23/1/18

αρμαχτάς στο σύμπαν




POEMA
Tú eliges el lugar de la herida
en donde hablamos nuestro silencio.
Tú haces de mi vida
esta ceremonia demasiado pura.

ΠΟΙΗΜΑ
Επιλέγεις τον τόπο της πληγής
όπου διαπραγματευόμαστε τη σιωπή μας.
Κάνεις με τη ζωή μου
αυτή την τελετή στο έπακρον αγνή.

 Άλεξ. Πισαρνίκ, Αργεντινή "Los trabajos y las noches", 1965, Alejandra Pizarnik, Obras completas, ed. Lumen, 2003, Barcelona
α, ξέχασα, © ΑΡ για την μεταγραφή-

α, πέθανε πια κι ο Νικάνορ Πάρρα, ε, ώρα ήταν, πεθαίνουμε μαζικά εμείς. Στιγμάτισε τον 20ον αιώνα αλλά gule-gule, εδώ η μικρότερη αδερφή του και παρασάγγας πιο δημιουργική και ανήσυχο πνεύμα αυτοκτόνησε το 1967, για τον υπέργηρο θα συζητήσουμε?



"και τι κέρδισα που σ' αγάπαγα", "όλα αλλάζουν δωκάτω", ρήση της Βιολέττας-

20/1/18

fokanegra

τι δεν λέει?, μα για το Select, το απόλυτο γλυκάδικο. -Πάντως, και τα προφιτερόλ συναγωνίζονταν εκείνα του Ναυπλίου στα Νούφαρα, τότε Περιηγητική Λέσχη- Κείνο που μας έμαθε το παγωτό Σικάγο ιδίως τα καλοκαίρια πριν να φύγουμε και αφού είχαμε γυρίσει σ' αυτήν την απαίσια πόλη που κανείς μας δεν επέλεξε σαν πατρίδα, μας την είχαν στημένη και στυγνά επιβάλλει οι μεγάλοι-εκτός Ζώναρ'ς, πάντα εκτός Ζώναρ'ς.
Εμείς ήμασταν Κυψελιώτες, δεν θα ήμουν οκτώ  όταν από την Πλατεία κατηφορίζαμε -το χέρι, δώς μου το χέρι- με την κοπέλλα της γιαγιάς μου της Γιακαλούς την Φώκα Νέγκρα, πηγαίναμε στο συντριβάνι και εκστατικά το άγαλμα του Τόμπρου, ναι, λένε πως ερχόταν στο σαλόνι της γιαγιάς αλλά εγώ δεν ζούσα τότε, δεν θυμάμαι, το άγαλμα μου άρεσε πάντως, πολύ.
Περάσαν τα χρόνια, εφηβέψαμε κι εκεί προς το τέλος της είμασταν μία ασυμμάζευτη παρέα, ξεκινάγαμε από την οδό Ιεροσολύμων, στο σπίτι του Δημήτρη, αφού είχαμε ακούσει καλά-καλά όλον τον Μπένυ Γκούντμαν, είχαμε πάει στο σουβλατζίδικο στην στοά του Μετροπόλιταν, και καταλήγαμε στην Φώκα Νέγκρα.
Άλλες φορές -τις περισσότερες- πηγαίναμε κατευθείαν στην Φαίδρα, εμείς, μία θυμόμαστε, ανεβαίνοντας την Φώκα προς το τέλος της, αριστερά. Διάβαζα τώρα πως πηγαίνανε εκεί ο Ελύτης κι ο Ρίτσος, δεν έτυχε...
Όταν είχαμε λεφτά, πηγαίναμε στην Θράκα, ήταν η πρώτη που είχε φέρει κροκέτες, τυροκροκέτες, ζαμπόν-τυρί κροκέτες και, το καλλιτερότερο: κροκέτες με μοσχαρίσιο συκώτι μέσα, και λίγον μαϊντανό, ανεβαίνοντας, στα μισά, δεξιά, πολύ αργά, αν δεν μας έπιανε η τρέλλα να πάμε με μηχανές ως την Πάτρα και αφού κοιμηθούμε με σλήπιν στο λιμάνι να γυρίσουμε πίσω. Με τους δικούς μου, και ο παππούς μαζί, πηγαίναμε στην Θράκα, τρώγανε κάτι περίεργα κρέατα, του λόγου μου λίγη σαλάτα και, τις κροκέτες, φυσικά.
Την Φαίδρα την στηρίξαμε μία χαρά, συνήθως με φραπέ, κάποτε, καμμιά μακαρονάδα στα 20, o Λεό έχωνε κουτάλι, εμείς μιλάγαμε και δεν προλαβαίναμε ούτε μακαρόνι, το Ντενιώ, πάντα αυστηρό, τον μάλλωνε, ο Τάσος κάγχαζε ως σήμερα, τελευταία φορά πρέπει να ήταν Οκτώβρης του 1973, καθόμασταν έξω, ένας ήλιος μας είχε κοροϊδέψει κανονικότατα, ύστερα ήρθε το Πολυτεχνείο, μετά, σκορπίσαμε.
Τις προάλλες, είδα πως θα κάνουν λέει αφιέρωμα στον Χρήστο για τα 25 χρόνια από τότε που πέθανε, 1993, τότε, είχαμε πάει όλοι μαζί στο σινεμά Έλλη, παίξαν την τελευταία ταινία του Τσιώλη, Γυναίκες, μην κλαίτε για μέναν, αδύναμος, έπαιξε ο Χρήστος, λέει ο Δημήτρης: "απόψε, το παίξαμε η μεγάλη ανατριχίλα", στην κηδεία του Χρήστου κανείς από μας δεν πήγε, ηθελημένο, κάτσαμε σπίτι και γίναμε λιώμα στην ιδέα του φίλου μας, πριν ν' αλλάξει 100 σπίτια, ήταν Επτανησιώτης (στην Επτανήσου δηλαδή). Το Σελέκτ έχει κλείσει, τον Χρήστο τον έχει πατήσει το τραίνο,  ο Δημήτρης μένει χρόνια πια κάτω, από τα υπόλοιπα παιδιά κάποια γινήκασι "επώνυμοι" σαν το Λινάκι, εμείς είμασταν και λέμε να είμαστε πάντα εμείς, ο Μενέλαος θύμισε κάποια από αυτά, μας πάτησε το τραίνο και βγήκαμε από την  άλλη πλευρά.

