16/2/19

δεν βρίσκω την σωστή φωτό για να σου πω αντίο,  βρε Γιωργαρή? να πας στο καλό αζιρφέ, όλα σου τα βιβλία μου αφιέρωνες " στην αζιρφή μου¨ με το  χέρι τόσο όμορφο που ήθελες στην δεσποίνα  εκεί στην δρομόσκαλά της Βύρωνος,τους είπα να βάλουν ένα κηδειόσκηλο, όταν έκανες τις λαμογιέρσες σου, αλητάκια υπήρξαμε, έστησες Καραγκιόζο κι έφαγες καμπόσες φάπες από τον πατέρα, παρ''ολες τις φάπες που μου έριξες, σ΄ευχαριστώ, για τις ώρες στις σινε-αίθουσες που σχολιάζαμε αγαστά τις ταινίες μας, σ' ευχαριστώ που ούτε τετράχρονο κούναγες πάνω από την μουρίτσα μου την κουδουνίστρα, σ' ευχαριστώ, που όπως έλεγε η μάνα, με φύλαγες; πάντα σαν Παναγιά, σ' ευχαριστώ που υπήρξες με το μαλλί αφρικάνικο, να τρώμε στην τραπεζαρία στο τραπέζι, σ΄ευχαριστω για τις Μάσκες και τον Μικρό Ήρωα Γιώργη σαν εσένα, για το κανώ στου Σόλωνα στο Τολό και για το παγωτό ροδάκινο στου Ελβετού, σ΄ευχαριστώ που με βούτηξες από το χέρι και με πήγες στης δεσποινίδα Ρουσάκη, σ' ευχαριστώ για όλσ τα Παρίσια, όλα τα Μεξικά, όλες τις Βενεσουέλές και τις Κούβες, σ' ευχαριστώ που βάφαμε την πόρτα μας και "πλαταν" ποιός θσ αφήσει τα πατήματά του, μπρος στην πόρτα μας, σ'ευχαρστώ για την κάθε Παρασκευή. το εκκλησσάκι του Αμφιτρίωνα, δηλαδή, σ' ευχαριστώ που πάντα με προστάτευες και με έσκεπες στις απερισκεψίες, από εδώ κι εμπρός θα ήμαστε κι οι δυό αλλιως, για όλη μας τη ζωή Λώλο Μπόκαλη, ευχαριστώ... στις απώλει ες μετράει κανείς τους φίλους και τους γνωστούς του, ο Λώλος Μπόκαλης ευχαριστεί, είσασταν τόσοι πολλοί μαζί που θαρρώ έχει χαρεί εκει στα αψηλά όπου υπερίπταται πια Η πολιτική του κηδεία θα γίνει την Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019 στις 12.00 στο νεκροταφείο του Ναυπλίου
σε    αποχαιρετώ    αδερφέ
Βύρωνος και Σπηλιάδου 1, σε αποχαιρετώ, αδερφέ, να πας στο καλό

14/2/19


https://www.youtube.com/watch?v=vbMDLfIjbNE

βέβαια στο Μπομπινό ήταν ο Μπρασσένς και μες την γκρίνια, αλλά, ευχαριστώ για εκείνη την μισή μπαγκέτα στο Deux Magots, πάνω στην πλατεία της Saint Germain- ήταν από τα πρώτα πνευματικά παρισινά εδέσματα, ήρθαν πολλά άλλα και οι γκαλλερί γύρω από την rue Marseille, σε συντροφεύω σε ταξίδια του Brancusi να τα πάρεις μαζί σου. Να έχεις να πορεύεσαι...

https://www.youtube.com/watch?v=26Nuj6dhte8

αν το σκεφτείς λογικά, αλητάκια υπήρξαμε εμείς, με πολύ κακή την καμία φήμη, εκεί στις παρισινές στέγες και στις ήσυχες μέρες στο Κλισύ, αυτά σου ψιθυρίζω, ελπίζω να τα ακούς, Γιωργή- nous, on a toujours été des copains, d' abors, κρατάω ένα γέλοιο σε ένα σινεμά στο  Boul Mich' το αναγνώρισες και καθήμενος δίπλα, σκάσαμε στα γέλοια επί δύο, ήταν ο  Psaume Rouge  του Yanzo, δεν ήταν για γέλοια αλλά εμείς δεν συγκρατούσαμε τα δικά μας, πολύ αργότερα, συμφωνήσαμε πως το έργο ήταν τόσο, μα τόσο μπαρόκ που έπρεπε να γυρίσουμε στο καλλίτερο ζαχαροπλαστείο ever της Βουδαπέστης για να πληρωθεί το αταβιστικό, το καλλίτερο προφιτερόλ ever κι ήταν στο χωριό μας, στα Νούφαρα, τότε Περιηγητική Λέσχη, φαταούλας, ούτε μισό κουταλάκι δεν επέτρεπες,απαγορεύεται τώρα το προφιτερόλ, απαγορεύεται το να ζήσει κανείς, να δούμε πώς θα την βολέψουμε χωρίς προφιτερόλ κι ας μην είναι από το τρίστρατο στη Βουδαπέστη, τα Νούφαρα έχουν κλείσει καιρό θαρρώ, το θυμάσαι? όχι? ξύπνα να τα θυμηθείς αυτά, του λοιπού, φιλιά,
όταν έγραφα αυτό και θυμόμουν το σούπερ προφιτερόλ, δεν ήξερα πως θα πεθάνεις σήμερα, αδερφέ είδες που εδώ βδομάδες είχα προαίσθηση και για τούτο ηρθα μες στην μαύρη νύχτα να σε κρατήσω από το χέρι και να σου πω αντίο, αδερφέ, στο καλό να πάς σε πήρε η μάνα μας αυτές τις ημερομηνίες, ώρα για ξεκούραση, στο καλό Γιωργαρή

