25/3/17

βαγγελίστρα

σήμερα γιορτάζει η Βαγγελίστρα, στις ανωφερειές της Πρόνοιας, δεσπόζει στον Αργολικό Κόλπο. Επισήμως την  λένε Ευαγγελίστρια, εμείς Βαγγελίστρα.
Είναι το μόνο μεγάλο πανηγύρι μας, όταν είμασταν μικρές, πήγαμε μια φορά με τη Φουλιάννα, είχε κάτι περίεργες κούνιες - βάρκα, με χοντρό σκοινί, αρχίσαμε τα πήγαιν' έλα, παραδίπλα είχε το βαρέλι του θανάτου (ένα ξύλινο μεγάλο βαρέλι με μία μηχανή που γύριζε γύρω-γύρω, μοτοσακό δηλαδή).
Μπήκα, λίγο ζαλίστηκα, βγήκα, τη γλίτωσα, στις βάρκες, σπάει το σκοινί, δεν είχαμε τότε νοσοκομείο, μας πήγαν  στην Κόρινθο. Δεν πάθαμε κάτι συγκλονιστικό. Ευτυχώς, είχαμε ήδη το "μπουζουκάκι μας", το αυτοκινητάκι, δηλαδή, ήρθανε με την κυρία Γονατία, τη μαμά της Φουλιάννας, μας μαλλώσανε καλά-καλά και μας βάλανε στα κρεββάτια μας.
Κούνιες δεν είχαμε τότε στην πόλη μας, τρελλαινόμουν για κούνια-. Κάθε που φτάναμε στην Αθήνα, στην Αγίου Κωνσταντίνου, ζαλισμένη-ξεζαλισμένη, η πρώτη ερώτηση ήταν "πότε θα πάμε στις κούνιες?"  Όταν ήρθαμε να μείνουμε στην Αθήνα και με στείλαν σε καλό σχολειό, η πρώτη που βρισκόταν στην πόρτα για τις κούνιες πριν καν χτυπήσει το κουδούνι, η αφεντιά μου....
Τον κύριο δρόμο από την άκρη του Κτελ ως πάνω τη λένε 25 Μαρτίου, κάθε Βαγγελίστρας όλα τα χασάπικα βγάζουν και ψήνουν στον δρόμο γουρουνοπούλα.
Μου παράγγελνε η μάνα μου να φέρω. Κείνη τη φορά, βέβαια, έμεινε χωρίς και πήρε και τρομάρα, χαλάλι μας-

Τα τελευταία χρόνια το κυρίως σπίτι είναι κάτω από τη Βαγγελίστρα, στην Πρόνοια, κάποια φορά μας σπάσαν καινούργιο αμάξι. Το πανηγύρι με διάφορα κιτσάτα μπιχλιμπίδια ως σήμερα σε όλη την 25η Μαρτίου, την παραμονή έχει λιτανεία, περνάει μπρος από το σπίτι, ανάβουμε κεράκια και φαναράκια, οι μουσικές είναι ωραίες





πολιτικάντηδες και παπάδες, τα γνωστά, δηλαδή, παρουσιάσατε, αρξ, τα παιδάκια ένα χάρμα- και  τα στρατιωτάκια του ΚΕΜ μας, η παρέλαση γίνεται σήμερα από το σταυροδρόμι της Εντεκάτης επί της 25 Μαρτίου, μπρος από τον ΟΤΕ, κάποτε, εκεί συγκεντρωνόμασταν για την παρέλαση πάνω στη Συγγρού, μπρος από το Κτελ και το άγαλμα του Καποδίστρια, άσχετο, δεν φτάνει που το επιβάλανε στους γονείς, που το πέρασαν στο δικό μας DNA κι έπρεπε να μεγαλώσουμε για να μην θέλουμε τέτοια, το περνάνε στο DNA ως εγγονών, σε πόσες χώρες υπάρχουν "πατριωτικές" παρελάσεις?, ώρα να τελειώνουμε με αυτά και να τα ξερριζώσουμε από το DNA μας, ή όχι? η ανάρτηση είναι εγγεγραμμένη σε DNA, δυστυχώς, για του Δαβάκη τ' άξια παλληκάρια, όταν εκλείψουμε εμείς, ε, ας εκλείψουν κι αυτά....
χρόνια πολλά στη Βαγγελίστρα μας

