20/2/18




του αγίου Κούρτ σήμερα, να και κάτι
 από τον φίλο συνγενθλεζιάζοντα Κωστή:


ΞΗΜΕΡΩΝΟΝΤΑΣ ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΩΝ ΤΕΦΡΩΝ
(ASH- WEDNESDAY) κατά το ρωμαιοκαθολικό εορτολόγιο (αρχή της Σαρακοστής, ημέρα αντίστοιχη της δικής μας Καθαράς Δευτέρας), ο νους πηγαίνει στο περίφημο ομώνυμο ποίημα του Τ. Σ. Έλιοτ. Μεταφράζω εδώ ένα απόσπασμα του δεύτερου από τα έξι ποιήματα της έξοχης αυτής συλλογής (το απόσπασμα που τραγουδούν τα οστά), σαν άσκηση αναπνοής/ διαφυγής από τον κυρίαρχο κόσμο (συχνά και υπόκοσμο) και συνάμα –ένεκα της ημέρας– ως ομολογία μιας λυτρωτικής παντοτ
ινής Αγάπης.
«Κυρία των σιωπών/ 
Ήρεμη και θλιμμένη/ Κομματιασμένη και ολοκληρωμένη/
Ρόδο της μνήμης/ Ρόδο της λησμονιάς/ 
Εξαντλημένη και ζωοδότρα/ Βασανισμένη αναπαυμένη/
Το μοναδικό ρόδο/ Είναι τώρα ο Κήπος/
Όπου όλες οι αγάπες τελειώνουν/
Τελειώνει το βασανιστήριο/ Του ανεκπλήρωτου έρωτα/
Το πιο μεγάλο βασανιστήριο/ Του εκπληρωμένου έρωτα/
Τέλος του ατέλειωτου/ Του χωρίς τέλος ταξιδιού/
Συμπέρασμα/ Όλων εκείνων που είναι ακατάληπτα/
Λόγος χωρίς λέξεις/ Και λέξεις από κανένα λόγο/
Χάρις στην Μητέρα/ Για τον Κήπο/
Όπου όλες οι αγάπες ολοκληρώνονται».

-απόδοση: Κώστας Χατζηαντωνίου, εκδ. Faber & Faber

κι επειδή είμαστε στις μέρες μας, όπου νάναι γεννάμε 20 τόσα χρόνια μετά:

https://youtu.be/6NXnxTNIWkc

https://youtu.be/VypPejC_yOQ

https://youtu.be/kMixBIsHk0c

19/2/18

ballo in maschera






-η μάσκα, η σημειολογία της, το "άλλο" ή "ξένο" (που ίσως καταλήγει σε απο-ξενωμένο) ένδυμα, το "κρύβεσθαι" δια του αλλιώς "εμφαίνεσθαι" , τι σηματοδοτεί αυτό το "αλλιώς", έναν κρυμμένο εαυτό, ποιόν? μετα-εμφιεσμένον, η ελευθεριότητα, μέσω της στιγμιαίως αποκρυβείσης ταυτότητος, που εν δυνάμει αποδεσμεύει ή, αποκρύβει, περαιτέρω, διαθεσιμότητα για εγγύτερη σωματική προσέγγιση, προς τον και υπέρ του/ "άλλου αγνώστου", το στιγμιαίο και φευγαλέο άγγιγμα, οι προσδοκίες, οι διαψεύσεις. Μα, όλως ιδιαιτέρως, στην σημερινή εποχή, κάθε μέρα δεν φοράμε μάσκα? από την στιγμή που αφήνουμε τον μοναδικό ιδιωτικό μας χώρο που συνιστά ο ύπνος? Τι είναι το καρναβάλι, αν φύγουμε από την επίπλαστη ανάγνωση της διονυσιακής ευωχίας? Διάθεση και, ιδίως, διαθεσιμότητα, για παιγνιώδη προσέγγιση του αγνώστου, συνήθως με το απλούστερο εργαλείο που διαθέτει η έμβια φύση, το σώμα. Τα σημερινά καρναβάλια είναι απο-ξενωμένα, βλ. αποκομμένα, από το σώμα. Και καταλήγουμε σε γραφικές ανά-παραστάσεις που δεν λειτουργούν απρόσκοπτα προς αυτό που υπήρξε η ηθελημένη προέλευσή τους: την μέθεξη. Για τούτο και δεν δύνανται να λειτουργήσουν στο συλλογικό θυμικό πλέον, έχουν ήδη ξενωθεί. Τα ρωμαϊκά Saturnalia "έκλεβαν" ευθαρσώς τις Διονυσιακές ευωχιακές εορτές με τις κατάλληλες, εννοείται, προσαρμογές. Μετά τον πουριτανό Μεσαίωνα στην Δύση (ο, αν θα μπορούσε να ονομασθεί τοιουτοτρόπως στην Ανατολή, ισοδύναμος, έχει άλλα χαρακτηριστικά και ενδύεται άλλες κοινωνικές πρακτικές), έρχεται η Αναγεννησιακή χαρμοσύνη σε πλείστες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Τότε εισέρχεται λίγο-λίγο η πρακτική του καρναβαλέως, η παρέκδυση ως και παρένδυση, αλλά, όλως ιδιαιτέρως, η μάσκα, για να καλύψουν , αμφότερες, διαθέσεις ανοιχτότερες στον κοινωνικό περίγυρο, ευρύτερα ως ελευθεριακή διαθεσιμότητα στην αρχή σε μικρά κοινωνικά σύνολα και σιγά-σιγά, σε μεγαλύτερες κοινωνικές ομάδες. Τότε, σημειώνεται στοιχειώδης ελευθεροποίηση της διάθεσης του σώματος και από τα δύο φύλα, κι ας εξακολουθεί το θήλυ να είναι υποζύγιο στις άρρενες διαθέσεις. Φυσικά, επειδή κανόνας είναι η κυριαρχία της άρχουσας τάξης, εκκινώντας από την φεουδαλχία, (πρόδρομη κατάσταση της μετέπειτα εγκατεστημένης φεουδαρχίας) το φαινόμενο παρατηρείται, ως ήθισται, από πάνω προς τα κάτω. Κι όμως, στα καπηλειά, συναντούμε μια βαθμηδόν απεξαρτούμενη διάθεση, μνεία στα Carmina Burana του ύστερου Μεσαίωνα. Τι σηματοδοτεί, λοιπόν, το καρναβαλέσκο (μικρή υπόμνηση εδώ του αντίστοιχου αρχιτεκτονικού ρυθμού) της εποχής που έφθασε ως τον 18ο αιώνα? Μα, ένα "άνοιγμα" εαυτού, ένα "σπάσιμο" του καθρέφτη της μονότονης καθημερινότητας, παιγνιώδης ηθελημένα ή μη εναλλαγή ταυτοτήτων, σκεπτόμενη ή μη επιστροφή σε αθωότητες βρεφικής ηλικίας.  Με την χρήση της απόκρυψης, βλ. μάσκα και ένδυμα ομοιόμορφο -του αρλεκίνου, φερ' ειπείν- επιζητείται αδρομερώς η επιστροφή στην αθωότητα, περιοχή όπου το άτομο δεν χρειάζεται να σκέπτεται αλλά να νιώθει, την σωματική εγγύτητα, το άγγιγμα, ριψοκινδυνεύοντας, ως τις μέρες μας, την αποδοχή ή την απόρριψη.  Εννοείται πως όταν υπεισήλθε το χριστιανικό δόγμα, το όλον μετατοπίσθηκε προς τις δικές του προδιαγραφές, μέσω της τροφής, της προσευχής, της αναμονής για την "κάθαρση". Πρόκειται για το πεδίο όπου ο παλαιότερος κόσμος νικήθηκε κατά κράτος, τούτο θυμίζει λίγο την επικράτηση της συντήρησης έναντι της προόδου. Θα επανέλθουμε.-

17/2/18



Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΓΥΑΚΙΝΘΩΝ
XXI

Έχεις μια γη θανάσιμη που τη φυλλομετράς αδιάκοπα και δεν κοιμάσαι. Τόσους λόφους λες, τόσες θάλασσες, τόσα λουλούδια. Κι η μια καρδιά σου γίνεται πληθυντική εξιδανικεύοντας την πεμπτουσία τους. Κι όπου κι αν προχωρήσεις ανοίγεται το διάστημα, κι όποια λέξη κι αν στείλεις στο άπειρο μ' αγκαλιάζει. Μάντεψε, κόπιασε, νιώσε:
Από την άλλη μεριά είμαι ο ίδιος.
III
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα/ Όλα τα δάχτυλα Σιωπή/ Έξω από τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου/ Σιγά σιγά ξετυλίγεται/  Η εξομολόγηση/ Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ' άστρα!

