23/4/17

macron president

Με τις υγείες σας Γάλλοι, και τις δικές μας, εφόσον επιμένουν να μας κρατούν σε αυτή την Ευρώπη, το ότι θα έχουν οι Γάλλοι πρόεδρο τον νεανία Μακρόν υπήρξε ηλίου φαεινότερο εξαρχής. Από το 2014 είχαμε, ως σήμερα, και οίκοι έναν ιδίας τάξεως νεανία, μόνο που ο Γάλλος νεαρός είναι άνθρωπος της αγοράς και  θα εκλεγεί ως το μη χείρον, βέλτιστον. (Μεταξύ μας, και στην Ελληνική περίπτωση περί αυτού ταυτού επρόκειτο). Ας αφήσουμε το ότι είναι εξαιρετικά φιλόδοξος κι αμερικανοθρεμμένος, η επικράτηση Τράμπ μας λέει κάτι; μπα... κι ο δικός μας φιλόδοξος είναι αλλά φόντα δεν έχει, τα έχουμε πει αυτά, το πολύ-πολύ να βρεθεί σε καμιά θέση διεθνούς οργανισμού, θα βελτιώσει περαιτέρω τα αγγλικά του (και θα γλιτώσουμε εμείς, το κυριώτερο...)-
Εδώ σταματούν οι  αναλογίες.
Πίσω του ο νεαρός Μακρόν δεν έχει κανέναν να τον στηρίξει -στην πολιτικάντικη πολιτική-, ήτοι, δεν διαθέτει κομματικό σχηματισμό, εκεί θα είναι δύσκολα τα πράγματα, ιδιαίτερα για την Γαλλική Γερουσία...
Να καταποντίζεται το Σοσιαλιστικό Κόμμα, παραπάνω από αναμενόμενο, εδώ το Πανελλήνιο Σόκ από τα 45άρια κατέρρευσε σε 5% εν τω άμα (αμφότερα, ευχή, να μην ανακάμψουν, μόνο που το Γαλλικό δεν δημιουργήθηκε από λαϊκιστικές παπανδρεϊκές κορώνες αλλά από τον καιρό του Λεόν Μπλουμ στην δεκαετία του '30).https://www.google.gr/webhp?sourceid=chrome-instant&rlz=1C1EODB_enGR514GR608&ion=1&espv=2&ie=UTF-8#q=emmanuel+macron

Οι "ευγενείς θωπείες" των γκωλλιστών θα τελειώσουν άμα τη εκλογή του νεαρού.
Μετά, θα δούμε πολλά Καλάσνικωφ στην Νομοθετική εξουσία της Γαλατίας. Καλά ξεμπερδέματα...
Την σήμερον, οι λαοί κι οι χώρες τους έχουν ή μειράκια ή άχρηστους επικεφαλής, και οι δύο κάνουν το ίδιο κακό.
O συμπαθέστατος, του λοιπού, Ζαν Λυκ Μελενσόν θυμίζει σε απόψεις και "επαναστατική γυμναστική" κάτι από τον δικό μας, ομοίως συμπαθέστατο, ΓΓ του ΚΚΕ κ. Κουτσούμπα, πολιτικό ανάστημα δεν διαθέτει τούτος ο γαλλιστί pied noir από την Ταγγέρη (ήτοι, "βρωμοπόδαρος", ρατσιστικός όρος των Γαλατών εκ των τριών χωρών του Μαγκρέμπ -Αλγερία-Μαρόκο-Τυνησία). Το πρόγραμμά του υπήρξε κάτι μεταξύ Φιδέλ Κάστρο και Ούγο Τσάβες με ολίγη από Ομπάμα. Πίνουμε, να πάνε τα φαρμάκια κάτω...
Για επιστροφή σε "σοβαρή" ανάλυση: τώρα η θυγατέρα του παλαιο και νεοναζί Λεπέν δεν εμέλλετο να προκόψει εκλογικώς πως, όμως, όμως, αν ο νεανίας τα κάνει σαλάτα (το αναμενόμενον, δηλαδή), στις επόμενες Προεδρικές εκλογές της Γαλλίας "έχει βάλει πόδι", όπως λέγεται γαλλιστί και, σε λίγα χρόνια, ποσώς αποκλείεται να  πάρει το αίμα της πίσω -νέα είναι ακόμη ηλικιακά- και η μεταλλαγμένη εν τω μεταξύ Ευρώπη, να δει στο πρόσωπό της τον νεοναζισμό στο Προεδρικό Γαλλικό μέγαρο, μας εύχομαι ολοψύχως να μην/μην το δούμε και αυτό...
Λίγο-λίγο, ο δικομματισμός εκπίπτει, για να μας δούμε κι εμάς, εδώ, στο μικρότατο Ελλαδιστάν...

Μετά τον ελισσόμενο, γαλίφη και πονηρότατο Μιττεράν, η μόνη που θα μπορούσε να κρατήσει όρθια την Γαλλία, να αντιπαρατεθεί στην Σοϊμπλική Ευρώπη (για μας, η Μέρκελ είναι αμελητέα) ήταν η Σεγκολέν Ρουαγιάλ. Πρόγραμμα είχε, τσαγανό έχει, σθένος έχει πλην...επέλεξε να δέσει την μοίρα της με αυτό το κακόμοιρο ανθρωπάκι που αποχωρεί πια από την Γαλλική Προεδρία (δεν είμαι μόνη να αναρωτιέμαι τι ακριβώς του θαύμασε, άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων...)

Εκείνο, πάντως, που ποσώς συγχωρείται είναι να πληρώνουμε εμείς, στο Ελλαδιστάν, με τα δικά μας λεφτά την ΕΡΤ για να απασχολεί όλως διόλου άσχετους συναδέλφους διερμηνείς, οι οποίοι δουλεύουν προφανώς με άμεση μετάφραση από το Google, ακούσαμε, τοιουτοτρόπως, ασμένως: inviteurs σε άμεση διερμηνεία "προσκλημένους". Αύριο  λέω να πάω να κάνω αίτηση για πρόσληψη διερμηνείας στην ΕΡΤ, μαζί και καμιά δεκαριά συνάδελφοι, δεχόμαστε και με 500 Ευρώ παιδιά, τι να μολογήσουμε!!!

όπως λέει κι ο Αρμένης Αζναβούρ, λάτρης του Ντε Γκωλ και άκρως πιο δεξιός, αν δεν είναι σε ηλικία ραμολί λεπενιστής: εντούτοις...




35η μέρα τ' αγιού

αγίου Γεωργίου Τροπαιοφόρου



στο πατρικό του πατέρα μου, η γιαγιά είχε μία εικόνα φτιαγμένη στο Αγι' Όρος μέσα του 19ου αι, πολύ μεγάλη, σε κορνίζα πελώρια, απλή, από λιτό πεντελικό μάρμαρο, νομίζω είναι τώρα στο διαμέρισμα του αδερφού στ' Ανάπλι, ασήκωτη, δυτικότροπης τεχνοτροπίας. Τον άντρα της λέγανε Γιώργη.
Για χρόνια, έχοντας οικειοποιηθεί την κρεβατοκάμαρη, ύπνος υπό την σκέπη του.


