3/10/17

ε, μα, ναι, "ήσουν μικρό κι ανίδεο παιδάκι"

πότε λες, μία φορά τον χρόνο, ευχαριστώ μαμά και ονοματίζεις την λέξη? έξω λες η μάνα μου, η μητέρα μου, αλλά μέσα σου λες (μαμά, βόηθα)
πότε θυμάσαι εκείνη την καρφίτσα, χρυσή, με τα τυρκουάζ ένα γύρω?
την βουτήξαν μαζί με άλλα κείνοι οι Ρουμάνοι σε σπείρα σαν ανοίξαν το σπίτι, την φόρεσες στο μπλε σκούρο ταγιέρ και πριν να κατέβη στον τάφο σου είπαν να την βγάλεις, είχες όμως φορέσει όλα της της βιβλία να τα πάρει αγκαλιά στον κάτω κόσμο, Ρουμάνα ένα τέταρτο, Ρουμάνικη κι η σπείρα.....η εκδίκηση της γυφτιάς.....
ε μα, ναι, το προσπαθούμε μαμά και κάτι θα κάνουμε, υπόσχεση για δύο, καταλαβαίνεις εσύ την προσπάθεια, αύριο που θα το πω, κι ο άλλος ίσως καταλάβει, ίσως όχι τώρα, μπορεί, αργότερα,  προσπαθούμε, σκληρά, μαμά, να ξέρεις, ε, μα ναι, εκείνη η εικόνα στο ιατρείο σου με τον κύριο Σπύρο να σου δίνει συμβουλές για τα φυτά και το γιασεμί να θεριεύει και το βλαμμένο μικρό σου να σουτάρει δίπλα από το γιασεμί στην βεράντα προς τον δρόμο και να το σώνεις, να το σώνεις με τα βάλιουμ στο στομάχι, ε, μα ναι, μια ζωή μας έσωζες. Θυμάσαι το βλέμμα σ' εκείνη την πιτσαρία, Οκτώβρης ήταν, γλυκός, αλλά δεν ξέραμε πόσο θα αντέξεις εσύ, δεν ήξερα πώς να σου πω "χρόνια πολλά μαμά" με κόμπο στον λαιμό, μέτραγα τα πλακάκια και ήθελα να μην είμαι εδώ,
το εκμαίευσες κι όταν όλα περάσαν, κατέβηκα στον κήπο, καβάλλησα την μηχανή και χάθηκα στην Εθνική, το πρωί ήμουν εκεί. Ε, μα ναι, ένας χρόνος μένει για να γινόσουν 100, φέτος, 4/10/2017-4/10/1918, ε, μα ναι, σου άρεσαν τα ωραία, ήσουν ωραία και εμείς μάθαμε, από σέναν, μαζί σου, δίπλα σου, να αναγνωρίζουμε τα ωραία, ε, μα ναι,
 μας χάρισες κάτι πολυτιμότερο από τα ωραία: εσέναν, μάνα-



*δεν φθάνει πως ήταν σούπερ σε όλα, είχε και μία τρομερή και φοβερή Kodak με φυσούνα, τράβαγε φωτογραφίες όπου στεκόταν κι όπου ανάσαινε, εκείνη που ατενίζει, με τις μαούνες, είναι φωτό από την Αίγυπτο, πρώτο βραβείο φωτογραφίας σε δεν θυμάμαι πια ποιόν διαγωνισμό, το χάρηκε πολύ, ήταν Ιούνιος 1979, μόλις είχε πεθάνει η γιαγιά, η Γιακαλού, για τούτο φορούσε μαύρα,*

ΜΕΛΙΤΑ

Σαν ήσουνα τετράχρονη με ρώτησες
Εμένα πώς με κάνανε στ΄αλήθεια;
Κι ως ήσουν αγγελούδι σου απάντησα
Και σού ‘πα όπως λεν στα παραμύθια.

Επήραν μια μικρή λεκάνη, ολόλευκη,
και βάλαν μέσα χρυσαφένιο μέλι,
αχτίδες ήλιου και ροδόφυλλα,
και τά ’σμειξαν όλα μαζύ οι αγγέλοι.

Και σ’ έπλασαν κορούλα μου, και έγινες,
με δέρμα ροζ σαν τα τριανταφυλλάκια,
γλυκειά σαν μέλι και Μελίτα σ’ έβγαλαν
και είχες ηλιαχτίδες στα μαλλάκια.

Με κοίταξες αθώα και με πίστεψες.
Ήσουν μικρό κι ανίδεο παιδάκι.
μα όσο κι αν μεγαλώσεις θάχης μέσα σου,
κάτι απ’ το παλιό παραμυθάκι.

*Τερέζα Παπαδόγιαννη-Ρούβαλη: Κομπάρσοι, απρίλης 1974, εκδ. Νέα Σκέψη*
είχα μια μάνα, ήταν ο γενναιότερος άνθρωπος στον κόσμο*

Χρόνια πολλά μαμά, και του χρόνου στα 100, μην ξεχάσεις να βάλεις εκείνο το φουστάνι με τα μωζ λουλούδια που επέμενε σθεναρά η Σοφία μας "κυρία, αυτό θα βάλετε σήμερα", τελεία, ποιός να αντιλέξει στην σοφή μας Σοφία? -