18/2/17

τέτοιες μέρες κάποτε ήταν έτσι:

τώρα είναι κάπως έτσι:


για τις Μαρίες

17/2/17

23η μέρα το κίτρινο δεν ήταν ποτέ το δικό μου χρώμα


 μνήμη Γιώργου Ασημακόπουλου

{…} Ταξιδεύοντας συχνά με αυτοκίνητο στις μακρινές συνοικίες με απέραντα νεκροταφεία πάντοτε χαιρετώ τους πεθαμένους φίλους. Ακούω το σκίρτημα καθώς γυρνούν ξαφνιασμένοι*. ©Ελένη Νανοπούλου

*συνήθως περπατάω, πάνω-κάτω την Πατησίων από το τέρμα (από την Έσλιν, ας πούμε) ως το σπίτι
ποιο είναι το σπίτι?, αυτή η  πόλη δεν ήταν ποτέ πόλη μου, μόνο κάτι γειτονιές που κατέρρεαν τότε, ήταν της μόδας οι κουρελούδες, η ηλεκτρική σόμπα κουκουνάρα και οι φλοκάτες σε ετοιμόρροπες πολυθρόνες που μαζεύαμε από το δρόμο, τότε όλα ήσαν δρόμος και περπατάγαμε με τον Κέρουακ στην κωλότσεπη ή στο ταγάρι, όσοι οι πεφιλημένοι, τόσο το σπίτι (κάποιοι είπαν πως είναι Βενετσιάνικης κοπής, εκεί, με τα κολωνάκια να καταρρέουν, το  Μπούρτζι μπανταρισμένο ή μη) και στη γενιά μου παρακαλάγαμε σε γραφτά να μην είχαμε υπάρξει τόσο καλομαθημένα παιδιά να είμασταν ας πούμε απόγονοι –Ρομά τους λένε τώρα-, εκεί στα κολωνάκια, κάποιος έκανε αστεϊσμούς κι έλεγε πως είμαι τσιγγανάκι που με χαρίσανε, «ήσουν μικρό κι ανίδεο παιδάκι μα όσο κι αν μεγαλώσεις, κάτι θα σου μείνει από το παληό παραμυθάκι», έγραφε η μάνα μου, πάνω-κάτω η Κύμης, δεν θα ήταν οχτώ το πρωΐ, στο μεγάλο τότε φανάρι με την Ηρακλείου και Σπύρου Λούη ήταν ένα τσιγγανάκι, κατάξανθο και πρασινομάτικο, ο δρόμος μάζευε συνήθως νερά, πλατσούριζε ανέμελο αν το πατήσουν ή σκοτωθούν για να μην το πατήσουν,  ε και? μια μέρα, τραβάω χειρόφρενο, φρενάρω τους πίσω, κατεβαίνω, το μαζεύω, το  χαϊδεύω, το βάζω στην πάντα, σε λίγο μάθαμε πως πήγε στο πάντα, δεν ήταν τετράχρονο.
Η Γιωργία, η φίλη της μάνας μου και δικηγορίνα μας, δεν ξέρω αν πέθανε, πριν πάνω από δέκα τόσα χρόνια έπαθε την αρρώστεια του μυαλού. Μας είχε φέρει τον Κουνέλλη στο σπίτι, τότε, έμπαινα-έβγαινα, εκεί με τα σκίτσα του να τα συζητούν συνεπαρμένοι όλοι σ’ εκείνο το αλλού.  Τον Μυταρά τον ξωπέταξαν από την δήθεν Ακαδημία εντολοδόχου ναρκισσισμού. Ήσαν προϊούσης ηλικίας, πεθάναν σήμερα με τον Κουνέλλη, ομού.