τέλος δεκαετίας του ΄50, '57 ή '58? από αριστερά, η θεία Ζωρζέττα (βαπτισμένη Γεωργία), ο παππούς ο Κώστας, η αδερφή του θεία Μαίρη, η θεία Όλυ (ομογενής εκ Βραζιλίας, σύντροφος του παππού τότε, πέθανε νωρίς) ο αδερφός, ως σήμερα προστατευτικός, και, το σπόρι, με στραβωμένα πάντα πόδια. Κάθε τ' αγιού, η μητέρα μας έκανε γιαουρτόπιτα ή άλλο κέικ, με σοκολάτα, προτίμηση του μικρού της γιού. Την ίδια αυτή μέρα είχε γενέθλια ο παππούς ο Κώστας. Καμιά φορά ήταν σπίτι, στην μικρή μας πόλη, κείνη τη μέρα, φέρναν τότε κρασί από το μπακάλικο (οι δικοί μας δεν πίναν αλκοόλ, μία μπύρα τον χρόνο, ίσως), αν ήταν σ' εμάς, η μάνα έφτιαχνε και τούρτα για τον πατέρα της, με σοκολάτα, λίγες μέρες μετά, για το σπόρι, η τούρτα ήταν πάντα άσπρη.
*για τη Ζωρζέττα και τον Γιώργο*

**του ομοίως εορτάζοντος φίλου Γιώργη Χ.Θεοχάρη, από την συλλογή  Πτωχόν Μετάλλευμα, εκδ. λογοτεχνικού περιοδικού Εμβόλιμον, 1990


ΒΕΒΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Εμείς λοιπόν οι ποιητές
θ΄ αντέξουμε
στην ορθογώνια λογική της κριτικής σας
τεχνοκράτες.
Με την υπομονή της υποτείνουσας.
Αντιπαραθέτοντας
το ακραίο τάνυσμα των αισθημάτων μας
στην ορθή γωνία της ηρεμίας σας.
Στην υπερβατική μας υποτείνουσα
-να ξέρετε-
κρατιέται η λογική σας ισορροπία.
Αν σπάσουμε
θα γκρεμοτσακιστείτε.

22/4/17

Κλαρίσε Λισπέκτορ

Κοντά στην άγρια καρδιά


«Βρισκόταν μόνος. Αφημένος, ευτυχής,
κοντά στην άγρια καρδιά της ζωής».

Τζέιμς Τζόυς

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Ο πατέρας


Η γραφομηχανή του μπαμπά έκανε τακ τακ… τακ τακ τακ….Το ρολόι χτύπησε μ’ έναν ήχο υπόκωφο. Η σιωπή σερνόταν, ζζζζζζζ. Η ντουλάπα έλεγε τι; Ρούχα, ρούχα, ρούχα.  ‘Οχι, όχι. Ανάμεσα απ’ το ρολόι, τη μηχανή και τη σιωπή, ακοή ασκημένη, ένα πελώριο αυτί τεντωμένο, ροδαλό, νεκρωμένο. Οι τρεις ήχοι ενωμένοι από το φως της μέρας και το θρόισμα στο φύλλωμα των δέντρων που αγγίζονταν μεταξύ τους ακτινοβολώντας.

Ακουμπώντας το κεφάλι στο αστραφτερό και κρύο βιτρώ κοίταγε κατά τον φράχτη τού γείτονα, κατά τον μεγάλο κόσμο απ΄τις κότες που «δεν ήξεραν ότι πρόκειται να πεθάνουν».  Και μύριζε, λες κι ήταν δίπλα στη μύτη της, τη ζεστή γης, σκούρα, γιομάτη αρώματα και στεγνή κι όπου όλο και κάποιο σκουληκάκι σερνόταν πριν να καταβροχθιστεί από την κότα που θα έτρωγαν οι άνθρωποι.

Μια στιγμή μεγάλη, ακίνητη, δίχως περιεχόμενο. Άνοιξε τα μάτια, περίμενε. Τίποτε δεν είδε. Λευκό. Μα ξάφνου, σε μια στιγμή, η μέρα ξαναβρήκε το ρυθμό της κι όλα άρχισαν και πάλι να λειτουργούν, το τακ τακ της γραφομηχανής, το πούρο τού μπαμπά σκορπώντας τη μυρωδιά του, η σιωπή, τα φυλλαράκια, τα ξεπουπουλιασμένα κοτόπουλα, το φως, τα πράγματα ζωντανεμένα όλο βιάση, σαν τσαγερό που κόχλαζε. Έλειπε μόνο το τικ τακ του ρολογιού, που τόσο λάτρευε. Έκλεισε τα μάτια, έκανε σα ν’άκουγε τον ήχο από κείνη την ανύπαρκτη μουσική και με ρυθμό σηκώθηκε στις άκρες των ποδιών. ‘Εκανε τρία βήματα χορευτικά, πολύ ελαφρά, σα να φτερούγιζε.

Τότε, αίφνης, τα κοίταξε όλα με απέχθεια, σα να είχε παραφάει από όλο τούτο το συνονθύλευμα. Αχ, αχ, αχ, βόγκηξε σιγαλά, κουρασμένη κι ύστερα αναλογίστηκε: τι θα συμβεί τώρα, τώρα, τώρα; Και πάντα, σ’εκείνη τη σταλίτσα χρόνου, τίποτα δε συνέβαινε, τι κι αν αυτή συνέχιζε να περιμένει κείνο που θα συνέβαινε, καταλαβαίνετε; Απομάκρυνε αυτή τη δύσκολη σκέψη, αποσπώντας την προσοχή της με μια κίνηση του ξεκάλτσωτου ποδιού της πάνω στο ξύλινο σκονισμένο πάτωμα. Έσυρε το πόδι κοιτάζοντας λοξά κατά τη μεριά τού πατέρα της, καραδοκώντας το βλέμμα του, ανυπόμονο και νευρικό. Μα τίποτα δεν είδε. Τίποτα. Αποδεικνύεται δύσκολο ν’απορροφήσεις τους ανθρώπους καθώς η ηλεκτρική σκούπα τη σκόνη.

-       Μπαμπά, έφτιαξα ένα ποίημα.
-       Πώς λέγεται;
-       Ο ήλιος κι εγώ. – Και δίχως να περιμένει απάγγειλε: –«Οι κότες που είναι στο κοτέτσι κατάπιανε δυο σκουληκάκια αλλά εγώ δεν το είδα».
-       Α, μπα! Και τι σχέση έχετε εσύ κι ο ήλιος με το ποίημα;
Έμεινε να τον κοιτάζει μια στιγμή. Εκείνος δεν είχε καταλάβει...
-       Ο ήλιος είναι πάνω από τα σκουλήκια, μπαμπά, κι εγώ έφτιαξα το ποίημα και δεν είδα τα σκουλήκια... Παύση.
- Μπορώ να φανταστώ άλλο αυτή τη στιγμή: «’Ηλιε, έλα να παίξεις μαζί μου». Και άλλο, πιο μεγάλο:

                  «Είδα ένα συννεφάκι
                    αλλά το καημένο το σκουλήκι
                    νομίζω ότι δεν το είδε».

-       Είναι πολύ όμορφα, μικρό μου, πολύ όμορφα.  Πώς καταφέρνεις να φτιάνεις τόσο όμορφα ποιήματα;
-       Δεν είναι καθόλου δύσκολο, αρκεί μόνο να τα απαγγείλω λίγο-λίγο.

