24/4/18


εντάξει οι γιορτασμοί, εντάξει οι αγκαλιές και τα φιλιά (πώς να αντέξει κανείς χωρίς) αλλά, κάθεσαι και παρακολουθείς (εντάξει, ομοίως, τεμπελόσκυλο της σύνταξης των 500 €), βλέπεις-ακους ένα απίστευτο σκηνικό: από την μια σε κανάλι του δεξιού Σκάι μία συνέντευξη του Αλέκου Παπαδόπουλου, από τους ολίγιστους που εκτιμάς-μην ξεχνιόμαστε, αριστερή γεννήθηκα κι έτσι θε να πεθάνω-να λέει "δεν κάνω πολιτική πιά" τουτέστιν, δεν ξεπουλιέμαι πια ως πολιτικάντης  πολιτικός (la politique, le politique, le politicien) σκέτος Πόντιος Πιλάτος, μια χαρά ξεπουλήθηκε, φυσικά, στον καιρό του,  του έλεγε η Μιμή (όχι η Ντενίση, η του Αντρίκου) τι να κάνει ή πάθαμε συλλήβδην άνοια? το ότι ξεπουλήθηκε -ηθικά εννοείται και μόνον-μην το κάνουμε θέμα τώρα στον γενικό πανικό, ναι? τους λέει τις 4 αλήθειες τους- που λένε κι οι Γαλάτες- κι από την άλλη στην Συριζαία ΕΡΤ (για αυτό την ανοίξαμε? να καταντήσει πιο κομματική κι από τον καιρό της Χούντας?) να επανεμφανίζονται φαντάσματα ενός παρελθόντος που θα έπρεπε να έχουν πάει να αυτο-θαφτoύν σε κατακόμβες, Αντώναροι, Παύλος Γερουλάνος {ο όμορφος πρίγκηπας, εμείς θα πρέπει να πληρώσουμε την ευμορφάδα σας Sir?} -θα ζήσει ποτέ του με 500 €?, λοιπά Πασοκοσυριζάκια (κοίτα να δεις που εμφανίστηκε ένας Μουζέλης κι έχει κι άποψη ο άνθρωπος).
Δεν γεννηθήκαμε χθες, αλλά βλέποντας κάτι τέτοια λες, να πάρω ομάδι τους δράκους του Άι Γιώργη κι όσους πάρει ο χάρος, ύστερα λες, δεν τους χαρίζεις μία και πας να φέρεις την Παναγίτσα στο Ναύπλιο σπίτι, ηρεμία μετά και θάλασσα θυμάσαι όταν ήσουν 10 και το Όνειρο δεμένο στο μουράγιο, στον πάνω δρόμο από την κουζίνα και την μαρίδα μας να το γκαρίζει με ένα πάθος που ποτέ δεν ματαγνώρισες, έρχεσαι στα "ίσα σου" και μπορείς να ξανα-αντικρύσεις τον ορίζοντα που ανοίγεται πέρα από τα βουνά της Ζήρειας, κάνει βουτιά σε ήμερο Αργολικό και πας πάλι στην Γλώσσα με το κατακόκκινο μαγιώ μπας και συναντήσεις την δασκάλα σου με τον άσπρο σκούφο να ανοίγεται προς την Μυτίτσα με τολμηρές απλωτές. Κάθεσαι κι εσύ, παιδί, και δεν ξέρεις αν πρέπει να πάρεις τ' αμάξι να βάλεις πέδιλα και να πέσεις στην βαθιά θάλασσα του Κοντυλιού, ή να πάρεις το ηλεκτρικό καλάμι που σου έστειλε ο θείος Ντίνος από την Αφρική, να το σαλιώσεις (έτσι έλεγε το γράμμα του), χαζό εσύ τον πίστεψες, και να πας να το ρίξεις στα βραχάκια, για πεταλίδες, μα, χαζό μου παιδί, τις πεταλίδες τις βγάζουμε, δεν τις ψαρεύουμε, για κείνο δεν έγραψες κάποτε κι ένα ποιηματάκι? Πεταλίδες καταντήσαμε και τα κολεόπτερα κολλήσαν πάνω μας, εμείς των 500, κείνοι των 50.000€. Χτες, πήγα και πέταξα όλες τις πεταλίδες, σήμερα έγινε πανηγυρικό το σάλπισμα στον πάνω δρόμο, ήρθαν όσα παιδιά ζουν και το πάτημα Βύρωνος και Παραλία γωνία έγινε σάλπισμα Όνειρο δεμένο στο μουράγιο, θα είμαστε πάντα εμείς, στους μικρούς φεγγίτες του Αμφιτρύωνα, στον πάνω δρόμο μας, αν θυμάστε https://youtu.be/X1A_6VkUfrg