12/2/19

γειά σας κυρία Νίκη Γουλανδρή


προτάσσεται η ανάρτηση του Μάκη, διότι έτσι πρέπει, το 1992 πήγαμε μαζί στην διεθνή συνδιάσκεψη για το κλίμα στο Ρίου ντε Ζανέιρου, στην Βραζιλία, το οικογενειακό της επώνυμο ήταν Κεφαλά, από το Ληξούρι της Κεφαλλονιάς, ήταν όντως β' ξαδέρφη του πατέρα του Μάκη, του Ντίνου Κατσαΐτη, όσο έμενα απάνου, πήγαινα με το ποδήλατο και πιάναμε ψιλοκουβεντούλα, δεν ξέρω γιατί δεν βρίσκω την φωτό από την τελετή βράβευσης των παιδιών το 2008 με την κυρία Νίκη δίπλα στον τότε Πρόεδρο Κάρολο Παπούλια, η απλοχεριά της έκαμε κείνον τον διαγωνισμό Αρχαίων Ελληνικών να γίνει διεθνής, καμάρωνε γι' αυτό, εγώ την ζήλευα πολύ διότι είχε υπάρξει φοιτήτρια των ειδώλων μου, του Horkheimer και του Adorno, πιάναμε κάποιες ατέλειωτες κουβέντες για την δομή, την κινητικότητα και την δυναμική των κοινωνικών τάξεων που τελειωμό δεν είχαν, λογοφέραμε, μάλιστα, κάποιες φορές για τις δυναμικές ομάδες του Παρέτο, η κυρία Γουλανδρή, ανοιχτό πνεύμα μεν -ελεύθερο στους πέντε ορίζοντες- πλην, συντηρητική στα ήθη, τασσόταν υπέρ του Παρέτο, ο οποίος στήριξε ανοιχτά τον Μουσσολίνι. Νεαρά ή λιγώτερο νεαρά του λόγου μου, απετασσόμουν τον Παρέτο. Υπήρξε ένας άνθρωπος με παντελή την έλλειψη οίησης, ίδιον της γενιάς της,  ακέραιος, τίμιος και συνεπής στις ιδέες του η κυρία Γουλανδρή, ανοιχτή στα ρεύματα του καιρού της ως σήμερα, μαζί με τον Μάκη, της ευχόμαστε να γίνει αεράκι το χώμα που σήμερα την σκέπασε, μου επιδαψιλεύει τιμές το ότι την γνώρισα, με θεωρώ πολύ τυχερή- αν και η Ελλάδα είχε τίτλους ευγενείας, μια ζωή μες στην δραστηριότητα, στην υπηρεσία του ανθρώπου, ναι, γειά σας dame- να τα λέμε κι αυτά, μακριά από μέναν να φθάσω τόσο γηραιά, 5 και πολλά μου πάνε, χάρηκα πολύ για την γόνιμη γνωριμία μας, να πάτε στο καλό-

https://sikam.wordpress.com/2019/02/09/%CE%B5%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B5-%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%89%CE%BD-%CE%B7-%CE%BA-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B7/


https://argolika.gr/2019/02/12/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7-%CE%B3%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%AE-%CE%B7-%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF/

https://www.lifo.gr/articles/almanac/225990/niki-goylandri-1925-2019


11/2/19


https://www.youtube.com/watch?v=eTD9WiTy07E
*ευτυχώς, δεν έχει υπογράψει και αυτό ο Κραουνάκης, τι κρίμα τόση κατάπτωση, Χατζηνάσιος-Λευτέρης Παπαδόπουλος, έτσι τα βρήκαμε, έτσι τ' αφήνουμε, η Λίνα ας κάμει ό, τι καταλαβαίνει,κουράγιο ευχόμεθα,  κάπως πρέπει να ζήσουμε κι εμείς...., οι χυδαιότητες να μην έρθουν προς εμάς, μπορείτε?