24/3/17

31η δεν ντύθηκα ποτέ Αμαλία

δεν ντύθηκα ποτέ Αμαλία την 25η, δυό φορές ομαδάρχης, είχα ψηλώσει λίγο απότομα -έτσι δεν το λένε?- ούτε παραστάτισσα ποτέ,στη γενιά μου,σημαιοφόρος κορίτσι ήταν αδιανόητο, στο Δημοτικό όλα παίρναμε 10 με τόνο αλλά ήμασταν πολλά μαζί, δεν με λάτρευε κανένας δάσκαλος -εκτός από τη δασκάλα μας τη δεσποινίδα Μαρία Ρουσσάκη, αιωνία της η μνήμη- πολύ ατίθαση για τους πεποιημένους κανόνες τους. Μετά την παρέλαση κάθε 25, πηγαίναμε στην αρχή του Μεγάλου Δρόμου, στου Λάμπρου, είχαν έρθει τα παγωτά στο ψυγείο της Έβγας, παγωτό ξυλάκι, κρέμα μέσα, πάλλευκη, σοκολάτα απέξω. Το απόγευμα τσάμικα και καλαματιανά στην Πλατεία, με τις Αμαλίες υπό σειράν -η φίλη μου η Φουλιάννα πάντα, μετά η αδερφή της η Ελένη και αργότερα η Αμαλίτσα, δεν την βάφτισα -από τότε, στα δεκατρία μας, τσινούσα με τις θρησκείες, ακόμη  κι αν δυο χρόνια πριν, κάναμε μετάνοιες με τη Φουλιάννα πριν της Παναγίας, ακόμη θυμάμαι τα φορεματάκια μας,-αλλά της δώσαν τ' όνομά μου. Το βράδυ είχε λαμπαδιπορεία -λαμπαδοφορία τη λέγαμε τότε- με  τα στρατά και πυρσούς, διασχίζοντας τη μισή πόλη, περνάγαν και κάτω από το σπίτι μας, άρεσε στη μητέρα μου αυτό-. 
Και τη Φιλαρμονική, πάντα, με τον χαλκέντερο κι αγέλαστο Χαραμή, έτσι ξεκίναγε, εξάλλου, κάθε 25 Μαρτίου, περνούσε κάτω από το σπίτι στις 7 το πρωΐ, η μητέρα μου γκρίνιαζε που την ξυπνούσε αλλά του λόγου μου πεταγόμουν ελατήριο και κατέβαινα στην εξώθυρα ροβολώντας τις πέτρινες σκάλες.
Φυσικά, παίζαμε και κάτι σκετσάκια στο σχολείο επί τη επετείω. Μία φορά, μετά την παρέλαση, με πήγε ο πατέρας μου στου Ραφτόπουλου να βγάλει φωτογραφία με τα ναυτικά, δεν έχω καμία φωτογραφία πια, όπου κι αν πήγε, σε ηπείρους κι άλλες πόλεις, είχε τη φωτό και έλεγε πως μ' αγάπαγε. Τον ξαναβρήκα full time μόλις ελάχιστους χρόνους πριν πεθάνει, πάντα θα λυπάμαι γι' αυτό, έφερνε σοκολατίτσες με την κυρία με το τσεμπέρι στην ΙΟΝ, όλος γελαστός με τα ξανθογάλαζά του,πάντα κομψός, δεν το καταλάβαινα τότε,νόμιζα πως έτσι είναι όλοι οι μπαμπάδες του κόσμου, σήμερα ξέρω, ήταν ξεχωριστός-
Μεταξύ 4 και 6 σχεδόν μεσημέρι παρά μεσημέρι, έπαιρνα την πετσέτα μου μες στον ασημένιο δακτύλιο με το όνομά μου, είχαμε 5, και η κοπέλλα μας, εννοείται, και πήγαινα για φαγητό στου κυρίου Ηλία, τρία σπίτια παραπέρα, δημόσιος υπάλληλος, της Νομαρχίας, στο Δικαστήριο? υποχωρεί η μνήμη. Είχε δύο κόρες στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου, οι ποδιές ήσαν τότε μαύρες και διήγαγα περίοδο τρόμου και πανικού για το σκοτάδι και όλα τα μαύρα. Με το άστα ντούε της μάνας μου, με πήγαινε πάντοτε η κοπέλλα μας, τα "μπορώ και μόνη μου" τα άκουγε βερεσέ, είχε καεί η γούνα της πλειστάκις με τη θυγατέρα της ως τότε,ο δρόμος ήταν πολυσύχναστος από αυτοκίνητα και ιδίως από πούλμαν Chat για το ξενοδοχείο δίπλα μας. Κάτι μήνες πριν, με είχε ανασύρει ψυχραιμότατα από κάτω από ένα τέτοιο...
Θυμάμαι την κυρία του σπιτιού, κυρία Νίτσα, κοντούλα, παχουλούλα και πάντα εύχαρι και γλυκύτατη, κρατάγαμε συνήθως ένα ματσάκι μενεξέδες από την αυλή μας που με πολλή χάρη της προσέφερε η κοπέλλα μας.
 -Κάποτε πρέπει να γράψουμε κάτι ο Γιώργος κι εγώ για τη Σοφία μας, είχε απαράμιλλο στυλ κι εκπληκτικά ισχυρή προσωπικότητα, μιαν αρχοντιά από τις λίγες και μας λάτρευε συλλήβδην, παροιμιώδεις οι παρατηρήσεις της όταν έβγαζε τα φουστάνια της μάνας μου από τη ντουλάπα και της πρότεινε τι να φορέσει για την κάθε περίσταση, ως το τέλος ερωτευμένη με τον πατέρα μου, αναπαύεται στους Ουρανούς αλλά κάπως κοιτάζει ακόμη τις ζωές μας, λέμε εμείς- Το μοναδικό χαστούκι το έφαγα από τη Σοφία μας, ο Γιώργος την αποκαλούσε "λοχία" και "βελιγκέκα", του έκανε χειροκλείδωμα συχνά-πυκνά... Η μάνα μας ποιούσε την νήσσαν, ό,τι έκαμε η Σοφία, πάντα καλώς καμωμένο... μπρος στο δίκιο μας επικρατούσε η Σόφια δικτατορία, περιττό να ανατρέξουμε στις μαμικές φτερούγες, απλώς, δεν υπήρχαν....Όταν κατάπια τα Βάλιουμ της μάνας μου δεν το συγχωρούσε για χρόνια στον εαυτό της που διέλαθα της κέρβερης προσοχής της. Ήρθε στο σπίτι μας όταν δεν ήμουν ενός ετών από ένα χωριό λίγο έξω από την Τρίπολη, με το αδύνατο κορμί της, το κατακατσαρό ξανθωπό της κεφάλι και δύο καταγάλανα πανέξυπνα μάτια, φιλοπρόοδη και φιλομαθής, την έστειλε η μάνα μου να τελειώσει 3 τάξεις του Γυμνασίου, διάβαζε τα βιβλία της βιβλιοθήκης, είχε γνώμη για όλα και για όλους, συνήθως ολόσωστα, με απίστευτη παρρησία, όταν ο πατέρας και η μάνα μου βγάλανε την εφημεριδούλα "Η Μάχη", τον τελευταίο λόγο είχε πάντα η Σοφία, εννοείται,όταν η μητέρα μου "έκανε χαρτιά" δύο φορές τον χρόνο, για να ανταποδώσει τις τόσες προσκλήσεις στις οποίες ποτέ δεν προλάβαινε να πάει λόγω πολλής δουλειάς, η Σοφία ήταν η κυρία του σπιτιού, με την  άσπρη ποδιά και το bonnet της, τόσο εκλεπτυσμένους τρόπους (αντέγραφε ασυστόλως τη μάνα μου κι εκείνη μόνο το χαιρόταν καλόκαρδα, είχαν τόση συνάφεια οι δυό τους..) που οι καλεσμένοι στα καρέ απορούσαν, εμείς, ως μικρά, ξέραμε,η Σοφία μας ήταν ο φύλακας-άγγελός μας και μοναδική....στη Σοφία μας οφείλω τις πρώτες αναγνώσεις του Γκυ ντε Μωπασσάν, αγόραζε το περιοδικό Ρομάντζο με πάθος και δίπλα είχε την Ασκητική του Καζαντζάκη, κι έκανε και διορθώσεις στα σονέτα της μάνας μου, σας λέω, η Σοφία μας ήταν μοναδική, με το σπαθί της κέρδισε τον ασημένιο δακτύλιο της πετσέτας με το όνομά της, Σοφία, καλύβωνε τον ψύλλο!!! αχ βρε Σοφία που δεν σε πρόλαβα!!!Δεν μου χαρίστηκε ποτέ κι ήταν πάντα εκεί, αγκαλιά, να σιγάσει όλους τους φόβους του μαύρου, όταν γύριζα έντρομη από κάτι μαύρα ράσα παπάδων, ήταν πάντα εκεί. πόσο να ήταν, κοριτσάκι ήταν κι αυτό, ήξερε πώς να ηρεμήσει ένα μικρότερο από κείνην έντρομο παιδί,αχ βρε Σοφία, σε ευχαριστώ!!!