https://www.argolikeseidhseis.gr/2016/09/blog-post_95.html


Η Παναγίτσα κι εγώ έχουμε ανειλημμένη υποχρέωση: 3 και κάτι  κατάπια κάποια βάλιουμ, εντάξει, πολλά είσαντε αλλά δεν το έκανα επίτηδες, μικρό παιδί ήμουν, με σώσανε από θαύμα, να αναπαύεται ο Νίκος ο Κατσαούνης με το ταξί του, με έφτασε σώα στο μόλις άρξασθε Παίδων, περάσαμε κάτι μέρες στο σπίτι θείας, γυρίσαμε. Προφανώς, η άκρως μοβόρα που είχα μάνα έκανε τάμα, άφησε να περάσουν κάνα-δυο χρόνια και γύρω στα 5-6, μία ωραία πολύ πρωΐα, με ξύπνησε, με έντυσε, έλουσε, τάισε και με έσυρε με τα γόνατα από το σπίτι μας (μην το κάνουμε θέμα, κοντά ήταν) ως την ανηφόρα της Παναγίτσας, εκκινώντας από το εικοναστάσι -αυτό το εικοναστάσι χρηματοδότησε η μοβόρα μάνα ως να πεθάνει και να ησυχάσουμε κι εμείς τα μοβοράκια, με τα γόνατα ως πάνω, τι να θυμάται τώρα το παιδί τι της είπε? πάντως, η Παναγίτσα είναι μαγική, καμιά φορά, το παιδί θυμάται την μοβόρα μάνα και όταν πονάν τα γόνατα-συχνά πυκνά πια- θα ήθελε πολύ να γκρεμίσει την μοβόρα μάνα από τον γκεμνό της Παναγίτσας, πρέπει να διατηρηθούν, εννοείται, τα κρινάκια, οι πασχαλιές και τα τριαντάφυλλα, εννοείται-


23/4/18

πόσες είναι οι εξορίες; πόσες οι ξενότητες, από το σώμα, από το αίμα από πνεύμα, από κείνη την μόνη συνάντηση σώματος και νου;
το απαντάει όπως μπορεί η Ισμήνη Καρυωτάκη στο τελευταίο της βιβλίο, όπου μας περιλαμβάνει όλους εμάς, εκείνην, τον Κωστή, εμάς στα πριν και τα μετά, τον Μανωλιό, φλέβες που τείνουν να σπάσουν από την αγωνία, σέρνοντας παλιοκαιρισμένες μπότες στα πλακόστρωτα του Παρισιού, περπατώντας -ιδίως περπατώντας-, στις όχθες ποταμού, γυρίζοντας στο ξενοδοχειάκι, της οδού Marseille, η άκρη του έβγαζε στην quais Malaquais, η Πόλυ Χατζημανωλάκη πραγματοποιεί ανάγνωση με αφετηρία το Παρίσι, εμείς, έχουμε αναγνώσει με αφετηρία την Κομνηνών, ίσως λόγω αφιστάμενων ή εφαπτομένων εμπειριών, κυκλικά, Εξάρχεια-πλοίο, έξοδος-ξενητιά-ξενότητα-Εξάρχεια-Παμβώτιδα και πάλι από την αρχή. Τότε και τώρα υπεισέρχεται ένας Κορτάσαρ του τότε, "το βιβλίο του Μανουέλ", η Rayuela ξαναμεταφρασμένη: "αγγίζω το στόμα σου" σε βήμα Κουτσό, οι αναγνώσεις καθίστανται τελικώς κυκλικώς φερόμενες, συγκλίνουν σε ένα μόνο σημείο, στις πλατείες μιας νιότης ζώσας ακόμη.
H ανάγνωση της Πόλυς εστίασε σε πέντε σημεία, η Ισμήνη σε επτά, το έκτο ήταν αναφορές σε Λατινοαμερικανούς στους οποίους η Πόλυ δεν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση, η Ισμήνη, ναι, σαν τον Ουρουγουανό Μάριο Μπενεντέττι:
*μην με προκαλείς,διότι αν μας προκαλέσουμε, δεν υπάρχει επιστροφή για μας
*όταν νομίσαμε πως διαθέτουμε όλες τις απαντήσεις, όλες οι ερωτήσεις είχαν μεταβληθεί
*στο τέλος της γραφής, ο θάνατος είναι μόνο ένα σύμπτωμα ζωής'
 είναι τα ζητούμενα που τίθενται, κείνης της εποχής
το έβδομο είναι το "γιατί συνέβη αυτό σ' εμάς", άνθρωπος νεώτερης γενιάς όπως η Πόλυ δύσκολα μπορεί να απαντήσει, στην δική μας την γενιά, ξέρουμε καλά: συνέβη, προέκυψε και το αντιμετωπίσαμε όπως μπορέσαμε, για τούτο και επιστρέψαμε, στην ίδια πλατεία, στην ίδια μήτρα, στην ίδια παλλιροϊκή κυκλικότητα, αφήνοντάς μας να μας εμπεριέχει συγκεκριμένο αστικό τοπίο, αποκλείοντας το ρευστό στοιχείο του νερού, αναζητώντας νέες στέριες σταθερές που εδράζονται στο μπετόν, έξοδος και επανένταξη σε αστικό τοπίο, αιωνίως διψώντες  για νερό, αιωνίως εραστές πτήσης ιδεατής, η φωτιά λείπει από το σκηνικό, αυτή υπήρξε στην διάπυρη περίοδο των περιπλεύσεων σε γαίες ξένες, αλλότριες, με την ξενότητα εντός μας-