Υπάρχω

Υπάρχω: περίεργο που είναι
να υπάρχω
ακόμα και σήμερα,
κοντά πενήντα χρόνια
Δεν καταλαβαίνω,
τι συνέβη,
πώς συνέβη
και κατέβηκα βίαια
από το μικρομέγαλο
γαλάζιο ποδήλατo
των δέκα μου χρόνων,
μπρος αυτό και πάνω του εγώ,
βόλτες στον Αμφιτρύωνα
και το τουρ
στο ιατρείο της μαμάς
ρρρρ,ρρρ
 σκιά αγγέλου παρηγορητική.
Ακόμα υπάρχω
και δεν καταλαβαίνω
πώς υπάρχω
γιατί υπάρχω ακόμα
κοντά  πενήντα χρόνια’
πώς κατάπια τον καιρό
σαν σπέρμα
αθέλητα’
με ποιές τιτάνιες δυνάμεις
κατάφερα ν’αναδυθώ
στο φως και στο υπάρχω.
Σθεναρή ανάμνηση:
σκαρφαλώνω, σκότος και σκαρφαλώνω,
ατίθαση πέτρα και σκαρφαλώνω
βαθύ φρέαρ
και σκαρφαλώνω’
πείσμα και ρεβεράνς
στην εξαίρετη φυσική μου κατάσταση.
Σκαρφαλώνω
μες στο φόβο
ότι  δεν θα δω το φως.
Μαύρο και σκαρφαλώνω,
υγρό  και σκαρφαλώνω,
πίνω και σκαρφαλώνω
Βγήκα,
ουφ! πεζούλι στιβαρό.


Τυφλώθηκα οριστικά.
Ήλιος ανηλεής,
Δεν τον πιστεύω,
είδα τον Xάρο με τα μάτια μου.
Είναι πολύ νωρίς’
σας παρακαλώ, ρωτήστε τον,
μ’αφήνει λίγο ακόμα;
Πείτε του:
πρέπει να μάθει γιατί υπάρχει’
πώς γίνεται να την αποσύρεις
πριν να μάθει
γιατί υπάρχει ακόμα;
Πείτε του:
πρέπει ν’ αφουγκραστεί τη θάλασσα,
στο κάτω-κάτω,
αν είναι να χαθεί,
ας την πάρει η θάλασσα,
είναι θαλασσινή,
ήτανε πάντα φωτεινή,
φοβάται τα ερέβη.
Υπάρχω
Τώρα πια
Μπορώ και να υπάρχω
Στα εύκολα, στα δύσκολα
Στο φως
                                           και στον Σεφέρη.



2003-2007
'Επεα πτερόεντα? Λάλον ύδωρ-Gutenberg, 2009
-----------------



χτυπάνε τα ναρκοπέδια
ένα προς ένα
τροχιοδρομούνε
σε τοίχους παλιούς
βαράνε οι σφαίρες
με άσφαιρα
\ποιοι κάλυκες;/
σε ζόρικες
αισθήσεις του νου.
Ασπρίσαν κι οι αρθρώσεις
Για πες,
οι κουρούνες
πάντα μαύρες δεν ήσαν;
Ε, γι’ αυτό
το γαλάζιο τ’ ουρανού
μούλιασε στα γκρι-

7 Οκτ. 2014





9/2/19

έφτιαξα, δεν ξέρω πόσους χάρτες έφτιαξα, πάντα, να φανείς, σε κάθε χάρτη, αυτό το στυλάκι  "εγώ πρώτος" δεν μου αρέσουν οι πρωτιές, από τους 4, σ' εμέναν δεν αρέσαν ποτέ οι πρωτιές, κάποιος που εμπιστεύομαι σαν την παλάμη μου, μου είπε, let him go, έτσι θα σε αφήσω να πάς χαλαρά, τον καϋμό θα έχω πάντα, αφού έζησες μια καλή κι ωραία ζωή, γιατί ζόμπι? αν το θες, ήταν ο καϋμός μου και για τη μάνα μας, δεν είσουν εκεί, το ζόρι σου ήταν γιατί δεν χώρεσε η περίφημη τραπεζαρία να κατεβεί. Δεν βαρυέσαι,  πάρε τον χρόνο σου, για τα ρέστα, μην ανησυχείς, εδώ είμαι, με πονάει λίγο πως το χέρι έχει δεν έχει καν κράτημα μες τις γάζες,
Θυμίζει όλο και περισσότερο της μαμάς, je te le souffle, δεν βαρυέσαι, κάθε οργανισμός είναι μοναδικός, κάθομαι και σε χαζεύω, κάθομαι και σε ανασαίνω, κάθομαι και σε αναθυμίζω ούτε πεντάχρονο με τα πρώτα σου γυαλάκια να παίζει το 3 μηνών μωρό πάνω στην κουβέρτα, στην αυλή μας, κατάλαβες, όταν λέγαμε "η αυλή μας" μόνο εσύ κι εγώ βρισκόμασταν στη απόλυτη συντονία πια,όπως τότε, το πότε ήταν; που σκυμμένοι με τον γεννήτορα, κόβατε, ράβατε, κολλάγατε χαρτιά για τον χαρταετό, συνήθως κοκκινοπρασινός-μπλέ, και τρέχατε σαν τα παλαβά μεγάλος και μικρός στον σκελετό ακόμη του Ξενία στην Αρβανητιά, πέταγε ψηλά, και βζζζζουπ, έπεφτε θνησιγενής,
δεν θα ήθελα ποτέ να σε σκεφτώ θνησιγενή


