15/4/16

πορείες...

ευχαριστώ θερμά την μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, Ράνια Καρακώστα. Ευχές για ολοκλήρωση της μεταπτυχιακής της εργασίας και καλή σταδιοδρομία.



ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ
ΣΧΟΛΗ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
«Δραματική Τέχνη και Παραστατικές Τέχνες στην Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση – MA in Drama  and Performing Arts in Education and Lifelong Learning» (ΠΜΣ – ΔΡΑ.ΤΕ.Π.Τ.Ε.)


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ

 Αμαλία Ρούβαλη

Μεταπτυχιακή φοιτήτρια                                                     Επιβλέποντες καθηγητές
Καρακώστα Ουρανία (Ράνια)                                               Άλκηστις Κοντογιάννη
                                                                                             Αστέριος Τσιάρας

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή.....................................................................σελ. 3
Αμαλία Ρούβαλη – Βιογραφικό ................................ .σελ. 4
Έργο:
     Α. Ποιητικές συλλογές .......................................... σελ. 5
     Β. Μεταφράσεις λογοτεχνικών βιβλίων ............... σελ. 6-7
     Γ. Μεταφράσεις ποιημάτων .................................. σελ. 7-9
Συνέντευξη................................................................. σελ. 10-22
Αναφορές στη ποιήτρια ............................................. σελ. 23
Μία γεύση από το έργο της ....................................... σελ. 24-31
Συμπεράσματα........................................................... σελ. 25

 Εισαγωγή

    Η συγκεκριμένη εργασία αναφέρεται στο έργο της ποιήτριας και μεταφράστριας Αμαλίας Ρούβαλη, η οποία κατάγεται από το Ναύπλιο και ζει μόνιμα στην Αθήνα. Η ίδια έχει εκδόσει δύο ποιητικές συλλογές, έχει μεταφράσει αρκετά λογοτεχνικά και κοινωνιολογικά βιβλία και στο εγγύς μέλλον έπονται ακόμη περισσότερα. Η εργασία επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στο ποιητικό της έργο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και ορισμένα μικρά διηγήματα, ενώ παράλληλα γίνεται και αναφορά στις μεταφράσεις λογοτεχνικών βιβλίων.
    Επέλεξα τη συγκεκριμένη ποιήτρια, γιατί μέσα από μία αναζήτηση του έργου της, το βρήκα ιδιαίτερα αξιόλογο και σχετικά «κοντά» στις δικές μου προτιμήσεις. Μπορώ να πω μάλιστα ότι ορισμένα ποιήματα με «άγγιξαν» σε βαθμό που ήθελα να τη γνωρίσω και να μάθω περισσότερα απ’ όσα διάβαζα γραπτώς για εκείνη. Για το λόγο αυτό, θεώρησα σημαντικό να έρθω σε μία πρώτη επαφή μαζί της, προκειμένου να τη γνωρίσω και να έχω μία γενική εικόνα για το έργο της. Στη πορεία, με μια δεύτερη συνάντηση, πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη μαζί της και η περαιτέρω ανάλυση του έργου της.
    Η εργασία λοιπόν περιλαμβάνει ένα εκτενές βιογραφικό της ποιήτριας και στη συνέχεια αναλύεται το έργο της, το οποίο αναφέρεται στις ποιητικές συλλογές και μεταφράσεις, κάθε μία από αυτές συνοδευόμενη από τις απαραίτητες επεξηγήσεις. Ακολουθεί η αναλυτική συνέντευξη μαζί της. Τέλος, έχουν ενταχθεί ορισμένα ποιήματα από τις ανθολογήσεις της, καθώς και ένα μικρό αφήγημα, προκειμένου να αποκτήσουν οι αναγνώστες μία όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη εικόνα του έργου της.

v    Αμαλία Ρούβαλη

       Η Αμαλία Ρούβαλη γεννήθηκε το 1954 στο Ναύπλιο όπου πέρασε την παιδική της ηλικία. Είναι κόρη της οδοντιάτρου και ποιήτριας Τερέζας Παπαδόγιαννη - Ρούβαλη και του δικηγόρου εκ Ναυπλίου Τάκη Ρούβαλη. Κατοικεί και εργάζεται στην Αθήνα. Το δεύτερο σπίτι της είναι πάντα τ’ Ανάπλι.
     Σπούδασε πολιτικές επιστήμες, κοινωνιολογία και σκηνοθεσία του κινηματογράφου στην Αθήνα και στο Παρίσι. Μετέφρασε βιβλία κοινωνικών επιστημών στις δεκαετίες 1970-1980 από τα γαλλικά, τα ισπανικά και τα ιταλικά.
  Για 20 περίπου χρόνια διετέλεσε Ακόλουθος Τύπου στην Πρεσβεία του Μεξικού στην Ελλάδα, σήμερα εργάζεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Έχει εκπονήσει κοινωνιολογικές έρευνες και δημοσιεύσει μελέτες στον εξειδικευμένο Τύπο. Δίδαξε κοινωνιολογία της Λατινικής Αμερικής στο  Πανεπιστήμιο 8 στις Βενσέν στο Παρίσι και μετέπειτα στο πρώην ΕΚΕΜΕΛ. (Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης).
Είναι ισπανίστρια πρώτης γενιάς από τη δεκαετία του ’70, ορισμένες από τις δημοσιευμένες μελέτες της αφορούν στα νέα κοινωνικά κινήματα στη Λατινική Αμερική.
           Στη λογοτεχνία έχει μεταφράσει και δημοσιεύσει ως σήμερα την μεγαλύτερη μεταμοντέρνα βραζιλιανή συγγραφέα του 20ου αι. Κλαρίσε Λισπέκτορ, τον μεξικανό Κάρλος Φουέντες, καθώς και τους ποιητές, Κάρλος Πεγισέρ, από το Μεξικό και Αλεχάντρα Πισαρνίκ από την Αργεντινή. Σύντομα ολοκληρώνει τη μετάφραση στο πρώτο μυθιστόρημα του Κάρλος Φουέντες «Η καθαρότερη περιοχή του αέρα», με το οποίο ξεκίνησε το επονομαζόμενο «μπουμ» στη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής στη δεκαετία του ’60. Υπό έκδοσιν προσεχώς δύο μικρά δοκιμιακά βιβλία της Κλαρίσε Λισπέκτορ.
 Έχει εκδόσει ως σήμερα δύο ποιητικές συλλογές: «Πρώτα ποιήματα», 1976,εκδόσεις  Νέα Σκέψη και «Έπεα πτερόεντα;», 2009, εκδόσεις Τυπωθήτω, σειρά Λάλον Ύδωρ.. Βρίσκονται υπό έκδοσιν δύο συλλογές παραλλήλως: 1. Έρως/Μέρος/Θάνατος, τριθεματική και 2.Φούγκα και παραλλαγή, ποιητική σύνθεση.
Ορισμένα από τα ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα πορτογαλικά, ισπανικά και κροατικά. Δημοσιεύει δοκιμιακά κείμενα, ποίηση και λογοτεχνική κριτική σε σχετικά έντυπα και στο διαδίκτυο.


Διατηρεί blog στο διαδίκτυο http://amarouv.blogspot.gr/
E-mail επικοινωνίας: amaliarouv@gmail.com

        Έργο

Α. Ποιητικές συλλογές
       «Πρώτα Ποιήματα»
Εκδόσεις Νέα Σκέψη, 1976
Τα περισσότερα είναι τραγούδια σε ρίμα. Ένα από αυτά μελοποιήθηκε, παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ Θες/νίκης του 1974-1975 και πήρε το δεύτερο βραβείο.

2.     «Έπεα Πτερόεντα;»
Ποιητικά Πονήματα/ Εκδόσεις Τυπωθήτω, 1977-2009      
                                      
                                       ..για τους γεννήτορες και τις καταβολές μου
                                              Για τη γενέθλια πόλη μου.
                                              Για όσους λογίζονται οικογένειά μου..


                            H συγγραφέας Πέρσα Κουμούτση γράφει χαρακτηριστικά: «Όλα είναι λόγια του αέρα, λέγονται και έπειτα παρασύρονται από τον άνεμο για να χαθούν στη λήθη. Μια συλλογή που αποτυπώνει τη βιωμένη εμπειρία, την ιδεολογία της, τη φιλοσοφική της θεώρηση σχετικά με έννοιες που την απασχολούν, την ίδια τη ζωή μέσα στη πορεία του χρόνου»
                        Πηγή: περιοδικό fractal, 5ο τεύχος 2014.

Β. Μεταφράσεις λογοτεχνικών βιβλίων
1.«Κοντά στην άγρια καρδιά» / μυθιστόρημα
     Κλαρίσε Λισπέκτορ / Μετάφραση: Αμαλία Ρούβαλη
     Τυπωθήτω, 2008

 ... και τώρα.. Ίσως και να είχε μάθει να μιλάει, αυτό μόνο. Μα οι λέξεις κολυμπούσαν   πάνω από τη θάλασσά της, σκληρές, θάλασσα αδιάλυτη. Πρωτύτερα, ήταν η θάλασσα αυτή καθαυτή. Κι απ’ το παρελθόν έμενε μόνο, κυλώντας μέσα της, ανάλαφρο και τρεμάμενο, λίγο από το αρχέτυπο νερό ανάμεσα σε βότσαλα, φαιό, δροσερό κάτω από τα δέντρα, τα ποικιλόχρωμα φύλλα, νεκρά, στρώνοντας χαλί στις όχθες. Αχ θεέ μου τι γλυκά που βυθιζόταν στην απόλυτη έλλειψη κατανόησης του εαυτού της! Και πώς μπόραγε, ακόμη περισσότερο, ν’ αφεθεί στην άπτωτη, συμπαγή και χαλαρή. Και να γυρίσει. Μια μέρα θα ‘πρεπε να αναδιπλωθεί, χωρίς λόγια σκληρά και μοναχικά.. Θα ‘πρεπε να λιώσει στα εξ ων συνετέθη και να ξαναγίνει η θάλασσα, απότομη, κραταιή, πλατιά, ακίνητη, τυφλή, ζωντανή. Ο θάνατος θα την ένωνε με τη παιδική της ηλικία.

    Η Κλαρίσε Λισπέκτορ θεωρείται η μεγαλύτερη, ανατρεπτική και μεταμοντέρνα συγγραφέας της Βραζιλίας. Η γραφή της ενδοσκοπική και ψυχογραφική, επικεντρωμένη στις λεπτομέρειες και τα ασήμαντα περιστατικά της καθημερινής ζωής. Ενδιαφέρον όχι για τα γεγονότα αυτά καθαυτά, αλλά για το αντίκτυπό τους πάνω στη στάση και την πορεία του ανθρώπου.
    Η Αμαλία Ρούβαλη γράφει χαρακτηριστικά: «η Λισπέκτορ δημιουργεί την απόλυτη ανατροπή στο γλώσσα, ωθώντας την στα όριά της. Ως τέτοια αξίζει να διαβαστεί και να καταγραφεί στο υποσυνείδητο των αναγνωστών της. Όταν διάβασα το ~Κοντά στην άγρια καρδιά~ τα τότε λίγα χρόνια ζωής μου άλλαξαν άρδην πορεία θεώρησης των πραγμάτων και κατεύθυνση.».


2. «Η ήσυχη συνείδηση» / μυθιστόρημα
Κάρλος Φουέντες / Μετάφραση: Αμαλία Ρούβαλη
Τυπωθήτω, 2010

    Δεν είχα το θάρρος. Δεν κατάφερα να είμαι χριστιανός. Δεν έχω άλλο στήριγμα παρά μόνο αυτό: τους θείους μου, τη ζωή που κληρονόμησα απ’ όλους τους προγόνους μου». Κατάλαβε τότε ότι θα ήταν διακεκριμένος φοιτητής Νομικής, το χαϊδεμένο παιδί του Κόμματος της Επανάστασης στη πολιτεία, θα παντρευόταν μ’ ένα πλούσιο κορίτσι: θα ζούσε με τη συνείδησή του ήσυχη. Η ήσυχη συνείδηση. Θα γινόταν ένας δίκαιος άνθρωπος. Μα ο Χριστός δεν είχε έρθει για τους δίκαιους αλλά για τους αμαρτωλούς.