http://www.athensvoice.gr
/life/urban-culture/athens/412702_fokionos-negri



να κι ένα άλλο, του Φώτη Γεωργελέ: http://www.athensvoice.gr/life/413014_kypseli-o-planitis-tis-paidikis-moy-ilikias
http://athensville.blogspot.gr/2009/12/blog-post_15.html

http://www.dimokratianews.gr/content/1861/mr-elite-%CE%B6%CF%89%CE%AE-%CF%83%CE%B1%CE%BD-polaroid

εγγεγραμμένο στο DNA  μας και το Elite, αμελής, και από κάποια -τελευταία κειπάνω πλημμύρα- όλα τα σάρωσε ο καιρός, 1994, η τελευταία πελώρια πλημμύρα, φτιαρίζαμε και φτιαρίζαμε, έρχονται ύστερα και ρωτάνε, που είναι η πρώτη σου συλλογή, μαρή, την πήρε ο άνεμος, την πήρε το νερό, εδώ, στεγνώναμε τα Κλασσικά εικονογραφημένα.....για το μόνο που λυπήθηκα πολύ είναι πως δεν έμεινε καμμία φωτογραφία από τις επιδείξεις του μπαλέτου, δια χειρός Elite, τότε που ο πατέρας μου είπε "μεγάλωσε, έγινε ολόκληρη γυναίκα" νομίζω πως είμουν 17, μετά, μας πήρε και μας σήκωσε, μόνο μία φωτό της μάνας μου φέρει την υπογραφή Elite, την κρέμασα σε τοίχο, ενθύμιο του κ. Elite



 για κείνους τους πειραγμένους καιρούς: 


Πειραγμένος καιρός

                                                                                                                                                 Περασμένος καιρός
                                             στο εύρος του θανάτου
                                                                                              κι οι λεϊμονιές δεν βγάναν άνθια,
                                                                                                                                                                            ζορίζονται.
                           Πειραγμένος καιρός
                                                                                                                                                      στο νεύμα του                                                                                              θανάτου.
                                                                                                                                       Ξεχασμένος καιρός
                                                                                                                              στο                                                                                                νήμα του θανάτου.
                                                                                                                                   
