16/5/15

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΑΠΟΧΩΡΟΥΝ....

Ορέστης Αλεξάκης, Κέρκυρα 1931-Αθήνα, 16.05.2015

"Τόσο γυμνός που ντρέπομαι τη μνήμη
Τόσο τυφλός που βλέπω την αλήθεια
Τόσο πιστός που απόμεινα μονάχος"



Ένοικος

Μα Εσύ ποιος είσαι; Ακούω τα βήματά σου
Στους ήχους των βημάτων μου  Ποιος είσαι;
Ακούω το βάθος τής σιωπής σου ως ένα
Πηγάδι σκοτεινό ή ανάσα δέντρου
Ακούω την ύπαρξή σου σαν αγνώστου
Κι απόμακρου ουρανού το κατακρήμνισμα
Κι όμως το ξέρω, μ' έχεις προσαρτήσει
Με κατοικείς, είμαι το σπίτι σου, έλα
Να ζεσταθείς, σου ανάβω την καρδιά μου

Δεν θέλω ανταμοιβή, δεν σου γυρεύω
Να μου φανερωθείς, σου ανοίγω κιόλας
Τη μυστική καταπακτή βαθιά μου
Να κρύψεις μέσα εκεί τα αινίγματά σου
Δεν σου ζητώ σημάδι παρουσίας
Δέχομαι τον πικρό καρπό τής λήθης
Τη μοναξιά - την ερημιά των κόσμων

Σωπαίνω μέσα σ' όλες τις σιωπές σου

Θα 'μαι το κάστρο σου ως στην έσχατη ώρα

-από τη συλλογή «Η Περσεφόνη των γυρισμών» (1974)



ΚΑΙ ΜΗ ΡΩΤΑΣ ΓΙΑΤΙ ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ ΕΙΜΑΙ

Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων
Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων
Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις
Είναι που κλείνεις τις
καταπακτές
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις
Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα
Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα
ΜΑΡΙΑ ή ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Καθώς
εγώ
τη μυγδαλιά τινάζω
πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή
κι εσύ
πώς λάμπεις
μα δεν θυμώνεις
μόνο
με κοιτάζεις
και μου χαμογελάς
φεγγοβολώντας
Κι εγώ
τινάζω με
μανία το δέντρο
και Θε μου σε
φοβάμαι και
μ’ αρέσεις
κι όλο βυθίζεσαι στο φως
και μέσα
στην εκτυφλωτική σου λάμψη
σβήνεις
Κι εγώ
τινάζω κλαίγοντας
– γελώντας
και κλαίγοντας –
το δέντρο
και
ξυπνώ
και πια
δεν είναι φως
δεν είναι δέντρο
μόνο δωμάτιο γκρίζο
βουρκωμένο
και βρέχει
βρέχει
βρέχει
και δεν είσαι
κανείς δεν είναι πια
και με σκεπάζουν
άγρια θολά νερά
νερά
και χρόνια
-από τη συλλογή: «Ο ληξίαρχος»(1989)