   Ανάμεσα στο φως και στη θυσία, στο αμάρτημα και στη σωτηρία της ψυχής, το κλασικό αυτό βιβλίο της μεξικάνικης λογοτεχνίας εκθέτει με οξύνοια πτυχές της ηθικής στάσης των μεξικανών στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα και τον απόηχο της επανάστασης.
    Στο βιβλίο αυτό η κρίση της εφηβείας τoυ Χάιμε Σεμπάγιος θέτει επί τάπητος την αντίφαση ανάμεσα στην έκφραση της χριστιανικής συνείδησης, κατά συγκεκριμένο τρόπο, και στην αντανάκλασή της στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν υπάρχουν ούτε ένοχοι, ούτε αθώοι: στη δική μας κοινωνία είμαστε όλοι και θύματα και συνένοχοι.
-Το βιβλίο υπήρξε υποψήφιο στα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας στη κατηγορία «βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης» για το 2012-

Γ. Μεταφράσεις ποιημάτων
1.Ανθολόγηση της Αλεχάντρας Πισαρνίκ (Alexandra Pizarnik)
   Έχει κάνει ανθολόγηση από όλες τις ποιητικές συλλογές της Α. Πισαρνίκ. Είναι δημοσιευμένα στο λογοτεχνικό περιοδικό «Poetix», αρ. 5 (2011) και σε διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά.

Αλεχάντρα Πισαρνίκ: Εμβληματική ποιήτρια της Αργεντινής στις δεκαετίες ‘50 και ’60, έζησε μέσα στη νύχτα και αυτοκτόνησε στα 36 της χρόνια. Εβραϊκής καταγωγής, έζησε για την ποίηση, δημοσίευσε εν ζωή 6 ποιητικές συλλογές, υψώνοντας πρωτότυπη φωνή, πειραματιζόμενη ρηξικέλευθα με την ποιητική φόρμα.  Σήμερα, είναι θρύλος στην Αργεντινή και μία από τις μεγάλες ποιήτριες της Ισπανόφωνης γραμματείας. Όπως η ίδια έχει δηλώσει: «Η ποίηση είναι πεπρωμένο, όχι καριέρα».


2.Ανθολόγηση του Κάρλος Πεγισέρ (Carlos Pellicer)
   Έχει κάνει ανθολόγηση από όλες του τις ποιητικές συλλογές με επιλεγμένα ποιήματα, δημοσιευμένα στα λογοτεχνικά περιοδικά «Εμβόλιμον» και  «Δέντρο», 2012.

Κάρλος Πεγισέρ: Ένας από τους γνωστότερους μοντερνιστές ποιητές στο Μεξικό, σε εισαγωγή και μετάφραση Αμαλίας Ρούβαλη. Υπήρξε - μας γράφει η ισπανίστρια μεταφράστρια - ο κατ’ εξοχήν ποιητής του τροπικού τοπίου και των χρωμάτων, της προϊσπανικής κοιλάδας του Μεξικού, αισθησιακός κι ερωτικός, αλλά και ένας ανήσυχος πολιτικός, που συμμετείχε σε διάφορες αριστερές πολιτικές κινήσεις μαζί με τους Ντιέγο Ριβιέρα, Χοσέ Κλεμέντε και Ορόσκο και σε διάφορα περιοδικά της λογοτεχνικής πρωτοπορίας, φτάνοντας να εκλεγεί γερουσιαστής στην πατρίδα του το Ταμπάσκο. Το Μεξικό του οφείλει και την ίδρυση επτά μουσείων, μεταξύ των οποίων της Βέντας στο Ταμπάσκο, με τα πελώρια κεφάλια των Τολτέκας καθώς και της Φρίντας Κάλο στο Κογιοακάν, στην Πόλη του Μεξικού.
Πηγή: Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 63-64 (Χειμώνας- Άνοιξη 2012)


Δ. Υπο έκδοσιν βρίσκονται τα ακόλουθα:
        Δύο ποιητικές συλλογές
ü   Έρως/ μέρος/ θάνατος, εκδ. Τυπωθήτω, τριθεματική συλλογή
ü   Φούγκα και   παραλλαγή

2.    Μία συλλογή διηγημάτων

3.    Μεταφράσεις
ü  «Η καθαρότερη περιοχή του αέρα», Κάρλος Φουέντες
ü  2 λογοτεχνικά βιβλία της Κλαρίσε Λισπέκτορ σε δοκιμιακό ύφος

4.    Τόμος δοκιμίων που αφορούν τη σχέση κοινωνιολογίας - λογοτεχνίας στην εποχή μας


     Συνέντευξη με την ποιήτρια Αμαλία Ρούβαλη
Την Πέμπτη 20 Μαρτίου 2015 ήταν η συνάντησή μου με την κα Ρούβαλη. Εκείνη με υποδέχτηκε με ιδιαίτερη χαρά στον ζεστό και φιλόξενο χώρο του σπιτιού της. Ένα σαλόνι όμορφα διακοσμημένο με αντικείμενα αξιοπρόσεχτα και μία μεγάλη βιβλιοθήκη στη γωνία, την οποία έντυναν οικογενειακές φωτογραφίες και διάφορα βιβλία. Με απαλές μελωδίες να ακούγονται στο βάθος, η κα Ρούβαλη ετοιμαζόταν να με κεράσει τσάι του βουνού. Αφού ήπιαμε δυο γουλιές, ξεκινήσαμε:

1.  Κα Ρούβαλη, σε λίγες μέρες είναι η 21 Μαρτίου, η παγκόσμια μέρα ποίησης. Μέχρι στιγμής, έχετε εκδόσει δύο ποιητικές συλλογές και συνεχίζετε να δημοσιεύετε ποιήματα. Τι είναι για εσάς η ποίηση... τι ρόλο παίζει στη ζωή σας;

Αρχικά, δεν πιστεύω στις παγκόσμιες μέρες, ούτε ποίησης, ούτε γυναικών, ούτε ζώων, ούτε τίποτα. Για την ποίηση θα έλεγα ότι καλό θα ήταν 365 μέρες το χρόνο η ζωή μας να είναι ποίηση... 365 μέρες το χρόνο, η ποίηση να είναι στη ζωή μας.

2 Θέλω να θυμηθείτε την πρώτη φορά που ξεκινήσατε να γράφετε.

Έχω γράψει τα πρώτα μου ποιητικά πονήματα, που ήταν λίγο τραγουδάκια και λίγο με ρίμα μεταξύ 16 και 18 χρονών. Προέρχομαι από οικογένεια που γράφουν όλοι. Η μάνα μου, που ήταν αρκετά γνωστή ποιήτρια, η Τερέζα Παπαδόγιαννη Ρούβαλη, έγραφε κλασική ποίηση με κλασική ρίμα. Η ρίμα της είναι από τις ωραιότερες που έχουμε δει σε άψογο δωδεκασύλλαβο. Καμιά φορά και στον τυπικό δεκαπεντασύλλαβο της Ελληνικής μας παράδοσης.  Όταν ήμουν μικρό παιδάκι, θυμάμαι ότι προσπαθούσε το βράδυ να «κλείσει» ένα ποίημα σε ρίμα και καμία φορά με ρώταγε. Άρα από τότε έχω ενστερνιστεί τη ρίμα, την οποία όταν γράφω, ειδικά στα Έπεα Πτερόεντα όπως λέω κι εγώ, την κρατάω με τα δόντια, δηλαδή, δεν την αφήνω να εκδηλωθεί. Η ρίμα μάς βοηθά στον ρυθμό, όπως το χαϊκού, όπως το σονέτο…

3. Προέρχεστε λοιπόν από μία οικογένεια που έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη λογοτεχνία. Άρα έχετε επηρεαστεί από αυτό το γεγονός, σωστά;

Όχι... δεν έχει σχέση αυτό. Κανένας άνθρωπος που γράφει δεν επηρεάζεται από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ή το περιρρέον περιβάλλον. Δηλαδή με λίγα λόγια, μπορεί να γράφουν όλοι γύρω σου και εσύ να μην γράφεις. Το καλύτερο παράδειγμα είναι στη λογοτεχνική μετάφραση. Οι περισσότεροι μεταφραστές είναι και δημιουργοί... είναι δηλαδή  από τη μία ποιητές ή πεζογράφοι ή από την άλλη ποιητές και πεζογράφοι. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, και μιλάμε για  έξοχους μεταφραστές, που δεν γράφουν οι ίδιοι κι ας είχαν προσλαμβάνουσες από το περιβάλλον τους. Το γράψιμο είναι ένα πράγμα που ή «το ‘χεις ή δεν το ‘χεις». Σε πιέζει για να βγει προς τα έξω... καμιά φορά το βγάζεις άτεχνα, μετά πρέπει να το δουλέψεις κ.ο.κ. Μιλάμε  πάντα όμως για την γραφή συνολικά, δεν ξεχωρίζουμε ποίηση ή πεζογραφία. Μία είναι η γραφή. Μπορεί να είσαι κακός, μέτριος ή έξοχος, αλλά αυτό θα το κρίνουν οι άλλοι. Παρόλα αυτά, ο άνθρωπος που γράφει, την ώρα που γράφει και όταν επανέρχεται καιρό μετά, αν είναι να εκδόσει κάτι ή να μην εκδόσει,  θα το κάνει όταν έχει ήδη βάλει τελεία, όταν δεν έχει να πει κάτι άλλο, κι ύστερα το καλό πάει για τύπωμα, αν πάει,  το κακό πάει στον κάλαθο των αχρήστων. Αλλά έτσι κι αλλιώς, ο άνθρωπος που γράφει πρέπει σαφώς ν’ αφήνει απόσταση από τα πράγματα. Δηλαδή ποτέ δεν γράφουμε και κοινοποιούμε στη ζέουσα στιγμή. Να! ένα αρνητικό που έχουν τα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook, διότι αν οτιδήποτε γράψεις πριν το επεξεργαστείς, το κοινοποιήσεις κατευθείαν, «χάνει» το νόημά του. ‘Έχουμε δει καριέρες εκεί μέσα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που έχω ασχοληθεί σε μια σειρά από δοκίμια με την σχέση λογοτεχνίας -κοινωνίας και με την αντανάκλαση της λογοτεχνίας στην κοινωνία και αμφίδρομα και πιο συγκεκριμένα με  τη σχέση της με την κοινωνική, ιστορική, οικονομική, πολιτική στιγμή της εποχής μας, άρα, σήμερα, και με το διαδίκτυο και την κυκλοφορία της λογοτεχνίας σε αυτό.