στα 23 της έγιναν τα προξενειά με έναν χρυσό άνθρωπο στη Μελβούρνη,δι' αλληλογραφίας, σαν σήμερα θυμάμαι στο σπίτι της γιαγιάς στην Κυψέλη που πήγαμε για να την βάλει στο αεροπλάνο για τη Μελβούρνη, εννοείται με έξοδα της μαμάς, αυτά περιττεύουν σε αναφορά. Δεν ξαναείδα ποτέ τη Σοφία μας, ήρθε δύο φορές στην Ελλάδα κι έλειπα πάντα σε άλλη χώρα, βρήκα τα δώρα της. Είχε έρθει δύο φορές ο άντρας της, συμπαθέστατος κι όμορφος εφ' όλης της ύλης, τότε, της είχα στείλει κάτι που το κράτησε για πάντα. Όταν πέθανε η μάνα μου της τηλεφώνησα κι αρρώστησε για καιρό. Πέθανε πριν 4 χρόνια νεώτατη,67 χρονώ, από ανακοπή, διατηρούμε πάντα επαφή με τη μοναχοκόρη της, το μικρό της αδερφάκι που έγινε παπάς κειπέρα και την λυμφατική αδερφή της, τη Σπυρούλα μας. Για τρία χρόνια τους είχαμε μαζί μας, θυμάμαι τα παιχνίδια μας με τον Δημητράκη και τη Σπυρούλα μας στην αυλή μας...Ήθελα πάντα να πάω στην Αυστραλία να τηνε δω, δεν την πρόλαβα, μία εξέχουσα προσωπικότητα, ό,τι κι αν πεις, κειπέρα τελείωσε το Γυμνάσιο, έκανε μαθήματα στο Ελεύθερο πανεπιστήμιο, δούλεψε για χρόνια ως μάνατζερ, ελαφρύ το χώμα της...-
-'Ετρωγα μεν με μαχαίρι και πηρούνι πάντα αλλά στα φρούτα δεν τα κατάφερνα, συμβοηθός γλυκύτατη η κυρία Νίτσα, 
-υπάρχει και μία αμήχανη ιστορία, όταν ήμουν 10, η μικρότερη αδερφή του πατέρα μου, η πανύψηλη, ολόξανθη και βεργολυγερή θεία Δέσποινα, επανέκαμψε στ' Ανάπλι, αποφασίζοντας να δεχθεί την πρόταση του επιχειρηματία και πρώτου τουριστικού πράκτορα της Ολυμπιακής Γιώργη  Γ. για δεύτερο γάμο. Την είχε μεγάλο καϋμό από τα μικράτα τους. Το σπίτι ήταν το πέτρινο, απλώς απέναντί μας. Χειμώνας, με βαριά βροχή, γίνονταν οι αρραβώνες, η μητέρα μου σκοτωμένη από τη δουλειά τηλεφώνησε να ζητήσει συγγνώμην κι έστειλε του λόγου μου να εκπροσωπήσω την οικογένεια, πρώτη φορά μόνη μου σε άλλο σπίτι, με ντύνει με τα καλά μου, μου δίνει ένα δώρο φερμένο εξ Αθηνών και μια μπουμπουκάδα από την αυλή μας και με ξαποστέλνει. Υπήρχε τότε η γιαγιά, η μητέρα του θείου Γιώργη, καθόμαστε στο τραπέζι, όλα καλά, έρχεται η ώρα των φρούτων και βάζουν μπρος μου σε πιατάκι ένα πορτοκάλι, βλέπω πώς το κόβουν οι άλλοι, κοιτάζω απελπισμένα, χάλια, με συλλαμβάνει το όμορφο βλέμμα της γιαγιάς  και μου λέει "κάτσε να  σου το ανοίξω εγώ", ήθελα να με καταπιεί η γης, φυσικά, περάσαμε κάτι μέρες με τη μάνα μου σε μαθήματα πώς κόβουν τα φρούτα στα επίσημα, χρειαζόταν? για τη γενιά μας και το κοινωνικό μας στρώμα, δυστυ-χέστα-τα, ναι! Ακόμη και σήμερα, πορτοκάλι και μήλο σε επίσημα καθίσματα αποφεύγονται επιμελώς-