Όταν έντυνε και ξέντυνε την κούκλα της φανταζόταν πως εκείνη πήγαινε σ’
ένα χορό όπου έλαμπε ανάμεσα σ’ όλους τους άλλους. Άξαφνα, ένα αυτοκίνητο σύντριβε το σώμα τής Αρλέτ και τη σκότωνε. Μετά ερχόταν η καλή νεράιδα και η μικρούλα ξαναζούσε. Η μικρούλα, η νεράιδα και το μπλε αυτοκίνητο δεν ήταν παρά η Ζουάνα, αλλιώς θάταν ένα χαζό αστείο. Από δω το ‘φερνε, από κει το ‘φερνε, κράταγε πάντα για τον εαυτό της τον κεντρικό ρόλο, καθώς τα γεγονότα φώτιζαν εκείνη ή την άλλη μορφή. Έπαιζε σοβαρή-σοβαρή, σιωπηλά, με χέρια τεντωμένα κατά μήκος του σώματος. Δεν της χρειαζόταν να πλησιάσει την Αρλέτ για να παίξει μαζί της. Τα πράγματα ήσαν κτήμα της ακόμα κι από μακριά.

‘Αρχισε να διασκεδάζει με τα κουρελόχαρτα. Τα κοίταζε μια στιγμή και κάθε κομμάτι χαρτί ήταν ένα μαθητούδι. Η Ζουάνα ήταν η δασκάλα. Ένας ήταν ο καλός κι ο άλλος ο κακός.  Ναι, ναι, τι άλλο; Και τώρα τι γίνεται; Ποτέ δεν συνέβαινε τίποτα αν εκείνη...μπουμ.

Μια φορά επινόησε ένα ανθρωπάκι μεγάλο ίσαμε τον δείχτη του χεριού, με μακρύ παντελόνι κι ένα τεράστιο παπιγιόν. Το κουβάλαγε στην τσάντα της όταν πήγαινε σχολείο.  Το ανθρωπάκι ήταν ένα μαργαριτάρι, ένα μαργαριτάρι με παπιγιόν, είχε χοντρή φωνή κι έλεγε μέσα από την τσάντα:  «Μεγαλειοτάτη κυρία Ζουάνα, θα μπορούσατε να ευαρεστηθείτε να με ακούσετε ένα λεπτό, θα μπορούσατε να διακόψετε τη συνεχή σας ενασχόληση για ένα λεπτό;»  Κι αμέσως μετά έλεγε: «Δούλος σας, πριγκίπισσα. Διατάξτε και θα υπακούσω».

-       Μπαμπά, τι μπορώ να κάνω;
-       Τράβα να διαβάσεις.
-       Διάβασα.
-       Τράβα να παίξεις.
-       Έπαιξα.
-       Τότε, σώπα και μην ενοχλείς.

‘Εριξε μια μικρή τρεχάλα και φρενάρισε, κοιτάζοντας χωρίς περιέργεια τους τοίχους και το ταβάνι που κατρακύλαγαν και κατέρρεαν. Περπάτησε νυχοπατητά πατώντας στα σκούρα μαδέρια.  Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να περπατάει με τα χέρια απλωμένα μέχρι να συναντήσει κανένα έπιπλο. Ανάμεσα σ’αυτήν και τ’αντικείμενα υπήρχε πάντα κάποιο πράγμα, μα σαν άρπαζε με το χέρι αυτό το πράγμα, σα να ήταν μύγα κι ύστερα το κοίταζε, λαμβάνοντας μεγάλες προφυλάξεις να μην της φύγει, εύρισκε μόνο την παλάμη της, ροδαλή κι απογοητευμένη.  Το ξέρω, είναι ο αέρας, ο αέρας!  Μα σε τίποτα δε χρησίμευε αυτό, τίποτα δεν εξηγούσε. Αυτό ήταν ένα απ’ τα μυστικά της. Ποτέ δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να το διηγηθεί σε κανέναν, ούτε καν στον μπαμπά, πως ποτέ δεν κατάφερνε να πιάσει «εκείνο το πράγμα». ‘Οσα στ’ αλήθεια την ενδιέφεραν περισσότερο δε μπορούσε να τα διηγηθεί. Μόνο βλακείες έλεγε όταν μίλαγε με τους ανθρώπους.  Όταν έλεγε, για παράδειγμα τίποτα μυστικά στον Ρούτε, μετά τον μισούσε. Καλύτερα να σώπαινε. Άλλο: όποτε είχε κάποιον πόνο και καθώς πονούσε κοίταγε τις βελόνες του ρολογιού, έβλεπε τότε πως τα λεπτά που μετρούσε το ρολόι περνούσαν ενώ ο πόνος δεν περνούσε. Κι αν δεν υπήρχε πόνος, ακόμα κι αν δεν την πονούσε τίποτα, αν καθόταν μπρος στο ρολόι κοιτάζοντας, εκείνο που έπαυε να νοιώθει και πάλι ήταν περισσότερο από τα λεπτά που είχε μετρήσει το ρολόι. Μα σαν ένοιωθε χαρά ή κάποιο ξέσπασμα θυμού, έτρεχε στο ρολόι και μάταια περίμενε να περάσουν τα δευτερόλεπτα.

Πήγε στο παράθυρο, σχημάτισε ένα σταυρό στο περβάζι κι έφτυσε προς τα έξω μακριά, σε ευθεία γραμμή. Αν ξανάφτυνε –τώρα μόνο νύχτα θα μπορούσε να το ξανακάνει-  δεν θα είχε συμβεί το κακό κι ο Θεός θα ήταν ακόμα φίλος της, τόσο φίλος που...που τι;

-       Μπαμπά, τι μπορώ να κάνω;
-       Στο είπα: άντε να παίξεις κι άσε με ήσυχο!
-       Μα, έχω παίξει. Στ’ ορκίζομαι...
Ο πατέρας έσκασε στα γέλια:
-       Ποτέ δεν έχουμε παίξει αρκετά...
-       Αμέ, έχουμε.
-  Τότε, βρες άλλο παιχνίδι.
-       Δε θέλω να παίξω ούτε να διαβάσω.
-       Τι θες να κάνεις, τότε;
Η Ζουάνα βάλθηκε να σκέφτεται:
-       Ξέρω ‘γω; Τίποτα.
-       Θες να πετάξεις; -τη ρώτησε ο μπαμπάς αφηρημένος
-       Όχι –απαντάει η Ζουάνα. Παύση.
-       Τι μπορώ να κάνω;
Ο μπαμπάς τής απάντησε αυτή τη φορά:
-       Βάρα το κεφάλι σου στον τοίχο!

Το παιδί απομακρύνεται κι αρχίζει να κάνει ένα κοτσιδάκι στα ίσια του μαλλιά. Ποτέ, ποτέ, ναι, ναι, τραγουδάει σιγαλά. Έμαθε να τα κάνει κοτσιδάκια πολύ πρόσφατα. Πάει στο τραπεζάκι που είναι τα βιβλία, παίζει μαζί τους, κοιτάζοντάς τα από μακριά. Η κυρία του σπιτιού, ο σύζυγος και τα παιδιά, το πράσινο είναι ο άντρας, το άσπρο η γυναίκα, το κόκκινο μπορεί να είναι ή αγόρι ή κορίτσι. Το «ποτέ» είναι άντρας ή γυναίκα; Γιατί το «ποτέ» δεν είναι αγόρι ούτε κορίτσι; Και το «ναι»;  Πολλά πράγματα ήσαν ολωσδιόλου αδύνατα. Θα μπορούσε κανείς να τα σκεφτεί όλα αυτά ολάκερα βράδια. Για παράδειγμα, ποιός είπε για πρώτη φορά έτσι: ποτέ;    