4. Ποια είναι η αφορμή συνήθως για να γράψετε; Τι μπορεί να σας επηρεάσει και να σας ωθήσει στο να γράψετε ένα ποίημα;

Δεν υπάρχει αφορμή για να γράψεις... ή γράφεις ή δεν γράφεις. Υπάρχει μία εικόνα, μία ιδέα, μια αστραπή που περνάει από το μυαλό. Καταγράφεις αυτή την αστραπή κατά έναν τρόπο. Να θυμηθούμε ότι οι παλαιότεροι ποιητές ή πεζογράφοι το σημείωναν σε ένα κομμάτι τσιγαρόχαρτο ή πάνω στο κυρίως σώμα ενός πακέτου τσιγάρα. Επειδή είμαστε κατά του καπνίσματος, ας μη πούμε αυτό... ας πούμε σε μία χαρτοπετσέτα. Αυτό, μέχρι να γίνει ποίημα ή πεζογράφημα περνά πάρα πολλά στάδια. Το ξαναπιάνεις, αρχίζεις και το δουλεύεις... δηλαδή γράφοντας μία, δύο, τρεις λέξεις, σου έρχονται οι επόμενες δεκαπέντε και πλέον αυτό το πράγμα αρχίζει να κυλάει σαν το νερό πάνω σε ήρεμες κροκάλες ή σε βράχους... κι εκεί κάποια στιγμή σταματάς. Αν «κάτσει... έκατσε». Υπάρχουν φορές που ένα ποίημα μπορεί να γραφτεί σε πέντε λεπτά. Κι επειδή εγώ δεν αρέσκομαι στις «μεγάλες κατασκευές», στα μεγάλα ποιήματα, μπορώ να γράψω ένα ποίημα μέσα σε τρία λεπτά και αφού το δω προσεκτικά να πω ότι έκλεισε. Την ώρα που κλείνει, αυτός που το γράφει το αισθάνεται και βάζει τελεία. Εγώ συνήθως βάζω τελεία-παύλα.Αλλιώς, μία ιδέα, με τις λέξεις της, μπορεί να παραμείνει ως πρόπλασμα και να αποκτήσει "σώμα" ακόμη και χρόνια μετά ή να μην αποκτήσει ποτέ. Συνήθως πετάω, σκίζω και τους εύχομαι το καλύτερο στην ανακύκλωση (Γέλια...).

5. Θέλω να μου μιλήσετε για τη πατρίδα σας, το Ναύπλιο,  για το περιβάλλον που μεγαλώσατε, το οποίο είναι ιδιαίτερα έντονο στοιχείο στα ποιήματά σας.

Και στα καινούρια ποιήματα που γράφω είναι έντονο στοιχείο. Νομίζω ότι οι χώροι μας καθορίζουν. Το Ναύπλιο είναι μία ιδιαίτερη πόλη. Έχοντάς την ζήσει στη δεκαετία του ‘60, ως παιδάκι - γιατί μετά το ‘67 ήρθαμε στην Αθήνα οικογενειακώς - το Ναύπλιο του τώρα δεν έχει σχέση με το Ναύπλιο του τότε. Λειτουργεί και το εργαλείο της νοσταλγίας αν θέλετε, αλλά μίας νοσταλγίας που είναι τελείως φιλτραρισμένη πλέον μέσα από βιώματα, εμπειρία, μέσα από την εξέλιξη, την ηλικία και από την άλλη μεριά και μέσα από μία προσπάθεια να κατασταλεί το ρομαντικό κομμάτι της νοσταλγίας, από την οποία πάσχουν πολλοί Αναπλιώτες της ηλικίας μου, η οποία όμως δεν αντιστοιχεί σε πραγματικά συναισθήματα. Είναι δηλαδή ψεύτικη, όχι ότι το επιδιώκουν, αλλά αν το εξετάσει κανείς κοινωνιολογικά δεν αντιστοιχεί σε πραγματικότητες.

6. Η θάλασσα; Φαίνεται να έχετε εμπνευστεί ιδιαίτερα από αυτή.

De facto! Είμαι θαλασσινή 100%. Δεν ζω χωρίς θάλασσα. Έχω ζήσει σε πολλά μέρη του κόσμου και επιδιώκω πάντοτε να υπάρχει τουλάχιστον ένα ποτάμι... δεν ζω χωρίς το υγρό στοιχείο. Είναι αν θέλετε κομμάτι του χαρακτήρα μου και βεβαίως εννοείται ότι αυτό αντανακλά αμέσως και όχι εμμέσως, σε όλα τα πράγματα που γράφω... και μάλιστα στα περισσότερα που επιλέγω να μεταφράσω.

7.Εκτός από ποιήματα, αυτή η νοσταλγία διαγράφεται και μέσα από ένα από τα διηγήματα που έχετε γράψει, το «Λαλάντ», στο οποίο φαίνεται να αναπολείτε τα παιδικά σας χρόνια.

Δεν τα αναπολώ. Είναι ένα «αλαφιασμένο», δροσερό αφήγημα. Δε θα το έλεγα καν διήγημα, διότι παρόλο που πληροί απολύτως τους όρους τους διηγήματος, δεν ήταν αυτή η αρχική ιδέα. Ήταν μία διάθεση της στιγμής. Φυσικά, το έγραψα στο Ναύπλιο, έναν Αύγουστο... ήταν όμως η διάθεση να μεταφερθεί μία ολόκληρη εποχή. Όπως είπε και ένας συνάδελφος πεζογράφος: «αυτό που έκανες ήταν να φέρεις με είκοσι λέξεις μία ολόκληρη εποχή στα μάτια πολύ κόσμου». Μάλλον υποσυνείδητα λειτούργησε, σίγουρα δε το ξεκίνησα σχεδιασμένο έτσι. Παρόλα αυτά είναι η αποτύπωση μίας ιστορικής στιγμής με τα μάτια ενός παιδιού, πολύ συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης, τη στιγμή που αποτυπώνονται πολιτικά, οικονομικά στοιχεία, στοιχεία δόμησης μιας οικογένειας, στοιχεία δόμησης μιας κοινωνίας της εποχής σε ένα συγκεκριμένο χώρο μιας μικρής πόλης... δηλαδή μια μικρογραφία εποχής.

8.Τελικά μας λύνεται η απορία για το τί σημαίνει «Λαλάντ» στο τέλος του αφηγήματος;

Μας λύνεται η απορία. Αν είχε τύχει να διαβάσει κανείς το «Κοντά στην άγρια καρδιά» της Κλαρίσε Λισπέκτορ, της μεγάλης βραζιλιανής συγγραφέως που έχω μεταφράσει το 2008, και το είχε διαβάσει προσεχτικά βέβαια, θα είχε δει ότι η Λαλάντ είναι ένα αστέρι.

9. Όσον αφορά τη ποιητική σας συλλογή, τα «Επεα πτερόεντα», χαρακτηριστικό στοιχείο είναι  ο χρόνος. Ποια είναι η σχέση σας μαζί του;

Ό,τι κι αν γράφω έχει να κάνει με την αγωνία του χρόνου... την οποία φέρω από την εφηβεία μου. Νιώθω ότι ο χρόνος μου τελειώνει, νιώθω ότι η κλεψύδρα γυρίζει πολύ γρήγορα. Είναι ενδεχομένως μια προσωπική αγωνία.., τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω. Σε όλα όσα γράφω, όχι μόνο στα ποιήματα αλλά και στα διηγήματα, τα δοκίμια, είναι χαρακτηριστικό στοιχείο ο χρόνος...

10. Επίσης, το ερωτικό στοιχείο είναι έντονο στο δεύτερο μέρος της συλλογής «έπεα πτερόεντα» είναι εμφανές σε αυτόν (κύκλος, μικρός ερωτικός και ανεπίδοτος). Ποια η θέση του στο έργο σας;

Ναι, είναι μία μικρή ποιητική συλλογή που εμπεριέχεται στη μεγαλύτερη. Αυτό αφορούσε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή.. αποτυπώθηκε έτσι όπως αποτυπώθηκε, λίγο απλά, χωρίς πολλούς συμβολισμούς, λίγο περιγραφικά, χωρίς να μπαίνει κανείς στη διαδικασία να αναζητήσει σπάνιες έννοιες, σπάνιες λέξεις. Είμαι υπέρ της απλής γραφής, ξέρετε, και όχι υπέρ του  προσθέτω και «δέκα καντάρια σαντιγί» για να το κάνω ωραιότερο. Εγώ προτιμώ τα πράγματα να λέγονται απλά, στακάτα και σταθερά. Αυτή είναι μία συλλογή που ήταν για μία περίπτωση της προσωπικής μου ιστορίας. Περιέγραψε κάτι το οποίο βεβαίως δεν αναφέρεται σε έναν μόνο άνθρωπο, εμπεριέχεται ως ένα κουκούλι στο σύνολο μιας ευρύτερης συλλογής.

11.Γενικά, τα ποιήματά σας χαρακτηρίζονται από έναν αυτοσαρκασμό και μια ειρωνεία, που όπως αναφέρατε δεν αντιπροσωπεύει τον χαρακτήρα σας. Είναι απλά μια δική σας προσέγγιση. Γιατί θεωρείτε ότι συμβαίνει αυτό; Είναι μία αντίδραση;

Όχι δεν είναι αντίδραση... είναι κάτι που μου βγαίνει φυσικά. Σε πολύ κόσμο, και αυτό πια το εξηγεί ο Γιουνγκ και όχι εγώ, ο τρόπος γραφής με τον τρόπο προφορικής έκφρασης διαφέρει ριζικά. Η ποίηση λόγω της μεγάλης της πύκνωσης προσφέρεται σε αυτό. Το διήγημα λόγω της μικρής του φόρμας προσφέρεται σε αυτό. Ένα μυθιστόρημα δεν προσφέρεται σε αυτό - θα προσφερθούν ενδεχομένως κάποια κεφάλαιά του ή κάποια κομμάτια του, όχι παραπέρα.

12. Τόσο ο πατέρας σας μέσα από την εφημερίδα του «Η Μάχη», όσο και η μητέρα σας, η Τερέζα Παπαδόγιαννη-Ρούβαλη δημοσίευαν συχνά κείμενα και είχαν μία ιδιαίτερη δράση όσον αφορά τα κοινωνικά ζητήματα. Ποια θεωρείτε είναι η θέση της ποίησης σήμερα; Είναι κάτι για το οποίο «μάχεται»;

Ναι, στην εφημερίδα περιλαμβάνονταν πάντοτε μία ή δύο σελίδες λογοτεχνικές και η εφημερίδα γενικά περιείχε πολλά πράγματα... σαφώς το κομμάτι της τέχνης και του πολιτισμού κάλυπτε ένα μέρος και δεν ήταν μόνο η ποίηση, ήταν και το θέατρο, ήταν κινηματογραφικές ταινίες... παρουσιάσεις εκθέσεων εικαστικών, ήταν το κομμάτι του πολιτισμού. Δεν ήταν μία διάθεση δική τους, ήταν ένας εκλογικευμένος σχεδιασμός ενός εντύπου. Επειδή έχω κάνει πολλά έντυπα στην επαγγελματική  ζωή μου, πάντοτε έβαζα ένα κομμάτι που ήταν πολιτισμός, περιείχε θέματα ζωγραφικής, γλυπτικής, σινεμά, θέατρο, βίντεο, τέχνη του λόγου κ.α. Είναι επομένως πολύ λογικό να υπάρχει και αυτό το κομμάτι. Όσο για το αν μάχεται για κάτι η ποίηση... όχι δεν θεωρώ ότι μάχεται για κάτι. Η ποίηση λειτουργεί για τον εαυτό της. Γνώμη μου είναι ότι η ποίηση για να είναι αυθεντική πρέπει να εκφράζει τον άνθρωπο που τη γράφει. Σαφώς μπορεί να γράψουμε και κάποια ποιήματα που να άπτονται κοινωνικών θεμάτων, με την ευρύτερη έννοια του λόγου και όχι με τη στενή, πολιτική, οικονομική ή ιστορική στιγμή. Η ποίηση όμως, ό,τι και να γίνει, δε παύει να είναι η αριστοκρατικότερη των τεχνών. Ο δημιουργός είναι ένας άνθρωπος απέναντι στις λέξεις και έχει να δουλέψει με τις λέξεις και τίποτα άλλο, σε έναν πολύ συμπυκνωμένο χώρο. Αυτό είναι το ποίημα. Οι λέξεις του, οι προσλαμβάνουσές του και, ιδίως, ο ελάχιστος χρόνος που πρέπει να τους διαθέσει, καθορίζουν τις συνιστώσες του ποιητή. Επιπλέον να πω ότι παλεύω ένα μυθιστόρημα δέκα χρόνια και νομίζω ότι δεν θα το τελειώσω ποτέ, γιατί δεν είμαι υπέρ του «πολύ». Δηλαδή κάθε φορά που γράφω κάτι παραπάνω από ποίημα νιώθω ένα «ουυυφ», μία πολυτέλεια του να απλωθώ. Το ποίημα μου «βάζει τα δύο πόδια σε μισό παπούτσι», με αναγκάζει να συμπυκνώσω αυτά που σκέφτομαι, διαισθάνομαι, φιλτραρισμένα εννοείται πάντα'  αισθάνομαι πολύ ωραία όταν απλώνομαι... νιώθω ότι έχω ένα απίστευτο οπλοστάσιο λέξεων. Όμως στο ποίημα ξέρω ότι πρέπει να πω όλα όσα έχω να πώ εκείνη τη στιγμή, με τη συγκεκριμένη ιδέα, με το ελάχιστο των λέξεων... και έχω πει ότι - αυτό είναι ένα από τα μότος μου - αν μπορούσα να κάνω ποίημα με μία λέξη θα ήμουν ευτυχής, ευτυχεστάτη!  Σίγουρα υπάρχουν πελώριοι ποιητές στη παγκόσμια λογοτεχνία που έχουν κάνει ποίημα με ένα στίχο.  Με μία λέξη, αναγνωρισμένο στην παγκόσμια Γραμματεία ως τέτοιο, κανείς ως σήμερα...Δηλαδή το μέλημά μας στη ποίηση είναι η πύκνωση.