Ο  Γιώργος θα γινόταν σήμερα 66,



κάποτε έκανα πελώριες βόλτες με τη μηχανή σε γειτονιές ξεχασμένες και του Θεού, δεν έχω αυτοκίνητο, δεν έχω μηχανή και μια μεγάλη στο πόδι πληγή δεν αφήνει απρόσκοπτο το βήμα ούτε σ’ εκείνη ούτε στην πόλη αυτή. Ξέρω πως το καλοκαίρι δεν θα χρειαστεί μαγιώ για την πισίνα στην Άρεια, ο Γιώργος δεν θα είναι πια εκεί, στο περίπτερο μπρος στο Γυμνάσιο έχουμε κανονίσει συνάντηση με τη φίλη μου από το Καμερούν, στο Βαθύ, να θυμηθώ να της πω να μην μου ξαναφέρει εκείνα τα τσιγάρα, ξέρω, θα με περιμένει με τις τσίκλες και σαν ρωτήσει «μα, πού είσασταν όλον αυτό τον καιρό», ίσως πω ή δεν πω: «έρχομαι από εκείνο το αλλού», θα χαμογελάσουμε ευγενικά, θα πάρω δυο μπύρες Sol και το πόδι θα γυρίσει ίσως οριστικά στο αλλού,σιγά, πολύ σιγά θα πρέπει να διασχίσω τον δρόμο, να χαιρετίσω τον κύριο στο κιόσκι του, να μου ξαναπροτείνει το Σαμιώτικο που ξέρουμε δεν, θα του ξανα~χαμογελάσω ευχαριστώντας πολύ ευγενικά, να διασχίσω σιγά-πολύ σιγά- την πλατεία,  να μπω, να χαιρετίσω τον πελώριο κούρο που τρυπάει ζωές του αλλού και γυρίζοντας, σιγά, πολύ, σιγά, να μηρυκάσουμε μνήμες από το Καμερούν.

**όπως έλεγε κι ένας πολύ καλός κάποτε φίλος {μα τι ωραίο παλιομοδίτικο γαλάζιο το αυτοκίνητό σου} το ίδιο όταν η οδήγηση και το τραγούδι, αργά, πολύ αργά, ίσαμε τους Διόσκουρους, για να κρατήσει, από τότε που πέθανε το τσιγγανάκι μου, το είδα να σαπίζει στη Ζωοδόχου Πηγής και να πνίγεται, πιο πριν, κάποιος συνήθιζε να το κάνει τούρμπο στη λεωφόρο του Καβουριού, αργά, πολύ αργά, μέσα σε νύχτες Φλεβάρη το ίδιο τραγούδι έπαιζε, αργά, πολύ αργά δεν έχει νόημα να ξαναπαίξει πια-


16/2/17

έχουμε τόσο ταξιδέψει που κουράζει πια, γειά σου, μαμά

-ελένη βακαλό, νεφέλη 1995-

Το άλλο του πράγματος (1954-1994)

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΛΥΡΙΣΜΟ

Το δάσος
Φυτική αγωγή
Ημερολόγιο της ηλικίας
Περιγραφή του σώματος
Η έννοια των τυφλών
Ο τρόπος που κινδυνεύουμε
ΤΑ ΚΟΙΝΑ
Γενεαλογία
Του κόσμου {...}

η μάνα μου ήταν βουνίσια (έγραψε: "τσοπάνα είμουν στην ψυχή και στο κορμί βουνήσια", γεννήθηκε σε πόλη θαλασσινή, έζησε σε πόλη θαλασσινή)-



Ένα δρεπάνι για λουλούδια



Κρυφά κατώγια, σκοτεινά.
Τοίχοι ντυμένοι ψυχεδελικές ταπετσαρίες.
Σκόρπια κορμιά στο πάτωμα oνειρεύονται.
Πιο μακρυά από την ψεύτικη ζωή.
Πιο κοντά στον αληθινό θάνατο,
με τ' όνειρο των είκοσί τους χρόνων.
Έμποροι στεγνοί στεριώνουν με τ' όνειρό τους.
Βίλες και κότερα, η ζωή, τα κορμιά
και τ' όνειρό τους.
Στα ψηλά γράμματα των εφημερίδων
κάθε κουρέλι που θάβεται
και πουθενά τα δάκρυα των γονιών τους.
Πρωτοσέλιδο κάθε βαπόρι που βαφτίζεται
με σαμπάνια και με τ' όνειρό τους.
Κάπου σε ψηλοτάβανες αίθουσες
μυαλά σπουδαία και περισπούδαστα
αγωνίζονταν τάχα για τη νιότη
ορίζοντας και Έτος του Παιδιού.
Ε ! Εσείς εκεί ψηλά ! Βρείτε επιτέλους
τον τρόπο και τη δύναμη να το κομματιάσετε.
Για το σαρκοβόρο δρεπάνι λέω, που θερίζει λουλούδια !