*
(...) Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα
Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας
τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας
τώρα που οι μακρυνές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα
Κι είμαστε μόνοι ολομόναχοι
τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.(...) 
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ (1936 και 1940)


16/2/18

υπάρχει "προσωπική" μνήμη?
μάλλον


όχι ότι δεν ήταν καλός καθηγητής, όχι ότι δεν με αγάπησε και ως ευνόησε (το 1982, με φρέσκο ένα διδακτορικό, με κάλεσε να συμμετάσχω στην ομάδα που θα συνέγραφε την κοινωνιολογία της Γ' Λυκείου, πρόκειται για κείνο το συνονθύλευμα που αφού το "επιμελήθηκε" εκείνος βάσει των δικών του χασμωδιακών νευρώνων, είδε το φως της δημοσιότητας, από τιμιότητα, αφαιρέσαμε πολλοί τα ονόματά μας, ταλαιπώρησε μερικούς τελειοφοίτους και επιτέλους απεσύρθη ως ολοσχερώς ακατάληπτο). Μου έδωσε μία "αστεράτη" συστατική επιστολή για το Παρίσι, με βαθμολόγησε πάντοτε με δέκα στο μάθημά του, μου έδωσε ανάθεση διδασκαλίας. Το 1985 με κάλεσε ως λέκτορα στην Πάντειο, μας έκανε τον βίο αβίωτο και σε εκείνη την θυελλώδη συνεδρίαση του 1990, τα βροντήξαμε κάτω -η γνωστή στα πανεπιστημιακά "έξοδος των 70"-, άλλοι πήγαν αλλού, του λόγου μου δεν ξανα-ασχολήθηκα με τα Ελληνικά ΑΕΙ.
Περνάνε τα χρόνια, γίνονται διάφορα, βρίσκομαι κάποια στιγμή στο Ελληνικό δημόσιο, και ω, του θαύματος!, κάποια στιγμή, εμφανίζεται κι ο Φίλιας ως μέλος της συντηρητικής (και όμως, διέθετε και διαθέτει ακόμη μέλη με προοδευτική σκέψη ως ο κ. Γιώργος Γεωργουσόπουλος και ο κ. Σπύρος Παργινός) Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων (μέσα κι ο Σαράντος Καργάκος -άλλος πόνος αυτός-, αλλά και ο αγαπητότατος και σεβάσμιος  καθηγητής Μιχάλης Μερακλής). Ως υπεύθυνη του έργου, προήδρευα. Ο Φίλιας έλεγε απλώς βλακείες, αναρωτιόμουν αν είχε αρχίσει η γεροντική άνοια.
Οι νεκροί πάντοτε δεδικαίωνται, τα εγχειρίδιά του προς μελέτην κι εξέτασιν ήσαν ένα συνονθύλευμα (σημερινό copy-paste) κακοχωνεμένου Αντόρνο, Μπένγιαμιν και Παρέτο-στα χειρότερά του, ο Παρέτο υπήρξε φασίστας επί των πρώτων χρόνων του Μουσσολίνι https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B9%CE%BB%CF%86%CF%81%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%AD%CF%84%CE%BF.
-ένα κομματάκι μνήμης
του χρόνου, θα συμπέσουμε, 
16 Φεβρουαρίου 1984





Και πάντοτε αυτή η ακατανίκητη μνήμη της απώλειας, που κατά βάθος ποθεί να μετατραπεί σε απώλεια της μνήμης. Πηγή:@Ioanna Mousselimidou

-«από μνήμης, ίσως, εκ μνήμης»….