12. Δηλαδή δεν μας απασχολεί να «περάσουμε» κάτι μέσα από ένα ποίημα;

Όχι... φυσικά και μας απασχολεί. Κοιτάξτε, δεν γράφεις ποτέ μα ποτέ - τουλάχιστον αυτή είναι η προσωπική μου εκτίμηση- για τον άλλον, δεν γράφεις για να γίνεις αρεστός, αποδεκτός. Εκείνη τη στιγμή που γράφεις, ό,τι κι αν γράφεις, το κάνεις για να εκφράσεις κάποια πράγματα που εσύ νιώθεις ότι σε καίνε και θέλεις να βγουν απο μέσα σου. Το αν θα έχεις αποδέκτες, αν θα το κρίνουν καλό ή κακό, το αν θα τους αρέσει, αν θα το αγαπήσουν ή όχι και κάποτε θα επιστρέψουν σε αυτό ή όχι, την ώρα που το γράφεις, δεν σε αφορά. Επιπλέον, να επαναλάβω μία ρήση της παγκόσμιας λογοτεχνίας, την είπε και η Κλαρίσε Λισπέκτορ: «από την ώρα που ένα βιβλίο φεύγει από τα χέρια μου είναι άλλο, δεν μου ανήκει». Κατ' επέκτασιν, ένα δημιούργημα του λόγου. Ανήκει στους αναγνώστες του και δεν ξέρουμε ποια πρόσληψη έχει το συγκεκριμένο πόνημα. Πάρα πολύ θα μας ενδιέφερε να το μάθουμε. Δεν θα το μάθουμε ποτέ, εντούτοις.., εφόσον κάθε αναγνώστης είναι ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου. .Όσο για να χρησιμοποιήσει κάποιος δημιουργός ένα ποίημα ή οποιοδήποτε μέρος του γραπτού λόγου για να "περάσει" προσωπικές του πεποιθήσεις, ιδεολογικές, πολιτικές, κλπ, θα έλεγα πως μάλλον  με βρίσκει αντίθετη. Εκτός από δημιουργοί είμαστε ανθρώπινα όντα με τις απόψεις μας κλπ, είμαστε πολίτες. Θεωρώ πως είναι ρόλοι διακριτοί.

13. Παρατηρεί κανείς μέσα από το προσωπικό σας ιστολόγιο ότι τιμάτε πολλούς λογοτέχνες και ενθαρρύνετε νέους, ανεβάζοντας δικά τους ποιήματα, διηγήματα.

Πάντοτε, και είναι πάγια θέση μου, ότι οι νέοι γράφοντες πρέπει να ενθαρρύνονται. Θα μου πείτε και ποια είσαι εσύ που θα προτείνεις. Δεν τους προτείνω... Λέω σε κάποιον εν δυνάμει αναγνώστη, να δει και τη συγκεκριμένη περίπτωση... μπορεί να του αρέσει, μπορεί δηλαδή τα γραφόμενά του να αντανακλούν και σε κάποιες δικές του ανάγκες, συναισθήματα. Αντίθετα πιστεύω, και δεν είμαι καμιά μεγάλη λογοτέχνης-μακράν εμού και της άκρας ταπεινότητός μου-  για να το διατυμπανίσω, ότι όλοι οι άνθρωποι του πνεύματος που έμειναν στην ιστορία είχαν το μίνιμουμ της σεμνότητος πρώτον και της διορατικότητος δεύτερον να αναδείξουν νεότερους. Είναι ένα από τα μελήματα που οφείλουμε να έχουμε. Θεωρώ ότι είναι καλό να κάνεις λίγο πίσω και να αφήνεις χώρο και για τις νεότερες φωνές και αν είναι μία φωνή που εσένα κάτι σου λέει... να πεις στους εν δυνάμει αναγνώστες: «δείτε το και αυτό, μήπως σας αρέσει κι αυτό;»

14. Εσείς τι στοιχείο θαυμάζετε σε ένα ποίημα; Τι είναι αυτό που πρέπει να έχει για να το θεωρήσετε αξιόλογο, ξεχωριστό;

Κοιτάξτε... δε μιλάμε μόνο για τη ποίηση, μιλάμε και για τη πεζογραφία, μιλάμε για το δοκίμιο, τη μαρτυρία, το μυθιστόρημα. Μιλάμε για όλα τα μέρη του γραπτού λόγου, εννοείται. Δεν έχω ιδιαίτερη προτίμηση στη ποίηση. Επιπλέον έχω μια ματιά αρκετά επιστημονική, που σημαίνει λίγο αποστασιοποιημένη... διατηρώ ένα δεύτερο βλέμμα στα πράγματα. Μπορεί να δω ένα ποίημα από κάποιον ποιητή που να μου αρέσει πολύ, αλλά περιμένω να δω και τα επόμενα και αν δημιουργηθεί ένα σύνολο επόμενων ποιημάτων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον στην προσωπική μου ανάγνωση,, που να μου δίνει ενδείξεις ότι ο συγκεκριμένος δημιουργός αξίζει το κόπο, δεν διστάζω να προχωρήσω στην παρουσίασή του σε παραπάνω από έναν που είμαι εγώ. Τείνω προς την  άποψη, έτσι κι αλλιώς, πως η λογοτεχνία είναι ζήτημα "προσωπικής ανάγνωσης", δηλαδή να συμπέσει το γούστο του αναγνώστη με το λογοτεχνικό έργο που κάθε φορά διαβάζει. Κι αν πρεσβεύω πως γράφουμε με την ψυχοσύνθεση που διαθέτουμε αλλά το αποτέλεσμα των γραπτών μας δεν είμαστε εμείς, άλλο τόσο πρεσβεύω πως  διαβάζουμε με την ψυχοσύνθεση που διαθέτουμε, ασχέτως των προθέσεων και του αποτελέσματος του γραπτού του κάθε συγγραφέα, όσο σημαντικός κι αν θεωρείται μέσα από αναγνώσεις διαφορετικών  ανθρώπων, όπου τα βλέμματα συγκλίνουν προς την ίδια θετική κατεύθυνση, δηλαδή, ότι το συγκεκριμένο έργο είναι από αξιόλογο ως αριστουργηματικό.

15. Στο ιστολόγιο  σας τις περισσότερες φορές που δημοσιεύετε ένα ποίημα το συνοδεύετε με μία μελωδία. Πόσο σημαντική είναι η μουσική για σας;

Για τους περισσότερους δημιουργούς, η μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή τους. Στη διάρκεια της συγγραφής, δεν είναι βέβαιο πως μπορεί η μουσική να λειτουργήσει συνοδευτικά. Όταν γράφεις ποίηση, ακριβώς επειδή είναι μεγάλη η συμπύκνωση, αποκλείεται να ακούς οτιδήποτε άλλο εκτός από τον ρυθμό των λέξεων που γράφεις στο χαρτί και διαβάζεις. Η μουσική είναι μέσα μου... στο κεφάλι μου. Έχω μεγαλώσει με τη μουσική, Μεγάλωσα με τη λεγόμενη δυτικότροπη ή αλλιώς κλασσική μουσική που ακούγαμε από τα ραδιόφωνα και μετά από τις πλάκες ή δίσκους στο γραμμόφωνο. Η μουσική παίζει πάντα αλλά συνήθως παίζει στο κεφάλι μου. Όταν γράφω δεν θέλω ποτέ να ακούω μουσική... δεν μπορώ γιατί αποσπώμαι. Όταν μεταφράζω όμως, καμιά φορά μπορώ... αν το συνοδεύω με μία μελωδία θα είναι εκείνη που  θεωρώ ότι εν δυνάμει ταιριάζει, είναι, εντούτοις, σπάνιες οι περιπτώσεις, ενδεχομένως διότι επιλέγω να μεταφράζω δύσκολα κείμενα τα οποία απαιτούν όλη μου την προσήλωση.

16. Άρα, θα θέλατε να μελοποιηθεί κάποιο από τα ποιήματά σας;

Έχουν μελοποιηθεί ορισμένα στο παρελθόν. Η πρώτη συλλογή μου είχε περισσότερα τραγούδια και ήταν περίπου όλα σε ρίμα. Ένα από αυτά, το «παιδιά αδίστακτα παιδιά», είχε μελοποιηθεί από έναν μουσικό και πήγε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, νομίζω ήταν το 1974, όπου πήρε το δεύτερο βραβείο. 
Δεν ασχολήθηκα, δεν ενδιαφέρθηκα, είμαι και λίγο αμελής ως προς αυτά και οι λεγόμενες «δημόσιες σχέσεις» μου είναι απολύτως ξένες, ίσως λόγω χαρακτήρα….