Τερέζα Ρούβαλη
24-7-81
    

αν του χρόνου ζω που θα έκλεινες τα 100, να θυμηθώ να ευχηθώ
*α, ξέχασα να σου πω, εκείνη την ωραία καρφίτσα με τις γαλάζιες πετρούλες που μου είπαν να βγάλω στην ταφή την πήραν μαζί τους οι Ρουμάνοι που μας κλέψαν, βλέπεις, η φύτρα εκδικείται, Ρουμάνα στην ψυχή*
**για χρόνια έβρισκα σημείωμα από την Αστυνομία "σας παρακαλούμε να περάσετε για υπόθεσή σας", σκιαγμένη πάντα, Χούντα περάσαμε, οι αστυνομικοί δεν γίναν ποτέ φίλοι. Μήπως και εμφανισθεί κείνο το βαρύ παντατίφ από πράσινη πέτρα ανάγλυφη,δεμένη σε παληωμένο χρυσό  4 αιώνων παλιό ή ο μακρόστενος πράσινος νεφρίτης από το Κογκό δεμένος σαν με παληωμένο χρυσό.**

15/2/17

22η μέρα

15-17
Πήραμε την υπογραφή, προσυπογράψαμε, δυό μέρες πάνω στα έγγραφα χωρίς ανάσα, χωρίς ύπνο, μη γίνει κάποιο μοιραίο λάθος, σφραγίστηκε, κλείστηκε, έφυγε, ύστερα μια κόλαση μέρας και μια σελήνη νύχτας, με ένα καρμπυρατέρ να φταίει και στο υπηρεσιακό ο Καρούζο να κλαίει. Πήραμε τον δρόμο για την επιστροφή, ξέπνοα, στο ενδιάμεσο ήταν και κάποια επέτειος, ύπνος μέχρι τις 18, μετά, μη μνήμη
*χρόνια μετά, ένα παιδάκι γεννήθηκε στις 15, μεγάλωσε πια, σήμερα, ολοδικά του τα χρόνια πολλά*
**15 ήταν Παρασκευή πρωΐ, τα μωβ κρινάκια στο περβάζι, χωρίς όραση χωρίς αφή, με όραση μισή, σήμερα καταλαβαίνω, η μάνα μου πέθανε την επομένη, ήταν 16 και Σάββατο πρωΐ**
***στο τότε, στο κοριτσάκι μας που μεγαλώνει πανέμορφο και χαρούμενο, στη σεπτή μνήμη****

14/2/17

όλοι έχουμε βαλβίδα σωτηρίας, η δική μου είναι μπρος στο σπιτάκι στην παραλία στο Βιβάρι, πατάς μια κλωτσιά και πλέεις στο πουθενά


osition:relative;height:0;padding-bottom:75.0%">

y te vas..

Αυτό θυμάμαι να το έχω ξαναμεταφράσει και δημοσιεύσει, δεν το βρίσκω, δεν πειράζει, υπάρχει χρόνος, ποιος χρόνος? όπως λέει και η Λισπέκτορ: "γράφω, γιατί δεν έχω τι άλλο να κάνω μέχρι να πεθάνω" είναι από το τελευταίο με το χεράκι της έργο, "Η Ώρα της Σταρ" ( στα Ελληνικά μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο η Ώρα του αστεριού).
Εννοείται πώς ποσώς προτίθεμαι να πεθάνω, δεν έφυγα αδίκως από μισθωτή σκλάβα.
έχω πάντα αυτή  την εικόνα, κάποιος να μπαίνει σε θάλασσα ήμερη, να βυθίζεται και ψάχνοντας βυθούς να απλώνει το χέρι σε κοράλλια και να βάφεται μαύρος, στην ανάδυση, μια κρύα λευκή άμμος κι ο ορίζοντας να κόβει στα δύο το σύμπαν σε δύο κοραλλί (έχω χτίσει ένα σπίτι με τοίχους ροδακινί, είναι ακόμη  καθαροί)-