Ο μπαμπάς τελειώνει τη δουλειά του, την πλησιάζει και την βρίσκει καθισμένη να κλαίει.
-       Τι είναι αυτά, μωρό μου; --την παίρνει αγκαλιά και κοιτάζει ήσυχα εκείνο το προσωπάκι, που καίει κι είναι θλιμμένο—Τι είναι αυτά;
-       Δεν έχω τίποτα να κάνω.-

Ποτέ, ποτέ, ναι, ναι. Ήταν όλα σαν το τουμ τουμ του τραμ πριν να κοιμηθεί, ίσαμε να νοιώσει λίγο φοβισμένη και ν’ αποκοιμηθεί. Το στόμα τής γραφομηχανής είχε κλείσει σα γέρικο στόμα αλλά ήρθε εκείνο πιέζοντας την καρδιά της όπως ο θόρυβος του τραμ, μόνο που τώρα δεν ήτανε για να κοιμηθεί. Ήταν η αγκαλιά του πατέρα. Ο πατέρας αναλογίζεται μια στιγμή. Αλλά κανένας δεν μπορεί να κάνει τίποτα για τους υπόλοιπους. Είναι τόσο λεύτερη η μικρή, τόσο λεπτούλα και τόσο πρωιμάδι... Ανασαίνει λαχανιάζοντας, κουνάει το κεφάλι. Είναι αυγουλάκι, ένα αυγουλάκι ζωντανό.
Τι θ’ απογίνει η Ζουάνα; (...)

* στην θέση "πανευτυχής" το πρώτο εν Ελλάδι της Λισπέκτορ θα κυκλοφορήσει με φρέσκια μετάφραση και αναζωογονημένο Επίμετρο*


©AR






on terminerait comme ca: effondres, jallissant jusque dans l' obscurite



αυτεπιστρόφως
ερχόμενοι
ως
ες της Γεθσημανής
κήπο
ένα δρολάπι
νεύμα
σε μονοπάτι του χαμού.
γονατίζουμε Θεέ
στις εξοχές
μιας άνοιξης
καταποντισμένου εαυτού
με μια παπαρούνα
να αίρεται
εκ του χείλους
του πάντοτε γκρεμνού
-καθ' αίρομαι-