17. Πέρα από τη συγγραφή ποιημάτων έχετε κάνει και μεταφράσεις λογοτεχνικών βιβλίων. Τι σας οδηγεί συνήθως στο να μεταφράσετε ένα βιβλίο;

Είναι πολύ απλό. Το να φτιάχνεις πράγματα δικά σου είναι το δυσκολότερο πράγμα, το να μεταφράζεις είναι ευκολότερο. Μεταφράζουμε πράγματα που μας αρέσουν πολύ, λογοτέχνες που μας αρέσουν πολύ και αν θέλετε, έχω και ένα «βίτσιο», να γνωρίζω λογοτέχνες που δεν είναι πολύ γνωστοί στην Ελλάδα ή είναι και άγνωστοι, για να τους μοιραστώ με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

18. Έχετε μεταφράσει ωστόσο και ποιήματα. Υπάρχει ένα ρίσκο όσον αφορά τη μετάφραση της ποίησης, θεωρείτε πως είναι εύκολο να αποδοθεί το πνεύμα ενός ποιητή σε άλλη γλώσσα;

Η μετάφραση της ποίησης είναι ένα πράγμα τελείως διαφορετικό από τη μετάφραση ενός πεζογραφήματος. Νομίζω ότι όλα είναι μεταφράσιμα, από την ώρα που υπάρχουν κάποιες λέξεις που αποδίδουν αισθήσεις, ασθήματα, χρονική στιγμή, καταστάσεις, υπάρχουν τα ισοδύναμα σε όλες τις γλώσσες του κόσμου να αποδοθούν. Το πόσο καλά είναι αυτά τα ισοδύναμα, αποτελεί θέμα του κάθε μεταφραστή, της συγκυρίας - αρκετοί συνάδελφοι δουλεύουν υπό άθλιες συνθήκες. Από την ώρα όμως που μιλάμε για ποίηση, λόγω του συμπυκνωμένου λόγου και του ρυθμού - γιατί το ποίημα είναι ρυθμός και από τον ρυθμό πάμε στη ρίμα - φυσικά και θα αποδώσω το ποίημα. Φυσικά και θα ψάξω να βρω ισοδύναμες λέξεις  ή όπως λέει και ο φίλος μου ο David Connolly - ο πολύ καλός μεταφραστής και μεταφρασεολόγος- όταν δεν μπορώ να κάνω εξωτερικά ρίμα κάνω εσωτερικά, δηλαδή δίνω εσωτερικό ρυθμό ρίμας.  Για παράδειγμα, μετέφρασα τον μεξικανό Κάρλος Πεγισέρ, για τον οποίο ο Οκτάβιο Πας είπε ότι από την ώρα που εμφανίστηκε, βλέπουμε το κόσμο αλλιώς... έχει μία ρίμα που ταλανίζει τον μεταφραστή του. Επιπλέον έχει πολύ σπάνιες λέξεις, πράγμα το οποίο ισχύει και για τον Φουέντες.  Στον Κάρλος Πεγισέρ λοιπόν χρειάστηκε να λειτουργήσει η εσωτερική ρίμα, δηλαδή να ακολουθήσω εσωτερικά ρυθμό, γιατί εξωτερικά αποκλειόταν να αποδοθεί. Στην περίπτωση της αργεντινής Αλεχάντρας Πισαρνίκ είναι διαφορετικά τα πράγματα, διότι έχει ένα καλό για τον μεταφραστή:  Χρησιμοποιεί πολύ απλές λέξεις, άρα όλοι περίπου το ίδιο θα τις αποδώσουμε. Τι εχει όμως δύσκολο; Έχει μία στάση ζωής τόσο πεισιθανάτια, τόσο αρνητική και τόσο δύσκολη, που πλέον πρέπει να ερμηνεύσεις αυτό το κομμάτι για να μεταφράσεις… Και για να επανέλθω, βεβαίως και μεταφράζεται η ποίηση, αλλά το πρωτότυπο ποίημα «μένει στο δρόμο». Αυτό που βλέπουμε είναι μία προσπάθεια απόδοσης του πρωτότυπου ποιήματος ή αλλιώς ένα πρόπλασμα αυτού. Δεν υπάρχει περίπτωση η ποίηση να μεταφερθεί από γλώσσα σε γλώσσα «σαν να» ήταν το ίδιο. Έτσι κι αλλιώς η μετάφραση η λογοτεχνική, ας το καταλάβουμε κάποτε, είναι ανάπλαση. Δεν φτάνω στο σημείο να θεωρώ ότι ο μεταφραστής είναι δημιουργός, δηλαδή ότι είναι συγγραφέας ή συνδημιουργός του μεταφράσματός του. Αντίθετα, πρεσβεύω το ακριβώς αντίθετο: Ο μεταφραστής, για να μεταφράσει καλά, πρέπει να «καταπιεί» το πελώριο «εγώ» του, του να θέλει να είναι δημιουργός. Όπως νομίζω πως κατάφερα του λόγου μου στη Λισπέκτορ. Αν είχα τη δυνατότητα να γράψω σαν την Λισπέκτορ, ας καθόμουν να γράψω τα δικά μου. Όταν όμως την μεταφράζω, πρέπει να καταπιώ το εγώ μου, να υποχωρήσω και να δοκιμάσω να την αποδώσω με τα ισοδύναμα των λέξεων που διαθέτω στα ελληνικά, όσο το δυνατόν καλύτερα.

19. Κλαρίσε Λισπέκτορ, Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Κάρλος Φουέντες και Κάρλος Πεγισέρ – Οι τέσσερις λογοτέχνες, τους οποίους έχετε μεταφράσει. Θέλω να μου πείτε ένα/δύο χαρακτηριστικά που θαυμάζετε στο καθένα.

Πολύ ευχαρίστως.
Στην Βραζιλιανή Κλαρίσε Λισπέκτορ, την προσωπικότητά της, τον τρόπο γραφής της. Μιλάμε για το πρώτο μυθιστόρημα, το «Κοντά στην άγρια καρδιά» , μεταφρασμένο στις εκδόσεις Τυπωθήτω. Αλλά επειδή έχω διατρέξει όλο της το έργο, την έχω γνωρίσει ως συγγραφέα, από θηριώδη συγκυρία δεν κατάφερα να την γνωρίσω ως άνθρωπο πριν να πεθάνει, πάντα θα λυπούμαι για τούτο…. Έχω κάνει έρευνα στο κέντρο των αρχείων που διατηρείται στο Ρίο Ντε Ζανέιρο. Θα σας έλεγα ότι αυτό είναι το ερμητικότερο της έργο, σε σχέση με άλλα πιο προσιτά έργα. Η Λισπέκτορ έχει και σπουδαία διηγήματα, όπου σε μία σελίδα μπορούσε να σου πει τα πάντα. Ως τώρα έχω δημοσιεύσει δυο-τρία, πάντα θα επιφυλάσσομαι… Εκτιμώ λοιπόν τη στάση ζωής της, που αντανακλά στη γλώσσα της. Είναι ένας υπαρξιακός τρόπος ζωής. Και επειδή με ρωτούσατε πρίν για την ποίηση, αν μπορεί να γίνει κοινωνική, κτλ., η Λισπέκτορ έχει κατακριθεί στην εποχή της, που ήταν εποχή χούντας στη χώρα της, ότι ήταν πολύ προσωπική, ότι ήταν κλεισμένη σε ελεφάντινο πύργο. Δεν ισχύει αυτό, απλώς είναι θέμα ψυχοσύνθεσης το πώς θα γράψεις.
Η  αργεντινή Αλεχάντρα Πισαρνίκ ήταν ένα «σπάνιο πουλί», ζούσε στη νύχτα, ζούσε για τη νύχτα, ήταν πεισιθανής, γι’ αυτό και αυτοκτόνησε, χωμένη στις ουσίες μια ζωή. Είχε επίσης μια απίστευτη αγωνία για την εμφάνισή της και επέβαλε τον εαυτό της σε εξαντλητικές δίαιτες. Όσον αφορά τον τρόπο που γράφει, έκανε μία τομή στην Ισπανική γλώσσα.  Η τομή αυτή δεν έχει να κάνει με τις λέξεις, αλλά με τον τρόπο που τοποθετεί τις λέξεις, που τις χρησιμοποιεί.  Για παράδειγμα, αναφέρει σ’ ένα ποίημα «μα κάνει τόση μοναξιά», ούτε έχει, ούτε υπάρχει, ούτε επικρατεί, ούτε είναι. Αυτό από μόνο του δημιουργεί ένα ρήγμα στη γλώσσα και ρήγμα στη πρόσληψη από τον εν δυνάμει αναγνώστη. Κάνει την διαφορά και απογειώνει το ποίημα.
Ο Κάρλος Πεγισέρ είναι ένας ερωτικός με την ευρεία έννοια του λόγου, «τροπικός»,  μιας και ασχολείται πάρα πολύ με το περιβάλλον της πατρίδας του και «χαρούμενος» ανά καιρούς. Το κυριότερο είναι ότι έχει μία ρίμα που «τσακίζει». Όταν τον  διάβασα θυμήθηκα τη μάνα μου, διότι βλέπεις τη ρίμα του και σε πιάνει ανατριχίλα. Λες πως αν έγραφα ρίμα - που την φέρω έμφυτη αλλά δεν γράφω - θα ήθελα να γράφω έτσι. Είναι απίστευτο, γιατί η ρίμα παίζει τόσο πολύ με τον ρυθμό, που μας κάνει να χορεύουμε, δηλαδή μας αναγκάζει να φτάσουμε στα βαθύτερα συναισθήματά μας.
Ο μεξικανός Κάρλος Φουέντες είναι στυλίστας, αλλά έχει και αυτός δύο κύρια χαρακτηριστικά. Ένα, λόγω της μεγάλης του κουλτούρας, διότι ήταν ένας μεγαλοαστός - είχε ώς πνευματικό πατέρα τον Αλφόνσο Ρέγες- έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς παγκοσμίως, ο οποίος ήταν φιλέλληνας και τα μυθιστορήματά του έχουν ελληνικό επίκεντρο - μία μητέρα, η οποία ήταν πιανίστρια. Το μεγαλύτερο πρόβλημα στο μυθιστόρημα που τελειώνω τώρα, που είναι «Η καθαρότερη περιοχή του αέρα», {La región más transparente del aire}, έργο πανδύσκολο, συνίσταται στο ότι κάνει αφαιρέσεις για ζητήματα γενικότερης κουλτούρας, που περιμένει ο μέσος αναγνώστης του να αναγνωρίζει. Είναι ένα θέμα που είχα συζητήσει ήδη με τον Φουέντες. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι παρεμφερές με αυτό του Πεγισέρ, γι’ αυτό και ο ένας λάτρευε τον άλλον. Ψάχνει τις πιο σπάνιες λέξεις που διαθέτει η Ισπανική γλώσσα για να ονοματίσει ένα πράγμα, λες και δεν υπάρχουν απλούστερες. Ως εκ τούτου, «διαλύει»  καμιά φορά έναν μεταφραστή, διότι μπορείς να κοιτάζεις μία βδομάδα μία λέξη και να αναρωτιέσαι: «τι θέλει να πει ο ποιητής». Αυτά  τα δύο στοιχεία της γραφής του διέπουν όλα του τα μυθιστορήματα – ευτυχώς, όχι τα δοκίμιά του  και τα θεατρικά του έργα- είναι γενική παραδοχή όλων των μεταφραστών του.

20. Πόσο εύκολο είναι για ένα νέο σήμερα να είναι ποιητής ή γενικότερα λογοτέχνης;

