19/8/17


 στερεοσκοπώντας
σε πόσες διαστάσεις είπαμε?
άσε, ήρθε το διαστημόπλοιο
κλείσε την πόρτα-

©AR 2017, August






μαγνητίζοντας
κλεμμένα
αυτοκόλλητα
σε θρύμματα
καθρέφτες
κολλημένα
σ’ επιφάνειες γυμνωμένες
κυρτά
/συγκολλητικό
παρελθόντος


©AR 2017, August
από νέες συλλογές -λέμε τώρα.....-




17/8/17

καλές βουτιές στους διακοπεύοντες, κουράγιο στους υπόλοιπους

από το χωριό μου του 2014, Αρβανητιά....



…Βρέχει μάτια, βρέχει σε μάτια και τα δάχτυλα, κοκκαλωμένα κι αυτά. Η γλώσσα, αμίλητη. εμείς σκουπίζουμε σκούρα γης, αν καρπίσει, κάρπισε, αν δεν, σκουπίζουμε μάτια, η θέση σε δοκιμαστικό σωλήνα φορμόλης.

Κοίταγες με όλα σου τα μάτια λυτά…
αν κάποιος θέλει, αμέσως φαίνεται,
-λέω πάντα,two to tanguear-
Ο θάνατος είναι φορμόλη
στη φορμόλη χωράνε τόσα, κρινάκια, ποντικάκια και υπολείμματα χεριών εν αχρηστία, τι να κάνει κανείς τόσα δάχτυλα πεσμένα καταγής?


-περνάνε τα χρόνια, για διακοπεύοντες, καλές βουτιές
στα μέρη  μας  στη Σάμο, και ιδιαίτερα στην Μουρτιά, θέλει πέδιλα, βλέπουμε, καλά μακροβούτια-

16/8/17

απόσπασμα, Κάρλος Φουέντες, Η καθαρότερη περιοχή του αέρα, από το πρώτο κεφάλαιο, προσεχώς....
μετάφραση, all rights reserved 
©ΑΡ


