από την μυρωδιά σου-  ακολουθούσα τους άλλους και μόνο μπρος στην πόρτα του σπιτιού σας στον γυρισμό δείλιασα, δεν μπορούσα να μπω, αφού την πόρτα του, κατάλαβα, δεν θα άνοιγες ποτέ πια εσύ να μπω εγώ, τότε σου είπα, γιατί πέθανες, βρε μπαμπά, τι σου κάναμε?
Πέθανες, όμως, αγαπητέ, μπαμπά, τότε, 10 χρόνια μετά, βρεθήκαμε οίκαδε οι δυο βλαστοί σου και σας κάναμε δεκαετές μνημόσυνο -άθεη εγώ, άθεος εσύ, τράβα να δεις-, το μνημόσυνο σκέτο σόου, εγώ, λεπτή-λεπτή τότε, με άσπρη μπλούζα και μαύρη φούστα και ψηλά μαύρα τακούνια, gran succes που λένε, είχε πολύ πλάκα ο μικρός διότι είπε "θα βάλω κοστούμι" κι ήρθε με κάτασπρα χυτά από κουκούλα ως σνίκερς, έκατσε άκρη-άκρη, άναψε και κερί και ύστερα χάθηκε από προσώπου γης -τα σπόρια μας δεν κρίνουμε ποτέ, μόνο,στηρίζουμε-να κάτι τέτοια να έχουμε να θυμόμαστε πριν να μας κλείσει ο Χάρος τα μάτια, κείνο το γαλάζιο μαραφέτι να κρατάει ανοιχτό το στόμα μόνο να μην ξαναδώ. Αν ζω, του χρόνου, ίσως σου ξαναθυμίσω 35 χρόνια από κείνο το μαραφέτι στο στόμα (μα γιατί είναι τόσο μακάβριοι και δεν αφήνουν τους ανθρώπους να πεθάνουν όπως εκείνοι θέλουν?, εσύ να μου πεις)-

-αποχαιρετισμοί, του μπαμπά μου, του γαλανομάτη-
ζώντας τον ίδιο ημισάωρο πανικό "πού είναι τα γηραιά μου μάτια", τότε, που νέα, έσπαγα πλάκα με την μάνα μου όταν μου τηλεφωνούσε στην άλλη άκρη του κόσμου εγώ, για να ρωτήσει που στο καλό θα μπορούσαν να ήσαν τα κοντινά γυαλιά για να μπορέσει να δουλέψει κι άρχιζα ψύχραιμα από τα βασικά: εργαλειοθήκη-γραφείο-τεζάκι, σπίτι, κρεβατοκάμαρα, σαλόνι, αίθουσα αναμονής κλπ χώροι, ζώντας την ίδια βόλτα Σάββατο απόγευμα, φόραγες το γνωστό περιποιημένο τζεντ-λαγκ, περπατάγαμε στους δρόμους δίπλα στο ΥΓΕΙΑ, τον έναν τον λένε Ευγενείας, δεν θυμάσαι τώρα, άσε, εγώ για δυό, χωράφια ήσαν τότε, και συμφωνούσαμε πως δεν γίνεται, το είχαμε τακτοποιημένο στο μυαλό μας και οι δυο πως η μαμά θα πέθαινε νωρίτερα (γιατί, έναν καρκίνο είχε μόλις περάσει αλλά όλα δείχναν καλά) αλλά ο μπαμπάς θα έφτανε να έχει μπαμπακένια μαλλιά και να ταχτιρίζει ακόμη παιδιά, έλα μου που ξαφνικά το είχα δει ανάστροφα, μαζί, πάντως, όχι, πάντοτε πίστευα πως οι πιο δυνατοί (η μάνα μας, το θυμόμαστε ναι? ήταν πάντα ο στύλος) αποχωρούν με αξιοπρέπεια πρώτοι, λοιπόν λαθέψαμε, ανάστροφη η αποχώρηση, αλλά ενδόμυχα, το ξέρουμε εσύ κι εγώ, αυτοί οι δυό δεν ζούσαν ένας χωρίς την άλλη, συμπαρασύρθηκαν αυτοί κι ησυχάσαν, εσύ πρέπει να βρεις τώρα σταθερές και να ανακάμψεις, εμείς, είμαστε πάντα εδώ, ακόμη και σε "στριμμένο" μυαλό το θυμάσαι, ναι?