                                                                                            Δεν υπάρχουμε πια.
                                                                                                                                                                                   Χαθήκαμε.
                                                                                                                                           Νυχτωμένος καιρός
                                                                                                                                                                              στο χάδι του θανάτου.
                                                                                                                                 Οι ιστορίες κουράζονται,
                    δε μπορούν άλλο
                                                                                                                                    ξαποσταίνουν στο παγκάκι
                                                                                                                                                                                        γυμνό από περίγυρο.
Ούτε μπρος έχει
ούτε πίσω.
                            Οι ιστορίες
                                                                        απλώνουν τα κύτταρά τους
                                                                    κατά μήκος
και παραδίνονται
                                                                 στο άγγιγμα τ΄αγγέλου.
Λυπημένος καιρός

             στο άγγιγμα τ΄αγγέλου.

Σεπτ. 2010


υπήρξαμε κείνη η γενιά που πέρασε ευτυχέστατα παιδικά, εφηβικά και φοιτητικά χρόνια, στις αλάνες, στις Φώκες Νέγκρες, αλλά κι εκείνη η γενιά που μας ξεκάναν νωρίς-νωρίς, όσοι μείναμε, θα την κάνουμε νωρίς-νωρίς από τις ασύστολες επιλογές κείνων που σίγουρα δεν θα κληθούν ποτέ να ζήσουν με 500 ευρώ, εγώ, αντέχω, εσείς?
Έτσι ή αλλιώς, θα ήμαστε πάντα Κυψελιώτες-

19/1/18




Λοιπόν, τα νέα έχουν ως εξής: σπουδάζεις, α, έλαβες και διδακτορικόν, τι μας λέτε, σιγά πιά!!!!! Οκ, δουλεύεις,30 κάποια χρόνια λένε, ΟΚ, βλέπεις μαύρα, άσπρα, κόκκινα καραβάκια δεν με παίζετε καλέ, βλέπεις κάποια αστραπόγιαννα κοκκινο-μπλε με μία νότα κίτρινου, βλέπεις τα μαύρα στο μπλαγκ τζακ να σου έρχονται κατάμουτρα, λες: πάω μπας και σώσω τα άσωστα (αμ, δεν τα σώσατε κυρία μου). Σήμερα μαθαίνεις πως ο κύριος με το μαντηλάκι στο αριστερό πέτο δραπέτευσε στο ΥΠΕΞ,έχει άποψη περί παντός του επιστητού, ο κύριος αυτός σου κάνει το πρόσωπο κιμά και χαριεντίζεται στις τσιγαρόγδαρτες τηγανίτες που τις λέγανε παν-κέικς, εσύ, βλέπεις ή δεν βλέπεις την πεσμένη από τα χρόνια κρεμασμένη φάτσα σου.Να κάτσεις να την κοιτάς και να την χαίρεσαι, την φάτσα σου!!! α, πάρε παιδί μου να έχεις 700, το μαντηλάκι του κυρίου θα σου τα κάνει 600, τι, δεν μπορείς να ζήσεις?, ε και? θα βάλουμε το μαντηλάκι ν' ασπρίσει, ο κ.μαντηλάκιας μια χαρά φατσούλα, τι τονε νοιάζει? , για αμέτε μας λιγάκι...

14/1/18

φατσούλες (για γραφιάδες και όχι μόνον)

Σε πόσους από μας δεν θα είχε αρέσει αυτό το φατσό αλά γκρέκα, τότε που το στήναμε πολλοί μαζί, εκεί στα 2007-2009...
Αλλά, οι γραικοί ήμαστε αυτό που λέει η λέξη, γραικοί, ξεπουλιόμαστε για ένα χάδι, για μιαν αρέσκεια, μην και δεν ληφθεί υπ'  όψιν η σεπτή μας παρουσία στο καφενείο σήμερα, μην και δεν μας φιλήσουν πόδας τε και χείρας οι εν τη πλατεία υπήκοοί μας. Μην και δεν στείλουν καμμιά χιλιάδα αρέσκειες στις υποψηφιότητες των Νόμπελ και των Μπούκερ. Για κάτι τέτοια, έστησα μόνο σελίδα σε αυτό το καφενείο, όπου δεν γνωρίζω ούτε από τάβλι (α, ρε Ντίνο, δεν έμαθα), ούτε από βιολί.
Άλλαξα κάποια "προφίλ", για το ένα καμία ευθύνη, για τα υπόλοιπα, επωμίζομαι τα πάντα. Για να μπαίνουν όσοι οριακά ενδιαφέρονται. Έβλεπα σήμερα το ωραίο ντοκυμανταίρ του φίλου μου και πατριώτη, του Τάκη Σπετσιώτη, για τον Άρη Δικταίο, ποιός δεν έχει στην βιβλιοθήκη του τις εξαιρετικές του μεταφράσεις, κάποιοι από μας τα δικά του γραφτά?, όχι, δεν είναι λύση η απόσυρση κι ο μοναχισμός, αλλά ούτε και η υπερ-έκθεση.