- Ο κύριος Ηλίας με πήγαινε πίσω, είχε πολύ ωραία φωνή και μου τραγουδούσε ανεβαίνοντας την πέτρινή μας σκάλα ως τη τζαμόπορτα.


(...)
είδα το μουστάκι του μπαμπά/

τώρα θυμήθηκα

την τελευταία βόλτα

στους λεμονανθούς

στ’ άνθια της νερατζιάς

στον δρόμο

του μόνου σπιτιού

που αναγνωρίζω

δικό μου (...) 




γύρω στα έξη, η πισίνα είχε μόλις εγκαινιασθεί,είχα "κουρευτεί απολύτως"-
το έχω ξαναπεί,στο νηπιαγωγείο, είχα το πιο πρωτότυπο δεκατιανό: με το ποδήλατό μας, περνάγαμε από την Πλατεία, μου αγόραζε ένα χωνάκι βραστά κάστανα -συμφωνούσαμε στα 3 συνήθως- κι ύστερα πηγαίναμε στη γωνία, απέναντι από τη Βιβλιοθήκη, στου Μπουγιούκου, ένα μουστοκούλουρο -δεν τα αντέχει το στομάχι πια-, τα βάζαμε στο καλαθάκι- κι αυτό ήταν, a little bit peculiar, τι να κάνουμε? υπήρξαμε μυστήρια οικογένεια, αυτοί (οι τρεις τους) υπήρξαν δημιουργικοί, του λόγου μου, σέρνω σαρκίο...





 στο 2.22-24  αριστερά στέκει ακόμη το σπιτάκι, στο δρόμο μας με τις νερατζιές

*από τα 7 μόνο νυχτικό, ορίστε για να το χρησιμοποιήσεις, η θεία από το Λονδίνο, μαζί με το πρώτο ελβετικό ρολόι και μοναδικό ως τα 40.... ως τότε, πυτζαμούλα κίτρινο σκούρο με κόκκινα τετραγωνάκια, ποιά; στο κρεβάτι και μια κούπα (την συνήθη) με παγωτό σοκολάτα (χειροποίητο στην ξύλινη μηχανή παγωτού, η πολυπράγμων μάνα όλα τα πρόφθαινε, έφερνε για να κοιμηθώ). Στα σαλόνια, οι κυρίες παίζαν κουμ-καν και πινάκλ, πόκα, οι κύριοι, μπριτζ και πόκερ, ο πατέρας,ως συνήθως, διέπρεπε στο μπριτζ (πανελλήνιος πρωταθλητής γαρ)..., με έμαθε πόκερ,το μόνο παιχνίδι που κάπως θυμάμαι ακόμη...

δεν ντύθηκα ποτέ Αμαλία, ο αδερφός μου ναι, τσολιάς, δεν είχα γεννηθεί όταν τον βάλανε δίπλα στη Μιμίκα την Απαλοδήμα και παρήλασε κιόλας, 3-4, όταν ήταν δέκα, καλά θυμάμαι το σαλάχι στη μέση, δανεικό από παλιά οικογένεια της Επανάστασης, όλη τη στολή είχε ράψει η μάνα μας, ως συνήθως, θυμάμαι τη φουστανέλα στη Σίγγερ και σιγοτραγούδαγε, "θα σε πάρω να φύγουμε, σ' άλλη γη σ' άλλα μέρη"  έτρεχε δίπλα στην παρέλαση και αποθανάτιζε τις σκηνές σ' εκείνη τη δική της Kodak, την έδωσα στον αδερφό. Μετά το παγωτό, κοιμήθηκα ήσυχα, χρόνια μετά, απλώνω το τραπεζομάντηλο με τα τραπουλόχαρτα τις Πρωτοχρονιές και φέρνω το χειροποίητο κουτί από τον παππού τον Κώστα όταν ήταν μελλοθάνατος στην Ακροναυπλία,  με τις φύσσες για να παίξουν οι φίλοι ζαριές στη μοίρα μας, ακόμα παίζουμε ζάρια, η μοίρα, καθ' ορίσθηκε πια-
-δεν μου κόστισε ποτέ που δεν ντύθηκα Αμαλία-