https://youtu.be/2KE2qwrEUKk

Σάββατο απόγευμα,il gran rifiuto

7/6/18


Τα κύτταρά σου

Τα κύτταρά σου
γραφτήκανε
ανεξίτηλα
στο δέρμα μου.
Τότε δεν ξέραμε
από τατουάζ.
‘Οταν φιδίσια
το αφαιρέσω
θα ποτίσουν 
τη σάρκα μου.
Όταν σάρκινα
την  αφαιρέσω
θα κολλήσουν στην καρδιά μου.
Όταν μου την αφαιρέσουν
θα κολλήσουν
στα κόκκαλά μου.
Μόνο τον καρκίνο των οστών
φοβάμαι.
Μάρτιος 2011

Τα ρολόγια

‘Οταν όλα τα ρολόγια θα έχουν σιγήσει
ο κούκος θα νιώσει μόνος του,
θα βγει
στην ιταλική βεράντα
και θ΄αναζητήσει τη σελήνη.
Θα παρελάσουν τότε στη σκηνή
οι μηρμηγκιές των αναμνήσεων
χάνοντας το βήμα τους,
χορευτές που πέσαν απ’ τις πουέντες.
‘Ολοι εσείς θα χειροκροτάτε από τη σάλα
παρηγοριά στον άρρωστο
που δεν άντεξε να ζήσει κι άλλο.
Θα ηχήσει πάλι ο κούκος
τον ήχο του θα πνίξει
η ορχήστρα
που δεν  ξέρει να παίζει χωρίς τον μετρονόμο.
Απ’το βάθος της σάλας
θα χαιρετίζουμε
τα κόρνα
και την οχλοβοή
οι αναμνήσεις κι εγώ.
Απρίλης 2011




 Φιλί

Το χρώμα

του φιλιού σου

δεν επανέρχεται
όσες γονυκλισίες
κι αν κάνω
                          -μαύρο

στα περιθώρια\μαύρο-.

ας μην αρχίσουμε

τις μελό κατακόκκινες/

αστραπές-

για άσπρο?

μαράθηκε ο ορίζοντας
πλαντάζοντας στο σύννεφο,

άσ' το, μαύρο κι ό,τι βγει\


Η γεύση

του φιλιού σου
ήχος
πλάγιος
στους χειμάρρους
σβησμένος
στο ταξίδι.
Ο απόηχος
του φιλιού σου
-τράκτερ πέρασε.

Η ανάμνηση εδώ/
σ’ ένα κομμάτι σπασμένης παλάμης
ένα φιλί
γράφτηκε
μόνο/
είχε γεύση
 σκόρδου
                                                             στην αρμαθιά των αποδείξεων\

Ιούλης 2013

 -διαχρονικόν- παίζει ακόμη η μουσική του-

caminante, no nutras inútiles ilusiones,ningún camino se abre al andar si tú no lo quieras

https://youtu.be/kHvdjleFAsg


6/6/18

Madredeus - O Pastor



3/6/18


έλεγες πάντα πως σου έμοιαζα
προφανώς σου έμοιαζα, στο σεληνοπρόσωπο, και στα ανοιχτά χρώματα, τα γαλάζια σου μάτια μόνο δεν πήρε κανείς από μας, κρίμα. Άλλοι κληρονόμησαν την ευγενή σου τρελλαμάρα, εγώ στεκόμουν λίγο διστακτική μπρος στην τόση έκθεση-ποτέ δεν μου άρεσε η έκθεση-, μάλλον 2009 διότι το 2008 ήμουν στην Αίγυπτο, πάλι και πάλι, είναι μαγική η Αίγυπτος, είναι μαγικό το Δέλτα, μακάρι να το είχαμε κάνει μαζί αυτό το ταξίδι, δεν βαρυέσαι, ρε μπαμπά. Ορίστε, λοιπόν, πάλι μία από τα ίδια, γυρίσαν οι ημερομηνίες καπάκι (βαρυέμαι να θυμηθώ πάλι τα φασολάκια την Κυριακή, που δεν ήρθα), αλλά από την Δευτέρα, πάλι 4/6 ο ίδιος μικρός γολγοθάς μνήμης, τα ούζα στο αλσάκι, το τηλεφώνημα της μάνας μες στην βαθιά νύχτα, "τρέχα, ο πατέρας σου" το τρεχαλητό της μηχανής και του Golf του Ντίνου καβαλλώντας βουνά, εμείς φτάσαμε εγκαίρως, σύσσωμοι, ακόμη και το διαβατήριο, εσύ δεν τα κατάφερες, το παιδί ρώταγε "τι έχει ο παππούς", τι να έχει, τα μάτια σου έχει, η ίδια σαλοπέτ για μέρες κι ένας απίστευτος καύσωνας των 45, έχουμε μία βδομάδα να διανύσουμε, θα τα λέμε, κύριε Τάκη https://youtu.be/Gj9n43NCwjQ