(…) Βγήκε στη λεωφόρο απ’ το μαγαζί νεωτερισμών. Η βροχή ξέσπασε, ανακατεμένη με τα γκρίζα κτίρια. Είναι βροχή της πόλης. Μπολιασμένη με μυρουδιές. Λερώνει τους τοίχους. Δεν φτάνει στο έδαφος. Μεταλλική βροχή, η σαστιμάρα χαμηλωμένων κεφαλιών, υποταγμένων στο μολυβή ταμπούρλο τ’ ουρανού, κεφάλια κατεβασμένα, βρεμένα απ’ τη βροχή και το ζελέ. Πίδακες του μεξικανικού ουρανού: περιμένοντας μέσα σε απελπισμένη σιωπή, περιμένοντας κολλητά σε τοίχους, όπως οι καταδικασμένοι στημένοι στον τοίχο: η ντουφεκιά που δεν φτάνει, τα κορμιά λιανά και βρομισμένα κάτω απ’ τη βροχή, στον αχνό του καυσαερίου και της ασφάλτου, μούμιες μιας στιγμής, μαζί με τη βροχή. Κάτω απ’τη βροχή, οι επιγραφές σβησμένες, οι πέτρες χασμουριούνται, η πόλη σαν παράλυτο σύννεφο, παλιές μυρωδιές από επιδερμίδα και χνούδι, γαρνάτσας  10  και πράσινες τέντες, τοσοδά μουρμούρισμα από ρόδες, κομμάτια τραγουδιών: οι ουρανοί άνοιγαν αλύπητα (…)
(…) ας παλέψουν βροχή και σκόνη, ας ανταλλάξουν δαγκωματιές ο άνεμος και τα πρόσωπα, ας περιμένει κολλημένος στον τοίχο, μουσκίδι, με τα μουστάκια ισιωμένα, τα μάτια απλανή, τα πόδια βρεμένα, συμπιεσμένος μες την παχιά του σάρκα, να βρομοκοπάει και να είναι αρρωστιάρης, μολυσμένος από καταρράκτη και δοθιηνώσεις, αποκοιμισμένος στις γωνιές σαν αιώνιο είδωλο, ανακούρκουδα δίπλα σε τείχη διάτρητα από μοναξιά, ψάχνοντας στα σκουπίδια κάτι να μασουλήσει, ας περιμένει, φάρα νυχτερίδων. Εκεί να περιμένει: πιο κοντά στην υγρή καταγωγή, πιο κοντά στις γωνιές. Βροχή στις γωνιές, ξερά, μικρά βηχαλάκια, ν’ αγκαλιαστούν, μονάχοι, μαζί κάτω απ’ τη βροχή; Μια αγκαλιά για όλους όταν τα σημάδια του μαύρου στερεώματος λένε: εσύ, εδώ, εκείνοι, εκεί. Η Γκλάντις ρουφούσε τις σταγόνες της μύτης της. Το ρίμελ της έτρεχε σαν νυχτερινός κλαυθμός. Το κουνέλι βρομούσε. Η Γκλάντις κοντοστάθηκε και έβγαλε το χέρι της από μέσα.
( - Πολύ βλάκας, ρε γαμώτι, κοιτάξτε, κοιτάξτε καλά. Αυτά τραβάει όποια ανακατεύεται με ψηλομύτηδες. Στο διάολο! Τι ώρα είναι;  Έξι. Ανοίγουν στις εννιά. Και βρέχει καντάρια).
Τώρα την έβαψες κοριτσάρα μου. Πέρασε ένα ποδήλατο φρενάροντας. Απλωμένη η νύχτα, η νύχτα της, η νύχτα που της επιφυλάσσουν οι άγγελοι και το κενό. Η πόλη μύριζε καυσαέριο καθώς η Γκλάντις περπάταγε κούτσα-κούτσα στη Λεωφόρο Χουάρες. Πού ήταν οι άλλοι, εκείνοι που τους αγαπάς; Δεν υπήρχε κατά κεί ένα ζεστό σπίτι να μπει μέσα, ένα μέρος που να χωρέσει με άλλους; Οι δικοί της… ο πατέρας μάζευε πουλιά’  έβγαινε πολύ νωρίς το πρωί να τα πιάσει, ενώ η μητέρα της ετοίμαζε τον καφέ κι έβαζε και λίγο αλκοόλ μέσα κι εμείς τακτοποιούσαμε τα κλουβιά. Δίπλα στη γέφυρα του Νονοάλκο. Με ονόμασαν Γκαουδένσια.11.  Ποιος μου όρισε να γεννηθώ μιαν εικοσιδυό του Γενάρη; Οι λαμαρίνες έβραζαν το καλοκαίρι κι άναβαν το αίμα ολονών. Στο ένα δωμάτιο, οι γονείς με το βυζανιάρικο. Στο άλλο, εγώ, εγώ με τ’ αδέρφια μου. Ούτε που το πήρα πρέφα ούτε κι έμαθα ποιος μου έκανε τη ζημιά. Μα τα μέταλλα καίγανε, όλοι είχαμε ανάψει, είμαστε πολύ παιδιά. Ήμουν δεκατριών χρονών. Έτσι αρχίζει κάποιος. Κι ύστερα δεν τους ξαναβλέπει.(…)


-Λόγια για την Χούλια, Πάκο Ιμπάνιεθ: πίσω δεν μπορείς να κάνεις, η ζωή μπρος σε σπρώχνει-
ποίηση του Χοσέ Αγουστίν Γκοϋτισόλο, αυτοκτόνησε το 1999, στην κόρη του Χούλια.