©ΑΡ April, 2017





~~~~~~~~~~~~~~~


*"βασικά, καλησπέρα σας", στον καλό Στάθη Ψάλτη, μαζί με τον Κύπριο και τόσο Ελλαδίτη Σωτήρη Μουστάκα, δύο κωμικοτραγικά ταλέντα ολκής του σανιδιού και του φακού, άδικα κατασπαταλημένα σε βιντεοταινίες του χαμού, τι κρίμα αυτή η έρμη χώρα να καταπνίγει τόσο τα δημιουργικά της τέκνα, τι κρίμα.*

21/4/17

34η μέρα-21 Απριλίου 1967

50 χρόνια πια
Πήγαινα στην πρώτη Γυμνασίου και είμασταν μία βδομάδα πρωΐ, μία απόγευμα, κείνη, τελευταία πριν τη Μεγαλοβδομάδα, είμασταν πρωΐ, 8 παρά, φτάνω με τη σάκα μου και την ποδιά μου στην Πλατεία των Τριών Ναυάρχων, απέναντι από τα σχολεία και μπρος στο τότε Γαλλικό Ινστιτούτο-σήμερα Δημαρχείο- ακούω κουβέντες από λίγους μαζεμένους σε πηγαδάκια, "Χούντα, χούντα, πραξικόπημα έκανε ο Στρατός", χούντα, λέξη άγνωστη στο παιδί.
Πάμε στο προαύλιο της αυλής των σχολείων και η Γυμνασιάρχις μας είπε πως άλλαξε η Κυβέρνησις (μα αυτή άλλαζε κάθε βδομάδα), δεν έχει μάθημα σήμερα,
να πάμε σπίτια μας και Καλό Πάσχα, από σήμερα. Τίποτ' άλλο.
Στον δρόμο για τον γυρισμό στο σπίτι, μαζί με συμμαθήτριες, ξανα-ακούσαμε την άγνωστη λέξη. Μπαίνω στο σπίτι και λέω στη μάνα μου "μας διώξανε, λένε πως έγινε Χούντα, τι είναι Χούντα?", -"Παναγία μου" πιάνει τα μάγουλά της η μητέρα μου, "το κάνανε το πραξικόπημα". Ο αδερφός μου κοιμόταν στη σάλα, ήταν απογευματινός στο σχολείο, πάει πάνω από το κεφάλι του και του λέει "ξύπνα παιδί μου, έγινε πραξικόπημα". Το παιδί έβαλε τα κλάμματα. Ήταν μεγάλο παιδί και έξυπνο, κατάλαβε. Η μητέρα μου πηγαίνει να τηλεφωνήσει αμέσως στον πατέρα μου που δούλευε σε άλλη πόλη. Πρέπει να ήταν μακρά η συνομιλία και να υπήρξε συνεννόηση για κοινή στάση. Εν τω μεταξύ, βάλαμε το ραδιόφωνο, παίζανε τσάμικα και καλαματιανά κι ενδιαμέσως "σήμερον περί την 3ην πρωϊνήν ώραν, ο Στρατός ανέλαβεν την διακυβέρνησιν της χώρας". Μετά τον μετά βασάνων "αποχαρακτηρισμό" του ως αριστερός και κομμουνιστής, ο καλός μας πατέρας, που είχε το υπέροχο γούστο να πάει να βάλει το κεφάλι του στον ντορβά και να κατέβη υποψήφιος στις εκλογές βίας και νοθείας του 1961 με το ΠΑΜΕ (καμία σχέση με το σημερινό του ΚΚΕ αλλά ημικάλυψη και τότε του ίδιου κόμματος, μαζί με ένα Αγροτικό κομματίδιο που είχε μόλις ιδρύσει ο Κομνηνός Πυρομάγλου της ΕΔΕΣ στην Κατοχή), να έχει υποστεί ένα περιποιημένο μποϋκοτάζ στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος σε ένα υπερ-συντηρητικό και βασιλικό περιβάλλον της μικρής μας πόλης, να τον έχουν κάνει τ' αλατιού και εκφωνόντας την κύρια προεκλογική του ομιλία, με μπανταρισμένο κεφάλι και γύψους σε χέρια-πόδια, να τον περιμένουν απέξω οι "εγκάθετοι" για να τον αποτελειώσουν, είχε μόλις διορισθεί συμβολαιογράφος, άτυπος δηλαδή δημόσιος υπάλληλος. Η μάνα μου, γύρισε πίσω στις μνήμες προφανώς από την Μεταξική περίοδο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο όπου δεν καλοπέρασε ως Εαμίτισα, και έφυγε με την κοπέλλα μας να φέρει προμήθειες για πολλές μέρες. Θυμάμαι το στοίβασμα με τρόφιμα μακράς διαρκείας. Κατέβηκα στην παραλία, είχε μία πολύ ωραία ανοιξιάτικη μέρα και, τότε, από μία συζήτηση στα τραπεζάκια του καφενείου μας, έμαθα πως Χούντα θα πει Συμβούλιο και Σύνδεσμος. Όντως, Junta, όρος της Ισπανικής γλώσσας, σημαίνει κατ' αρχάς το Δημοτικό Συμβούλιο, εφόσον το επίθετο junto σημαίνει "μαζί" και το ρήμα juntar, βάζω μαζί, συμπαραθέτω, συγκεντρώνω, συναντώμαι ως και συσσωρεύω. Από κείνο το απόγευμα και τις επόμενες μέρες, ένας θείος μου και οι περισσότεροι φίλοι των γονιών μου βρέθηκαν συγκεντρωμένοι με λίγα πράγματα μαζί τους στην Πλατεία Φιλελλήνων κάτω στην Παραλία, είχαμε πάει κι εμείς, ήρθαν πλοία και τους έπαιρναν για την Αθήνα κι από κει για ξερονήσια-εξορία ή για φυλάκιση. Καλύψαμε τα τζάμια με μπλε κόλλα-χαρτί. Λίγες μέρες μετά πήγαμε στην πόλη όπου δούλευε ο πατέρας μου, τον είχαν ήδη καλέσει για ανάκριση αλλά για την ώρα τον άφησαν ήσυχο. Ήταν το πιο περίεργο Πάσχα. Ο αδερφός μου όλο νεύρα και οι γονείς σε διαρκή υπερένταση. Όταν γυρίσαμε στο σχολείο άλλαξαν όλα, είχαμε "Επανάσταση", οι καθηγητές δίδασκαν πολλοί σαν νευρόσπαστα, καταργήθηκε το "Ακαδημαϊκό" τότε σύστημα πανελληνίων εξετάσεων για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, προς πελώριαν ανακούφισιν του αδερφού που θα έδινε και έβγαλε από πάνω του τα Μαθηματικά και τη Φυσική. Σε δύο περίπου μήνες αφήσαμε με τεράστια λύπη την μικρή μας πόλη για να έρθουμε στο μέγα χωνευτήρι της Αθήνας.
*διήνυσα τα χρόνια 1960-1967 ως τη Χούντα ζώντας, ακούγοντας και διαβάζοντας όχι μόνο τα/για τα/ γεγονότα αλλά και ποικίλες αναλύσεις για "ως και τα δέντρα ψήφισαν", θυμάμαι τον τίτλο στα ΝΕΑ "ΕΝΙΚΗΣΑΜΕΝ" το 1964 και τις φωτογραφίες του Γεωργίου Παπανδρέου στο μπαλκόνι μπρος από αλαλάζοντα πλήθη, πιο πριν την δολοφονία του Λαμπράκη και την αγωνία όλων μας αν θα τα καταφέρει, με εκείνη την μακάβρια φωτογραφία ετοιμοθάνατου με τον αναπνευστήρα πάνω από τα χείλη, -η μητέρα μου, ως θανάτου, την είχε ξεγεννήσει στον αδερφό μου και είχε αναπτυχθεί φιλία μεταξύ τους, μέσω εκείνου οι γονείς ήσαν μέλη  της Ελληνικής Επιτροπής για την Ειρήνη Μπ. Ράσσελ, κάπου υπάρχει ακόμη το σηματάκι για το πέτο- την περίοδο της αποστασίας, τον Ροδόπουλο και τον Αθάνα, τα Γαργάλατα και τον απαράμιλλο ως σήμερα Μπόστ, τον Κανελλόπουλο και τον Γαρουφαλιά, τις αγορεύσεις στην Βουλή του νηφάλιου Νέστορα Ηλία Ηλιού. Τον κεντρώο οικογενειακό μας φίλο που ήταν λίγο σαν πατέρας του πατέρα μου. Τα παιδιά, όμως, φιλτράρουν τα έξω από τον μικρόκοσμό τους γεγονότα αλλιώς.*