 
Por la blanda arena 
απ την πατημένη άμμο
que lame el mar 
που γλύφει η θάλασσα
su pequeña huella 
το μικρό της ίχνος
no vuelve más 
δεν γυρίζει πια
un sendero solo 
μονοπάτι ορφανό
de pena y silencio llegó 
καημού και σιωπής έφθασε
hasta el agua profunda 
μέχρι το βάθος του νερού
un sendero solo 
μονοπάτι ορφανό
de penas mudas llegó 
καημών σιωπηλών έφθασε
hasta la espuma. 
μέχρι τον αφρό.
Sabe dios qué angustia 
te acompañó 
Ποιος να ξέρει
τι αγωνία ήταν σιμά σου
qué dolores viejos 
calló tu voz
ποιούς παλιούς καημούς
φωνή-σιγή
para recostarte 
arrullada en el canto 
να σε ξαπλώσουν
ρημαγμένη στο άσμα

de las caracolas marinas 
των κοχυλιών
la canción que canta 
en el fondo oscuro del mar 
la caracola. 
το τραγούδι που άδει
στο βαθύσκιωτο της θάλασσας
το κοχύλι.
Te vas alfonsina 
con tu soledad 
Φεύγεις, Αλφονσίνα
με τη μοναξιά σου
¿qué poemas nuevos 
fuíste a buscar? 
Ποια νέα ποιήματα πήγες να βρεις?
una voz antigüa 
de viento y de sal 
αρχαϊκή φωνή
απ’ άνεμο κι αλάτι
te requiebra el alma 
σου χαϊδεύει την ψυχή
y la está llevando 
και την παίρνει μαζί της
y te vas hacia allá 
και πορεύεσαι κατά κει
como en sueños dormida, 
ωραία κοιμωμένη στα όνειρα
alfonsina vestida de mar. 
Αλφονσίνα, ντυμένη τη θάλασσα
Cinco sirenitas 
te llevarán 
Πέντε μικρές σειρήνες θα σε πάρουν μαζί τους
por caminos de algas 
y de coral 
μέσα από φύκια και κοραλλάκια
y fosforescentes 
caballos marinos harán 
una ronda a tu lado 
και φωσφορίζοντα άτια θαλασσινά
θα φτιάξουν περίπολο για σέναν
y los habitantes 
del agua van a jugar 
pronto a tu lado. 
κι οι εγκαταβιούντες του νερού θα παιχνιδίσουν
σιμά σου.
Bájame la lámpara 
un poco más 
Χαμήλωσε τη λάμπα λίγο ακόμη
déjame que duerma 
nodriza, en paz 
άσε με μητέρα να κοιμηθώ
σαν μωρό που θηλάζεις
σαν μωρό από τροφό
y si llama él 
no le digas nunca que estoy 
κι αν μήνυμα στείλει κείνος που αγαπώ
μην του πεις ποτέ πως είμαι εδώ
di que me he ido. 
πες πως δεν είμαι
Te vas alfonsina 
con tu soledad 
Φεύγεις Αλφονσίνα με τη μοναξιά σου
¿qué poemas nuevos 
fueste a buscar? 
ποια ποιήματα νέα πήγες να βρεις
una voz antigüa 
de viento y de sal 
te requiebra el alma 
y la está llevando 
y te vas hacia allá 
como en sueños dormida, 
αρχαϊκή φωνή
απ’ άνεμο κι αλάτι
σου χαϊδεύει την ψυχή
y la está llevando 
και την παίρνει μαζί της
και πορεύεσαι κατά κει
ωραία κοιμωμένη στα όνειρα
y te vas hacia allá
alfonsina vestida de mar
και πορεύεσαι κατά κει
Αλφονσίνα, ντυμένη τη θάλασσα.



©ΑΡ

Η Αλφονσίνα Στόρνι απηύθυνε αυτό στον ιδανικό της εραστή πριν να πάει να πνιγεί στη θάλασσα στην Αργεντινή

εμείς ζούμε σε άλλη χώρα και εραστές πάνε δεκάδες χρόνια που κάηκε το αρχείο τους, τώρα, σε αρχόμενα γηρατειά οι έγνοιες άλλες-

διότι όπως είπε κάποιος (ίσως του λόου μου?); οι έρωτες δεν θα είναι πια έρωτες, όλα στον χρόνο τους, αλλιώς, και τη μούμια του Τουταγχαμών βρήκανε, πεθαίνουμε την κάθε μέρα αλλά οι άνθρωποι δεν βρεθήκαν κάτω από τον Τουταγχαμώνα, ενδιαμέσως, μας στείλαν στον Παράδεισο του Δάντη, απλοεσπεραντιστί: αργήσατε καμπόσο, αγαπητοί