Τι είν΄ η πατρίδα μου;

Του αδερφού μου Γιώργου, για τον πατέρα μας,τον καφέ, το βύσσινο και το καρπούζι

Η πατρίδα μου’
χωράει στο μισό μόνο γούβωμα
της παλάμης του βουνού.
Ένδοξο παρελθόν,
θαλερό παρόν,
εξασφαλισμένο παγκοσμιοποιημένο μέλλον.
Η πατρίδα μου
είναι τώρα πολλές,
απλώθηκε στον κάμπο.
Κι ήρθαν αλλότριοι
μα δεν ξέρουν να την κατοικήσουν.
Διότι η πατρίδα μου είναι
κείνο το μισοφέγγαρο
στον μυχό του Αργολικού,
μόλις που πιάνει
το μισό γούβωμα
στην παλάμη του βουνού
και καθόλου δεν τηνε νοιάζει
όσα ένδοξα απεργάζονται  γι’ αυτήν.
Θέλει μόνο
ν’ αναπαύεται
στο γούβωμα
της παλάμης του βουνού
και να χαιρετάει την θάλασσά της
πρωϊ-μεσημέρι-βράδυ
(-διότι το απόγευμα «σιγά, η πατρίδα κοιμάται»
και ξυπνάει
με τούρκικο, καστρίτικο βύσσινο και βυσσινάδα-.
-Το βράδυ έχει καρπούζι και κρύο νερό,
σαν τη θάλασσά της-).
Αυγ-Σεπτ.2010

©ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ/AMALIA ROUVALIS



Έφτιαξα
πολλές τσακίσεις
στον ολοκαίνουργιο χάρτη μου
για να ‘χω να λέω:
 «πάλι ταξιδέψαμε φέτος».-

-σε παραδείσους λάθρα.-
2011


*κοίτα να δεις που πάλι Σάββατο πέφτει φέτος όταν πέθανε η μαμά, 16, δεν θες να πεθάνεις κι εσύ έτσι? εξάλλου, Σαββατογεννημένος είσαι, με το κοκκαλάκι της νυχτερίδας παραμάσχαλα, να μην τα λέμε κι αυτά? πού "κόλλησα" δεν θυμάμαι, ποιός έφερε σε ποιόν εκείνη την πελώρια πλάκα σοκολάτα στο τεζάκι στην Κλινική στον Πειραιά όπου γεννηθήκαμε κι οι δυό, που λέει κι ο οικογενειακός μύθος και η άλλη μεγάλη πλάκα, ο ίδιος ούτε τεσσεράμισυ σταθερά,είσασταν στο τρόλλευ για την Κυψέλη και μπήκε και ο γείτονάς μας μια ζωή κύριος Λούης, ζει διηγείται και ευτυχεί ακόμη, σε χαιρετάει, έλεγε η μάνα, φορούσες μία φουφουλίτσα κι είχες μάλλον όλο σου το φουντωτό μαλλί υψωμένο, μες στην τρελλή χαρά, σε ρώτησε ο κύριος Λούης, "quo vadis" κι άρχισες να φωνάζεις και δεν έλεγες να βγάλεις τον κύριο σκασμό: "ήρθαμε να γεννήσουμε, ήρθαμε να γεννήσουμε, γεννάμε" γέλαγε όλο το τρόλλευ και η μαμά με τόσο μεγάλη κοιλιά δεν ήξερε πού να κρυφτεί,
τεσσεράμισυ ήσουν, υποτεθείσθω εγώ από τον ουρανό σ' εσέναν για να μην στενοχωρηθείς και να χαρείς, πάντως αυτό, το ότι σταμάτησε η μάνα, καθ' οδόν προς την κλινική, για να αγοράσει σοκολάτα, -ήσαν κάτι πολύ μεγάλες πλάκες, ίσαμε 5 παλάμες- το θυμόμαστε, ναι?, δηλαδή, δεν το θυμόμαστε αλλά μόλις σου το ψιθύρισα κι άστραψε το μάτι σου, να σου πω κάτι (το έλεγα πριν λίγο στους στενούς σου φίλους), αμάν ρε Λώλο Μπόκαλη (το έλεγα και στους γιατρούς σου τις προάλλες): αν σε ανοίξουν εγκαρσίως, θα βγάλουν καμιά δεκαριά μεγάλες πλάκες σοκολάτες, τόσες που έφαγες στη ζωή σου, για τούτο κάθε μέρα, ένα κομματάκι σου φέρνω να χαρείς, να πεθάνεις σοκολατοποιημένος, βρε αδερφέ!!!*

