25/7/22

2.152 the dark side of the moon

 https://www.youtube.com/watch?v=DLOth-BuCNY


 

 

Σκηνοθεσίες

 

‘Όταν δεν έχουμε

λεφτά, αντοχές, εφόδια

να σκηνοθετήσουμε

τους άλλους

-Λείπουν τα φώτα, λείπουν τα φώτα,

πού θα μπούνε τα φώτα;*

σκηνοθετούμε

τους εαυτούς μας

είναι πιο βολικό

Μας έρχεται και φθηνότερα.

 

Σεπτ. 2012

*το λείπουν τα φώτα το έλεγε η φίλη μου Φρίντα Λιάππα στην δεκαετία του '80*

κείνους τους καιρούς, 2010 με 2013, έγραφα τόσα που καθώς έλεγε η φίλη μου η Έφη (μία και μόνον φίλη έχω με αυτό το όνομα, την Έφη Τσιρώνη) "θα σκάσει ο εγκέφαλός σου από ιδέες". Κατά μυστήριον τρόπο, υπάρχουν κάποιοι και κάποιες που θεωρούν πως γράφω συμπαθητικά, τι να πει κανείς..... βοήθειά τους...

Τώρα, σε καιρούς de austeridad, είναι στιγμή αναπαραγωγής ως την έκδοση....



© AR


24/7/22

πώς φθάσαμε ως την δύση μας

https://www.youtube.com/watch?v=IMY7T2xxMIA 

https://www.protagon.gr/apopseis/emeis-tou-80-oi-ekdromeis-44342541865



 

 

Πώς φτάσαμε ως εδώ???

(ή  η πορεία μιας γενιάς)

  

Δεν τις ζούμε τις θάλασσες πια

τις  βάζουμε φόντο στον υπολογιστή\

δεν τις ζούμε τις διαδρομές πια

τις ευχόμαστε διαδραστικές/

στους άλλους-.

Δεν παίρνουμε τα τραίνα πια

τα ζωγραφίζουν οι επίγονοί μας

στις παιδικές τους ζωγραφιές.

Βέβαια, παίρνουμε αεροπλάνα,

όλα τα αεροπλάνα

τ’ ουρανού,

βλέπουμε τουλάχιστον

ανατολές και δύσεις

ανάμεσα από σύννεφα,

τις θάλασσες

τις καμακώνει

φευγαλέα το βλέμμα

με 30,000 κόρους

αριστερά

-  κατά προτίμησιν -.

 

Ξεχάσαμε την περιπέτεια

της σκάλας του πλοίου,

την εφόρμηση στ’ αμπάρια\

εσύ φταις- όχι, εσύ- παίρνεις πάντα

χιλιάδες αχρείαστα πράματα

- μα είσαι με τα καλά σου,

τι το θες το μαλακτικό, άκου μαλακτικό…

κι ύστερα σε βαραίνει ο σάκος-

αμάν πια, δεν είμαι ο χαμάλης σου/

το σλήπιν στο κατάστρωμα

 τις κιθάρες μας ολονυχτίς

κι ένα βιβλίο αγκαλιά.

 

Τα σκαρφαλώματα στην κουπαστή

/δεν προσέχεις καλλίτερα- θα πέσεις και θα σε μαζεύουμε πάλι\

καπετάνιε, χαμογέλα…\

 

Το ομοίωμα του εθνικού μας ποτού/

νεροζούμι με αφρό.

Μπυρόνια - ένα στα δύο και πολύ μας πάει.

Προσοχή στα λεφτά,

θα ξεμείνουμε πάλι κι ύστερα τι θα κάνεις,

ε, τι θα κάνεις;;;


Δεν ζούμε τις διακοπές μας πια'

στήνεις τη σκηνή,

την καμαρώνεις

ανάμεσα από το νερό του ιδρώτα

στα μάτια

-     αγάπη μου, η φωλίτσα μας –

και,  χλαπ!  Χαλί μουσαμαδένιο.

Τα πασαλάκια/ τα πασαλάκια, το Χριστό μου μέσα/

\εσύ φταίς -όχι, εσύ φταίς\

άιντε, η θάλασσα τα φταίει όλα\

 

Φτου κι απ’ την αρχή, με το φως της λάμπας θυέλλης,

πλύσιμο με τη βουτιά της μαύρης θαλασσας.

Ξύπνημα με τη βουτιά της γκρίζας θάλασσας, αυγινής.

