17/2/17

23η μέρα το κίτρινο δεν ήταν ποτέ το δικό μου χρώμα


 μνήμη Γιώργου Ασημακόπουλου

{…} Ταξιδεύοντας συχνά με αυτοκίνητο στις μακρινές συνοικίες με απέραντα νεκροταφεία πάντοτε χαιρετώ τους πεθαμένους φίλους. Ακούω το σκίρτημα καθώς γυρνούν ξαφνιασμένοι*. ©Ελένη Νανοπούλου

*συνήθως περπατάω, πάνω-κάτω την Πατησίων από το τέρμα (από την Έσλιν, ας πούμε) ως το σπίτι
ποιο είναι το σπίτι?, αυτή η  πόλη δεν ήταν ποτέ πόλη μου, μόνο κάτι γειτονιές που κατέρρεαν τότε, ήταν της μόδας οι κουρελούδες, η ηλεκτρική σόμπα κουκουνάρα και οι φλοκάτες σε ετοιμόρροπες πολυθρόνες που μαζεύαμε από το δρόμο, τότε όλα ήσαν δρόμος και περπατάγαμε με τον Κέρουακ στην κωλότσεπη ή στο ταγάρι, όσοι οι πεφιλημένοι, τόσο το σπίτι (κάποιοι είπαν πως είναι Βενετσιάνικης κοπής, εκεί, με τα κολωνάκια να καταρρέουν, το  Μπούρτζι μπανταρισμένο ή μη) και στη γενιά μου παρακαλάγαμε σε γραφτά να μην είχαμε υπάρξει τόσο καλομαθημένα παιδιά να είμασταν ας πούμε απόγονοι –Ρομά τους λένε τώρα-, εκεί στα κολωνάκια, κάποιος έκανε αστεϊσμούς κι έλεγε πως είμαι τσιγγανάκι που με χαρίσανε, «ήσουν μικρό κι ανίδεο παιδάκι μα όσο κι αν μεγαλώσεις, κάτι θα σου μείνει από το παληό παραμυθάκι», έγραφε η μάνα μου, πάνω-κάτω η Κύμης, δεν θα ήταν οχτώ το πρωΐ, στο μεγάλο τότε φανάρι με την Ηρακλείου και Σπύρου Λούη ήταν ένα τσιγγανάκι, κατάξανθο και πρασινομάτικο, ο δρόμος μάζευε συνήθως νερά, πλατσούριζε ανέμελο αν το πατήσουν ή σκοτωθούν για να μην το πατήσουν,  ε και? μια μέρα, τραβάω χειρόφρενο, φρενάρω τους πίσω, κατεβαίνω, το μαζεύω, το  χαϊδεύω, το βάζω στην πάντα, σε λίγο μάθαμε πως πήγε στο πάντα, δεν ήταν τετράχρονο.
Η Γιωργία, η φίλη της μάνας μου και δικηγορίνα μας, δεν ξέρω αν πέθανε, πριν πάνω από δέκα τόσα χρόνια έπαθε την αρρώστεια του μυαλού. Μας είχε φέρει τον Κουνέλλη στο σπίτι, τότε, έμπαινα-έβγαινα, εκεί με τα σκίτσα του να τα συζητούν συνεπαρμένοι όλοι σ’ εκείνο το αλλού.  Τον Μυταρά τον ξωπέταξαν από την δήθεν Ακαδημία εντολοδόχου ναρκισσισμού. Ήσαν προϊούσης ηλικίας, πεθάναν σήμερα με τον Κουνέλλη, ομού.

Ο  Γιώργος θα γινόταν σήμερα 66,



κάποτε έκανα πελώριες βόλτες με τη μηχανή σε γειτονιές ξεχασμένες και του Θεού, δεν έχω αυτοκίνητο, δεν έχω μηχανή και μια μεγάλη στο πόδι πληγή δεν αφήνει απρόσκοπτο το βήμα ούτε σ’ εκείνη ούτε στην πόλη αυτή. Ξέρω πως το καλοκαίρι δεν θα χρειαστεί μαγιώ για την πισίνα στην Άρεια, ο Γιώργος δεν θα είναι πια εκεί, στο περίπτερο μπρος στο Γυμνάσιο έχουμε κανονίσει συνάντηση με τη φίλη μου από το Καμερούν, στο Βαθύ, να θυμηθώ να της πω να μην μου ξαναφέρει εκείνα τα τσιγάρα, ξέρω, θα με περιμένει με τις τσίκλες και σαν ρωτήσει «μα, πού είσασταν όλον αυτό τον καιρό», ίσως πω ή δεν πω: «έρχομαι από εκείνο το αλλού», θα χαμογελάσουμε ευγενικά, θα πάρω δυο μπύρες Sol και το πόδι θα γυρίσει ίσως οριστικά στο αλλού,σιγά, πολύ σιγά θα πρέπει να διασχίσω τον δρόμο, να χαιρετίσω τον κύριο στο κιόσκι του, να μου ξαναπροτείνει το Σαμιώτικο που ξέρουμε δεν, θα του ξανα~χαμογελάσω ευχαριστώντας πολύ ευγενικά, να διασχίσω σιγά-πολύ σιγά- την πλατεία,  να μπω, να χαιρετίσω τον πελώριο κούρο που τρυπάει ζωές του αλλού και γυρίζοντας, σιγά, πολύ, σιγά, να μηρυκάσουμε μνήμες από το Καμερούν.

**όπως έλεγε κι ένας πολύ καλός κάποτε φίλος {μα τι ωραίο παλιομοδίτικο γαλάζιο το αυτοκίνητό σου} το ίδιο όταν η οδήγηση και το τραγούδι, αργά, πολύ αργά, ίσαμε τους Διόσκουρους, για να κρατήσει, από τότε που πέθανε το τσιγγανάκι μου, το είδα να σαπίζει στη Ζωοδόχου Πηγής και να πνίγεται, πιο πριν, κάποιος συνήθιζε να το κάνει τούρμπο στη λεωφόρο του Καβουριού, αργά, πολύ αργά, μέσα σε νύχτες Φλεβάρη το ίδιο τραγούδι έπαιζε, αργά, πολύ αργά δεν έχει νόημα να ξαναπαίξει πια-