το πέντε Στρούτζες, λείπει ο γόης Παπαμιχαλόπουλος, σήμερα, σου έστειλε φιλιά ολόγλυκα, το λέει η φωτό, 1964/8/10/ κλείνοντας τα δεκαπέντε, στο πάρτυ σου με τα σέικ και την γιάνκα, για πρώτη φορά, έδωσες λίγη σημασία και σ' εμέναν και με χόρεψες σέικ, μπρος από το τραπέζι της αγγλικής τραπεζαρίας που τόσο σου κόστισε όταν την έδωσα διότι δεν κατέβαινε το τραπέζι τις σκάλες για την αποθήκη, από αριστερά, ο αγαπημένος σου Μπακαλιάρος, ο Μίμης
ίδιος ως τώρα, ο Μήκος, εσύ, είχες κι έχεις όταν μου κάνεις την χάρη να μου χαμογελάσεις, το χαμόγελο της μάνας μας, ο Νάκος, ο Ρούλης, -με τον Ρούλη κρατάγατε πρώτο τραπέζι πίστα τα εξαπτέρυγα 2 χρόνια πίσω,στην λιτανεία του Αγίου Αναστασίου της ενορίας μας Παναγίας, σου έπεσε το εξαπτέρυγο, ένοιωσες ρεζίλι και δεν ξαναπάτησες στην Παναγία- όλοι ασπροπουκαμισάδες, χαρά στις μάνες σας, για τα εμάς, χμ, η κοπέλλα μας τότενες, κοίτα να δεις που ήρθαν όλοι μαζί τις προάλλες να σε δουν, κάνατε ένα σωρό πλάκες, πρωτοστατεί ο Παπαμιχαλόπουλος με ένα χιούμορ αναπλιώτικο τόσο δικό μας που κανείς άλλος δεν μπορεί να αναγνωρίσει, πέφτουμε κάτω από τα γέλοια, ως που του είπα "σταμάτα βρε Γιώργη, ο φίλος σου οκ αλλά εμείς θα πάθουμε καμία καρδιακή προσβολή", μαζεύαμε από τα πατώματα τον Χρηστάκο τον Μήκο....εκτός από σέναν  και τον Ρούλη που καταντήσατε σκέτο κρανίο, τα άλλα αγόρια ίδια κι απαράλλακτα, θυμάσαι που έλεγε η μάνα, με σκέτες τύψεις: "αν δεν τον τράβαγα συνέχεια από την φούντα του μετώπου"..., είχες ένα πυκνό-αφρικάνικο μαλλί-ίσως και να μην φαλάκραινε, μύθος, όρα ο παππούς  ο Ρούβαλης- να σου πω, κείνη η θαλασσοτοπία έχει αλλάξει κορνίζα, προς το άσπρο της δηλαδή, την έχω πάντα μαζί, αν γίνεις καλλίτερα και καταφέρεις να σκαρφαλώσεις ως εδώ, θα την χαρείς μαζί με το φρεσκοβαμμένο σπίτι, να πίνεις τις βιταμίνες σου, να γίνεις Ποπάυ και να ερθείς, νταξ? νταξ, περιμένουμε-
 έχεις φιλιά από τον Μιμάκο σου, θα έρθει να σε δει, είπε και μου θύμισε πως εσείς είσασταν στην 6η κι εγώ πήγαινα πρώτη μέρα πρωτάκι _μόνη μου, μόνη μου, θα πάω μόνη μου_ με βούτηξες στιβαρά από το χέρι κι όταν φτάσαμε στην αυλή του σχολείου είδες την δεσποινίδα Ρουσάκη και με ενεχείρισες σε αυτήν κι ό,τι ήθελε προκύψει, αργότερα είπες πως ένιωσες πολύ περήφανο παιδάκι γι αυτό, φέρθηκες σαν μεγάλος, δεν το θυμάμαι (το τέλος της ιστορίας δηλαδή) αλλά είμαι κι εγώ ακόμη περήφανο παιδάκι που με προστάτευες πάντα, όταν λέμε πάντα, εννοούμε πάντα-, πάμε στο πάντα με το χέρι μες στο χέρι-κοίτα να δεις πώς ανατρέπονται οι καιροί το δικό σου τώρα οστεώδες και το άλλο παχουλό,η πλήρης ανατροπή, δηλαδή, κάνε κάτι κι εσύ να ξαναγίνει η πίσω ανατροπή, θα κάνω κι εγώ ένα βήμα, πάμε? φύγαμε.....