Τι σηματοδοτεί μία μνήμη (ποτέ δεν είναι μία), η μνήμη, ποια μνήμη, πού εγγράφεται, τι χρώμα χρίεται η μνήμη?  τι σημαίνει η μνήμη της απώλειας, ο Ζαν Ζιγκλέρ, Ελβετός κοινωνιολόγος, το όρισε καλλίτερα από χιλιάδες πολλούς όσους, στο δοκίμιό του: “Essais de sociologie, Les vivants et la mort” Seuil, 1973, σημειολογώντας το πένθος της μνήμης της απώλειας που πενθεί την απώλεια της μνήμης. Αν εξαιρέσει κανείς εκφυλιστικές ασθένειες που συνεπάγονται δραστική απώλεια μνήμης –το τραγικότερο της ύπαρξης, εφόσον είμαστε ο χρόνος των μνημών μας όσο διαθέτουμε σαρκίο-, ο διανυόμενος χρόνος, ο "πίσω" χρόνος, ο μέλλων χρόνος, ο ες προβολήν χρόνος (πίσω, εδώ, εμπρός) -αυτός είναι όρος για άλλη γραφή, κυκλοτερή- αυτή η αλληλουχία ίσως να συνιστά ένα από τα τραγικότερα στοιχεία του εαυτού, με την όποια προβολή στον άλλον, δηλαδή σε έναν καθρέφτη -ή σε πολλαπλούς- διαυγή, καλογυαλισμένο ή θολωμένο από την χρήση, τα χρόνια ή θολωμένο βλέμμα. Τι σημαίνει βλέμμα? Διαυγές ή θολό, αμβλυωπικό ή διαστρεβλωμένο = διαθλασμένο. βλέμμα νεκρό? Πάλι: τι σηματοδοτεί βλέμμα διαθλασμένο? προς ποιες κατευθύνσεις, Τι σημαίνει  βλέμμα διαστρεβλωμένο? Προς τα πού ορώντας, μέσω ποιανών χιτώνων του ορώντος νου?
*σημειώσεις γραφών, σημειολογώντας* σειρά από δοκίμια –απόσπασμα-

*

η μνήμη πάντα θα ρολάρει άτι λεύτερο στους νευρώνες του μυαλού.

*

η μνήμη θα ενδύεται πάντα το χρώμα μαβί, η μνήμη δεν θα μπορεί να λειτουργεί πάρεξ σε κυκλώνες, εκεί, σε βαθύ, άλλοι το λένε σεληνιασμένο ασημί,εμείς, βαθύ σκούρο μπλε ως μαβί…



-λίγες μέρες μετά, ηγοράσθη μοντγκόμερυ τσίλικο, μαύρο, μακρύ, η εντολή, αυστηρή: «μην φορέσεις μαύρα», όλα στα μπλε σκούρα, ακόμα και το μπάνιο της κλινικής. Τις προάλλες, το μοντγκόμερυ πετάχτηκε στην ανακύκλωση, οι μνήμες δεν χαρίζονται, στα ληγμένα-

13/2/18

αυτούς τους ξενόφερτους –κι εσύ από κει- δεν τους είχαμε σε καμιάν υπόληψη, μέναν όμως λίγες μέρες, μας δώσαμε άδεια, πήραμε τ’ αμάξι και σε πήγα στο καράβι, στο Καβούρι, άδειο ήταν σχεδόν το μαγαζί, βάρυνε κι ο ορίζοντας, σκούρηνε το τοπίο, μάτια γίνηκε, χάθηκε και το νησάκι της Αίγινας, δυο ήσαντε τα απλωμένα χέρια, δεν φτάνανε πιο κει. Ο γυρισμός είχε μεγάλη βροχή και το τζάκι ξανα-έγινε καταφύγιο, γκρεμίστηκε τηλεφωνικά. Έφυγα. 'Εκτοτε, στο καράβι πολλές οι επιστροφές, η κασσέττα έπαιζε καρναβάλια-δεν είμαστε πια για καρναβάλια, ούτε καν για την Μπαρσελόνα, ληγμένα, στην ανακύκλωση όλα-
Δευτέρα και 14





11/2/18

'Επεα....


Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΘΑΛΑΣΣΑ

Έκατσα και κοιτούσα την θάλασσα
ακύμαντη σαν μωρό,
γκρίζα, σαν μάτια.