Κοιτάξτε, υπάρχουν δύο τινά εδώ πολύ συγκεκριμένα. Το διαδίκτυο γενικώς διευκόλυνε πάρα πολύ την γραπτή έκφραση. Αυτό σημαίνει ότι πάρα πολλοί νέοι ή και όχι τόσο νέοι μπορούν ευκολότατα να στήσουν ένα ιστολόγιο και να γράφουν ό,τι θελήσουν. Τώρα, αν είναι καλό ή κακό, μέτριο ή αριστούργημα είναι άλλη ιστορία. Το άλλο είναι ότι σε αυτή τη χώρα έχουμε υπερπαραγωγή γραπτού λόγου, ο οποίος και τυπώνεται. Έχω να κάνω μία παρατήρηση, που δεν είναι ιδιαίτερα δική μου αλλά απορρέει από τις κοινωνιολογικές μου παρατηρήσεις:  χώρες με αστική τάξη, αναπτυγμένη βιομηχανία και αναπτυγμένη αστική οικονομία, όπως η Γερμανία - και δεν αναφέρομαι στο τώρα αλλά του 19ου αιώνα - παράγουν πολύ καλό μυθιστόρημα και δοκίμιο. Αναφέρομαι σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως  η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, σήμερα και οι ΗΠΑ... Χώρες που τείνουν στην ανάπτυξη, που έχουν στρεβλή κοινωνική, οικονομική και πολιτική ανάπτυξη, έχουν εξελίξει περισσότερο την ποίηση. Η Ελλάδα είναι μία από αυτές. Από τα 11,5 εκατομμύρια, συμπεριλαμβάνοντας και τους αγαπημένους μας μετανάστες που φυσικά είναι κομμάτι μας, πάρα, μα πάρα πολλοί γράφουν και κοινοποιούν είτε ηλεκτρονικά είτε εντύπως. Από τα 11,5 εκατομμύρια, τα 9 γράφουν ποίηση. Δεν είναι τυχαίο. Το αν είναι καλή, κακή ή αριστουργηματική θα το δείξει ο χρόνος. Υπάρχουν σίγουρα τα γνωστά κυκλώματα, όμως αυτά όλα δεν έχουν τόση σημασία. Αν κάποιος πει κάτι που να αξίζει το κόπο, σε βάθος χρόνου θα παραμείνει. Πάντως, υπάρχει υπερπληθώρα γραφής. Υπάρχουν αξιολογότατοι άνθρωποι, οι οποίοι εκδίδουν ελάχιστα ή πολύ, είτε ποίηση, είτε πεζογραφία, είτε δοκίμιο. Για μένα είναι το ίδιο. Επειδή ασκώ ενιαία την γραφή δεν την ξεχωρίζω. Το διαδίκτυο, ειδικά το «Facebook», όντως μπορεί να κατασκευάσει καριέρες... και μάλιστα ανθρώπων που δεν αξίζουν ιδιαιτέρως λογοτεχνικά σε βάθος χρόνου. Γιατί είναι η «αρέσκεια» που δίνεις... είναι άνθρωποι που θα προλογίσουν κάποιον ή θα παρουσιάσουν κάποιον και απλώς το βιβλίο του είναι για την ανακύκλωση. Αυτά είναι τωρινά φαινόμενα, τα οποία δεν με απασχολούν ούτε με ενοχλούν. Είμαι της άποψης «αφήστε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν». Όσοι είναι να παραμείνουν, αν έχουν να πουν κάτι, θα παραμείνουν.

21.Θέλετε να κάνετε μία αναφορά σε ό,τι ετοιμάζετε αυτό το διάστημα;

Ναι,  ευχαρίστως, διότι θα βγούν σύντομα. Η μία συλλογή που θα είναι αρκετά μεγάλη, λέγεται «Έρως/μέρος/θάνατος», είναι τριθεματική, που σημαίνει ότι υπάρχουν ποιήματα για τον έρωτα, ποιήματα για τόπους και ποιήματα για τον θάνατο. Δεν είναι όλα ποιήματα, υπάρχουν ενδιαμέσως κάποια μικρά κειμενάκια και δυο τρία συγκεκριμένα είναι για το Ναύπλιο. Ένα από αυτά είναι το «Βύρωνος και παραλία γωνία». Θα είναι αρκετά μεγάλη συλλογή και θα συνεχίζει  από εκεί που σταμάτησε η προηγούμενη. Το ύφος έχει αλλάξει βέβαια... πάντα αλλάζει. Υπάρχουν ορισμένοι πειρασματισμοί ως προς την παρουσίαση, όχι, εντούτοις, ως προς το ύφος...Η δεύτερη ποιητική συλλογή λέγεται «Φούγκα και παραλλαγή» και είναι λιγότερα ποιήματα με ενιαίο ύφος. ΄Εχουν να κάνουν με το αδύνατο του έρωτα, με τη νοσταλγία του ιδανικού γενικώς.  Θα τελειώσει  σύντομα «η Καθαρότερη περιοχή του αέρα» του Φουέντες και αμέσως μετά σίγουρα ο τόμος των δοκιμίων, που ανατέμνουν τη σχέση κοινωνιολογίας- λογοτεχνίας στην εποχή μας και πολλά αναφέρονται στην επίδραση των τεχνολογιών αιχμής στη ζωές μας σήμερα. Το άλλο είναι μία συλλογή διηγημάτων. Αμέσως μετά θα εκδοθούν δύο μικρά βιβλία της Κλαρίσε Λισπέκτορ δοκιμιακής υφής (ως άνθρωπος με κυρίαρχη την «επιστημονική» ματιά, ελκύομαι εξαιρετικά από το δοκίμιο…).

22.Για το τέλος, κρατώ τη μεγάλη αγάπη για τη πατρίδα σας το Ναύπλιο. Θα θέλατε να επιστρέφατε;
Δεν έχω φύγει ποτέ από το Ναύπλιο!

Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας!
-εγώ σας ευχαριστώ θερμότατα!


 Αναφορές στην ποιήτρια Αμαλία Ρούβαλη:

     Πέρσα Κουμούτση, "Fractal", Οκτώβριος 2014
...για τα «Έπεα Πτερόεντα»
«Η Αμαλία Ρούβαλη συνδιαλέγεται με τον αναγνώστη της. Θα έλεγα, μάλιστα, πως βρίσκεται σε συνεχή διάλογο μαζί του σαν να περιμένει τις δικές του απαντήσεις για τα ζητήματα που την απασχολούν. Και το πετυχαίνει με τη συνέργεια μιας εναργούς και ταυτοχρόνως αμφίσημης γλώσσας που αντικαθρεπτίζει τα νοήματα και τα θέματα που επιλέγει: Ο ποιητικός στοχασμός, η εναλλαγή τρυφερότητας και ειρωνείας, (ο σαρκασμός διακρίνεται εντονότερα στο «Ό,τι σπείρεις, θερίζεις» και στον «Αργόσχολο πόνο»), το ερωτικό στοιχείο που υποβόσκει σε όλο το φάσμα της ποίηση της συμφύονται συνεχώς με την υπαρξιακή αλήθεια, τη μοναξιά, το ανεκπλήρωτο, την αποδοχή μιας πικρής πραγματικότητας. Στίχοι απέριττοι, που φανερώνουν τη βαθύτερη επιθυμία ενός ανθρώπου που θέλει να μιλήσει ανοικτά, – παρότι νιώθει άβολα όταν μιλά για τον εαυτό του. Στη συλλογή αυτή η ποιήτρια αποτιμά την ποιητική της διαδρομή, αλλά και την ίδια της τη ζωή επιστρατεύοντας μια γλώσσα απλή και σύνθετη μαζί, συμβολική, μεταφορική, συχνά με μια ανεπαίσθητη χλεύη, που σε κάποιους στίχους γίνεται εντονότερη, άλλοτε πάλι με ένα δυσδιάκριτο παράπονο. Χωρίς όμως να μας παρασύρει σε γογγυσμούς, ούτε μεμψιμοιρίες. Μας ξεναγεί στο ποιητικό της κόσμο, στην ιδεολογία της, μετατρέποντας εντέλει, το ατομικό σε συλλογικό, τουλάχιστον για τους ομοϊδεάτες και τους συνθιασώτες της.»

Φίλιππος Φιλίππου, Καλοκαίρι με ποίηση, Περιοδικό "Index", τχ. 46, Ιούλιος 2011
  ..για τα «Έπεα Πτερόεντα»:
«Η Αμαλία Ρούβαλη είναι ποιήτρια και μεταφράστρια από τα ισπανικά και πορτογαλικά. Πέρασε τη παιδική της ηλικία στο Ναύπλιο και μεγάλωσε στην Αθήνα. Στη συλλογή της ανακαλεί μνήμες και στοχάζεται για το παρόν. Δείγμα γραφής: Στο Ναύπλιο λοιπόν/ μαθαίνω αλήθειες/Τις πάντα, τις χθες, τις αιώνιες/και τώρα.


       Μια γεύση από το έργο της
ü  Ποιητική συλλογή «Έπεα Πτερόεντα;»
                                                                                                                       
~Συγκρούσεις~                                                                    
Η ειλικρίνεια έχει χρώμα που δακρύζει.
Στρίβει από τη γωνία
Κι εγώ καταπλακώνομαι
Από γρανιτένια κρύσταλλα
ψέματος
      
  Ποιητική συλλογή « Έρως/ Μέρος/ Θάνατος»

~Διάττοντες~                                                                  ~Πειραγμένος καιρός~
Διάττοντες, εμείς.                                                       Περασμένος καιρός
\κυνηγώντας                                                               στο εύρος του θανάτου
διάττοντες έρωτες                                                       και οι λεμονιές δε ‘βγαλαν άνθια,
\στην κάτω μεριά                                                        ζορίζονται
τ’ ουρανού/                                                                 πειραγμένος καιρός
πνίγω τις τύψεις-                                                        στο νεύμα του θανάτου.
/κουνάβια-                                                                  Ξεχασμένος καιρός
στην έξω πλευρά                                                         στο νήμα του θανάτου
του πλευρού σου\                                                       Δεν υπάρχουμε πια.
Ανασαίνω                                                                   Χαθήκαμε
τιτάνιες δυνάμεις                                                        Νυχτωμένος καιρός
/στην πίσω μεριά                                                        στο χάδι του θανάτου.
του μυαλού σου.\                                                        Οι ιστορίες κουράζονται
υπολογίζοντας                                                            δε μπορούν άλλο
τα νέα εσύ                                                                  ξαποσταίνουν στο παγκάκι
χάνομαι                                                                      γυμνό από περίγυρο.
στο ολοκαίνουργιο εμείς                                              Ούτε μπρος έχει
ανήκουμε                                                                    ούτε πίσω.
στην συνομοταξία                                                        Οι ιστορίες 
των σπονδυλωτών                                                      απλώνουν τα κύτταρά τους
εγκεφάλων                                                                 κατά μήκος
οι φθαρτοί εαυτοί                                                       και παραδίνονται
κατακρημνίζονται                                                       στο άγγιγμα του αγγέλου.
στην κόχη                                                                  Λυπημένος καιρός
της σκέψης.                                                               στο άγγιγμα τ’ αγγέλου.
Οι κραδασμοί                                                                                     
ν’ αποφασίσουν
διαερίως/
πάρολι, λοιπόν-.
                                
~Ανάπλι, Βύρωνος και Παραλία γωνία~

- Να μην θέλω να  ξέρω τι χρώμα έχει το ολοχιόνιστο???~~~;
Πού είναι το φταίξιμο στις αυλές του τίποτα –Ακύρωση-.\οι ανθισμένες νεραντζούλες στερέψαν τη μία και μοναδική κορομηλιά μου.
ο τοίχος γκρεμίζεται/τα κολωνάκια καταποντίζονται. Δεν τους νοιάζει.
Μόνο τα σκαλιά είναι ίδια\ και το γούβωμα του μαρμάρου ολοένα να υποχωρεί,
στους αποκριάτικους χορούς, στο «μπαμπά, κουρεύτηκα απολύτως», τα γαλάζια τραπεζάκια και το παγωτό μηχανής μέχρι σκασμού.
Η στέρνα δεν υπάρχει, τις πικροδάφνες δεν τις ξέρουν τα παιδιά, στεφανάκια ροζ και άσπρα.
Το ολοχιόνιστο γίνηκε ολόφωτος κόλπος, ακόμα μασουλάω πεταλίδες. Τα φινιστρίνια  απ’ την πάνω μεριά του Αμφιτρύωνα???
Λέγαμε, αυτή η πόρτα δε θ’ αλλάξει. Ξεπούλησε. Άχαρο το πέρασμα απ’ την πάνω μεριά της κουζίνας. Ο Τάκης είπε έφτιαξε νέα βάρκα- με πόντισε με τα παλιά κουπιά του κυρ Πάνου- πλέον οι απλωτές δεν φτάνουν τις υπέρ-φωτισμένες τουριστικές καρτποστάλ  -ιλουστρασιόν μαντάμ. Τα περάσματα είναι ευτυχώς πάντα σκοτεινά κι οι σκιές γκρίζες, όπως τους πρέπει.-


~Εξ απο{α}ρρήτων~                                             
Δύσκολα που κυλάνε                                                     
οι σταγόνες…                                                                
νερό είναι;                            
μελάνι;                                                                      
δάκρυ είπες;                                                             
άρρητα                                                                          
έσταξε ο καιρός                                                            
Λείπαμε πάλι,                                                               
μην το δεις                                                                   
όταν σηκωθείς                                                          
δεν θα υπάρχουν εξηγήσεις                                          
Δεν δικαιολογούνται πια                                              
οι απουσίες                                                                  
ούτε τ’ αστραφτερό χαμόγελό σου                                
καλύπτει κοίτες                                                          
Ρέει                                                                          
Κενό                                                                     
στις παλάμες                                                            
δ ό ντια                                                                    
χάσκοντα                                            
χείλη
ψεύτικα/ στιλβωμένα                                                                      
πλάτες υγρές
δεν                                                                         
κλείνουν                                                                 
τη μπασιά_
μην σηκωθείς,
κάτσε εκεί,
περίμενε,
να ορμήσει το χιόνι/
να καλπάσει το άλογό μου
σε πεδιάδα στεγνή
λευτέρωσέ με,
άσε με,
έστω και σε τροτ…

Τι να ‘ναι
ο δρομίσκος
της μνήμης σου

Τι θες να πω
στ’ ανείπωτα;;;
΄Ασε το χιόνι
να γίνει
υγρό
πες
στη Σαπφώ
να σιγήσει

Καμιά σιγαλιά

Στη Μυκάλη
σε κοίταξα πάλι
και είπα:
«σκοτώνουν τ’ άλογα
όταν γεράσουν»/

Στάζουν
τα σώματα
πλησμονή.