**κατάλογος των εξορισθέντων στη Γυάρο τον Απρίλη του 1967 από όλη την Αργολίδα** -από τον μικρό αδερφό Μάκη η αναπαραγωγή, από το ΕΑΤ-ΕΣΑ, εκδήλωση μνήμης για τα 50 χρόνια από την μαύρη επέτειο της Χούντας -
απάνω-απάνω, ο "Μπιόντος"(ξανθός) στενός φίλος του πατέρα Μίμης Λυκίδης, δικηγόρος ομοίως,μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ, όλα τα αδέρφια Λιλή (επαγγελματίες και ακτήμονες), ο Γιώργος Καραμάνος, ευθυμιογράφος, ομοίως στενός φίλος του πατέρα μου, τόσοι άλλοι συντοπίτες, τον θείο Γιάννη, λογιστή, στείλαν στο Τρίκερι, τον άφησαν λίγο μετά για να γυρίσει να πεθάνει λίγους μήνες ύστερα στο κρεβάτι του. Ήταν δύο μέτρα, στην κυριολεξία, άντρας, θυμάμαι τον μακαρίτη τον μοναχογιό του, πρωτοξάδερφο Θάνο, σχεδόν μπρος από το σπίτι μας, φορούσε ένα άσπρο πλεκτό πουλόβερ, ομοίως δίμετρο, λιγόλογο, μου λέει "μόλις πέθανε ο θειός σου", τράβαγε μόνος του για τα Πέντ' αδέρφια-πάγος ξαφνικά-.

-κι άλλες πληροφορίες για τους Αργολιδιώτες από τα διαδίκτυα, από τον φίλο Αναπλιώτη Μπάμπη Αντωνιάδη:

"21 Απριλίου 1967: 50 χρόνια μετά δεν πρέπει να ξεχνάμε…
21 Απριλίου 1967, ημέρα Παρασκευή: Το στρατιωτικό πραξικόπημα της χούντας των συνταγματαρχών έχει πάρει σάρκα και οστά. Είναι η Παρασκευή πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα. Στο νομό Αργολίδας από την πρώτη στιγμή ενεργοποιήθηκαν όλοι οι μηχανισμοί καταστολής: χωροφυλακή, στρατός, Τ.Ε.Α. (Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης) και άρχισαν οι συλλήψεις, οι οποίες συνεχίστηκαν για μια βδομάδα από την ημέρα του πραξικοπήματος.
Συνολικά συνελήφθησαν, σύμφωνα με το Βαγγέλη Κλαδούχο, 300 άτομα από όλη την Αργολίδα και οδηγήθηκαν στο πέτρινο κτήριο στο στρατόπεδο Ναυπλίου (κτήριο Α’ Λόχου). Οι περισσότεροι από τους συλληφθέντες ανήκαν πολιτικά στο χώρο της ΕΔΑ ενώ κάποιοι ανήκαν και στην ΕΔΗΝ (νεολαία της Ένωσης Κέντρου) {μεταξύ τους ο μετέπειτα φίλος και συναγωνιστής δικηγόρος Βασίλης Καλαματιανός απ' τ' Άργος, νεολαίος τότε, σημ ΑΡ}.Σε αρκετούς από αυτούς που οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο Ναυπλίου έγιναν συστάσεις και αφέθηκαν ελεύθεροι. Οι μηχανισμοί της ΕΔΑ λειτούργησαν αμέσως και έτσι ενημερώθηκαν οι περισσότεροι για το στρατιωτικό πραξικόπημα ώστε να προετοιμαστούν για τις πιθανές συλλήψεις.
Σταδιακά αφέθηκαν ελεύθεροι αρκετοί από τους συλληφθέντες. Οι περισσότεροι βέβαια έκαναν Πάσχα (στο στρατόπεδο. Μια βδομάδα μετά το Πάσχα, 6 ή 7 Μαΐου, φθάνει στο Ναύπλιο το οχηματαγωγό Χίος για να μεταφέρει τους κρατούμενους στην Γυάρο. Το οχηματαγωγό δεν έδεσε στο λιμάνι και οι πολιτικοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στο πλοίο με καΐκι. Στο στρατόπεδο έμειναν ακόμα κάποιοι κρατούμενοι, οι οποίοι απελευθερώθηκαν σταδιακά.
Με ΡΕΟ οι κρατούμενοι οδηγήθηκαν από το στρατόπεδο στο ΠΙ για να επιβιβαστούν στο καΐκι που θα τους μετέφερε στο οχηματαγωγό. Ο στρατός είχε αποκλείσει το χώρο του λιμανιού. Οι συγγενείς των κρατούμενων είχαν κατέβει στην παραλία (μέχρι την ξύλινη παράγκα του Κυριάκου Καλκάνη και το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετάνια) για έναν αποχαιρετισμό από απόσταση. Το πλοίο είχε επίσης παραλάβει κρατούμενους από την Κρήτη και την Καλαμάτα.
Συνολικά, από την Αργολίδα εξορίστηκαν περισσότερα από 60 άτομα. Σύμφωνα με προφορική αφήγηση, οι εξορισθέντες ήταν 67. Ο πολιτικός χώρος προέλευσης των εξόριστων από την Αργολίδα ήταν η ΕΔΑ, όπου δραστηριοποιούνταν τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Αναλογικά με τον πληθυσμό, οι περισσότερες συλλήψεις έγιναν στα χωριά της Μιδέας Δενδρά - Μάνεση και της Αμυγδαλίτσας. Δεν υπάρχει καμία πληροφορία για συλλήψεις γυναικών μεταξύ των κρατουμένων.
Ο τοπικός τύπος δεν αναφέρει τίποτα για τους συλληφθέντες και εξορισθέντες. Από την πρώτη στιγμή η λογοκρισία επέβαλε τους όρους της. Εξ αρχής, η πλειοψηφία του τοπικού τύπου δείχνει αισθήματα φιλικά προς το καθεστώς, πολύ περισσότερα μάλιστα απ’ ό,τι επέβαλε η λογοκρισία. Εμφανίζονται ξανά, μετά από τη δεκαετία 1940 – 1950, οι δηλώσεις, όχι όμως σε μεγάλη έκταση.
Σήμερα, 50 χρόνια μετά τη Χούντα, γίνεται μια συλλογική προσπάθεια να καταγραφούν οι κρατούμενοι και οι εξορισθέντες από την Αργολίδα. Πιστεύουμε ότι σύντομα θα είμαστε σε θέση να κοινοποιήσουμε ένα ολοκληρωμένο κατάλογο των ανθρώπων που κρατήθηκαν στο στρατόπεδο Ναυπλίου και αυτών που πήραν το δρόμο της εξορίας".

Κι ένα άρθρο καλογραμμένο από τον Χρήστο Χωμενίδη πριν από δύο χρόνια, για ενδεχομένως νεώτερους, περιλαμβάνει περίπου όσα λίγα χρειάζεται να παραμείνουν στη μνήμη.

http://www.lifo.gr/team/apopseis/47904΄

σήμερα όπου σ' αυτή την απίστευτη χώρα έχει επισυμβεί το απίθανο να έχουν μπει στη Βουλή οι νεοναζί, έχοντας συγκροτήσει εγκληματική οργάνωση και, όμως, το υπάρχον πολιτικό και δικαστικό σύστημα να μην είναι εις θέσιν να τους αποκλείσει από την δημόσια ζωή, η μνήμη οφείλει  να διατηρηθεί κραταιή.

Τότε, κείνος ο ίδιος λαός που ξεσηκώθηκε στην Κατοχή έδωσε δείγματα που βλέπουμε  και σήμερα: αδράνειας, "βολέματος", "καλά είμ' εδώ". Κείνοι που αντιστάθηκαν και το πλήρωσαν στο κορμί και στην ψυχή τους ήσαν αριθμητικά ολίγιστοι, πόσοι από τους νεώτερους θυμούνται ή έχουν ακουστά τον στρατιωτικό Σπύρο Μουστακλή, πόσοι τον αξιωματικό αεροπορίας Αναστάσιο Μήνη που κατά την δική του ρήση "φύτρωσε όρθιος", 111 μέρες στην ΕΣΑ το 1972?  Σίγουρα κάτι ίσως έχουν ακούσει για τον θρύλο Αλέκο Παναγούλη που έγραφε τα ποιήματά του με το αίμα του στο Μπογιάτι (Αγιο Στέφανο Αττικής τον λένε σήμερα), άλλοι, μην αντέχοντας πια τόση πίεση, μην αντέχοντας ανθρωπίνως πλέον νέες διώξεις και κατατρεγμούς, απλοελληνιστί "λούφαξαν" ή συναντιούνταν σε μικρές ομάδες, σαν τον πατέρα μου.  Αντίσταση πάντως εμφανώς δεν/δεν έκαναν. Αναδύθηκαν όμως ο Κώστας Κάππος του ΚΚΕ, συντοπίτης από το Κεφαλάρι του Άργους, ένας από τους πιο άγρια βασανισθέντες μαζί με τον Παναγούλη από τα πρωτοπαλλήκαρα της Χούντας, ο Ρέντης της ΕΔΑ, ο δάσκαλος πολλών από μας αργότερα Σάκης Καράγεωργας που έμεινε με ένα χέρι μετά από σκάσιμο βόμβας και σύλληψη βεβαίως και τόσοι άλλοι που το τέλος της Χούντας τους άφησε ρετάλια σώματος. Εδώ ο σερ Μπιθί τραγουδούσε έμπλεος στο Καλλιμάρμαρο τον ύμνο της 21ης Απριλίου αγκαλιά με την Βέμπο και την Βίκυ Μοσχολιού, γεμίζαμε τις κερκίδες με υποχρεωτική παρουσία ολόκληρα σχολεία και φρίτταμε, μικρά παιδιά, με το απίστευτο κιτς ημιαγράμματων -όντως, ο δεκανέας τότε Κονδύλης υπήρξε ορνινάντσα του στρατιωτικού παππού μου, αυτός έγινε κάποτε δικτάτωρ κι ο Παπαδόγιαννης βρέθηκε θανατοποινήτης στην Ακροναυπλία-.