Αυτό το φατσό που στήθηκε αλά γκρέκα, είναι τόσο  κακέτυπα γκρεκάνικο που ντρέπεται κανείς διότι τα γκρεκάνικα είναι η Ελλάδα που θα θέλαμε







ήταν το αγαπημένο του Μήτσου του Αρμάου, δεν καταδέχθηκε ποτέ να μπεί σε αυτό το όπως το αποκαλούσε (συγγνώμην για την έκφραση, δική του) "κωλοχανείο της συμφοράς".

Ο Μάνος Χατζιδακις μιλάει για τον Τζίμη Πανούση



cult από αρχής ως τέλους, αυτό έλεγα και στην Γλυκερία, σε λίγα χρόνια θα θεωρήσαι cult (ήσαν-είναι, κι όχι μόνο οι δυό ευτυχώς....)
τα γνωστά και τεθλιμμένα, τα παιδάκια της εξουσίας στέλνουν τα χαιρετίσματά τους (τώρα που το σκέφτομαι: η κύριος Νιόνιος διατί δεν ομιλεί?, μήπως ασθενεί? ας μην γίνουμε ασεβείς). Οι ιδιοφυώς ταλαντούχοι inner μόνο με τον εαυτό τους αναμετριούνται, οι ρέστοι, μακριά, μας λερώνετε το κατώφλι- {λένε}.
Κατεβαίνει ο πήχις στην δική μας γενιά, με τις υγείες μας.
ένα μόνο ξέρω: τους καλούς αθρώπους, το σύμπαν καλεί στις αγκάλες του νωρίς, αποσυρμένοι ήσαν, έτσι κι αλλιώς, από το βορβορώδες πλήθος των -εσμών.
Γειά χαρά κύριε Δημήτριε, κράτα και καμμιά θέση κειπάνω, στον Σείριο που έχει παιδιά, κατά προτίμησιν, αποφωνώντας:


12/1/18

μάτια λυτά

Θερμότατες οι ευχαριστείες στον φίλτατο ποιητή Ανδρέα Καρακόκκινο και το βιβλιοφιλικό του ιστολόγιο για την αβρή κίνηση, τον κόπο στην ανθολόγηση και την ευγενικότατη φιλοξενία: 

https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/2018/01/11/%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B7/


‘Ο.τι σπείρεις, θερίζεις

Ο Χρόνος πήρε
τις Ώρες αγκαλιά
κι εξατμίστηκαν
σε μικρομόρια σκόνης
θολής και γκριζωπής.
Ούτε σύννεφο αξιώθηκε να γίνει
ούτε βροχή.
Μέχρι να γυρίσω να κοιτάξω
είχε μείνει
το σκέλεθρό μου όρθιο, εξ απεναντίας,
να με ανακρίνει στυγνά
Να με ψέγει σκληρά
για τις κραιπάλες
και τις χιλιάδες εξαφανισμένες ώρες
της διανοητικής ραστώνης.
Για τα θυελλώδη μεθύσια
με Νιρβάνα σε ύποπτα μπαρ.
Έτρεξα να χωθώ
σ’ έναν τάφο
απ΄τη ντροπή μου.
Γιατί δε χώραγα,
μια σταλιά άνθρωπος;



Φεβ. 2008
"Έπεα πτερόεντα?" Δεκ.2009, εκδ. Gutenberg, σειρά Λάλον ύδωρ-Τυπωθήτω




11/1/18

σαλόνια τού άλλοτε...


http://www.lifo.gr/team/athens/50800

Τὸ σονέτο τοῦ μεσονυχτίου
Ὅλα σβησμένα γύρω μου, στὴ πάχνη ὅλα κρυμμένα,

χαμένα κάτω ἀπὸ τὸ φῶς κ᾿ ἀπ᾿ τὸ σκοτάδι κάτου,
μὲ τὸ βαρὺν ἀέρα τους μὲ πνίξαν ξάφνου ἐμένα
θαμπώνοντάς μου τὴ στεγνὴ ρονιὰ τοῦ ἀναβλεμμάτου.