λ

13/2/17

Ρίτσος: ολιστικός ποιητής



«ΧΑΡΤΙΝΑ, Ι»: Εκδ. Κέδρος, 1982
*
Τα στενά σιδερένια παπούτσια.
Δρόμος και δρόμος.
Η δόξα.
Ύστερα
οι τρύπιες παντούφλες στο τραπέζι
οι σημαίες στη ναφθαλίνη [...]
*
Βγάλε τα χέρια σου απ' τις τσέπες.
Στάσου ίσος.
Τ' άγαλμά σου τόκρυψες
μέσα στη βαθειά ντουλάπα
έτσι να μη φαίνεται
πως το μιμείσαι.
*


41. Καλό προσωπείο, σε δύσκολους καιρούς, ο μύθος.
49. Ένα κομμένο μαρμάρινο χέρι σε κρατάει ψηλά μέσα στο θαύμα.
70. Στο σώμα μου διδάχτηκα τον κόσμο.
282. Σώμα περιφραγμένο - συστολή του απείρου.
286. Τι ήσυχα που γκρεμίζεται μέσα στην ποίηση ο χρόνος.

336. Να ξέρεις, - τούτα τα μονόχορδα είναι τα κλειδιά μου. Πάρ' τα.


Τα Μονόχορδα γράφτηκαν στο Καρλόβασι τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1979.

"ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ" (ΕΠΙΛΟΓΗ ~ ΧΡΥΣΑ ΠΡΟΚΟΠΑΚΗ), εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 1980





11/2/17

στη χώρα μιας αλητείας

*επί προσωπικού, ορισμένων κατοίκων μας κάποιας Ελλάδας που το μόνο που διαθέτει πια είναι ολίγιστη αξιοπρέπεια*
άλλο οι δικές μας αθώες "αλητείες" κι άλλο η αλητεία της οικειοποίησης πέρα από κάθε άδεια, ηθικό φραγμό και τσίπα
Ο βόθρος (χωρίς εισαγωγικά) που βγάζει κι εφημερίδα αντί να βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα, μέχρι εκπομπή του δίνουν ακόμη σε κανάλι πανελλήνιας εμβέλειας για να πλασάρει τις χυδαιότητές του κι έναν σεξισμό που πάει αγκαλιά με κείνον του νέου ουρακοτάγκου-πλανητάρχη, ακόμη κι ο Μπερλουσκουόνι ωχριά μπροστά τους, θα πουλήσει λέει αύριο Κυριακή δίσκο ακτίνας με τραγούδια του Κηλαηδόνη χωρίς καμία άδεια, πόσο ευγενική η παρέμβαση της οικογένειάς του, αγωγή? στη χώρα αυτή?  ζήσε Μάη μου κι όσοι επιζήσουν, αν μάθω πως έστω και ένας αναγνώστης/στρια αυτού του ιστότοπου το αγόρασε, θα λογαριασθούμε αλλιώς -θεωρητική είμαι αλλά από πληροφορική γνωρίζω αρκετά, όχι πολλά, αρκετά.
Ένας άνθρωπος πέθανε και αντί για ένα ευχαριστώ για όσα εμμέσως προσέφερε μέσω της μουσικής του, βρεθήκαν τόσοι να γράψουν εσχατοψύχως... εντάξει, το γνωρίζουμε πως είμαστε κοινωνία διχασμένη αυτούς τους καιρούς, κάλλιστα γνωρίζουμε πως η κρίση στέλνει πολλούς που λίγο δύνανται να συλλογισθούν στην αγκαλιά του αυγού του φιδιού αλλά τις τελευταίες μέρες εκδηλώνεται κακοφόρμισμα του χειρότερού μας εαυτού. Αιδώς πια, ας συνέλθουμε κάποτε κι ας αφήσουμε τους ανθρώπους να αναπαυθούν εν ειρήνη.





στον βίο του ο Λουκιανός Κηλαηδόνης υπήρξε πάντοτε έντιμος, με ήθος, διακριτικός, κύριος, στο έργο του ο Λουκιανός Κηλαηδόνης υπήρξε βαθύτατα πολιτικός, με την έννοια που απέδωσαν στο "πολιτικός άνθρωπος" ο Πλάτων κι ο Αριστοτέλης.

"Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά" -Ρήγας Φεραίος, θέλησε, ας φανταστούμε, να ενώσει τους απανταχού Έλληνες-προφανώς ο αγνός δεν έλαβε υπ' όψιν του ανάλγητους και εσχατόψυχους (με γνώση όλου του βάρους των λέξεων στη γλώσσα μας)-
από κείνη, την λίγη ως φαίνεται πια Ελλάδα, ευχαριστούμε Λουκιανέ που υπήρξες έτσι και έδωσες έργο έτσι*

10/2/17

21η πρώτη και τυχερή σαν αστέρι

Παρασκευή 11 Φεβ. τότε, σαν τώρα πες, όλοι μαζί, χαζολογώντας στους "Διόσκουρους" που μας στέγαζε συνήθως, με τα ταγιέρ μας και με τα τσάγια, πολλές γιορτές, πολλές οι επέτειοι-
γυρίζοντας, το τζάκι νυχθημερόν, την παράλλη μέρα σε μία γκρεμισμένη Βηρυττό, σαν 10 Χαλέπια, είχαμε καταπιεί μιάν αλεπού και δεν ξέραμε κατά πού στρεφόταν το βλέμμα, έπεσε στη θάλασσα, βομβαρδισμένη κι αυτή.Το αλεπουδάκι αγνοείται ακόμα-
*θα βομβαρδίζω πάντα*


λεξιπαίγνια

η Νοσταλγία θα είναι πάντα
γένους ουδετέρου
θα βλάπτει πάντα
σοβαρά την υγεία
των ισχυρών γενών

σήμερα χτυπάει εδώ
αύριο θα χτυπάει αλλού.

Μπαίνω στη σειρά
να μαζευτούν τα χάλια
από τα όργανα του εαυτού.

Δοκιμασμένη λύση
να τιναχτούν
όλα τα τζάκια του Θεού.

Επουλώνοντας ουλές
νέα φύτρα
του ουρανού

Ξαναμετακομίζοντας
τα μάτια, στο διηνεκές αλλού-

10 Φεβ 2017
©ΑΡ


Δευτέρα 14 Φλεβάρη στο Καράβι στο Καβούρι, περιπετειώδης επιστροφή μέσα σε καταρρακτώδη βροχή, ύστερα, τινάχτηκαν τα τζάκια με όλα κείνα τα τηλεφωνήματα, την επομένη περπάταγα σε μία διαλυμένη Βηρυττό, το αλεπουδάκι ζει?
για όλα τα βομβαρδισμένα παιδάκια που είδαμε τότε, για όλα τα ως τώρα:



8/2/17

έλα σαν άλλοτε

χθές, χθές, μας άφησε ένας από τους πιο εμπνευσμένους ανθρώπους αυτής της χώρας, αν κάτσει κι αναλογιστεί κανείς τι τραγούδια άφησε πίσω του, ποιές παρακαταθήκες στους νεώτερους, αν δεν είναι ακόμη μισθωτός σκλάβος, ευρίσκεται εντός των πυλών του κλεινού και μπορεί να ξεκλέψει ένα μισάωρο από τον αυτιστικό εαυτό του, ας πάει να πει ένα ευχαριστώ σε φίλε, μας έφτιαξες τα χρόνια. Στον Λουκιανό Κηλαηδόνη, ορθότατα η Άννα Βαγενά τον βάζει εκεί που ανήκει, στο κοινό τους Θέατρο Μεταξουργείου, ορθότατα αποτίει μία κάποια Ελλάδα με τους κατοίκους της φόρο τιμής σ' εκείνο το κοροϊδευτικό βλέμμα, σ' εκείνο το στραβό στόμα, σ' έναν άνθρωπο που γέλαγε με όλους και με όλα κι αντιμετώπιζε όλους κι όλα όσο πιο σοβαρά γίνεται, γειά σου βρε Λουκιανέ με την απίστευτη μελέτη ένθεν και ένθεν για κάθε νότα που κατέθετες, Λουκιανέ της νιότης μας που έλεγε πως θα γινόμασταν άλλοι... από το απλό πιάνο στο  δικάναλο βιμπρόφωνο Nagra της κοινής μας νιότης...
*αίσθηση πως κάποτε η Ιστορία της Μουσικής θα τον βάλει δίπλα-δίπλα με τον Χατζηδάκι, έκανε νότες όλα όσα θα θέλαμε και δεν είχαμε, απετύπωσε πολλά περισσότερα από όσα είμασταν, όλα όσα θα θέλαμε να είμασταν*



τότε που μεθούσαμε με αραιωμένο χυμό πορτοκάλι και κάναμε χάζι το μεγάλο ταλέντο της Άννας Βαγενά

Ματς, καπούτ, αντίο Ντόλλυ