Σηκώθηκε τότε ο μαΐστρος,
τρομερός
και μας σήκωσε και τις δυο.
Αυτή αντάριασε, επέζησε.
εγώ πέταξα, φυλλαράκι,
χάθηκα σε ουρανό-
 2007

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Χτές, πήρα την θάλασσα αγκαλιά
και κάτσαμε έτσι,
με την γκριζάδα της παρέκει.
ένας  χλωμότατος ήλιος
ξάσπρισε από την ζήλεια του στα σύγνεφα,
σβύστηκε.
Σήμερα, βρέχει
η θάλασσα ρυτίδιασε,
κρυώνουμε κι οι δυο
ο ήλιος, εννοείται,
απουσιάζει σε άλλες εργασίες
2008

 'Επεα πτερόεντα?, Λάλον ύδωρ, Δαρδανός, 2009




10/2/18

πάνω-κάτω η Πατησίων ως την στροφή, και πάλι πίσω, ως τις στροφές, ανάβουν σιγά-σιγά τα κόκκινα λαμπάκια στην Φυλής, στην Πατησίων μετά την στροφή, εκεί, στην Έυντεν,
μια αίσθηση ματαιωμένου κόκκινου η Πατησίων στα νυχτοκάματα ενός αιώνα που ακυρώθηκε, μόνος του, αθωωμένα


Νυχτοκάματα

Στις ρωγμές της νύχτας
όλα τα νυχτοκάματα
κρυφοκοιτάγματα
των καιρών
νοσταλγία
ν’ αναπαυθεί το βλέμμα,
ν’ ακουμπήσει
πάλι
σ’ ομορφιά.
Στα ξέφτια των δρόμων
γκρεμισμένες προσόψεις
ασπρίζουν ιστορίες
κυκλώνουν αμαρτίες
σβήνουν
σαν καμένο
φανάρι
αγριότητες
επιθυμιών
μετάθεση
χρόνου
κατάθεση
χώρου
Στην άκρη της νύχτας πορευόμαστε
αθωωμένα αγνοί



7/2/18





Αναρωτιέμαι

Σκαμμένες κόγχες

χυμένα μάτια
αναρωτιέμαι
γιατί γκρεμίζεται ο κόσμος
όταν το σύμπαν
μου προμηνύει
τα καλούδια τ’ ουρανού.
αναρωτιέμαι
πώς αδειάσαν οι κόγχες ξαφνικά
πριν έρθει καν ο καταρράκτης.
αναρωτιέμαι
γιατί δεν επαρκεί ο εαυτός μου
για ν’ αστράψει ο ήλιος.
χυμένα μυαλά
στην άσφαλτο.
αναρωτιέμαι
γιατί πάμε του χαμού.
Όταν οι ουρανοί
ανοίξαν στο απόλυτο γαλάζιο
για να με δεχτούν/
περιμάζεψα τα μυαλά
χώθηκα στην άσφαλτο
κι αναλήφθηκα
στους ουρανούς.
ακόμα αναρωτιέμαι.
Ιούλης 2011

τα κλόπυ: ΑΡ


***4 ή 5 το πρωί? το τελευταίο τραμ πέρασε από την οδό Μπουκαρέλι (στενή, φτενή, δίπλα από το άγαλμα του Άνχελ), χάλασε το ποδήλατο, κάτσαμε κατάχαμα, την  άλλη μέρα ξημέρωσε βροχή κι η Γκλάντυς ήρθε, έφτυσε θεούς, έβρισε καντάρια, πήγες σπίτι σου οικεία και αρχίσαν τα ραδιόφωνα, σηκώθηκε ο Λαχάς και μετακομίσαμε, χαθήκαμε***

****το παρόν είναι της φαντασίας, τα ρέστα Σόκαλο****

* η αφορμή από το: "Άι στρίβε από δω μωρή", Κάρλος Φουέντες, Η καθαρότερη περιοχή του αέρα, ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, η ανάπτυξη της Πόλης του Μεξικού στις δεκαετίες '40-'50, με μόνη χρήση την αργκώ της Πόλης του Μεξικού εκείνων των δεκαετιών, αυτήν, ή την γνωρίζεις ή δεν την γνωρίζεις, συγγνώμην που την γνωρίζω (είναι πολύ "άτιμη" και στριφνή, αλλά...), υποτίθεται ότι θα εκδιδόταν η μετάφραση με υπογραφή της γράφουσας, ποιός να ξέρει η μοίρα τι θα φέρει, μπορεί και να γίνει στο εγγύς μέλλον, La región más transparente, 1958