*όταν σε πήγαν στ' Ανάπλι δεν είσουν ούτε τριών, φόραγες ένα κατακόκκινο κασκετάκι και ζωηρό παιδάκι δεν εύρισκες ησυχία στο κάθισμα, ήταν μακρύ το ταξίδι. Από την διήγηση της μαμάς, δηλαδή, γραπτής κιόλας. Λίγο μετά σε πήγε ο μπαμπάς στο Πάρκο, στο Περίπτερο του Μανιταρά, είχες παίξει πολύ, είχες σκαρφαλώσει σε όλα τα κανόνια, είχες κατουρήσει κανονικότατα τον εθνικό μας Κοτροκολώνη και πια, κουράστηκες, σου φέρανε το θρυλικό υποβρύχιο των Μανιταράδων και άρχισες να σκαλίζεις το κουταλάκι, από τότε σου έμεινε μάλλον το κουσούρι να σκαλίζεις ιστορίες. Περνάει ένας συντοπίτης, σε βλέπει χαριτωμένο παιδάκι και σε ρωτάει πώς σε λένε, στραβά το είχες πάρει το ονοματεπώνυμό σου, δύσκολο σου έπεφτε τότες,από λεξούλες όχι και πολλά πολλά, είπαμε, δεν είσουν τριώ χρονώ ακόμη, και απαντάς, "ε λέε Λώλο Μπόκαλη",έτσι σου έμεινε, όταν θέλω να σε πειράξω σε λέω Λώλο Μπόκαλη.*

6/2/19

έριχνε χαλάζι από το βράδυ, καθόσουν ήσυχα-ήσυχα και καμία διάθεση δεν είχες να φανείς, μετά, χιόνι πυκνό-πυκνό, ουρλιαχτά αλά Γκίνσμπεργκ, κι έπειτα το τελευταίο ενιαυτό: "στην ζωή μπήκα ουρλιάζοντας", κάθε φορά που το έλεγα, αναστηνόταν ο Νανάκος. Πάνε 40 χρόνια επακριβώς, και σήμερα, χαλάζι αραιό έρριξε εδώ, εκεί, χιόνι, για τούτο, ποτέ δεν φοβηθήκαμε τα χιόνια εμείς, ποτέ τους καιρούς, 40 ενιαυτούς, καλώς ήρθες, με ουρλιαχτό να συνεχίσεις, κι όταν δεν θα ζω, θα το ακούω, ας είναι και στριγγλό ρολάρισμα των τροχών σου στις αμερικανικές λεωφόρους του Κέρουακ, το βράδυ να φυσήξω λίγο κι εγώ πάνω στα 40 σου κεράκια,ξανθογάλανα, σαν την φτενή σου φιγούρα, αδυνάτισες, να τρέφεσαι λίγο καλλίτερα, εφεξής, το μπορείς, να σε χαίρομαι-

https://www.youtube.com/watch?v=Onb5GBqHM6c

4/2/19

γύρισες και με κοίταξες με μάτια ερωτηματικά, αργότερα, τα είπα λυτά,
να σκεφθείς πως άλλοι μπορεί να τα θεωρήσαν δικά τους, λάθος τους/
όλα τα μαγαζιά από όπου περάσαμε, κλειστά, κοίταζα τα μποτίνια -ελπίζω να έχεις το ίδιο κομψό γούστο, καφετιά, βαδίσαν τρίζοντας το χιόνι στην Βαρυμπόμπη, και το κομματάκι δρόμο σ' εκείνο το κομψό εστιατόριο, 3 φορές έκλεισα θέση, μείναμε μπρος στο τζάκι, νομίζω πως ξέχασα να σου πω πως το καφέ δεν ήταν ποτέ το δικό μου χρώμα, μίλα μου για το μπλε και το κόκκινο και το άσπρο και το μαύρο, κάποια πράσινα, ίσως, μπορεί, πάλι, όχι, σίγουρα το κίτρινο δεν ήταν ποτέ το δικό μου χρώμα, ούτε το χρώμα του τζακιού ήταν ποτέ το δικό μου χρώμα, θα θυμάσαι, υποθέτω, πως λαμπάδιασα και τα φρύδια κάναν χρόνια να ξαναφανούν, τα πρόλαβες γυμνά κι εσύ.
Το νέο τζάκι είναι προβληματικό, δεν έχω πια τόση φυσική ρώμη να το κρατώ, μένει σιωπηλό και κάποτε γυμνό, σίγουρα, δεν σε περιμένει, ούτε εγώ με περιμένω, τότε, με αλκή, ακόμη αναρωτιόμασταν τι στο καλό παριστάναμε εκεί? , θυμάμαι πολύ καλά πως περνώντας πάνω από τα γαλάτσια όρη τραγούδαγες -χωρίς να γνωρίζεις την γλώσσα αλλά όντας ένας απίστευτος εγγαστρίμυθος παπαγάλος, τον Μάη https://www.youtube.com/watch?v=dmra1n7B_nA