  Ένα αφήγημα για να επανέρχεται κανείς:


22/4/18

-πλησιάζουν δύο χρόνια... πώς αλλάζουν οι ανέμοι, πώς ακινητοποιούμεθα εμείς, πώς θα περάσουμε κι εμείς, τα κοκόρια πάντα θα μαλλώνουν...-



Cuando canta el gallo negro 
es porque se acaba el día 
cuando canta el gallo negro 
es porque se acaba el dia 
si cantara el gallo rojo 
otro gallo cantaría 

(couplé) ay! si es que yo miento
la canción que yo canto
la borre el viento,
ay! la borre el viento
¡qué! desencanto
si me borrara el viento
lo que yo canto,
ay! lo que yo canto!

Σαν τραγουδάει το μαύρο κοκόρι
μισεύει η μέρα
σαν τραγουδάει το μαύρο κοκόρι
μισεύει η μέρα
αν τραγούδαγε το κόκκινο κοκόρι
άλλο κοκόρι θα τραγούδαγε

(κουπλέ) αχ! μάρτυς μου ο Θεός
το τραγούδι που λέω
να το σβύσει ο αγέρας
αχ! να το σβύσει ο αγέρας
τι απομάγευση! αν μού ‘σβυνε ο αγέρας
το τραγούδι μου!
αχ! το τραγούδι μου!


Se miraron en la arena 

los dos gallos frente a frente 
se miraron en la arena 
los dos gallos frente a frente 
el gallo negro era grande 
pero el rojo era valiente 

Κοιταχτήκανε στην αρένα
τα δυο κοκόρια πρόσωπο με πρόσωπο
κοιταχτήκανε στην αρένα
τα δυο κοκόρια πρόσωπο με πρόσωπο
το μαύρο κοκόρι ήταν μεγάλο
μα το κόκκινο, γενναίο

Se miraron frente a frente 
y atacó el negro primero 
se miraron frente a frente 
y atacó el negro primero 
el gallo rojo es valiente 
pero el negro traicionero 

Κοιταχτήκανε πρόσωπο με πρόσωπο
το μαύρο πρώτο ρίχτηκε στον αγώνα
κοιταχτήκανε πρόσωπο με πρόσωπο
το μαύρο πρώτο ρίχτηκε στον αγώνα
το κόκκινο κοκόρι ήταν γενναίο
αλλά το μαύρο προδοτικό

Gallo negro gallo negro
gallo negro te lo advierto 
gallo negro gallo negro 
gallo negro te lo advierto 
no se rinde un gallo rojo 
solo cuando ya esta muerto 
no se rinde un gallo rojo 
solo cuando ya esta muerto.

Μαύρο κοκόρι, μαύρο κοκόρι
μαύρο κοκόρι προσοχή!
μαύρο κοκόρι, μαύρο κοκόρι
μαύρο κοκόρι προσοχή!
ένα κόκκινο κοκόρι δεν παραδίνεται
πάρεξ νεκρό
ένα κόκκινο κοκόρι δεν παραδίνεται
πάρεξ νεκρό.