22/3/17

if ever
αν πεθάνω, ίσως το μάθεις, ίσως το δεις



τι είναι η αφή? τι είναι το άγγιγμα? τα όλα ποτέ δεν θα είναι όλα, μένουν, τα δέντρα στον κήπο κι οι θάλασσες, ένα πλατύγελιο στον παραστάτη εκείνης της Σαντορίνης

20 τέτοια χρόνια πια


**σταλμένο σε μια κόπια αλλοτινού καιρού, από κείνη την Κούβα**
 Διόσκουροι και τ' αμάξι πήγαινε σιγά, πολύ σιγά, για να τ' ακούμε, αργά πολύ 
αργά, και όλο ρώταγες τι θα πει μπαλαμός, αγάπη μου μεγάλη θα πει-



acordem, nem?



“SI EM MOR” (Raimon, 1964). Si em mor, que el cant siga ja realitat. Si em mor, que les esperances siguen fets i que d'altres continuen el que nosaltres continuem. Si em mor (quin absurd descans), ja per sempre lluny de tot el que més estime, lluny de tot el que més vull. Si em mor, que el cant siga ja realitat. Si em mor, que el nostre treball haja guanyat. Si em mor. Si em mor.

within

Νυκτουργία των παθών
κι απόψε
καλείται η μούσα της τιθάσευσης
ν’ απαλύνει
τοπιογραφίες του νού
Διαγουμίζονται πάλι
οι αισθήσεις
άναρχες κραυγές
να τρυπήσουν την οροφή
ξεχασμένου αισθησιασμού.
Νυκτοφρουροί
υποβοηθούν
τις αλυσσίδες του βηματισμού
μπρος σε γκρεμνό
-μου χαρίσαν γερά παπούτσια-


©ΑΡ
2017, από νέα συλλογή 

20/3/17

τι rip κι αμερικανιές, α, ρε φίλε, στο καλό,
είμασταν συνομίληκοι και κάποτε μαζί σε τόσους αγώνες, όταν άνοιξε το μπαρ του το Τράμ, στη Μαυρομιχάλη, στη Νεάπολη, συχνάζαμε κειμέσα, σαν σπίτι, πες, παιδί διαμάντι, γειά σου Μήτσο.........

https://www.efsyn.gr/arthro/efyge-o-dimitris-koymantaros

https://kanenaskathenas.wordpress.com/

αμ, τα έχω πει εγώ: πρίμα θα πάει η δική μας η γενιά, κάτι 70 κλπ τα έχουμε ήδη  ξεχάσει, ό,τι προλάβουμε.....

στήθηκε το πανηγύρι...

α, ρε Μιχάλη (Μήτρα) τι μας έκανες: δίνουνε ποτό σε πρώην αλκοολικό?
ιδού τα αποτελέσματα της καλοπροαίρετης πρότασής σου. Εφαρμογή σε λαό πληθωρικό, και πάλι φέτος εορταί και εκδηλώσεις στο σωρό, και του χρόνου και καλή Σαρακοστή!!!


την παγκόσμια μέρα της ποίησης
θα διαβάζω τα ψιλά γράμματα
πίσω από τις ετικέτες
φαρμάκων και τροφίμων

την παγκόσμια μέρα της ποίησης
θα διαβάζω τα πρόσωπα
ανθρώπων που δεν έχουν διαβάσει
ποτέ στη ζωή τους ποίηση

την παγκόσμια μέρα της ποίησης
θα διαβάζω το ριζικό
στην ανοικτή σας παλάμη
έναντι ενός ευτελούς αντιτίμου


την παγκόσμια μέρα της ποίησης
θα διαβάζω αναγγελίες θανάτου
όλων αυτών που η ζωή τους
έμοιαζε με ποίημα

-Βάσσος Γεώργας-


ο έξοχος κύριος Μιχάλης, από το: Κατά Σαδδουκαίων, Η διαθήκη μου, 1953



σ' αυτή την έρμη χώρα τού αλλού, κουρασμένος πληθυσμός, γονατισμένη κοινωνία, κάποιοι,στους φαντασιακούς τους γαλαξίες, δήθεν, ακόμα αυτοχαϊδεύονται με, λέει, ποιητικά εργαλεία, πού είσουν ρε ποίηση που έλεγες πως θα γινόμασταν άλλοι, για αμέτε μου λιγάκι γιατί μου κρύβετε τον ήλιο του Διογένη του κουμπηστή



 θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία της σκέψης, και ενέργειες, και δράση, και δρόμο, όχι ποιείν ποιηματίδια εκ του ασφαλούς, με ιδιωτεύοντα συμβόλαια που "βολεύουν εαυτούς", στους δρόμους να αναμετρηθούμε, αν όχι, για αμέτε μου λιγάκι διότι στο κάτω να αναμετρηθούμε, όχι από κάμαρες κλειστές, και "αλληλοχαϊδέματα" ημών  και αλλήλων σε "καφενέδες",διαδικτυακούς,  εκεί μας θέλω-

*κάποτε διατηρούσα λογαριασμό στα καφενεία, μου είχε αρέσει πάρα πολύ αυτό και, έχοντας μόνο σελίδα -δύσκολο να πεισθεί κανείς να  κάνει ένα βήμα παραπάνω από το τάιμ λάιν, το 2014 είχα βάλει αυτό της φίλης μου της Κατίνας Βλάχου, Κερκύρας ορμωμένης:


-Mέρα που ΄ναι σήμερα...