και, εννοείται τις κοπελλιές, οι άνθρωποι δεν χάνονται ποτές, σου το είπα, ναι, θα σε ειδοποιήσουν εγκαίρως για να έρθεις στην ρίψη της στάχτης, ηρεμώ....

https://www.youtube.com/watch?v=Im6rb-AHKlM https://www.youtube.com/watch?v=tnFy1luxL0Ahttps://www.youtube.com/watch?v=tnFy1luxL0Ahttps://www.youtube.com/watch?v=tnFy1luxL0A

https://www.youtube.com/watch?v=tnFy1luxL0Ahttps://www.youtube.com/watch?v=tnFy1luxL0Ahttps://www.youtube.com/watch?v=tnFy1luxL0A
ήταν η εποχή που αναρωτιόμασταν, ακόμη νέοι, τι στο καλό παριστάναμε εμείς σε θεσμούς που είχαμε απαξιώσει καιρούς πια, και δεν ξέραμε πού πατούσαμε και πού θα θέλαμε να πάμε, ως που, ξαφνικά, καταλάβαμε κι οι δυο πού θέλουμε να πάμε, ετοιμαζόμασταν να τα τινάξουμε όλα στον αέρα, το προσφιλές μας δηλαδή, σιγά μην δειλιάζαμε, ως που έπεσε βαρύς ο βράχος, για χρόνια, πέφτει,/.
μα, γιατί σου το λέω δεκαετίες μετά? γιατί ήταν η στιγμή που γίναμε ένα στην ίδια πάντα τρέλλα, όπως στην Ίσλα Μουχέρες, αποστρέφω ακόμη το βλέμμα, στρέφοντας το προς τους ψαράδες, ύστερα ήταν αλλιώς, ύστερα ήταν μία θάλασσα που δεν μας ανήκε, ύστερα, ξέραμε πως ποτέ πια δεν θα μας ανήκαμε, Η θάλασσα φούσκωσε, χάθηκα με το ελικόπτερο-




3/2/19

χρήστος αγγελάκος

οι φίλοι μας για τον φίλο μας,
λυπάμαι που θα εξαιρέσω τον δημοσιογράφο Νίκο Ξυδάκη, ερήμην του, πώς αλλιώς, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος ενός συνονθυλεύματος που μας δημιουργεί αλλεργία πια, κρίμα, ο εξαίρετος κύριος Καταλειφός, καθόταν όρθιος και έβαλε γυαλιά να μην φανεί το πόσο δακρύζει, ήταν το προηγούμενο Σάββατο, στον Άη Νικόλα, σταυροδρόμι Παγκρατίου και Καισαριανής, ο Χρήστος Αγγελάκος είναι όλα όσα περιγράφουν οι φίλοι του, και πολλά άλλα, ήταν φίλος κι αγαπημένος και έγραφε ωραία και έζησε, όσο το μπόρεσε, ωραία, ξέρουμε, όταν δεν σε ξεχνάνε, ζεις. ο Χρήστος είναι σώμα από το σώμα μας πια, πάντα θα ζεί στη θύμισή μας
http://www.efsyn.gr/arthro/apohairetontas-ton-hristo-aggelako?fbclid=IwAR3P1DSIDBoQ9zMgBKTFloNTUQXb3RzBi28nMr90swNetjhv4yJnTjdLMDE

2/2/19


https://www.youtube.com/watch?v=


είναι, εικόνα στο καθρεφτίζεσθαι, αυτό το είναι, τι σημαίνει είναι? το παιδάκι με το σήμερα, επιλέγεις?
το παιδάκι, να το θυμάσαι αυτό, έτσι που ζεις, όσο ήθελε ζήσεις, η κυρία στο τραγούδι μοιάζει πολύ με την γεννήτορα σου, ποτέ δεν θεώρησες πως είσαι ούτε καν "νόστιμο", δεν σε ένοιαξαν ποτέ κάτι τέτοια, εξάλλου, θα ήταν χαζή η σύγκριση με την γεννήτορά σου, αυτήν την αγαπούσες και την ευμορφάδα της θωρούσες, δεν υπήρξε ποτέ ζήτημα.