για αυτήν την πρόχειρη απόδοση: © ΑΡ

https://youtu.be/E9pNTR6Nau0


21/4/18

21η και πάμε

καλά κάνουν τα παιδιά στην εφημερίδα των συντακτών, θύουν σε μία νιότη αθώα κι αγνή, ξημερώνει επέτειος 21 Απριλίου των χουνταίων, να μας θυμάσθε, αθώους κι αγνούς, σαν νιότη, οι συνομήλικοι θύουν στην μνήμη του Σταμέλου, ένα γειά είχαμε πει όλο κι όλο, στην γνωστή δίκη του Ρήγα πρωτίστως εναντίον της Χούντας.  πατώντας το κατώφλι του γήρατος, ό,τι προλάβουμε, προλάβαμε, πώς το είχε πει η Χαρά? " θα μας τυμβωρυχήσουν κανονικά" κάπως έτσι, αθώοι ακόμη εν πλήρη συγχύσει.

51 χρόνια, οι χουνταίοι ακόμη εδώ, κι εμείς εδώ, δηλαδή, μπρα ντε φερ

https://www.efsyn.gr/arthro/i-glykia-kai-monahiki-morfi-tis-exegersis




«Aν την ματιά σου μπορώ ν’ αντέξω, είμαι θεός».

* διάβαζα την συνέντευξη του Σάμη Γαβριηλίδη στην Αυγή, τι δεν είπε: πως τον εκδοτικό του οίκο (με τον Βασίλη) "έσιαξε" ο Μάρκαρης με τα βιβλία του, τέτοιες δόξες δεν γνώρισε ποτές ο μακαρίτης Γιάννης Μαρής, η Στροφιλιά και το μπαρ δίπλα από τα ΝΕΑ στην Χρήστου Λαδά, και τα χιλιάδες πια "ψώνια", συγγνώμην για την άκομψη έκφραση, δεν περιλαμβάνονται οι πάντες, εννοείται, για να τυπώσουν μία ποιητική συλλογή, κάποτε, ο καλός Σάμης χρέωνε ως και 3.000 € το κομμάτι, σήμερα, κάνει "σκόντο" λένε. Πρώτος και κύριος διδάξας, έκτοτε, όλοι μαζί, το ευκολότερο: στήνεις "εκδόσεις" και εισπράττεις τον πόνο του κάθε πικραμμένου μήπως και πεθάνει χωρίς να έχει εκδοθεί, τι καλά...{το κάνεις και "μαύρα" αν μπορείς, ένα αφμ χρειάζεται,τα στήνεις σε e -book, τυπώνεις καμιά 200σαριά, τα δίνεις στον ενδιαφερόμενο να "ξεχαρμανιάσει" στους φίλους και συγγενείς, εγεννήθη υμίν το νέο Νόμπελ και Μπούκερ, εσύ, έχεις εισπράξει, εννοείται σε ζεστό ευρώπουλο}. Πώς αλλιώς αγοράζονται νεοκλασσικά ακίνητα? Χαιρετιόμαστε πάντοτε εγκαρδίως, μας χωρίζει ένας χρόνος ζωής και άβυσσος σ' αυτό που λέγεται "εξαγορά μιας ζωής". 

η συνέντευξη εδώ 

**επιστρέφοντας από το ξόδι του Σταμέλου, τους είχε στείλει όλους στον κύριο διάβολο, στην γνωστή Συριζαίικη τυμβωρυχία, το παρατρεχάμενο του ονειροβατούντος Αλαβάνου, Σκουρλέτης, του έκαμε δημοσία δαπάνη την κηδεία, κρίμα για τον εκλιπόντα, 21 σήμερα και το ερώτημα κραταιό: "τι θα πει Χούντα, μαμά", ήμουν κάτι μέρες πριν από 13, στα κάτι μέρες πριν από τα 64 σήμερα, ξέρω καλά: Χούντα είναι το ξεπούλημα συνείδησης, μιαν την έχουμε, την διαφυλάμε....

20/4/18

acabó, σνιφ....



το πρώτο επεισόδιο, στα καθ' ημάς, Ιαν. 2016....

http://www.rtve.es/alacarta/videos/seis-hermanas/seis-hermanas-capitulo-1/3103778/

μεγάλα ονόματα στο θέατρο (σαν την Βίκυ Πένια, στον ρόλο της οικονόμου δόνιας Ροσαλίας) και στον κινηματογράφο, οι γυναίκες, προσπάθειες να βρεθούν στο τιμόνι μιας κοινωνίας ανδροκρατούμενης της απαρχής του 20ου αιώνα, όπου για να αλλάξει κανείς ερωτικόν παρτενέρ μονόδρομος η ακύρωση γάμου (αγία Καθολική εκκλησία), προβλέψιμες υπερβολές στο σενάριο κι ένα κλείσιμο ματιού σε βεβιασμένο happy end. Ωραία σειρά, εντούτοις, κομψή, καλογυρισμένη.