13/8/17

strange summer blue

καλοκαίρια υπόσκαφα
χειμώνες σκεπασμένοι
υπόσκαφα ανασαίνω
από πάνω κοιτάτε
αμολήστε το σκοινί
έχει καλό νερό
εδώ
μπορεί και νερωμένο αίμα/
περίεργο,
σώες οι φλέβες-


~~~~~~~~~~~~~~

Στη σιωπή των λέξεων
(σωπαίνω....)
Σωπαίνω λέξεις
σιγάζω σώμα
σωπαίνω εγώ...
εκκωφαντικός ο ήχος της σιγής
από λέξεις πεταμένες καταγής-

~~~~~~~~~~~~~

 μια φέτα τίποτα και σήμερα
τεμαχίζεις,
χαρτάκια σχιστά τόσα δα
τα ενώνεις,
τίποτα
απραξία
άλλοι λένε νιρβάνα.  


για τα ποεμίδια το γνωστό κλόπυ
© ΑΡ
 από νέες συλλογές 






9/8/17


http://www.efsyn.gr/arthro/sto-timoni-toy-oasth-o-stelios-pappas

πόσο πιο γελοίοι, ο Στελλάκης νογάει από Οικονομικά? με κλωτσιές δεν τελείωσε την ΑΣΟΕΕ, όπως κι ο Νεφελούδης? κομματοσωληνόγεροι, εμπρός για τον Αντρέα για μιάν Ελλάδα, την δική σας, ποιός μιλάει? το κομματοπασοκάκι, βγαίνει και με υφάκι, πώς το είπαμε το παλληκάρι, Σπίντζη, σπριν ή πώς αλλιώς είπαμε? μην μας χαλάτε τα πένθη μας,  για αμέτε μας λιγάκι διότι μας κρύβετε ήλιους και εμείς πενθούμε ανθρώπους, όχι ανθρωπάκια, χρειάστηκαν δύο και μισά χρόνια για να βρεθεί "θεσούλα" για τον γεννήτορα αυτού που έτσι και τον πετύχουμε στον  δρόμο δεν εγγυώμεθα ποσώς για την κάτω σιαγόνα του?

*αν θέλετε να ρθείτε, χρειάζονται σαφώς πέδιλα και γερές ανάσες, πάμε μπας και μείνουν πίσω η κομματοσωληνοβλακεία και η ένδεια στην οποία καταδικάσατε την δική μας γενιά, οι Στέλιοι, Νεφελούδηδες -"ήμουν άνεργος μέχρι να με χρήσει ο Αλεξάκος ΓΓ"- και κάποιοι με απίστευτη κοιλιά που δεν μαζεύεται ούτε κάτω από τα ΕΡΤικά σας τραπέζια, Τσουκαλάδες δεν τους λένε? πόσο ήταν το εφάπαξ του είπαμε?  700 χιλιάδες Ευρώ είπαμε? πώς δικαιολογήθηκε ο κηφήνας είπαμε? μην συγχέουμε τον δάσκαλό μου με τους σωλήνες, ημιάκαμτους ή με την σπονδυλική τους στήλη μονίμως σε ανερχόμενη έλιξη. αν περνούσε από το χέρι μου, στα τρία μέτρα οι πυροβολισμοί, στα τρία μέτρα-



*δείχνει να είναι δίπλα η σπηλιά αλλά απέχει 2 ναυτικά μίλια, της Μουρτιάς είναι 4 ναυτικά μίλια-

κανείς δεν "είπε" την Φαίδρα όπως εκείνη,η Μελίνα ήταν ο θεατρικός εαυτός της, εγγενής, όχι επινοημένος, η Αρλέτα ήταν αληθινή, με το τελευταίο κείμενο του Γιώργου Παπαστεφάνου η υπόκλιση, στο καλό, μ' ένα ουΐσκι κυρά μου, δεν θέλουμε μνήμα...