Εξ απορρήτων
δύσθυμο βλέμμα
λοξό/
καταμεσής
στον κόσμο.
Έπειτα
έπεσε
το λυκαυγές
των συναναστροφών
έπεσε
και το ρεύμα.

Ισορροπίες τρόμου
στα σκοτάδια μας
όλα/
\θάλλουν

ü  Ποιητική συλλογή «Φούγκα και Παραλλαγή»

~Μάτια Λυτά~                                                                          ~Αφού~
Κοίταγες                                                                    αφού
μ’ όλα σου τα μάτια                                                     κυλώ
λυτά                                                                          που κυλώ
κάποτε                                                                      φλέβες
λυγίζουμε/                                                                 σε μαύρο αίμα/
το χέρι μπλόκαρε,                                                      αφού
\τα ατυχήματα βλέπεις/                                             υπο-γεωργώ
δεν είχα                                                                     αντι-ήχους
λύσεις/                                                                      αποφασίζω από σήμερα:
άσπρο στο άσπρο                                                        μόνο γάλα
κι όλα τα μαύρα                                                          λευκό
κοκκινήσαν                                                                 αν θυμάστε-.
τους καιρούς-                                                                        
~σκούρο, να μην ξεχνιόμαστε ~
κάτι φεγγάρια
πήραν ν’ αστράφτουν
στις αρθρώσεις
ασήμισαν οι ανάσες
κι ανέτειλε
ένας ήλιος
που τρόμαξε
το λυκαυγές.
Χέρι-χέρι
να πέφτουμε
ναι;
σε ιδέα ρομποτικής πτώσης κι άνωσης-/




ü  Από τη συλλογή διηγημάτων

~Λαλάντ~
Τα τζιτζίκια αρχίσανε το κελάιδισμα πάνω στην κορομηλιά.
Σσσς, σιγά, μην ξυπνήσουν, σσσς, το μαγιώ, γρήγορα. Σσσσς, η πόρτα του χάρντμπορ, γιατί τρίζει έτσι απαίσια πάντα???  - Ξυπόλυτη. Ένα δικό μου δωμάτιο, τόπος μυστικός, ο κόλπος, το Μπούρτζι κι εγώ, Caterina Caselli \nessuno mi può giudicare, nemenno tù\ γρήγορα, έξω, στις μύτες των ποδιών από το ιατρείο, αίθουσα αναμονής, τζαμωτό, στην αυλή, με δυο πήδους πάνω στην κορομηλιά, η φωνή της κοπέλας μας, σηκώθηκε, κατέβα να πιείς το γάλα σου, δυο κορόμηλα - λιώνουν στο στόμα, καμπόσα στις χούφτες, τα πετάω στη λεκάνη που έφερε η κοπέλα μας. Στην κουζίνα, μια γουλιά γάλα (μπλιάχ!!!)  κι είναι και με κακάο…, ανέβασμα στο τραπέζι της κουζίνας, παράθυρο, σάλτο  από ψηλά, φτου ξελεφτερία, ροβόλημα  πίσω απ’ τον Αμφιτρύωνα, η απαραίτητη ματιά στην πρωταρχική εικόνα πλοίου, τα φινιστρίνια, η φωνή της κυρά  Κούλας από το σπίτι ψηλά –πάλι νωρίς-νωρίς ξεπόρτισες εσύ \ξεπαραθύρωσα το λένε αλλά δεν απαντάω\, σκάω φωτεινό χαμογελάκι - Πέντ’ αδέρφια, η στοά με την οικεία μυρωδιά κάτουρου /τσίσα το λέγαμε προσφυώς η μαμά μου κι εμείς\ από ψηλά, η Γλώσσα. βουρ στο γκρίζο νερό. Η δασκάλα μου κι η αφεντιά μου, αφέντρες της στιγμής.   Άσπρο σκουφάκι στο κατακατσαρό κορακάτο μαλλί, μπλε σκούρο ολόσωμο μαγιώ, ήσυχες απλωτές, ξεμακραίνει κουκιδίτσα λευκή, χάνεται στο βάθος. Ένα  παιδί χαιρετίζει τη μέρα.  Ύστερα  θα έρθουν οι άλλοι, μεταφορά παραπλεύρως στις «νέες»  μπανιέρες, κατά τις 10 ο τεμπέλης αδερφός μου, σκάλα, σανίδα, μακροβούτι, σκάλα, σανίδα, κεφάλι, ήρθε κι η φίλη μου, παραβγαίνουμε μέχρι τις σημαδούρες, πιο πέρα απαγορεύεται- τις προάλλες βγήκανε καρχαρίες, ένας μεγάλος, μπρος από το σπίτι μας, ήρθανε και τον εξετάζανε διάφοροι, ο Εισαγγελέας, ο ιατροδικαστής, ο Διευθυντής της Χωροφυλακής-μαμά, δηλαδή εγώ που φοράω κατακόκκινο μαγιώ;  - ε, έχει και άσπρη ρίγα, μην ανησυχείς- /όλα τα γειτονόπουλα-  ο μεγαλόσωμος Κ, κάτι μακριά πόδια να! αν φάω κλωτσιά, χάθηκα.  Μεγάλος αδερφός ίσον λεφτά για γκαζόζα με σταγόνες μετρημένες σιρόπι βύσσινο. Μία, μισή-μισή. Πλατύγυρο καπέλο και λακκάκια στο γέλιο -η μαμά  είπε να φορέσεις το καπέλο σου-  Μεσημέρι, η μαμά, τελείωσε το ιατρείο -με τραβάει έξω με χείλια μελανιασμένα, μπανάκι, -πλέουμε μαζί, την κρατάω από τον λαιμό μέχρι να μάθω να επιπλέω μόνη μου- α, μου φόραγε σκουφάκι μεγάλο σαν μπόλια στα τρία μου- ουζάκι και κουβεντούλα με τις δικές της φίλες, καμιά φορά εμφανίζεται εγκαίρως κι ο μπαμπάς αν τελειώσει νωρίς από το δικαστήριο, σάλπισμα αναχώρησης –μια βουτιά ακόμα, μαμά, έλα μπαμπά μου, πες της……. μία μόνο, σουρτά στην έξοδο, στην τραπεζαρία αίσθηση δροσιάς και μυρωδιά από φλητ για τα έντομα. Γεμιστά, φασολάκια λαδερά με φέτα βαρελίσια, πεσκέσια, τα καλά των ελευθέρων επαγγελμάτων- μπάμιες, μελιτζάνες, επ, εδώ είμαστε, σταμάτα να χαζεύεις το Μπούρτζι,  ίδιο  είναι όπως και το πρωί –άνοιξ’ το στόμα, κατάπινε-τρέξιμο, εμετός. Καρπούζι, καρπουζόζουμο από τα χεράκια της μαμάς, πεπόνι. Τρώγε!!!!  εσύ φταις που της δίνεις λεφτά για παγωτό, ύστερα πώς να φάει;  Μάντρωμα μέσα-μην ακούσω τσιμουδιά.  Σούρσιμο των ποδιών ανάποδα στον τοίχο του χάρντμπορ, σταύρωμα ξεσταύρωμα - πάλι μου  έκοψες τον ύπνο- σσσσς, κοιμούνται, η μαμά έχει ιατρείο το απόγευμα κι ο μπαμπάς πάλι στο γραφείο. "Μικρός ήρωας", "Μάσκα", βουτηγμένη από τον αδερφό. Τα "Kλασσικά εικονογραφημένα" κι "η Διάπλαση των Παίδων" απαγορεύονται το μεσημέρι, κάνουν θόρυβο οι μεγάλες τους σελίδες.
Πέντε η ώρα, ουφ, δρόμο για την αυλή, σκαρφάλωμα στην κορφή της κορομηλιάς,  βάλε πέδιλα, βάλε πέδιλα, είπα, ρίχνω τα κορόμηλα κάτω, έχουνε βάψει έναν πελώριο βυσσινί λεκέ στον πάνω δρόμο. Πηδάω απ’ τον ψηλό τοίχο - Μαζεύουμε, μαζεύουμε, γεμίζουμε λεκάνες, ταψιά, κουβάδες, πεσκέσια στα φιλικά σπίτια, όλη η πόλη τρώει τα κορόμηλά μας. Στην κουζίνα,  η μαμά τα φτιάνει μαρμελάδα, ξινούτσικη, γυάλες γεμίζονται, φωνή στον αδερφό: έλα να πας στη γιαγιά, γιατί εγώ; γιατί έτσι!
Ροβόλημα στη σκάλα, αποθήκη- το γαλάζιο μου ποδήλατο,  εξαφανίζομαι στον δρόμο για τους Μύλους, μαμά, μπαλκόνι: μην αργήσεις, καλά, καλά, χωρίς χέρια στο τιμόνι τρέχω σαν παλαβή, βζζζζουπ, κάτω από το τουριστικό πούλμαν Chat, φρεναρίσματα, κορναρίσματα… φωνές, το παιδί, το παιδί είναι από κάτω.  Η μαμά βγαίνει στο μπαλκόνι με την τανάλια στο χέρι και το βγαλμένο δόντι αιμάσσον στην άκρη του. Κατεβαίνει ψύχραιμα στο δρόμο και με ανασύρει ήρεμα -γδαρμένη από την άσφαλτο- με ανεβάζει στο σπίτι αγκαλιά, δεν με μαλώνει.  Ψωμί με βούτυρο Κερκύρας, φτιάχνω το σχεδιάκι μου από φετούλες ντομάτα και αγγούρι, κοκκινο-πράσινο/τσάι, τιμωρία στη βεράντα σήμερα, δεν έχει παραλία και παιχνίδι στην πισίνα.
Ένα παράπονο την ώρα της παραλίας, κοιτάζω τον ήλιο να δύει προς το Κιβέρι αριστερά στον κόλπο,  οι φίλοι μου με φωνάζουν «δεν μπορώ, είμαι τιμωρία».
Η μαμά τελείωσε, φόρεσε τη λουλουδάτη ρόμπα της -σήμερα  θα κάνουμε παρέα,  ούτε εγώ θα κατέβω στην παραλία- φέρνει το πικ-απ έξω, «και η βάρκα γύρισε μόνη δίχως μέσα τον ψαρά» σιγοτραγουδάει με τη σοπράνο φωνή της δίπλα στο γιασεμί, χαζεύουμε τα γρι-γρι με τα πυροφάνια που ξεκινάνε για το ψάρεμα λαμπυρίζοντα αστεράκια  σκορπισμένα στη θάλασσα.Τη νύχτα έφθασε ο στόλος, θόρυβοι από αλυσίδες και καταπέλτες που πέφτουν, σφύριγμα πλοίου, φωνές. Λευκές μεγάλες κηλίδες στον μαύρο κόλπο.
Αύριο, μία  καινούργια μέρα.
Το απόγευμα θα σιδερώσω την άσπρη τεριλέν πλισέ μου φούστα –μόνη μου, μόνη μου, μπορώ- και ένα από τα δύο πουκάμισα ή αυτό με το μανικάκι σε τόνους πρασινοροζμωβ και γραβατούλα πράσινη της άνοιξης ή αν κάνει περισσότερη ζέστη το αμάνικο κίτρινο-κόκκινο με κίτρινη γραβατούλα,  α, να βάλω και το καινούριο μου ρολόι που μόλις μου έφερε η θεία από την Ελβετία, να βλέπω την ώρα να μην αργήσω, 9.30 ακριβώς πίσω,  μην την πάθω σαν τις προάλλες που γύρισα στις 10 και προκάλεσα χαστούκι του ήπιου συνήθως πατέρα, στο κρεβάτι γρήγορα νηστική.  Περιμένουμε τη χάρη της δεσποσύνης για να φάμε…Νεύρα είχε ο μπαμπάς πάλι, τα πολιτικά θα φταίνε…
Στο πικ απ,  Je t´attendrai, όλος ο Adamo και Capri c´est fini, Τα παραμύθια του Offenbach και Für Elise, Los Choclos, μαζί κι η Κουμπαρσίτα,  Ματουμπάλα, αγάπη γλυκιά μου, Στο περιγιάλι το κρυφό και Mαργαριτάρι μου- από πίσω/ στο ραδιόφωνο, Αχ Μαργαρίτα μαγιοπούλα  και Αθήηηηηηνα, Αθήηηηηηνα, χαρά της γης… Σε πότισα ροδόσταμο και Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ, ο παιδικός φίλος του μπαμπά Μανώλης Χιώτης-Μαίρη Λίντα \του μοιάζει κι όλας λίγο τώρα που έχει μουστάκι/ Οι θαλασσιές οι χάντρες,  Βρες το και πάρτο  με τον Μίμη Πλέσσα (ζωϊκό ή φυτικό, η κυρία Μαίρη, πώς να είναι αυτή η κυρία Μαίρη;)  και Το Θέατρο στο ραδιόφωνο με τον Αχχχχχ. (Αχιλλέα) Μαμάκη, ευλαβική κυριακάτικη ακρόαση με το ψητό μόλις φερμένο από τον φούρνο, Το θέατρο της Δευτέρας, το Θέατρο της Τετάρτης, Κυριακή στο θέατρο, Το ημερολόγιο ενός θυρωρού και, εννοείται: Κάααλημέρα σας παιδιά, λαλαλά, λαλαλά, η Θεία Λένα,  μέχρι και Η ώρα του αγρότη, Κυριακή, 5-6 μμ. Και οι άρπες από τις Άνδεις, πάθος του αδερφού μου και προάγγελος ζήσης…
Το ξημέρωμα, φυσικά, θα πηδήξω κατευθείαν από το παράθυρο της κουζίνας στη θάλασσα.
Και τώρα που είμαι δέκα, θα περάσω ολόκληρο καλοκαίρι αγκαλιά με τη Σκάρλετ Ο’ Χάρα, -τι έπαθες εσύ, κυλιέσαι στο κρεβάτι κι έκοψες τα μπάνια- διαβάζοντας τους τρεις τόμους σιγά-σιγά, πάλι και πάλι για να κρατήσουν οι μανόλιες –πώς ακριβώς είναι οι μανόλιες, μαμά; ανοίγουμε εγκυκλοπαίδειες και διαβάζουμε’ τα αλαβάστρινα πρόσωπα –τι θα πει αλαβάστρινο αδερφέ, ξέρεις εσύ;-  η λιποθυμία από  το
στροβίλισμα της τουαλέτας  στην αγκαλιά του Ρετ Μπάτλερ και από τη δυνατή του κολώνια, κοιτώντας την μ’ εκείνο το περιπαικτικό του, ειρωνικό χαμόγελο, σαν Λαλάντ –τι είναι Λαλάντ και πώς είναι περιπαικτικό; Την εγκυκλοπαίδεια, γρήγορα. Λαλάντ, Λαλάντ… δεν υπάρχει –σήμερα  ξέρω, να σας πω;

