24/5/15

Alejandra Pizarnik

La palabra del deseo, poema del libro "El infierno musical"

"Esta espectral textura de la oscuridad, esta melodía en los huesos, este soplo de silencios diversos, este ir abajo por abajo, esta galería oscura, oscura, este hundirse sin hundirse.

¿Qué estoy diciendo? Está oscuro y quiero entrar. No sé qué más decir. (Yo no quiero decir, yo quiero entrar.) El dolor en los huesos, el lenguaje roto a paladas, poco a poco reconstituir el diagrama de la irrealidad.

Posesiones no tengo (esto es seguro; al fin algo seguro). Luego una melodía. Es una melodía plañidera, una luz lila, una inminencia sin destinatario. Veo la melodía. Presencia de una luz anaranjada. Sin tu mirada no voy a saber vivir, también esto es seguro. Te suscito, te resucito. Y me dijo que saliera al viento y fuera de casa en casa preguntando si estaba.

Paso desnuda con un cirio en la mano, castillo frío, jardín de las delicias. La soledad no es estar parada en el muelle, a la madrugada, mirando el agua con avidez. La soledad es no poder decirla por no poder circundarla por no poder darle un rostro por no poder hacerla sinónimo de un paisaje. La soledad sería esta melodía rota de mis frases."

Pizarnik, Alejandra. El infierno musical. Buenos Aires : Siglo XXI, 1971
Pizarnik, Alejandra. Poesía completa. Barcelona: Lumen, 2000


«Η λέξη της επιθυμίας», από τη συλλογή: Μουσική Κόλαση, 1971, εκδόσεις, Siglo XXI - 21ος αι, ο μεγαλύτερος εκδοτικός οίκος στην Αργεντινή με εκπροσώπηση στις περισσότερες χώρες της ηπείρου και στην  Ισπανία, -περιλαμβάνεται και στο μετά θάνατον: Όλα τα ποιήματα 2000-2002-2003, εκδόσεις Lumen, Βαρκελώνη, Ισπανία-.

-Τούτη η φαντασματική υφή του σκοταδιού, τούτη η μελωδία στα κόκκαλα, τούτο το φύσημα από σιωπές ποικίλες, αυτό το πήγαινε στον πάτο του αποκάτω, αυτή η στοά σκοτεινή, σκοτεινή, αυτό το βύθισμα χωρίς βύθισμα.
Μα, τι λέω; Είναι σκοτεινά και θέλω να μπω. Δεν ξέρω τι άλλο να πω (δεν θέλω να πω, θέλω να μπω). Ο πόνος στα κόκκαλα, λεκτικό κατακερματισμένο με φτυαριές, λίγο-λίγο ανασυντίθεται το διάγραμμα της υπερ-πραγματικότητας.
Αποκτήματα δεν έχω (αυτό είναι βέβαιο’ επιτέλους, και κάτι βέβαιο). Μετά, μια μελωδία μοιρολόι, ένα φως μαβί, επικείμενο χωρίς αποδέκτη. Βλέπω τη μελωδία. Παρουσία από φως πορτοκαλί. Δίχως το κοίταγμά σου δεν θα ξέρω πώς να ζήσω, κι αυτό είναι επίσης βέβαιο. Σε ανακαλώ, σ’ ανασταίνω. Και μου είπε να βγω στον άνεμο και να πάω σπίτι το σπίτι ρωτώντας αν υπήρχε.
Γυμνή πορεύομαι μ’ ένα κερί  στο χέρι, κάστρο ψυχρό, κήπος των απολαύσεων. Μοναξιά θα πει να στέκεις ακίνητη στην αποβάθρα, το χάραμα, κοιτώντας το νερό με απληστία. Μοναξιά θα πει να μην μπορείς να της δώσεις όνομα  διότι δεν μπορείς να την περιχαρακώσεις διότι δεν μπορείς να της δώσεις πρόσωπο διότι δεν μπορείς να την κάνεις συνώνυμο ενός τοπίου. Μοναξιά θα ήταν αυτή η σπασμένη μελωδία των φράσεών μου».
Αλεχάντρα Πισαρνίκ
απόδοση © ΑΡ
-ανθολογείται, σιγά-σιγά…-

-εμφανής πλέον  η αποσπασματικότητα και ο κατακερματισμός των ιδεών και των εικόνων σ' αυτή τη συλλογή όπως έχει ήδη σημειωθεί στην παρουσίαση του έργου της, δημοσιευμένη-.


-απλώς δεν είμαι του κόσμου τούτου… (…) δεν φοβάμαι να πεθάνω, φοβάμαι αυτή τη γης, ξένη, επιθετική, δεν μπορώ να σκεφτώ συγκεκριμένα πράγματα, οι λέξεις μου είναι παράξενες κι έρχομαι από μακριά. Θα φύγω και δεν θα ξέρω πώς να γυρίσω (…)-