Απόλυτη κυρία
Απόχτησε κι η ποίηση φουστάνια
Έτσι της όρισαν οι ανθολογίες
Ένα καλό για γάμους και κηδείες
ένα για καθημερινό κι ένα όταν γράφει
Το savoir faire στα λόγια σαλόνια
και στις καλές παρέες η ετικέτα
θέλουν την ποίηση κοκέτα
ακόμα κι όταν πάει για ψώνια
Οφείλει να πρωτοτυπεί
να μεταμφιέζεται
να μην πλατειάζει
συχνά να ομφαλοσκοπεί και να γκρινιάζει
Δεν πρέπει ν’ αστειεύεται και να γελάει
κι ούτε με τον καθένα να μιλάει
Μπορεί να ερωτοτροπεί με τη δημοσιότητα
χωρίς να δείχνει πόσο επιθυμεί τη διασημότητα
Eκείνη ωστόσο αν είναι αληθινή
είναι συνήθως ταπεινή
και προτιμάει να κυκλοφορεί γυμνή
Σ’ ένα φύλλο χαρτί τυλίγεται
κοπιάζει
ιδρώνει 
και αμείβεται
με μία λέξη απρόσμενα ικανή
με μία άνω τελεία σαστισμένη
με μία στροφή αμήχανα σεμνή 
και κάποτε εμπνευσμένη
Και επιμένει
γράφοντας όσα ο νους δεν διανοείται
όταν η αλήθεια της την συνεπαίρνει
ανυπεράσπιστη και μεθυσμένη
εις πείσμα των καιρών
να παραμένει 
του εαυτού της απόλυτη κυρία
"Ατάκτως Ειρημένα", εκδ. Λοράνδου, 2012- ©Κατίνα Βλάχου


όπως σοφά σημείωσε στο ίδιο καφενείο η φίλη μου η Ερούλα (Ρίτσου): "να ανακηρύξουμε ως μέρα πεζογραφίας την 4η Αυγούστου"? συμβαίνει να έχει γενέθλια τότε η Ερούλα, καλά δεν τα είπε? μπρε αμέτε με τις παγκόσμιες μέρες και τους worldwide ποιητάδες-
-τα γραφτά καμμία χρεία εορτασμών άπαξ του έτους, όπως και πολλά άλλα, σαν το μισό του ουρανού, αίφνης. Όλως ιδιαιτέρως, σ' αυτή τη χώρα που υποφέρει από βασικότερα πράγματα, ζωτικότερης σημασίας,  ίσως?. Αφού καλά γνωρίζουμε πως αναγνωστικό κοινό, έτσι δεν το λένε κομψά, σχεδόν δεν υπάρχει, δέκα χιλιάδες το πολύ σε πληθυσμό 11 εκατομμυρίων? Και η ομφαλοσκόπηση καλά κρατεί. Να μας χαιρόμεθα-




15/3/17

30η η κι ο Αμφιτρύωνας

Ο Αμφιτρύωνας κι εγώ μεγαλώσαμε ομού, ένα συν, πλην, στο πληγωμένο του πλευρό είναι το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, δεν θα είμουνα δέκα, κάποιο μωράκι πέθανε, είδα τότε να γίνεται ανεμοβάπτιση, φέραν ύστερα ένα μικρούλι φέρετρο, άσπρο, βάλαν το μωρό μέσα, δεν το ξαναείδαμε πια, το Δεσποινιό κόντεψε να μου σπάσει το χέρι.

Περάσαν τα χρόνια, σε όλα τα γενέθλια, τα παιδιά φέρναν πελώριες σοκολάτες από του Κατραμάνου -αποκαλούσε τη μάνα μου πάντα "γιατρέ" με σεβασμό- "πού πάτε όλα εσείς τσούρμο, στης... στον Αμφιτρύωνα"...
Περάσαν χρόνια, στα σκαλιά του Κυριαζόπουλου,-μέναμε στο σπίτι του, χωρισμένο στα δύο- τοίχο με τον Αμφιτρύωνα, καθόμασταν με το Δεσποινάκι και έλεγε, δεν μπορώ να με λένε έτσι, παίζοντας λεκτικά βρήκαμε το "Ντένα"
έκτοτε, την λένε Ντένα, την λέω πάντα Δέσποινα και δεν διαμαρτύρεται...
όταν το Πάσχα είχαμε δώσει ραντεβού κάτου, στ' Ανάπλι, με ψάχναν, δύο κουβέντες, και το Δεσποινάκι σε 2 ώρες ήταν στο νοσοκομείο, δεν έφυγε ποτέ. οι  παλιοί μας φίλοι δεν φεύγουν ποτέ, οι νεώτεροι φίλοι, μένουν, φεύγουν, δεν γνωρίζουν όμως την ηχώ της παλάμης μας, 5 και πάμε, κάθε Πάσχα, πάμε περιφορά με το Δεσποινάκι, μου κρατάει πάντα το χέρι, πρόσεχε, καλέ, θα το σπάσεις, ξέρω, όταν πεθάνω, θα ήθελες να μου έχεις σπάσει την παλάμη σε κάθε ηχώ της θάλασσάς μας, να προσέχεις κείνα τα κάτασπρα χεράκια, θυμάσαι που ένοιωθα δύσκολα γιατί τα δικά μου ήσαν μες στη μούργα στο Δημοτικό?