* Ως την τελευταία στιγμή πίστευα πως θα γίνει πάλι ένα θαύμα. Όπως τις προηγούμενες φορές. Αλλά δεν έγινε. Και θα πρέπει να το πάρω πια απόφαση πως δεν θα ξαναμιλήσω μαζί της στο τηλέφωνο, πως δεν θα την ξαναδώ όπως τόσες φορές στο σπίτι τής Κυψέλης, πως δεν θα την ξανακούσω να τραγουδά με την κιθάρα της, στα μέρη που την άκουγα τα τελευταία χρόνια. Πριν αρρωστήσει ήταν πανευτυχής για το δίσκο που μόλις είχε ολοκληρώσει. «Θα σού αρέσει!» μού είχε πει. «Κάνανε πολύ ωραία δουλειά ο Λάκης και η Σάννυ». Ο Λάκης Παπαδόπουλος που έβαλε τη μουσική, η Σάννυ Μπαλτζή που έγραψε τους στίχους. Όπως κι εγώ, πίστευε η Αρλέτα στη φιλία. Και η δική μας κράτησε 51 χρόνια. Στέρεη σαν βράχος. Σταθερή κι αμετακίνητη. Πριν από κάποια χρόνια, μού ζήτησε να πάμε στην Ύδρα εκδρομή. Μόνοι μας, εκεί που την πρωτάκουσα. «Για να θυμηθούμε» μού είπε. Κάποια φορά, την ρώτησα αν τελικά τής έκανα καλό που την έβγαλα στο τραγούδι. Τον πρώτο καιρό στη σχέση της με το κοινό είχε νιώσει πολύ άβολα. «Α, όχι, μού αρέσει τώρα» μού απάντησε. Η Αρλέτα είχε επιλέξει το κοινό της κι ο κόσμος αυτός την λάτρεψε. Έδειχνε να μην είναι εύκολη, απλώς ήταν σοβαρή και απαιτητική. Δεν ακολούθησε τα τσαλίμια της καριέρας, δεν κολάκεψε κανέναν, δεν κατέβηκε εκείνη τα σκαλιά. Ανέβασε τους ακροατές της προς το μέρος της. Από την αρχή ήταν η διανοούμενη του Νέου Κύματος, ευφυής, καλλιεργημένη, πρωτότυπη, γεμάτη φαντασία. Και βέβαια πολύπλευρη. Έγραφε, ζωγράφιζε, τολμούσε. Για τον άσχετο που πλήγωνε τη ζωή και την αισθητική μας είχε βάλει την λεζάντα «λοχίας με άποψη». Πριν απ'την Κυψέλη, τα Εξάρχεια. Στο διώροφο σπίτι της Δεληγιάννη, η Ναυσικά και ο Γούλας, οι γλυκύτατοι γονείς και στο ισόγειο ο συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου. Κοιτάζω στη δισκοθήκη μου τους δίσκους της. Ο ένας καλύτερος απ' τον άλλο. Το ίδιο και τα τραγούδια που μάς άφησε. Μ'αυτά θα την έχουμε κοντά μας όσα χρόνια κι αν περάσουν. Τώρα θα γυρίσω στο 1989. Τότε, ο Στέφανος Ληναίος έκανε μαζί με την δημοσιογράφο Ελένη Δελβινιώτη μια μεσημεριανή εκπομπή στην τηλεόραση της ΕΡΤ και μάς είχε καλέσει, την Αρλέτα και εμένα, για να μιλήσουμε για τη φιλία μας που μετρούσε κιόλας τόσα χρόνια. Λίγο πριν απ'το τέλος, η Αρλέτα πήρε την κιθάρα της και με ζωντανό ήχο στο στούντιο τραγούδησε δικούς μου στίχους, απ'τα τραγούδια που είχα γράψει όταν ακόμα το Νέο Κύμα ξεκινούσε.*