Μὰ δάκρυο δὲν ἐστάλαξε μηδ᾿ ἔλαμψε κανένα

στὸ ξαναμμένο γλέφαρο, στητὸ στὸ λάγκεμά του,
καὶ τὰ δικά μου ἀγρίκησα βαθιά μου καὶ τὰ ξένα,
καρδιόχτυπα ἀνατάραχτα σὲ μία σιωπὴ θανάτου.

Κι εἶπα τὸ χαῖρε δύο φορὲς καὶ μὲς στὸ χάος ἦχος

ἐχάθη, ὡς ἀντιβόησε βυθὸς τοῦ κάτω κόσμου,
μήνυμα πὼς σφραγίστηκε παντοτινὰ ὁ χαμός μου.


Καὶ μένει ἐπίσημος στυγνὸς ἀριστοκράτης στίχος

ἀξήγητος Συβιλλικὸς ν᾿ ἀνησυχεῖ μονάχα
τὰ πνέματα ποὺ ἀνώφελα παλεύουν νυχτομάχα.

-Μιλτιάδης Μαλακάσής-


8/1/18


... " ένα συναίσθημα αποστέρησης κατακαθίζει μεσοστρατίς στα βράχια, τροχιοδρομεί στο ένα και μοναδικό βάραθρο-αιωρείται -το κέρμα έχει μία μόνο πλευρά-πάντα την λάθος-άλλοι, κρεμάμενοι από το σακάκι στο τελεφερίκ του Καζίνου, άλλοι παίζουν τα ρέστα τους, μονά-ζυγά, αιωρούμενοι"....

κοίταγες μ’ όλα σου τα μάτια λυτά
όταν πέσαμε
ούτε φυγή ούτε ακρόαση
ένας φακός αλλιώς
δεν βλέπει/
τι είπες γιατρέ,
δεν θα ακούω καν?
τι είπες γιατρέ,
σπασμένα άκρα?
πνευμονοθώρακας/
τι είπες γιατρέ?
δεν θα ανασαίνω καν?
τι είπες γιατρέ,
να πάω να πεθάνω ή ακόμα?
τι είπες γιατρέ,
προλαβαίνω τα κρινάκια?
τι είπες γιατρέ,
θα έρθεις στα Πέντ’ αδέρφια μαζί μου
να πάμε να πούμε γειά στη Γλώσσα?
Όχι?
καλά, ν’ ανέβω την ανηφοριά για το πλάτωμα
στον Ψαρομαχαλά
θα φέρεις τη μπουκάλα?
καλά,
αν δεν προκάμεις,
πάω μια βόλτα πίσω από τον Αμφιτρύωνα και τα φινιστρίνια,
όταν βγουν τα ψάρια
από όλους τους Ψάρακες
τι είπες γιατρέ?
ραντεβού στο παράθυρο της κουζίνας
θα φέρεις τα μπουζούκια
για το «Όνειρο δεμένο στο μουράγιο»
έλα τώρα,
αφού ξέρεις πως δεν μπορώ να περιμένω…
τι είπες γιατρέ,
να περιμένω τον κυρ Πάνο
να ποντίσει πάλι
με τα κουπιά
Τι είπες γιατρέ μου,
χρείαν,
ποια αναμονή?
κάθομαι και περιμένω στην Παναγίτσα
τέλεια δεν θα είναι η πτώση?
-να μου φιλήσεις τις αγριοσυκιές-
©AR 2017


6/1/18




η φωτό από τα σημερινά Θεοφάνια στην πατρίδα, της έφηβης και πολυτάλαντης Αναστασίας Βασιλείου, κορούλας του φίλου φωτογράφου Τάκη Βασιλείου.