έρχεται κι ένας παλιός καθρέφτης και αντανακλά τα γυαλάκια που τότε φορούσες, καλή προστασία, το διεπίστωσες χρόνους μετά, βολεύει αυτό, πας να τα ξαναφορέσεις, μπα... δεν λειτουργεί η εικόνα πια, τα βγάζεις, βάζεις της πρεσβυωπίας, ούτε αυτό λειτουργεί, τότε,τι? γυμνώνεις το βλέμμα και το κολλάς εκεί που πάντα ξέρεις, στον βράχο που γκρεμίζεται πάνω από την Παναγίτσα, στο χωριό που σε ανέθρεψε, πάλι πρέπει να πας για καταρράκτη? άτιμη ηλικία... πάλι δεν βλέπεις ευκρινώς, μα, νά 'σου, καθαρά βλέπεις από το παράθυρο, αφού το ξέρεις, πάντα θα βλέπεις καθαρά από εκείνο το μόνο δικό σου παράθυρο, άκρο αριστερά, τι κατάρα αυτή του αριστερά,ήθελαν κόψει σου τα άκρα, ήθελαν κόψει σου την μιλιά, βαριά πια, ήθελαν μειώσει σου την ακοή, το βλέμμα, με τον αμφιβληστροειδή και τον κερατοειδή καλοπλυμμένους, δεν θα σου πάρουν, αυτό να τους πεις, μόνο αυτό έχεις να τους πεις, μολών λαβέ, βρε, δεν παραδίδεται το βλέμμα,  όσο κι αν θολώσει, κατά κει θα βλέπει, ίσια στο Μπούρτζι, κι ύστερα, στους αστεροειδείς, εκεί σου μέλλεται να κατευθυνθείς όταν σε τραγουδήσουν στην Παναγία με το κουφάρι κλειστό, εσύ θα ρίχνεις στο πεντάγραμμο του Φα τα ντο και τα λα και θα φέρνεις στο παγκάρι τις νερατζιές του δρόμου σου να παραδώσει στους λέει συγγενείς το παβουγαδήκεζονί, έτσι δεν σου το μάθαν οι ακανόνιστες πλάκες στην Παναγία?, έτσι να γυρίσεις να τους πεις, σαν κίνηση κινηματογραφική, γυρίζοντας το κεφάλι αριστερά -πάντα αριστερά, από χέρι-πόδι και γραφή ως την πουέντ που γύριζε μόνη της αριστερόστροφα κι αυτή. όταν πέσεις από την πουέντ, τότε, θα σε περιμαζέψουν, τότε δεν θα υπάρχεις πιά, κι ας πάνε να σε ρίξουν στην θάλασσα στην Παραλία για το Μπούρτζι, ας σε λιώσουν στον οικογενειακό τάφο, δεν θα σε νοιάζει πια. Το καθήκον σου στον εαυτό σου θα έχεις πράξει, αυτό που μια ζωή παιδεύεις ως τώρα, να μην πέσεις από την μία και μοναδική πουέντ, αγκαλιά με το παβουγαδί-κεζονί, όρθια να τους πεις πως πέθανες -ωραίο ρήμα, γεμάτο, πλήρες-

*μες στον ορυμαγδό των απωλειών, γραφικοί θα καταντήσουμε, δεν μπορεί, να κλαψουρίζουμε πολλοί εμείς, όσοι επιβιώνουμε των όσων αποχωρούν: και ο Χριστόδουλος Χάλαρης, τον θυμάμαι, πολύ νεαρά, πολύ όμορφον, στις παραδόσεις στην Ecole (des Hautes Etudes) παρακολουθούσαμε μαζί τις παραδόσεις του Georges Balandier στην κοινωνική ανθρωπολογία, ανταλλάσσαμε σημειώσεις, τις προάλλες ο Χριστόδουλος Χάλαρης, ένα από τα μέγιστα κεφάλαιά μας στην Βυζαντινή μουσική του παβουγαδικεζονί ,πήγε να συναντήσει τα άστρα, έχω σε βινύλιο τους Δροσουλίτες(και πολλά άλλα, φυσικά) και μιαν ευγενική και γλυκειά αφιέρωση, με την peculiar και semi castrata φωνή του Χρύσανθου: https://www.youtube.com/watch?v=uMo_DSpie7k

από όλους τους Δροσουλίτες, "πεθαίνω" για τούτο: https://www.youtube.com/watch?v=z3BKnpAHk0s


δεν βρίσκω την σωστή φωτό για να σου πω αντίο,  βρε Γιωργαρή? να πας στο καλό αζιρφέ, όλα σου τα βιβλία μου αφιέρωνες " στην αζιρφή μου...