Ομοιότητες με την σημερινή αδρανοποιημένη κοινωνία δεν υπάρχουν, παραλληλίες, εντούτοις, ναι. Σήμερα που η κατάσταση είναι κατά πολύ χειρότερη, μία απλή οικονομική κρίση της παγκοσμιοποιημένης οικονομικά και όχι μόνον υφηλίου σε λίγα χρόνια κατόρθωσε όχι μόνο να φτωχοποιήσει ευρέα στρώματα της χώρας μας αλλά, το χειρότερο, να ακυρώσει την οποιαδήποτε συλλογική και ενεργή αντίδραση.
Ίσως να οφείλεται -ίσως, αναλογίζομαι- στο ότι αυτή η χώρα κι αυτός ο λαός είναι ο κοτζαμπασισμός με τους κολήγους του, διότι δεν ανέπτυξε ποτέ αστική τάξη (εκτός κι αν θέλουμε να ονοματίσουμε αστική τάξη το κομπραδόρικο κεφάλαιο των εφοπλιστών πρωτίστως και δια "σκανδαλώδους ανέλιξης" Βαρδινογιάννηδες και Λάτσηδες, Αλεξόπουλους --τσιμέντα ΤΙΤΑΝ αν ενθυμούμεθα--Στράτους και λοιπές καπνοβιοτεχνίες). Με αυτά και ταυτά ιστορική μνήμη  δεν αναπτύσσεται. Λαός χωρίς ιστορική μνήμη, γονατίζει, ημείς ες γαίας αγαθάς κείμεθα, να μας χαιρόμεθα ωρέ κοτζαμπασιδο-κολήγοι. Όσα κι αν έχουν γραφεί και μελετηθεί, όσα κι αν γραφούν εδώ και στο μέλλον, το μόνο αξιόπιστο πόνημα είναι "Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα", που ποτέ δεν θα έχει αυτή η έρμη χώρα,  του καταπληκτικού ανθρώπου Δημήτρη Μπάτση που τον πήραν τα βόλια ομού με τον Μπελογιάννη.
Με την έλευση της Χούντας τελείωσε η παιδική ηλικία πολλών από τη γενιά μου, με την σημερινή φτωχοποίηση θα την αποδεκατίσουν λίαν συντόμως αυτή τη γενιά, την έχουν ονοματίσει και "γενιά του Πολυτεχνείου", με μόνη διαφορά πως από αυτήν ελάχιστοι εξαγόρασαν σε χρήμα, είδος και εξουσία, οι υπόλοιποι πάντα πιστεύαμε, ως σήμερα, πως η εξουσία διαφθείρει συνειδήσεις και βιάζει θελήσεις, μακριά, ριχτήκαμε σε μία θηριώδη βιοπάλη, μεροδούλι-μεροφάι.-

ΥΓ. με τους "κρατούντες" δεν τα πήγα ποτέ καλά, δεν φτάνει που το πατρικό του πατέρα μου στέκει ως σήμερα δίπλα από την πρώην Διοίκηση (Χωροφυλακής Αργολίδας-νυν Πινακοθήκη και το πρώτο εν Ελλάδι Νοσοκομείο, ένα πανέμορφο νεοκλασσικό κτήριο), δεν φτάνει που ως παιδί μισούσα αυτή την βαθυπράσινη τότε με σειρήτια στολή, δεν φτάνει....ως τώρα, με τους "κρατούντες" δεν προτίθεμαι  να τα "έχω καλά"-



20/4/17

http://staxtes.com/2003/?p=11292

θερμές ευχαριστείες στον φίλο μου τον Στράτο και στο θαυμάσιο περιοδικό του για την φιλοξενία-

10/4/17

Πάσχα των Ελλήνων Πάσχα



Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ'.

Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε· ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοί· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.









σπασμένες μελωδίες
ορυμαγδός κρυστάλλων
θρύψαλα
νευρώνες σκίζουν
γραμμή ζιγκ-ζαγκ
αίμα χωρίς χρώμα
ο τοίχος γνωρίζει
τα πώς και τα γιατί
ρηγματωμένες τοιχοποιοίες
βγάζουν τόνους γκριζαρισμένους
από ανάμεσα περνάς
το αίμα χτυπάει 
σε φάλτσο fa.
ύμνοι-
 © ΑΡ April 2017




 αυτή η στριφνή και παράξενη Marcia Funebre του Χαραμή, στριφνή σαν τον εμπνευστή κι αρχιμαέστρο της για κοντά 75 χρόνια, που είναι μόνο δική μας κι αν δεν είσαι της Ενορίας της Παναγίας, δηλαδή εμείς, και δεν είσαι βέρος Αναπλιώτης, δύσκολο να σου αρέσει, εμείς, δεν κάνουμε χωρίς αυτήν, και τι ωραία η Φιλαρμονική του Άη Γιώργη τα τελευταία χρόνια, γεράζουμε όλοι μαζί, για δυο ώρες, όλη η ζωή μας..., "μαμά, έσβυσε το φαναράκι, Λόλα, να ένα άλλο" στα κολωνάκια της βεράντας, τρέχαμε να τον δούμε από ψηλά, της Ενορίας μας -μία είναι η Ενορία, η Παναγία μας- κι ύστερα, ροβολώντας, κρατώντας σφιχτά το χέρι της μαμάς μην χαθούμε, με το φαναράκι έγνοια να μην σβήσει, να μην πέσουν κεριά στα καινούργια λουστρίνια, ποιός ακούει την κοπέλλα μας??? να μην πάρουν φωτιά τα μαλλιά από τα κεριά, πρόσεχε τα μαλλιά, η μαμά-ακολουθούσαμε από τον Αμφιτρύωνα, στα Πεντ' αδέρφια, στην ανηφοριά ως την Πλατεία του Ψαρομαχαλά, διασχίζοντας όλον τον Ψαρομαχαλά και τα Βραχατέικα, κατεβαίνοντας από τη δρομόσκαλα, στα μισά του Μεγάλου Δρόμου ως την Πλατεία και την συνάντηση των τριών, ο Άη Νικόλας δεν είχε ποτέ ούτε χορωδία ούτε Φιλαρμονική, αλλά τον ωραιότερα στολισμένο επιτάφιο με άσπρες και μωβ βιολέτες πάντα, τον λέγαμε, "του βωβού". 

-βλέποντας και την Φιλαρμονική και την Χορωδία μας, ο νέος αρχιμουσικός, αυστηρός, βλοσυρός, ίσως προσπαθώντας να μιμηθεί τον Δάσκαλο, αμ, ένας υπήρξε ο αγέλαστος ως πέτρα Βασίλης Χαραμής, η Χορωδία μας καμία διεύθυνση δεν έχει χρείαν, τα παιδιά τραγουδάνε με αυτόματο πιλότο, πριν χρόνια βάλαμε ταγιεράκι και μπήκαμε μέσα με μία πανευτυχή Δεσποινούλα... αυτή η Χορωδία είναι sui generis, σαν την πόλη μας τω πάλαι, όταν κατεβαίνουμε κάτω, τα παιδιά μπαίνουν και τραγουδάνε, έρχονται πολλοί και πολλές από τα πέρατα της γης, μπορεί και επώνυμοι, κείνες, όμως τις ώρες, απλώς....
Ο Επιτάφιος της Παναγίας είναι ο κυρίως χώρος ξανα-απαντήματος και συνεύρεσης για όλους μας, πιο πολύ από τον ύμνο, η χαρά της συνάντησης και το μοίρασμα μνήμης-κοινής, πόσες φορές κίνδυνος ατυχήματος να φθάσουμε εγκαίρως,να βάλουμε "τα καλά μας",-στον Επιτάφιο πάντα βάζουμε "τα καλά μας"- δεν θέλουμε να την χάσουμε, δεν θέλουμε να μας χάσουμε-.