Θηριώδεις συγκυρίες.

Όταν οι αισθήσεις κατακάθισαν δρομαίως κι ιδρωμένες, οι παραισθήσεις κατοίκησαν δυο νύχτες επαρκούς συνομιλίας με τα κενά, πληρώθηκαν δεόντως όλες οι βουτιές από τον δυσπάριτο βράχο της τολμητίας ήβης, γυρίσαμε να μας κοιτάξουμε  στα μάτια’  άσπρο /  όμως, φεγγοβόλα εκτοξεύτηκαν στα κρατημένα μας χέρια –νοητά, δεν λέω, πώς αλλιώς; -\. Αποφατικά, εδήλωσες, εντούτοις, ανύπαρκτες σκιές, στο γκρίζο\ σου αρέσει τόσο να ξιφουλκείς υπό τα όμματα τού ευγενούς Κιχώτου -υπό το κράτος παρορμήσεων, συγχύσεων και συμφύσεων μετά γαλαξιών τινών.

Ατελέσφορη συνεύρεση, εναγώνια αναζήτηση του μίτου. Το κακό  είναι ότι κουράζομαι εύκολα, προσφάτως, θες η ηλικία, θες η εμπειρία για την εκ των προτέρων γνώση της ματαιότητας, όπως θες ονομάτισέ το. Με την ακόμα πνοή της νιότης, μπορείς να πορευτείς, με κόζια συγγνωστά κι ελπίδα στα πανιά, σου φυσάω/ θα σε κοιτάω,  να το δεις.-


κοίταγες μ’ όλα σου τα μάτια λυτά
όταν πέσαμε
ούτε φυγή ούτε ακρόαση
ένας φακός αλλιώς
δεν βλέπει/
τι είπες γιατρέ,
δεν θα ακούω καν?
τι είπες γιατρέ,
σπασμένα άκρα?
πνευμονοθώρακας-
τι είπες γιατρέ?
δεν θα ανασαίνω καν?
τι είπες γιατρέ,
να πάω να πεθάνω ή ακόμα?
τι είπες γιατρέ,
προλαβαίνω τα κρινάκια?
τι είπες γιατρέ,
θα έρθεις στα Πέντ’ αδέρφια μαζί μου
να πάμε να πούμε γειά στη Γλώσσα?
Όχι?
καλά, ν’ανέβω την ανηφοριά για το πλάτωμα
στον Ψαρομαχαλά/
θα φέρεις τη μπουκάλα?
καλά,
αν δεν προκάμεις,
πάω μια βόλτα πίσω από τον Αμφιτρύωνα και τα φινιστρίνια,
όταν βγουν τα ψάρια
από όλους τους Ψάρακες***
τι είπες γιατρέ?
ραντεβού στο παράθυρο της κουζίνας
θα φέρεις τα μπουζούκια
για το «Όνειρο δεμένο στο μουράγιο»
έλα τώρα,
αφού ξέρεις πως δεν μπορώ να περιμένω…
τι είπες γιατρέ,
να περιμένω τον κυρ Πάνο
να ποντίσει πάλι
με τα κουπιά
Τι είπες γιατρέ μου,
χρείαν,
ποια αναμονή?
κάθομαι και σε περιμένω στην Παναγίτσα
τέλεια δεν θα είναι η πτώση?
-να μου φιλήσεις τις αγριοσυκιές-


*της Δέσποινας, θέλει να την λένε Ντένα, εκείνη ξέρει τα πώς και τα γιατί*



κει δίπλα, στο παράθυρο της κουζίνας μας, 1963 δεν ήταν που το τραγουδάγαμε με  παιδιάστικο πάθος μαζί με τη Φουλιάννα, τον Λεωνίδα  και τον Δημήτρη, τα "Αραπάκια", τον Τώνη και τη Μιμίκα, για πρώτη φορά κι ο Γιωργάκης ο Ασημακόπουλος με το στρογγυλό του προσωπάκι -συναγωνιζόμασταν ποιανού το πρόσωπο είναι πιo στρογγυλή σελήνη, το θυμάσαι, ναι? 

**η ανάρτηση αφιερώνεται στη Δέσποινα, όλοι τη λένε "Ντένα", την λέω καμμιά φορά Πηνιώ-



***για αλλοεθνείς: η οικογένεια Ψάρακα (παρατσούκλι), Ψαρομαχαλιώτικη, κατάξανθοι και γαλανομάτηδες σαν Σκανδιναυοί, ψαράδες από γενιά σε γενιά ως σήμερα-


14/3/17

πολιτισμός στην περιφέρεια

το φλάουτο της Λη: 


από το ιστολόγιο του Μάκη: 


Διονύσιος Σολωμός «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» Σχεδίασμα Γ'
1

Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια,
Τα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
Που ξάφνου σου τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(Κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα του Βαϊώνε!
Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
Ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ‘ναι κρυμμένα·
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,    
Κι ευθύς εγώ τ’ Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ‘χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