 

Δεν μας ενοχλούν πια

ούτε τα πλήθη ούτε τα «Γιαννάκη το καπέλλο σου»…

α, «ενοικιαζόμενα δωμάτια μετά κουζίνας»,

αλλιώς, το δικό μας σπίτι με όλα τα κομφόρ,

η θάλασσα είναι όμως αλλού…

Όχι στην πισίνα του χάι στάιλ σπιτιού μας\

ούτε στων χιλιάστερων ξενοδοχείων

παρά θυν αλώς.

 

Χώρα της «ομπρέλλας-ξαπλώστρας» SOS.

 

Πώς φτάσαμε ως εδώ???

 

Μιλάμε με τους φίλους μας διαδικτυακά,

η λυτρωτική έξοδος

στα πηγαδάκια της Ομόνοιας,

στις διαδηλώσεις δια πάσαν αφορμήν/

στα «παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους»

έγινε τριπλό μπάνιο

στις ασφάλτινες ουρές,

-        παίζει τουλάχιστον η ίδια Πάττυ –

άλλοθι εμφαντικό.

 

Πώς φτάσαμε ως εδώ???

 

Βάλαμε μαγιώ,

η τρύπα του όζοντος/

και προφυλακτικό,

το AIDS\

 

Δεν αγαπιόμαστε πια

όπως παλιά,

προσθέτουμε τους κολλητούς μας

αιώνων

στο Φατσοτέφτερο

σαν να είναι άγνωστοι,

γνωρίζουμε και την ηχώ της παλάμης τους-

τους κάνουμε

νομοταγώς

add, 

εκτός από τηλεφώνημα

/πέταξε ο χρόνος μας ανάμεσα – γραφείο-μαγαζί-αυτοκίνητο-σπίτι-η αγία οικογένεια-\

 

-στο κινητό κατά προτίμησιν-

-να μην ενοχλήσουμε, ποιους;;;;-

/και πιο ιδιωτικό μέιλ-

ανταλλάσουμε απόψεις

δημοσία

λες και καταργήθηκε ο ιδιωτικός χώρος

των ντουβαριών

για να τσακωθούμε ανθρώπινα

και να τα ξαναβρούμε

σε μια λιόλουστη βόλτα

κάτω από την Ακρόπολη,

να γίνουμε λιώμα

ύστερα στην «Κίρκη»

και να κρατιόμαστε απ’ το χέρι στο σινεμά.

 

Πώς φτάσαμε ως εδώ???

 

Τα μάτια μας κάνουν  διακοπές…/.

 

Το δάκρυ

είναι πράσινο, μπλε,

καστανό-χρυσό

ή

ό, τι άλλο θέλετε.

 

 

Αύγουστος 2012

 

 

22/7/22

 

Λόγος άλογος

 

Νερό δροσερό

καίει τα σωθικά μας

δικά σου

ή δικά μου;

δεν θα 'ναι από δάκρυα,

φαντάζομαι\

ούτε από φωτιές,

βέβαια.

Σίγουρες οι πέτρες,

κι όμως,

αστοχούν

το δοξαπατρί της νύχτας.

ατάλαντες οι προσπάθειες

του νου

να καταποντίσουν

την αίσθηση

του εμείς.

Δεν υπάρχουν παραδόσεις/

μόνο ντελίβερυ.

Η διεύθυνσή σας;

14/10/2012



Νυχτερινή περιπλάνηση 



Τα φώτα στην Ιερά Οδό

κυλούν τα μάτια μου

 

Τα βήματα

στην Ιερά Οδό

 

ψáχνουν τα δÓντια σου

 

να πονέσουν

τις αρθρώσεις


να πληγώσουν τις πίσω αισθήσεις

Ακροστοιχίζονται

οι πειρασμοί μου

εμβολίζονται τα θέλω σου.


Τα φώτα στην Ιερά Οδό

 

φτιάχνουν σημάδια

για το τιμόνι μου

 

να μην πέσω πάλι\

 

\σε ξέρες./

 

Τα φώτα στην Ιερά Οδό

γίνονται Βαρδάρης

κείνη τη νύχτα

που έγδερνε

τα φιλιά

μαστίγωνε το δέρμα μας

κι έχυσε τα μάτια μας

 

στις σπασμένες ράγες του τραίνου

γέρικα στηριγμένες,

\δεκανίκια

στα παλτά./

 

Τα φώτα στην Ιερά Οδό

σηματοδοτούν

νοσταλγία

σε κρύα πλακάκια

 

ασπρόμαυρα

 

αλλοτινών καπηλειών

με αποκριάτικους χορούς

 

κι ένα σκαλοπάτι

 

στο έμπα της μνήμης

 

\-μάρμαρο βουλιαγμένο- /.

