15/1/17

4η μέρα

Διάγοντας μέρες Κλαρίσε, στη μετάφραση:

2000, στον σεισμό του Σεπτεμβρίου:
κείνη τη μέρα, την ώρα του σεισμού,γύρω στη μία το μεσημέρι, βρισκόμουν εδώ και ώρα στο συνεργείο για το σέρβις του αυτοκινήτου, πέσαν τα πάντα πάνω μας, σβήσαν τα φώτα, κάποια στιγμή λειτούργησε το κινητό και μου απάντησαν από το σπίτι, "όλα καλά, αλλά πέσαν οι τοίχοι του σαλονιού και κάποιοι άλλοι, κρατάμε τα φωτιστικά στη μύτη", -έπεσε κι έσπασε τότε ο μεγάλος καθρέφτης της μητέρας μου, 40 χρόνια μετά, τερμάτισε κι αυτός-
Όταν έφθασα με την ψυχή στα κροταλίζοντα δόντια, όλοι οι σύνοικοι ήσαν έξω, αναζητώ τους δικούς μου και ήσαν μέσα, αμέριμνοι, απορώντας για όλα αυτά τα μπάζα στα μπατζάκια τους, μπαίνω, τους σύρω από το μαλλί έξω. Το επίκεντρο βρισκόταν λίγα μέτρα από τις κατοικίες μας.

Αφού φτιάχτηκαν οι τοίχοι και σοβατίζαμε μέρες, το σπίτι μπήκε για πούλημα.
Περάσαν μέρες, πολλοί οι επίδοξοι (καλή η γειτονιά, καλή η τιμή), ένα μεσημέρι, έρχεται ένας νέος κύριος, πολύ συμπαθής, κάτι μου έλεγε η φυσιογνωμία του, κάτι του έλεγε η δική μου. Ξεχάσαμε το κτίσμα, πιάσαμε την κουβέντα, λέει "μα, έχω διαβάσει ποιήματά σας στο τάδε περιοδικό, το τότε", "το  τάδε δεν ήταν που δημηγορούσατε στο αμφιθέατρο τ...", λέω, "μα, ο εκδότης στον εκδοτικό οίκο όπου εργάζεσθε είναι πολύ γνωστός μου". Μας θυμηθήκαμε, λίγο πίσω στα χρόνια στις σπουδές και στο εξωτερικό.
Πώς ήρθε η κουβέντα στην Λισπέκτορ? ήρθε.  Από τα τότε. Εσαεί γοητευμένος με τη γραφή της. Πάω στο γραφείο και φέρνω βιβλία, αρχίσαμε να διαβάζουμε, λέει,"μην μου πείτε πως θα την μεταφράσετε;", απαντώ, "είναι έτοιμο το πρώτο της" κι αρχίσαμε να διαβάζουμε και να γελάμε με τα "ρούχα-ρούχα-ρούχα" που είναι "roupa-roupa-roupa". Εκστασιασμένοι κι οι δυό, δεν ήπιε ούτε τον χυμό. Ήθελα τόσο πολύ να τους δώσω το σπίτι με την καλή του, δεν γινόταν, δεν έφθαναν τα χρήματα...

Όταν κυκλοφόρησε το "Κοντά στην άγρια καρδιά" ψάχναμε με όλους τους φίλους μου του "συναφιού"να τον βρούμε για να του δώσω το βιβλίο στα Ελληνικά. Έμμονη ιδέα να τον βρω για να το χαρεί.

2013 φθινόπωρο, λαμβάνω ένα μέιλ από άλλη ήπειρο. Το βιβλίο της Λισπέκτορ στα Ελληνικά έφθασε σ' εκείνον τον προορισμό που του οφείλετο 13 χρόνια πριν. Οι ευχαριστείες και τότε, εκείνο το μακρινό 2000, ως σήμερα. Γνωρίζει πια ο καλός αυτός φίλος. Να είναι καλά και να χαίρονται τα όμορφα παιδάκια τους, έκτοτε επικοινωνούμε συχνά.


-Κλαρίσε Λισπέκτορ

Κοντά στην άγρια καρδιά

«Βρισκόταν μόνος. Αφημένος, ευτυχής,
κοντά στην άγρια καρδιά της ζωής». *

Τζέιμς Τζόυς


ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Ο πατέρας


Η γραφομηχανή του μπαμπά έκανε τακ τακ… τακ τακ τακ….Το ρολόι χτύπησε μ’ έναν ήχο υπόκωφο. Η σιωπή σερνόταν, ζζζζζζζ. Η ντουλάπα έλεγε τι; Ρούχα, ρούχα, ρούχα. ‘Οχι, όχι. Ανάμεσα απ’ το ρολόι, τη μηχανή και τη σιωπή, ακοή ασκημένη, ένα πελώριο αυτί τεντωμένο, ροδαλό, νεκρωμένο. Οι τρεις ήχοι ενωμένοι από το φως της μέρας και το θρόισμα στο φύλλωμα των δέντρων που αγγίζονταν μεταξύ τους ακτινοβολώντας.

Ακουμπώντας το κεφάλι στο αστραφτερό και κρύο βιτρώ κοίταγε κατά τον φράχτη τού γείτονα, κατά τον μεγάλο κόσμο απ΄τις κότες που «δεν ήξεραν ότι πρόκειται να πεθάνουν».  Και μύριζε, λες κι ήταν δίπλα στη μύτη της, τη ζεστή γης, σκούρα, γιομάτη αρώματα και στεγνή κι όπου όλο και κάποιο σκουληκάκι σερνόταν πριν να καταβροχθιστεί από την κότα που θα έτρωγαν οι άνθρωποι.-

(απόσπασμα © all rights reserved ΑΡ)

 *τον τίτλο και το απόσπασμα του Τζόυς από το "Πορτραίτο του καλλιτέχνη ως νεαρού άνδρα" η Λισπέκτορ οφείλει στον φίλο της Λούσιου Καρντόζου, εξαιρετικό λογοτέχνη, με τον οποίο ήταν ερωτευμένη μεταξύ 1940 και 1943. Ο  Καρντόζου πλην είχε άλλον ερωτικό προσανατολισμό. Εντούτοις, υπήρξε ένας σύντομος δεσμός μεταξύ τους ανάμεσα στο 1960 και το 1963, ο Λούσιου Καρντόζου πέθανε το 1968. Καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους παρέμειναν στενοί φίλοι και πνευματικοί συνοδοιπόροι, αναφαίνεται αυτό και από την αλληλογραφία τους που έχει δημοσιευθεί.  Όντως η Λισπέκτορ δεν είχε ιδέαν ούτε από τον Τζόυς, ούτε από την Γούλφ ή τον Κάφκα ούτε από κανέναν άλλο συγγραφέα διεθνούς βεληνεκούς, με τους οποίους η παγκόσμια κριτική ηύρε ομοιότητες με την δημοσίευση του πρώτου της αυτού βιβλίου. Τους διάβασε πολύ αργότερα. Αυτή, εντούτοις, υπήρξε η πρώτη και μόνη φορά που κάποιος άλλος της πρότεινε τίτλο για βιβλία της. Όλα τους επόμενους επέλεξε αυστηρά μόνη της.*