 *τα τελευταία τόσα χρόνια κρατάω σφιχτά το χεράκι της Δέσποινας, Επιτάφιος χωρίς την Δέσποινα δεν είναι Επιτάφιος....φέτος θα είναι προσωρινή η ορφάνεια, του χρόνου υποσχέθηκε πως θα κατέβη, τα τελευταία χρόνια ανεβαίναμε στο αρχονταρίκι της θείας Δέσποινας, πάνω στην Πλατεία, για να φιλμάρουμε την σύγκλιση των τριών Επιταφίων και να καμαρώσουμε τη Χορωδία μας, αργότερα, από κάτω, στης κυρίας Θεοδοσίας, ξέρω, θα μας περιμένουν, χωρίς τη Δέσποινα, πώς, να γυρίσεις... στον δρόμο μου τη Σπηλιάδου και να απλώνεις τα χέρια στις μυρωδιές από τις νερατζιές, να έρθεις του χρόνου, ναι?  φέτο, θα πάμε με τη Φουλιανίτσα αλλά του χρόνου να έρθεις μαζί, ντάξ, το χέρι μην ξεχάσουμε*
**όλοι την λένε Ντένα, εγώ την λέω Δέσποινα**

 Καλό Πάσχα-


ΥΓ, είχαμε και εκπλήξεις φέτο: δεν σταμάτησαν για δέηση κάτω από το σπίτι μας, ούτε και στην πλατεία του Ψαρομαχαλά, ο ίδιος γραφικός μαέστρος τους έλεγε "πάμε", σε ποιούς, σ' εμάς που φέρουμε τον ύμνο στο  DNA μας? έλα, Χριστέ μου,-- κάποια στιγμή νόμιζα πως η Νία (η ξανθούλα με τα γυαλάκια, πάντα μπροστά) δεν ήταν στη χορωδία και πάω έντρομη στον αδερφό της -σολίστα μπάσο-, "μπροστά είναι παιδί μου", νηνεμία μετά--, ήρθαν φίλοι από τα εξωτερικά, για το χατήρι τους πήγαμε την πορεία σε όλα τα Βραχατέικα, κι ο Γιαννάκος, αργότερα στο εστιατόριο, θυμήθηκε εν μέσω απίστευτης θυμηδίας πως ο Χαραμής ήθελε να με βάλει στ' αγόρια λόγω μπάσας φωνής, και του Χρόνου!!


9/4/17

σκανάρω κι αντί για χέρια λαμβάνω ριπές κατά πρόσωπο
εντάξει, από τυχερά παιχνίδια, un gran nulla,
τώρα, ούτε 20 τα βήματα, τότε, καμιά δεκαριά χιλιόμετρα, γιατί επέμενες να με μάθεις μπιλιάρδο? το είχαμε και στου Κατσίγιαννη στο χωριό, εκεί στο βάθος, ο πατέρας επέμενε να με μάθει, συγγνώμην που δεν μπορώ, περπατάγαμε πάνω στην Κηφισίας, με κέρναγες πορτοκαλάδα, στο νησί τους νίκησες όλους και χαμογελούσες, το Bleu το είδαμε στον εξώστη, στην πρώτη σειρά η Φανούλα, δεν καταλάβαινες Χριστό αλλά δεν ήθελες να ενοχλήσεις με μεταφράσεις, έλεγα, έλεγα, πριν από το Πάσχα ήταν, γιατί τόσες κουβέρτες στ' αμάξι? φτάνοντας στον Σολωμό πήρες το τιμόνι και παρ' ολίγον να βρεθούμε στο Άστρος, χρόνια μετά, πήρα την φωτό και είναι κρεμασμένη, παίζεις ακόμη μπιλιάρδο? σίγουρα, ναι-



τον Απρίλη είχαμε συμφωνήσει πως σινεμά με μπαρ ήταν το τέλειο, θύμιζε Νέα Υόρκη, ωραία κείνη η πορτοκαλάδα στη Μαυρομιχάλη, το έργο καλό και τα ποτά, χμ, υποτίθεται πως θα γυρνούσες...
ακόμη και τώρα δεν ξέρω τι βλέπω όταν το βλέπω....ο δίσκος πάντως παίζει, βινύλιο αν θυμάσαι-




8/4/17

καλωσορίζουμε την Αλεξάνδρεια


Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω
ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα
όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.
Είναι, δεν λέγω, λύπη. Aλλά εμείς της Τέχνης
κάποτε μ’ έντασι του νου, και βέβαια μόνο
για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν
η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.
Έτσι στο μπαρ προχθές —βοηθώντας κιόλας
πολύ ο ευσπλαχνικός αλκολισμός—
είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.
Και το κατάλαβες με φαίνεται,
κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.
Ήταν πολλή ανάγκη αυτό. Γιατί
μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,
χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,
χρειάζονταν να ’ναι το σώμα σου κοντά.
 


Κ.Καβάφης, Ποιήματα κρυμμένα, εκδ. ‘Ικαρος, 1993




Η Αλεξάνδρεια δεν είναι μόνον ο Αλεξανδρινός
φωτός δια χειρός, 2008
*όταν πρωτοπήγα στην Αλεξάνδρεια ήταν εις άγραν της  Ιουστίνης, επέστρεψα άλλες 5 φορές. 
Η Πέρσα πραγμάτωσε την  απόλυτη μείξη, καλοδιάβαστο, Πέρσα-




7/4/17

budapest

Πρώτα ήσαν οι ταινίες της Μάρτας Μετζάρος, ύστερα τα πρώτα καφενεία και οι Ψαράδες, μετά, ως εκ μαγείας κλέψαν τα διαβατήρια, ρίχνοντας φακέλους ροζ-μωβ (τελειώσαν οι φάκελοι, κάηκαν οι κασέτες και μία φωτό για το νέο διαβατήριο με το ίδιο καουμπόικο πουκάμισο), το παιδί ηρέμησε με το καλλίτερο γλυκό ever στο ωραιότερο ζαχαροπλαστείο του τρίστρατου ever; δέκα χρόνια μετά τα ρούχα χάρισμα, δεν χωράς, παρ' το απόφαση, στο Παλλάς και το παιδί πάντα εκεί,  "ελα ρε μάνα, σύνελθε", στο τραίνο Βρυξέλλες -Λουξεμβούργο τα ίδια, το ίδιο μοντγκόμερυ και το καρώ πουκάμισο-




BUDAPEST 
                     Βουδαπέστη, δεν καταλαβαίνω  τις γέφυρες, τις σκέφτομαι –απλώς- Τρίστρατο στον Αη Στέφανο με το ωραιότερο ζαχαροπλαστείο στον κόσμο\σκέφτηκα τις καραμέλες σου και τον Αη Νικόλα στην Πράγα όπου γέλαγες τρώγοντάς τες-βέβηλοι παγανισμοί \δεν αγγίζουμε το πρόσωπο μέσα σε εκκλησία,δήλωσες στιφά/βήματα στροβιλιστικά στους Ψαράδες, τόσο μπαρόκ/υπερφαλάγγιση-κλακ.
- δρόμος μακρύς-μακρύς στο ποτάμι, ανυπαρξία ανάσας-κτήρια και διάθεση- λυκόφως/σερνόμαστε\ χλιαρός καιρός, ατμόσφαιρα βαριά, υγρασία στα μάτια και το δέρμα/ καφενείο, \το παιδί γκρινιάζει-νυστάζει-οχλεί \κακάο με κονιάκ, φυλλάδα στα Ουγγρικά, αποδελτίωση-εύκολη, τα διαβάζω- κουβέντα με το γκαρσόνι, μαύρα’ ποδιά, μαλλιά, μάτια και παντελόνι, άσπρα’ πουκάμισο, πρόσωπο και χέρια, δόντια'  ξαφνικά παγωνιά -πουκάμισο καρώ καουμπόικο, κασκόλ κόκκινο, όλα μαύρα και κόκκινα,/μάτια μέσα/ άσπρα zero/- φάκελος ροζ-μωβ με αποστολέα γνωστό κι επαναπροώθηση εξασφαλισμένη λόγω απόρριψης, πέταγμα από τον 8ο όροφο, παρατηρώ εναργώς την υπερπτήση, στροβίλισμα, σκάει στο πλακόστρωτο της Andràssy, σκέφτηκα, τα λουτρά του Gellért και τους ηδονισμούς.
                    μικρός θάνατος, η γέφυρα, διασχίζω προς την Πέστη, πέφτω, τέλος.