\τ' ακούς-?


Τα φώτα στην Ιερά Οδό

μπήκανε στον κόπο

 

να χώσουν τα βήματά μου

σε καλούπια,

                                 κόκκος

 

στο πηλοφόρι

 

                                 ίσαμε να χτιστεί

 

                                              κι ο όροφος

στον ουρανό.

 

Τα φώτα στην Ιερά Οδό

 

με πήγανε

 

σε κείνη την ταβέρνα

                      με νταλικέρηδες

                                                   κερνάγανε φιλικά

 

                                                                            τα κορμιά τους.

 

Τα φώτα στην Ιερά Οδό

 

μου ξέκαναν

 

την ελπίδα

                                           
                                                                     για φρέσκιες  αισθήσεις.     


Φλεβ. 2012

 © AR


 

 

1/7/22

bern, schhhhhhh

 Η Μπέρν είναι ωραία ελβετική πόλη, έχει νερό, αυτό είναι καλό. Πνίγει όμως, voila!!!


την Λισπέκτορ έφθασε σε όρια απελπισίας, κείνους τους καιρούς....

 Clarice Lispector:

 Σιωπή

(Από τη συλλογή διηγημάτων Onde estivestes de noite (Πού ήσασταν τη νύχτα)

εκδ. Artenova, Pίου ντε Ζανέιρου, 1974

 

 

          Είναι τόσο πελώρια η σιωπή τη νύχτα στο βουνό. Είναι τόσο ακατοίκητη. Μάταια προσπαθεί να δουλέψει κάποιος για να μην την ακούει, να κάνει γρήγορες σκέψεις για να την μεταμφιέσει. Ή να επινοήσει κάποιο πρόγραμμα, εύθραυστη γέφυρα που δύσκολα μας ενώνει με την άξαφνα μη πιθανή μέρα τού αύριο. Πώς να ξεπεράσουμε αυτή τη γαλήνη που μας παραμονεύει. Σιωπή τόσο μεγάλη που η απελπισία νοιώθει ντροπή. Η ακοή ακονίζεται, το κεφάλι γέρνει, όλο το κορμί αφουγκράζεται: κανένας θόρυβος. Κανένας κόκορας. Πώς ν’ αγγίξεις αυτή τη βαθιά περισυλλογή τής σιωπής. Αυτής της σιωπής που δε διαθέτει μνήμη των λέξεων. Αν είναι θάνατος πώς να τον φτάσεις.

          Είναι σιωπή που δεν κοιμάται: είναι άγρυπνη, ακίνητη μα άγρυπνη’  και δίχως φαντάσματα. Είναι φοβερό –χωρίς κανένα φάντασμα. Περιττό να προσπαθήσεις να την αποδείξεις  με τη δυνατότητα μιας πόρτας που ανοίγει τρίζοντας, μιας κουρτίνας που ανοίγει και κάτι λέει. Είναι κενή και χωρίς υποσχέσεις. Αν ακουγόταν τουλάχιστον στον άνεμο. Ο άνεμος είναι θυμός, ο θυμός είναι ζωή. Ή χιόνι. Το χιόνι είναι βουβό μα αφήνει σημάδι - όλα τ’ ασπρίζει, τα παιδιά γελάνε, τα βήματα τρίζουν κι αφήνουν σημάδια. Υπάρχει μια συνέχεια που είναι η ζωή. Μα αυτή η σιωπή δεν αφήνει αποδείξεις. Δε μπορούμε να μιλάμε για τη σιωπή όπως μιλάνε για το χιόνι. Δε μπορούμε να πούμε σε κανέναν όπως θα μπορούσαμε να πούμε για το χιόνι: άκουσες τη σιωπής τούτης της νύχτας; Όποιος άκουσε δεν το λέει.

          Η νύχτα κατεβαίνει με τις μικροχαρές κάποιου που ανάβει λάμπες, με τον κάματο που τόσο δικαιολογεί τη μέρα. Τα παιδιά της Βέρνης κοιμούνται, κλείνοντας τις τελευταίες πόρτες. Οι δρόμοι λάμπουν στις πέτρες του καλντεριμιού και λάμπουν άδειες ήδη. Και στο τέλος σβήνουν και τα μακρινότερα φώτα.

          Αλλά αυτή η πρώτη σιωπή δεν είναι ακόμα η σιωπή. Να περιμένει, αφού τα φύλλα στα δέντρα θα κάτσουν καλλίτερα, ίσως κάποιο αργοπορημένο βήμα ν’ ακουστεί στα σκαλιά με ελπίδα.