**διέθετε ένα χάρισμα που πρώτα απ' όλα αναζητούμε πολλοί στους άλλους: χιούμορ, περιπαικτικό, "δηλητηριώδες" ενίοτε αλλά ποτέ, μα ποτέ, κακεντρεχές. Ζήτημα ποιότητος του ανθρώπου, άνθρωπος που αυτοσαρκάζεται, διαθέτει μέτρο, το μέγα ζητούμενο. Πρέπει να ήταν το 1982 ίσως το 1983, Δεκέμβρης μάλλον, πήραμε το Ακροπόλ για μιαν εκδήλωση για την Βία και τους βιασμούς, παρ' ότι από "δημόσιες σχέσεις" un gran nulla, ήταν τότε και δουλειά, γνώριζα όλες τις κοπελλιές, η Νένα ήταν σε κάποιες από τις ομάδες μας, άρα, τις προσκάλεσα όλες. Ήσαν στην σκηνή η Αρλέτα με την Δήμητρα Γαλάνη, η Δήμητρα βρισκόταν στην φάση στιβαρού αδυνατίσματος, λέει η Αρλέτα: " και αυτό που ακούμε είναι η γάμπα της Δήμητρας", προσφυής η αναφορά στο "γόνατο της Κλαίρης" του Ερίκ Ρομέρ, ταινία του 1970, "πέσαμε κάτω" από τα γέλια. Ήταν και αυτό η Αρλέτα.** 49 χρόνια-







8/8/17

είμαστε λίγο δύσκολα (και ποιός δεν είναι αυτούς τους καιρούς), τρέχοντας να προλάβουμε κείνα που δεν μπορούμε, γιατί? από την συνέντευξη στον Ταχυδρόμο το 1968, στο πριν δύο χρόνια στο Half, μία υπέρβαση, ξαναείδα και τον Γιώργη αλλά πολλά "χαλάσαν" από ένα χέρι που κούνησε το τοπίο, μόλις  "δεν θελήσατε να πάμε φέτος", στον γνωστό δρόμο βόλτα και συμπάθησα το σκυλί, η μαμά Κατίνα μας τάιζε στην Πλατεία και γελάγαμε, τι να θυμηθεί, τι να ξεχάσει η ανεμοδαρμένη γενιά μας, ήταν αυτή που ήταν, προσωπικά της οφείλω τον δίσκο με τον Λάκη με τα Ψηλά Ρεβέρ τον Δεκέμβρη του 1984, οι συνέλληνες, της οφείλουν το ότι υπήρξε, γειά σου κοπελλιά


πεθαίνουν οι γενιές μας ακαθέκτως







ήταν το πρώτο τραγούδι που έμαθα στην κιθάρα  σε μι-λα- και φώναζε ο δάσκαλος Γεράσιμος Μηλιαρέσης εκεί, απέναντι από την ζεμένη μηχανή, καληνύχτα, ντε!!
είχε ακόμα φωνή "καμπάνα" κάποιος εξηγούσε τα γιατι τις προάλλες, δεν περιμέναμε αυτό, στο καλό.......     
πρέπει να ήταν το 2008, μόλις είχαμε ανακαλύψει αυτό το δημόσιο καφενείο-μέσον,  θύμισα τότε στην Παυλίνα το σαλαγάει ο άνεμος, επενέβη η Νικολέτα και βρεθήκαμε  πάλι μαζί. υπάρχουν άνθρωποι που είναι για αυτό το πικρό μαζί, φυσικά, είναι ιδίως μία γενιά, η δική μας, αυτή καταλαβαίνει καλλίτερα τι είχε σημάνει το φώναξε με αγάπη, φωναξέ με, οι νεώτεροι θα λυπηθούν, πολλοί ίσως προσπαθήσουν ακόμη και να "εξαργυρώσουν"  η Νικολέττα είταν αμείλικτη, σιωπή, λοιπόν, μπρος στα νιάτα μας, μπρος σε μία μεγάλη κυρία που σήμερα απεχώρησε από τα εγκόσμια, παράκληση, δεν αξίζει να την διασύρει κανείς, δεν πρέπει, δεν το αξίζουμε εμείς σ'εμάς, ανήκει σε όλους, σε κανέναν ιδιαιτέρως πια, ο σεβασμός ας είναι προς εκείνην και την εισφορά της, σε μία απίστευτα πληγωμένη αλλά ακόμα περήφανη γενιά, ας μην πληγώσουμε άλλο τις μνήμες μας -

7/8/17

6/8/17




ανάρτηση 1270 λέει ο counter, μπράβο μας...