19/4/18


αίμα/στίγμα\ αιμάσσον
σήμα /στίγμα\ εν βρασμώ
ποιοι εγκέφαλοι
το αναλογισθήκαν,
να ξέρω κι εγώ?
ασπρίζοντας
αίματα
σε ζεμένες αρθρώσεις
γάζες χωνεμένες
αιδάτινη γραμμή/αμήχανη αιδώς-
βρεμμένη αίμα γραφομηχανής γραφή
στερέωμα
να κρατήσει Ηρακλείς
γήρας φθισικό 
-τα πλακάκια είναι πάντα ασπροκόκκινα,
υδάτινο κύμα
σε απλωτές αφής
κύμα-αίμα και γραφή-
επιστροφή/.

a vuelo de pájaro * σ' ένα φτερό επάνω* ©ΑΡ

https://youtu.be/pMz7NfykmtA


memoriando


CARLOS PELLICER

POEMA EN TIEMPO VEGETAL

ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΚΑΙΡΟ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ

Στον Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο


Στο δάσος αυτό όπου τα δέντρα
έχουν  ιστορία
και συνταιριάζονται μ’απλοχεριά
πότε στο φως,
πότε στη σκιά,
λεηλατώ τα φλάουτα στον άνεμο
όπου τα πουλιά καταβροχθίζουν
τη μοναξιά υγρή και ζωντανή
απ’ τη ρίζα και τη μνημοσύνη  αυτή.

Ηχηρά σε σώμα και ψυχή
νιώθω τη θέρμη
με την που το φως τού ήλιου
λευτερώθηκε από φυλακή τρομερή.
Και τραγουδάω ανάμεσα στα δέντρα
και στα φυλλώματα τής φωνής μου
τσιμπολογάνε του ανέμου τα πουλιά
μακρόσυρτες γωνιές της γεύσης.

Να μπω σε δάσος όταν η μέρα
σαν πεδιάδα
με δαχτυλήθρες και με καρφίτσες
δρασκελίζοντας λύνει
θα πει γυμνώνω κορμό διαβάτη
και τόνε ρίχνω μες το νερό να γίνει ένα
με υλικά που ρίζες δεν έχουν βγάνει
λησμοσύνης εικόνες της τύχης.

Να μπω σε δάσος είναι αποκτώ
λίγη χλιδή
από εκείνη που η ζωή σε μια στιγμή
τις παρυφές της όλες ανθοστολίζει,
και κάνει αισθητό το ανοιχτόχρωμό της κορμί,
γιομάτο με ψιθύρους εκπληκτικούς:
η άξαφνή μας πεταλούδα, τ’ αρχέγονο κλαδί που σπάζει,
ό,τι δεμένο ή λυμένο
πιάνουμε ή αφήνουμε’
κάτι που πέφτει  κι αγνοούμε
 τι να ’ταν και πού και γιατί ονειροβατεί.

Αυτό είν’ το δάσος όπου τα δέντρα
γνωρίζουν την μιλιά
για κείνη τη σιωπή από οψιδιανό
που βρήκε βάθρο μες στη φωτιά:
ο νεαρός Κουαουτέμοκ που κάποια μέρα
ηδυνήθη τους βράχους του να χαροποιήσει
με τους δυναμικούς δεσμούς
του δάσους αυτού τού μεγάλου και πατριαρχικού.

Νεαρέ Κουαουτέμοκ σιωπηλέ,
ποιο ξημέρωμα ή μούχρωμα
ήταν εδώ στο φτερό του περάσματός σου*
το ξημέρωμά σου, το δείλι σου
και στον ξεφτισμένο ψίθυρο
αύρας κρυμμένης
σου στενάξαν γιγάντια
τα κωνοφόρα της ύπαρξής σου;

 (…)

-απόσπασμα-**
απόδοση: ©ΑΡ

*=a vuelo de pájaro*

**κάποτε, θα τελειώσει**






βαλσάκι: Βινίσιους ντε Μοράες και Σίκο Μπουάρκε (από τα βραζιλιάνικα), ίσως το πιο γλυκό βαλσάκι για μιαν αιώνια αγάπη στην τρίτη ηλικία: 

Valsecito


(Vinícius de Moraes - Chico Buarque) στίχοι Βινίσιους ντε Μοράες (γεν. 1913), μουσική Σίκο Μπουάρκε ντε Ολάντα, εν ζωή ακόμη:

Un día él llegó tan diferente de su antiguo modo de llegar
y la miró con mucho más ternura de su antiguo modo de mirar,
no maldijo a la vida tanto como maldecía antes al hablar
ni la dejó sola y callada y ella oyó asombrada cuando la invitó a pasear.