          Έρχεται, όμως, μια στιγμή όπου απ’ το αναπαυμένο σώμα σηκώνεται το εν εγρηγόρση πνεύμα κι από τη γη το φεγγάρι ψηλωμένο. Τότε, εκείνη, η σιωπή, κάνει την εμφάνισή της.

          Η καρδιά χτύπα αναγνωρίζοντάς την.

          Μπορεί κανένας να σκεφτεί γρήγορα-γρήγορα τη μέρα που πέρασε. Ή τους φίλους που περάσαν και χαθήκανε για πάντα. Μα είναι ανώφελη η φυγή: η σιωπή είναι εκεί. Ακόμα και το χειρότερο μαρτύριο, της χαμένης φιλίας, είναι απλώς φυγή. Αφού, αν στην  αρχή η σιωπή δείχνει να φυλάει μιαν απάντηση-καθώς καιγόμαστε για να μας ζητήσουν ν’ απαντήσουμε- γρήγορα ανακαλύπτουμε ότι από σένα τίποτα δεν απαιτεί- ίσως μόλις τη σιωπή σου. Πόσες ώρες δε χάνονται στο σκοτάδι υποθέτωντας ότι η σιωπή σε κρίνει-καθώς μάταια περιμένουμε να κριθούμε απ’ το Θεό. Βγαίνουν στην επιφάνεια οι δικαιολογίες, τραγικές δικαιολογίες σφυρηλατημένες, ταπεινές συγγνώμες μέχρις αναξιοπρεπείας. Τόσο γλυκό είναι για το ανθρώπινο ον να δείχνει στο τέλος την αναξιοπρέπειά του και να συγχωρείται με τη διακαιολογία ότι είναι ένα ταπεινωμένο εκ γενετής ανθρώπινο ον.

          Μέχρι που ανακαλύπτουμε ότι εκείνη δεν θέλει καν την αναξιοπρέπειά μας. Εκείνη  είναι η σιωπή.

          Μπορούμε ακόμα να προσπαθήσουμε να την ξεγελάσουμε. Ν’ αφήσουμε να πέσει σαν τυχαία καταγής το βιβλίο απ’ το προσκέφαλο. Μα, τι φρίκη! Το βιβλίο πέφτει μες στη σιωπή και χάνεται μες στη βουβή και ήσυχη δίνη της. Και τραγούδαγε ένα τρελλαμένο πουλί; Ανώφελη ελπίδα. Το τραγούδι θα διέσχιζε μόλις σαν απαλό φλάουτο τη σιωπή.

          Οπότε, αν διαθέτουμε θάρρος, δεν αγωνιζόμαστε πια. Εισδύουμε σ’ αυτήν, πορευόμαστε μαζί της, εμείς, τα μόνα φαντάσματα μιας νύχτας στη Βέρνη.

για την απόδοση: ©AR

         

 

 https://www.youtube.com/watch?v=NzCoTdJQkAM

 

 

23/6/22

 

Ηχηρά στραφταλίζει το είναι μου

στη μιμική γραμμή της μνήμης.

 

Η αίσθηση

του εγγύς θανάτου

περιχαρακώνει

τις ανάσες μου.

2011

© AR

Φούγκες…

Σε λαγήνια

βαθύγαια

να παυθούν

φωσφορίζοντα μάτια

στο χάος του νου.

Νερό σκοτεινό

στραγγαλίζει

χαμόγελα

στη στροφή

                        του συρμού.

Όσες οι προσπάθειες

γι’ ανάσυρση

τόσα τα βουλιάγματα

                            του εαυτού.

Φως αναρριχάται

στην πέρα μεριά

                      του βουνού.

 

Ο δρόμος τελείωσε.

Οι οδοιπόροι

νεκροί

του καιρού.

2015 

© ar 


 In deep-laid

amphorae

to be ceased

phosphorous eyes

in the chaos of the mind.

 

Dark water

Is strangling

Smiles

On the bend

Of the flux.

 

As many as the toils

for retrieval

such the sinkings

of  self.

Light is ascending

On the mound’s

furthermost shelf.

The road has come to an end.

The wayfarers

Are time’s long since dead.  


 

© Efi Tsironi, translation, 2015 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

2.152 the dark side of the moon

  https://www.youtube.com/watch?v=DLOth-BuCNY     Σκηνοθεσίες   ‘Όταν δεν έχουμε λεφτά, αντοχές, εφόδια να σκηνοθετήσουμε τους...