Ράβω ελπίδες
σαν στόμα ανοιχτό
ούτε τσιρότα
ούτε ουλές
όλο σπάει η κλωστή
στην τσόχα τα ρέστα όλα/
τα δελτία ειδήσεων
είπανε χθες πως έσπασε κι η βελόνα
τότε γιατί ένα μάτι
την συνέλαβε σερνάμενη καταγής?
Θολωμένο θα ήταν-

Dic.2016





Αποφθεγματίζοντας...

«διότι οι έρωτες θα ‘ρθουν όταν δεν θα είναι πια έρωτες, τα νηπενθή θα έχουν πεθάνει ακαριαία και τα βλέμματα θα χαϊδεύουν ακροποδητί γκρίζους ορίζοντες μιας ασαφούς επιθυμίας ένωσης –τρυπώντας με λεπίδα μπλε ουρανούς και λοιπά γλυκανάλατα- διότι οι έρωτες συνήθως έχουν βλέμμα λοξό, αν τύχει και «ισώσουν» δεν χωράνε σε βλέμμα, καταλήγοντας σε γνωστές αμβλυωπίες. 0ι έρωτες έχουν τις δικές τους προδιαγραφές και σου λένε στυγνά: «αν θες, χώρεσε, αν δεν θες ή δεν είναι βολετό,I’ m sorry»-
Sept 2016


*του λοιπού, βρέχει ακόμη μάτια, φεγγάρια και θάλασσες και λοιπά γλυκανάλατα συμπαραμαρτούντα*
για τα ποιηματίδια, το γνωστό κλόπυ ©ΑΡ




δεν υπάρχει η μέγιστη κυκλοφορία δωμέσα, κάποιοι λένε πως τα φλαμίνγκος έχουν κάπου, κάπως, την τιμητική τους, αυτά είναι από το Chetumal με γρήγορη λήψη, πάνε χιλιάδες χρόνια πριν, τότε.....
με Νικονάκι Ε 32  1994

4/8/17

Μια μικρή ιστορία που μου είπε η Lee
αυτό το σκυλάκι έχει τόσο γλυκειά φατσούλα και τρυφερή, εν αντιθέσει προς τα απειλητικά κι όμως άκακα ντόμπερμαν του πεθερού της Lee, κοιτάγανε
"μοβώρικα"από την ώρα που πάρκαρα πάνω στο σπίτι, καθόμουν μες στο αυτοκίνητο ως να τα δέσουν στην πίσω αυλή, ο Εκτωράκος όμως.... περάσαμε μέρες μαζί, μόνο χαρές και χάδια ξέρει, έσωσε την συμπεθέρα μου Τζουν. Τώρα που τα παιδιά θα μετακομίσουν στην Ουαλλία, ο φύλακας άγγελός τους,
μικρή ιστορία πριν: 1982, περαστική από το Πορτοχέλι, οι γονείς εκεί στην Ζωρζέττα και τον Ντίνο, τα ντόμπερμαν λυμένα, τα δένει ο Ντίνος, δεν κατέβαινα από το αμάξι αλλιώς, κάποια "μαγικά" έκανε ο Ντίνος, μιλώντας μου για το χάραγμα των ανέμων στην βεράντα και φέρνοντας λίγο-λίγο τα ντόμπερμαν όλο και πιο κοντά, έβαλα το παιδί να μπουσουλάει πάνω στο σκιάγραμμα του γρέγου και του λεβάντε, ήρθε ένα αρσενικό ντόμπερμαν κοντά, το παιδί το αγκάλιασε από τον λαιμό, ηρέμησα κι εγώ.
Ποτέ μην λες ποτέ....

https://sikam.wordpress.com/2017/08/04/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%89%CF%81%CE%B1%CF%82-%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CF%83%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%B7%CF%81%CF%89%CE%B1%CF%82/