15/3/17

30η η κι ο Αμφιτρύωνας

Ο Αμφιτρύωνας κι εγώ μεγαλώσαμε ομού, ένα συν, πλην, στο πληγωμένο του πλευρό είναι το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, δεν θα είμουνα δέκα, κάποιο μωράκι πέθανε, είδα τότε να γίνεται ανεμοβάπτιση, φέραν ύστερα ένα μικρούλι φέρετρο, άσπρο, βάλαν το μωρό μέσα, δεν το ξαναείδαμε πια, το Δεσποινιό κόντεψε να μου σπάσει το χέρι.

Περάσαν τα χρόνια, σε όλα τα γενέθλια, τα παιδιά φέρναν πελώριες σοκολάτες από του Κατραμάνου -αποκαλούσε τη μάνα μου πάντα "γιατρέ" με σεβασμό- "πού πάτε όλα εσείς τσούρμο, στης... στον Αμφιτρύωνα"...
Περάσαν χρόνια, στα σκαλιά του Κυριαζόπουλου,-μέναμε στο σπίτι του, χωρισμένο στα δύο- τοίχο με τον Αμφιτρύωνα, καθόμασταν με το Δεσποινάκι και έλεγε, δεν μπορώ να με λένε έτσι, παίζοντας λεκτικά βρήκαμε το "Ντένα"
έκτοτε, την λένε Ντένα, την λέω πάντα Δέσποινα και δεν διαμαρτύρεται...
όταν το Πάσχα είχαμε δώσει ραντεβού κάτου, στ' Ανάπλι, με ψάχναν, δύο κουβέντες, και το Δεσποινάκι σε 2 ώρες ήταν στο νοσοκομείο, δεν έφυγε ποτέ. οι  παλιοί μας φίλοι δεν φεύγουν ποτέ, οι νεώτεροι φίλοι, μένουν, φεύγουν, δεν γνωρίζουν όμως την ηχώ της παλάμης μας, 5 και πάμε, κάθε Πάσχα, πάμε περιφορά με το Δεσποινάκι, μου κρατάει πάντα το χέρι, πρόσεχε, καλέ, θα το σπάσεις, ξέρω, όταν πεθάνω, θα ήθελες να μου έχεις σπάσει την παλάμη σε κάθε ηχώ της θάλασσάς μας, να προσέχεις κείνα τα κάτασπρα χεράκια, θυμάσαι που ένοιωθα δύσκολα γιατί τα δικά μου ήσαν μες στη μούργα στο Δημοτικό?


Θηριώδεις συγκυρίες.

Όταν οι αισθήσεις κατακάθισαν δρομαίως κι ιδρωμένες, οι παραισθήσεις κατοίκησαν δυο νύχτες επαρκούς συνομιλίας με τα κενά, πληρώθηκαν δεόντως όλες οι βουτιές από τον δυσπάριτο βράχο της τολμητίας ήβης, γυρίσαμε να μας κοιτάξουμε  στα μάτια’  άσπρο /  όμως, φεγγοβόλα εκτοξεύτηκαν στα κρατημένα μας χέρια –νοητά, δεν λέω, πώς αλλιώς; -\. Αποφατικά, εδήλωσες, εντούτοις, ανύπαρκτες σκιές, στο γκρίζο\ σου αρέσει τόσο να ξιφουλκείς υπό τα όμματα τού ευγενούς Κιχώτου -υπό το κράτος παρορμήσεων, συγχύσεων και συμφύσεων μετά γαλαξιών τινών.

Ατελέσφορη συνεύρεση, εναγώνια αναζήτηση του μίτου. Το κακό  είναι ότι κουράζομαι εύκολα, προσφάτως, θες η ηλικία, θες η εμπειρία για την εκ των προτέρων γνώση της ματαιότητας, όπως θες ονομάτισέ το. Με την ακόμα πνοή της νιότης, μπορείς να πορευτείς, με κόζια συγγνωστά κι ελπίδα στα πανιά, σου φυσάω/ θα σε κοιτάω,  να το δεις.-


κοίταγες μ’ όλα σου τα μάτια λυτά
όταν πέσαμε
ούτε φυγή ούτε ακρόαση
ένας φακός αλλιώς
δεν βλέπει/
τι είπες γιατρέ,
δεν θα ακούω καν?
τι είπες γιατρέ,
σπασμένα άκρα?
πνευμονοθώρακας-
τι είπες γιατρέ?
δεν θα ανασαίνω καν?
τι είπες γιατρέ,
να πάω να πεθάνω ή ακόμα?
τι είπες γιατρέ,
προλαβαίνω τα κρινάκια?
τι είπες γιατρέ,
θα έρθεις στα Πέντ’ αδέρφια μαζί μου
να πάμε να πούμε γειά στη Γλώσσα?
Όχι?
καλά, ν’ανέβω την ανηφοριά για το πλάτωμα
στον Ψαρομαχαλά/
θα φέρεις τη μπουκάλα?
καλά,
αν δεν προκάμεις,
πάω μια βόλτα πίσω από τον Αμφιτρύωνα και τα φινιστρίνια,
όταν βγουν τα ψάρια
από όλους τους Ψάρακες***
τι είπες γιατρέ?
ραντεβού στο παράθυρο της κουζίνας
θα φέρεις τα μπουζούκια
για το «Όνειρο δεμένο στο μουράγιο»
έλα τώρα,
αφού ξέρεις πως δεν μπορώ να περιμένω…
τι είπες γιατρέ,
να περιμένω τον κυρ Πάνο
να ποντίσει πάλι
με τα κουπιά
Τι είπες γιατρέ μου,
χρείαν,
ποια αναμονή?
κάθομαι και σε περιμένω στην Παναγίτσα
τέλεια δεν θα είναι η πτώση?
-να μου φιλήσεις τις αγριοσυκιές-


*της Δέσποινας, θέλει να την λένε Ντένα, εκείνη ξέρει τα πώς και τα γιατί*



κει δίπλα, στο παράθυρο της κουζίνας μας, 1963 δεν ήταν που το τραγουδάγαμε με  παιδιάστικο πάθος μαζί με τη Φουλιάννα, τον Λεωνίδα  και τον Δημήτρη, τα "Αραπάκια", τον Τώνη και τη Μιμίκα, για πρώτη φορά κι ο Γιωργάκης ο Ασημακόπουλος με το στρογγυλό του προσωπάκι -συναγωνιζόμασταν ποιανού το πρόσωπο είναι πιo στρογγυλή σελήνη, το θυμάσαι, ναι? 

**η ανάρτηση αφιερώνεται στη Δέσποινα, όλοι τη λένε "Ντένα", την λέω καμμιά φορά Πηνιώ-



***για αλλοεθνείς: η οικογένεια Ψάρακα (παρατσούκλι), Ψαρομαχαλιώτικη, κατάξανθοι και γαλανομάτηδες σαν Σκανδιναυοί, ψαράδες από γενιά σε γενιά ως σήμερα-