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

    Η συγκεκριμένη εργασία αποτέλεσε ιδιαίτερη εμπειρία για εμένα, καθώς είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τη ζωή και το έργο μιας αξιόλογης ποιήτριας αλλά και ενός αξιόλογου ανθρώπου. Η επιλογή της κας Ρούβαλη έγινε ύστερα από ανάγνωση του έργου της, το οποίο εξ αρχής μου φάνηκε ενδιαφέρον να ανακαλύψω. Μέσα από αυτό, γεννήθηκε γρήγορα η ανάγκη να γνωρίσω από κοντά τη δημιουργό του και τον τρόπο που εκείνη προσεγγίζει το έργο της. Πραγματοποιήθηκαν λοιπόν δύο συναντήσεις, μία αναγνωριστική- προκειμένου να υπάρχει η πρώτη επαφή και γνωριμία αλλά και εξήγηση του σκοπού της συγκεκριμένης εργασίας- και μία αποκλειστικά επικεντρωμένη στη συνέντευξη μαζί της.
Από την αρχή κιόλας ξεχώρισα την ιδιαίτερα φιλική διάθεσή της, πρόθυμη να με καλωσορίσει στο σπίτι της και να μου μιλήσει για τη ζωή και το έργο της. Αυτό μπορώ να πω ότι ήταν αρκετά σημαντικό για εμένα, καθώς ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνα συνέντευξη και ομολογώ ότι το άγχος μου ήταν διάχυτο. Έτσι, γρήγορα η ίδια δημιούργησε ένα ζεστό κλίμα ανάμεσά μας και απομάκρυνε την τυπική διαδικασία που συνήθως ακολουθούν οι συνεντεύξεις και η οποία στερείται αυθορμητισμού και ειλικρίνειας. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ανάγκη μου να μάθω περισσότερα γι’ αυτή τη γυναίκα μεγάλωνε. Έτσι, ξεκίνησε μία πολύ όμορφη και δημιουργική συζήτηση.
       Αρχικά, οι πρώτες ερωτήσεις είχαν να κάνουν σκόπιμα με την παιδική της ηλικία, προκειμένου να γνωρίσω το περιβάλλον στο οποίο η ίδια μεγάλωσε και το οποίο επηρέασε σημαντικά την πορεία της μέχρι σήμερα. Εκείνη μιλούσε με αγάπη για το τόπο της το Ναύπλιο, και το βαθμό που η θάλασσα την εμπνέει ακόμα και σήμερα και εγώ εντυπωσιαζόμουν με όσα καινούρια μάθαινα για τον τόπο αυτό. Αναφέρθηκε επίσης με μεγάλο θαυμασμό στα πρόσωπα της οικογένειάς της, εξιστορώντας μου ιστορίες της εποχής εκείνης, άλλοτε γελώντας και άλλοτε αναπολώντας τα χρόνια που τη στιγμάτισαν και καθόρισαν τον χαρακτήρα της. Η ίδια μάλιστα τονίζει τη σημασία των γονιών της και ιδιαίτερα της μητέρας της στην ανάπτυξη της συγγραφικής της ικανότητας αν και παράλληλα σχολιάζει ότι η συγγραφή σίγουρα είναι μία έμφυτη και φυσική ανάγκη που  κάποιοι άνθρωποι διαθέτουν.
       Στη συνέχεια, και αφού είχα τις απαραίτητες πληροφορίες για τη ζωή της, προσπάθησα να κάνω μία σύνδεση με τον τρόπο γραφής της, με βάση όσα είχα διαβάσει από τις συλλογές της. Έτσι, τη ρώτησα για τις έννοιες του χρόνου και του έρωτα, ως στοιχεία έντονα στα ποιήματά της και η ίδια σημείωσε ότι πράγματι κυρίως ο χρόνος είναι κάτι που την απασχολεί από την εφηβεία κιόλας, και πως πρόκειται για μία προσωπική αγωνία που αποτυπώνεται σε όλο της το έργο. Παράλληλα, βασισμένη στο ειρωνικό ύφος των ποιημάτων της, ως ένας χαρακτηριστικός τρόπος γραφής της, προβληματίστηκα σχετικά με τη δύναμη της ποίησης να αφυπνίζει και να περνά μηνύματα και εκείνη αναφέρθηκε στον όρο «ποιητικά πονήματα», για να εξηγήσει πώς ένα ποίημα αποκτά το νόημα που ο κάθε αναγνώστης δίνει την ώρα ακριβώς που το διαβάζει. Τέλος, αναφερθήκαμε στην ποίηση και τη γραφή γενικότερα, τον ρόλο και την αξία της σήμερα, σε μια εποχή με πληθώρα μέσων κοινωνικής δικτύωσης και προέκυψε μία πολύ όμορφη και εποικοδομητική συζήτηση.
     Ως προς το μεταφραστικό της έργο, η ίδια μίλησε για κάθε συγγραφέα που μετέφρασε ξεχωριστά, εξηγώντας τους λόγους που ο καθένας την ώθησε στο να ασχοληθεί με το έργο του. Βέβαια ανέφερε τη δυσκολία που κάθε μετάφραση κρύβει, εκείνη του να απομονώσεις το προσωπικό σου «εγώ» και να δεις μέσα από τα μάτια του δημιουργού. Ωστόσο, δεν κρύβεται ο ιδιαίτερος θαυμασμός που νιώθει για κάθε συγγραφέα και ο οποίος της κίνησε το ενδιαφέρον να ανακαλύψει τη μοναδικότητα των έργων του αλλά παράλληλα να ανακαλύψει την ιδιόμορφη προσωπικότητα του. Τέλος, κάνει μία μικρή αναφορά σε όσα ετοιμάζει αυτό το διάστημα, ορισμένα από τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε σχετικό κεφάλαιο της εργασίας.
         Αναφέροντας λίγα λόγια για τη κα Ρούβαλη, αξίζει να τονίσω την ιδιαίτερα υποστηρικτική της διάθεση σε αυτή την προσπάθειά μου. Εκτίμησα αφάνταστα την κίνησή της να μου χαρίσει τη δεύτερη ποιητική της συλλογή αλλά και αρκετά βιβλία από εκείνα που έχει μεταφράσει. Είναι ένας άνθρωπος αρκετά αυθόρμητος και ευχάριστος σε ό,τι και αν πει και πολύ πρόθυμος να στηρίξει οποιαδήποτε προσπάθεια κυρίως των νέων ανθρώπων, προσφέροντας γνώση και εμπειρία. Γι’ αυτό το λόγο την ευχαριστώ ιδιαίτερα για τη στήριξη και βοήθεια ως προς την  υλοποίηση της συγκεκριμένης εργασίας.
      Μέσα από αυτή τη προσπάθεια, μου δόθηκε η δυνατότητα να εξασκηθώ στην προετοιμασία και διαδικασία της συνέντευξης, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο δημιουργώ ερωτήσεις κατάλληλες για τη συγκεκριμένη περίπτωση, του πώς τις τροποποιώ στην πορεία καθώς και πώς προσθέτω άλλες κατά τη διάρκεια. Ήταν μια εμπειρία θετική και χρήσιμη, δίνοντάς μου εφόδια για οποιαδήποτε έρευνα χρειαστεί να κάνω στο  μέλλον.