Τα παλιά τα χρόνια, όταν είμασταν παιδιά, στην ίδια εξέδρα ήταν ο μητροπολίτης Σεραφείμ (χρόνια πολλά-πολλά στ' Ανάπλι), με την άσπρη του γενιάδα και τα ασπρόχρυσά του άμφια, με εντυπωσίαζε πάντα, όταν ήμουν μικρή-μικρή, λένε πως του έπιανα το γένι και δεν ήθελα να το αφήσω. Ένας από τους πρώτους που πέφτανε στη θάλασσα, συνήθως παγωμένη-μπούζι, στην Παραλία, μπρος από το καφενείο του Κουτσομήτη, στην Πλατεία των Τριών Ναυάρχων, ήταν ο πρώτος από τους πρωτοξαδέρφους, ένας ξανθός, δίμετρος σαν τον πατέρα του, αθλητής (στην οικογένεια, οι μισοί ήμασταν ξανθοί). Συνήθως έπιανε τον Σταυρό, πανηγυρικά, εμείς χαιρόμασταν. Ύστερα, ακολουθούσε πατροπαράδοτο γλέντι στο σπίτι τους, ένα τετράγωνο από την Παραλία, απέναντι από την ενορία μας Παναγία, που τελείωνε πάντοτε με μία από τις θρυλικές τούρτες της μάνας του,πρωτότοκης αδερφής του πατέρα, ήταν γαρ κι η γιορτή της, την βαφτίσαν Θεοφανώ -στα τεφτέρια της μάνας μου με φαγητά και γλυκά, οι συνταγές για τούρτες της θείας δεσπόζουν- 

2/1/18

requiem

Είχα θελήσει η πρώτη ανάρτηση του Νέου Χρόνου να είναι αισιόδοξη, έτσι, για να ξεφύγουμε λίγο από όσα φέρανε στις ζωές μας τα τελευταία χρόνια, να τα αφήσουμε πίσω και να προχωρήσουμε, με μίαν έστω ελάχιστη ανάσα αισιοδοξίας, γεννημένοι αισιόδοξοι εμείς. Σε μήνυμα, γυρίζουμε πάλι στα ίδια, στα αρνητικά, στις απώλειες, ήμασταν συνομίληκες, οι συγκυρίες είναι πάντα θηριώδεις, από ένα διεθνές περιβάλλον, γνωριστήκαμε στη Φλωρεντία (στο Φιέζολε για την ακρίβεια, όπου ο Αλ. και του λόγου μου περνούσαμε μεγάλες περιόδους στο σπίτι του κοινού μας φίλου γλύπτη), ύστερα, τα λέγαμε στην Αθήνα, η Έφη πάλευε, το πάλευε, παραδίδοντας στην απολαυστική αναγνωστική εμπειρία άψογες, δημιουργικές και κατατοπιστικές μεταφράσεις χρόνια ατέλειωτα, "προστατευμένη" εγώ -πόσο ποιό ηλίθια- από μία εξαρτώμενη μισθωτή εργασία, έστω και κακοπληρωμένη, με μία κουτή "έπαρση", "μεταφράζω ό,τι θέλω, όπως θέλω και όποτε θέλω". Έπρεπε να έρθουν τα χρόνια της κρίσης και να μας γονατίσουν στην κυριολεξία. Μετά το δεύτερο ατύχημα δεν υπήρξε καμία τύχη, πριν να χτυπήσουν διάφορα "χαριτωμένα" της ηλικίας, έστω και νωρίς-νωρίς, είχα κάρτα αιμοδοσίας, πρόλαβα να της στείλω αίμα. Χθες, χάσαμε την Έφη, στα "υπέρ" των διαδικτύων, έστω, ας καταγραφεί πως ανακοινώνεται ο θάνατος μεταφραστή (επάγγελμα διεθνώς περίπου στον σκουπιδοτενεκέ του κύκλου έκδοσης δηλαδή). Εμάς, δεν μας νοιάζουν αυτά, μας νοιάζει αυτό που είπε η Κλαίρη: "είχα πει στον Αρμάο πως αν μπορέσω να φτάσω το δαχτυλάκι της Καλλιφατίδη, θα είμαι ευτυχής" 
η Κλαίρη είναι φίλη καρδιάς, υπήρξε φίλη καρδιάς της Έφης, και οι δυό τους ήσαν-είναι συνοδοιπόροι: caminante, no hay camino, se hace camino al andar (= οδοιπόρε, μονοπάτι δεν υπάρχει, το μονοπάτι το ανοίγεις του λόγου σου οδοιπορώντας),
Με πόνο καρδιάς: στο καλό Έφη μου, της άρεσε πολύ η σαραμπάντα του Χαίντελ

https://www.reader.gr/life/culture/pethane-i-gnosti-metafrastria-efi-

kallifatidihttp://www.lifo.gr/now/culture/175062