2

Έργα και λόγια,1 στοχασμοί, -στέκομαι και κοιτάζω-
Λουλούδια μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
Κι άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.
Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο. –
Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Και σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
(…)

12/3/17

29η μέρα Παναγίτσας χάριν



-έχω πιο φυσικές φωτογραφίες αλλά δεν είναι και η κάλλιστη στιγμή...-
υπάρχει μία ιστορία που αν δεν ήταν αστεία θα μπορούσε να είχε καταντήσει τραγική, δεν είμουν τρισήμιση όταν βρήκα ένα μπουκαλάκι Βάλιουμ της μάνας μου από μία-πάντα στημένη- βαλίτσα στην κρεβατοκάμαρα, ταξίδευε συνεχώς στην Αθήνα-και το άδειασα πανηγυρικώς, ξεφεύγοντας από το στενό μαρκάρισμα της κοπέλλας μας της Σοφίας, καλή της μνήμη, με έσωσε στην κυριολεξία ο οικογενειακός μας ταξιτζής Νίκος Κατσαούνης από την παλιά Εθνική, λες και υπήρχε καινούργια τότε, μόλις είχε ανοίξει το Παίδων και μου αδειάσανε το στομάχι. Η μάνα μου το κράτησε μανιάτικο, περίμενε να μεγαλώσω κομμάτι και γύρω στα πεντέμιση, εικάζω πως θα ήταν η ίδια μέρα καλοκαιριού, με ξυπνάει, δεν υπάρχει καμία κλάψα για γάλα, τσάι κλπ, με ντύνει και με πάει παραδίπλα στην Παναγίτσα, δυό βήματα παραπέρα μέναμε, πέρα από τα Πέντ' Αδέρφια, κι απ' το εικοναστάσι με βάζει να πάω με τα γόνατα ως πάνω στην Παναγίτσα, το τάμα τελείωσε, σαν σε όνειρο θυμάμαι να μου πονάνε τα πληγιασμένα γόνατα αλλά ως τα δέκα σαν του παλιάλογου ήσαν από τις τούμπες. Μέχρι τα 8 τους έδωσα πολλές ταραχές, με τοπ τη "βολτίτσα" ως την Κόρινθο με το γαλάζιο μου ποδηλατάκι, μετά ανακάλυψα τα βιβλία και καλά ξέρανε πως μέχρι τη Βιβλιοθήκη θα πήγαινα, άντε, μέχρι την Κίο με το ποδήλατο. Στα μικράτα μου, τα μπλε της Παναγίτσας βάφονταν το γαλάζιο του Αιγαίου, τώρα είναι κάπως έτσι, ανεβαίνουμε καμιά φορά, όταν αφήνουν την θύρα ανοιχτή, είναι κάτι περίεργοι παπάδες που την κρατάνε κλειστή προσφάτως διότι η Παναγίτσα έχει υπάρξει ο κυρίως γαμηλιώνας των Αναπλιωτών όλων ημών.
Τόπος μαγικός από πάνω, με τη θάλασσα να στραφταλίζει και τις αγριοσυκιές να την φιλάνε, κάποτε, πηγαίναμε με τον πρωτότοκο της οικογένειας πρωτοξάδερφο Θάνο στη βάρκα του, ο Θάνος παντρεύτηκε με τη Μαρί Κριστίν εκεί, μας κουβαλήσαν άρον-άρον από το Παρίσι τότε, καλοκαίρι ήταν, έχουμε δώσει ραντεβού του χρόνου με τον γιό τους τον Γιάννη να έρθει στην Ελλάδα να πάμε με τη βάρκα-.

http://www.argolikeseidhseis.gr/2016/09/blog-post_95.html

*Grotta εννοεί ο καλός φίλος Βαγγέλης, σπηλιά στα Ιταλικά δηλαδή*
καμιά φορά, πάω και ανοίγω την πόρτα, αριστερά το πλάτωμα με τα κίτρινα κρινάκια και μπαίνω στην καμαρούλα μια σταλιά, σιγαλιά εκεί-



11/3/17

τι?

δεν ήρθε ακόμη? έρχεται


andiamo a Genova


και φυσικώ τω τρόπω: 









επιτέλους, διαθέσιμο στα μέσα, η Άντζελα της νιότης μας :) 1972, -αν σε σκοτώσει κανείς- για την μεγάλη απεργία των εργατών του Τορίνου


e, mio caro Michele, ibidem, ο Ιβάν Ντέλλα Μέα τραγουδούσε πάντοτε στη διάλεκτο της περιοχής του, της Λομβαρδίας.



δίσκοι από τη δεκαετία του '70!!!!!!

*η κυρία Τζοβάννα Μαρίνι θυμίζει τόσο πολύ την Δόμνα Σαμίου στην αναδίφηση των ριζών της μουσικής, 80 χρονών και συνεχίζει, τι γυναίκες σπουδαίες!!!! για μέναν αυτό, μαζί με κάποια της Μαρίας Μόντι, της Γκαμπριέλλας Φέρρι και της Ρόζας Μπαλιστρέρι μοσχομυρίζουν Πασχαλιές!







-μας τα είχε χαρίσει η Κεβή σε κασσέτες, τότε-

ognuno le sue storie (καθείς κι οι μικρές του ιστορίες)

 όλοι οι υπερταλαντούχοι, μια "πετριά", την έχουν, αυτοκτόνησε το 2004, η τραγουδίστρια της Ρώμης-