Entonces fue a ponerse linda como hacía tiempo no solía estar
con su vestido escotado oliendo a guardado de tanto esperar.
Después se tomaron del brazo como lo habían hecho mucho tiempo atrás
y llenos de ternura y gracia fueron a la plaza y se empezaron a abrazar
Y allí danzaron tantas danzas que la vecindad entero despertó
ινί
y la felicidad fue tanta que la ciudad toda se iluminó.
Y fueron tantos besos locos, tantos gritos roncos como no se oían ya
que el mundo comprendió y el día amaneció en paz.
(1970)




μες στον γενικό πανικό, πέθανε τον Οκτώβρη πέρυσι ο Ντανιέλ Βιλιέτι: https://en.wikipedia.org/wiki/Daniel_Viglietti


18/4/18

http://www.gak.gr/arxiki/ekdilosiSamos/prosklisi.jpg

στην θέση: πολύ περήφανη για τους φίλους μου, η Αγγελικούλα έκοψε το μαλλί και 10 χρόνια μαζί, το καλοκαίρι έδειχνε πολύ κουρασμένη από την δουλειά, ο Χρήστος ένας κούκλος, ο Νικόλας ο Καραπιδάκης, τόσο παλιός φίλος που δεν το θυμόμαστε πόσο.  μία πανέμορφη εκδήλωση χθες, για να τιμηθούν οι εκδόσεις για τα Σαμιακά, του Χρήστου Λάνδρου, της Αγγέλας Χατζημιχάλη και τόσων άλλων, ένα κοπιωδέστατο έργο ζωής των παιδιών, στην θετή πατρίδα συγγνωστό κι αγαπημένο, στα βιβλιοπωλεία τοπ σε πωλήσεις, από πέρυσι μου τα δώσαν κι ακόμα διαβάζω και διαβάζω, εγώ που δεν διαβάζω, άπληστα καταπίνω σελίδες για τα Σαμιακά, γνώμη: να αναζητήσετε και να τα διαβάσετε, είναι όλη, μα όλη η Ιστορία μιας πατρίδας=όλες οι πατρίδες

*το  φυλάκιο στην Μυκάλη απέχει μόλις ένα μίλι από την Τουρκιά,συχνά, χωρίς πέδιλα, διασχίζουμε την απόσταση, φτάνουμε στο φυλάκιο των Τούρκων, τα παιδιά βάζουν μπρίκι για καφέ, νεράκι, ξεκουραζόμαστε και πίσω πάλι, στο ελληνικό φυλάκιο κερνάνε νεράκι, δεν θέλουμε άλλον καφέ, αναζητήστε τα Σαμιακά αρχεία, δεν θα χάσετε, πλούτος του τι σημαίνει γειτονία λαών, κατάργηση εθνών, αναζητήστε τα, ομορφαίνουν τις ζωές μας σαν τις Σαμιακές θάλασσες

17/4/18


Και όταν
θα έχουμε πια
ξεπαστρέψει
ο έναν τον άλλο
θα επιστρέψουμε
στην υπέροχη
μελαγχολία του
τίποτα
που ποτέ δεν αποτρέψαμε
θα γυρνάμε στον αέρα
σάπιες σάρκες
με ανέπαφες μνήμες
σκονισμένοι
απρόσωποι
διαμελισμένοι
νεκρή φύση
θα λέμε
αν ζούσαμε
-μια φορά και έναν καιρό
ήταν ο άνθρωπος
περπάτησε την ιστορία
δεν έμαθε τίποτα-
α.γ/

-πόσο πολύ μου αρέσει η γραφή αυτού του κοριτσιού.... Αναστασία Γκίτση το λένε και γράφει ωραία, έτσι, όπως μας αρέσει εμάς

Θεοφάνης Τάσης στην «Κ»: Απολαμβάνουμε βάσει των... likes



τον παρακολουθώ, είναι πολύ καλός, χαίρομαι που τον έχω γνωρίσει, σε άλλο κοινωνικό περιβάλλον