τα κλόπυ εδώ.... AR


**νομίζω πως την έχω διηγηθεί την ιστορία εδωμέσα (σίγουρα, σε διήγημα), ήμουν 10, ο Μακουλιός 7, παίζαμε στην σάλα, ο Μακουλιός, φτενός-φτενός, χώθηκε κάτω από το μπάρ -ιστορία έχει αυτό το μπαρ, σκούρο καφετί σκυριανό, το κληρονομήσαμε από την θεία Ζένη-τρίτη αδερφή της κοινής μας γιαγιάς εκ μητρός και των δυό, παίζοντας, χώθηκε το Μακουλάκι από κάτω από το μπαρ για να κρυφτεί, κάποιος θόρυβος, σηκώνεται απότομα το παιδάκι, "πάντρεψε" ένα αγαπημένο βάζο της μάνας μου. Ακούγοντάς το αυτή, βγαίνει από το ιατρείο της, έξαλλη, με βουτάει, με στριμώχνει στο κοινό μας δωματιάκι με τον Μάκη (ένα χώρισμα με χάρντμπορ στην μεγάλη κρεβατοκάμαρα δηλαδή), βγάζει το δεκάποντο τακούνι κι αρχίζει το πού σε πονεί και πού σε σφάζει, ευτυχώς, βρισκόταν ο μεγάλος αδερφός στο σπίτι, ακούει την φασαρία και πέφτει πάνω στην μάνα "σταμάτα μαμά, θα την σκοτώσεις", ήταν η εποχή που μόλις είχε διαβάσει το 10χρονο κάποια φοβιστικά διηγήματα  του Γκυ ντε Μωπασσάν στο Ρομάντζο που αγόραζε ανελλιπώς η κοπέλλα μας, έλεγε κάτι για τάφους που συλλήθηκαν, το δεκάχρονο συνέλαβε λάθος την έκφραση "τυμβωρύχος", του έκανε "τυρνοφάγος" εκείνη την στιγμή άρχισε να σκούζει "ο τυρνοφάγος, μαμά, ο τυρνοφάγος", έσκασε στα γέλια η μάνα μου, σταμάτησε να βαράει με το τακούνι. Χρόνια μετά, μέσα της δεκαετίας του '80, το τότε δεκάχρονο γνώρισε τον Λαχά στη Σαλονίκη, του διηγήθηκε στην ιστορία, έσκασε στα γέλια ο Λαχάς, εξακολουθώ να λέω τον τυμβωρύχο, τυρνοφάγο, δυστυχώς, ο Κώστας δεν γελάει πιά, μόνο εμείς θυμόμαστε-**

5/2/18

άλλοι εσχατογεροντεύουν και έχοντας τα χαμένα λένε λόγια του χαμού - με βλακείες Συντάγματος, δεν ασχολούμεθα, πότε θα μάθουμε να διακρίνουμε το έργο από την φαιδρή στα στερνά καμιά φορά περσόνα ενός δημιουργού-? κι άλλοι κάνουν ένα εμφραγματάκι και σσσσς, στους Ουρανούς. Γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ εκείνο το μότο στον χορό όπου πέσαμε κάτω από τα γέλια? ενδιαμέσως σοβάρεψες, "μαζεύτηκες", έκοψες τσιγάρο και κιλά και το καλοκαίρι ξαναχορέψαμε, αυτή την φορά ήταν το θα την σφάξω ή θα τον σφάξω, οι γενιές, βλέπεις, στο καλό Τακούλη, άσχετο, με τον παναμά, τι θα γίνει,θα τον δώσεις καμιά φορά? τα λέμε....

http://www.reporter.gr/Eidhseis/%CE%9Daytilia/344482-O-Takhs-Lainas-se-nees-peripeteies-Kalo-taxidi-file