4/10/15

ΤΕΡΕΖΑ

η μάνα μου, σήμερα, 4 Οκτώβρη, θα γινόταν 97!!!


53 χρονώ

ΜΕΛΙΤΑ

Σαν ήσουνα τετράχρονη με ρώτησες
Εμένα πώς με κάνανε στ΄αλήθεια;
Κι ως ήσουν αγγελούδι σου απάντησα
Και σού ‘πα όπως λεν στα παραμύθια.

Επήραν μια μικρή λεκάνη, ολόλευκη,
και βάλαν μέσα χρυσαφένιο μέλι,
αχτίδες ήλιου και ροδόφυλλα,
και τά’ σμειξαν όλα μαζύ οι αγγέλοι.

Και σ’ έπλασαν κορούλα μου, και έγινες,
με δέρμα ροζ σαν τα τριανταφυλλάκια,
γλυκειά σαν  μέλι και Μελίτα σ’ έβγαλαν
και είχες ηλιαχτίδες στα μαλλάκια.

Με κοίταξες αθώα και με πίστεψες.
Ήσουν μικρό κι ανίδεο παιδάκι.
μα όσο κι αν μεγαλώσεις θάχης μέσα σου,
κάτι απ’ το παλιό παραμυθάκι.

περίπου 4, μετά τα 7 διεκδίκησα ένα από τα βαφτιστικά μου για όνομα, ίσαμε τότε με λέγανε Μελίτα.


από την 2η ποιητική συλλογή, 1975

~~~~~~~~~~~~~~


ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΖΩΗ ΣΤΟ ΦΩΣ


Με χώμα και νερό, εφτιάξαν
                  το κορμί μας.
Με χώμα και νερό, φτιάξαμε
                  τη ζωή μας.
Και τ' όνειρο ακόμα, νερό
                  Και χώμα.
Ούτε μια στάλα δεν κοιτάξαμε
                  τ' αστέρια.
Ούτε μια στάλα δεν απλώσαμε
                  τα χέρια
       στον ουρανό.
Κι ούτε της θάλασσας γυρέψαμε
                  τα πλάτια.
Πα στα κατσάβραχα υψώσαμε
                  παλάτια.
       Καρδιά βουνό.
Δίχως Θεού ματιά και δίχως
                  ήλιου αχτίδα,
πώς να γυρέψουμε μια θέση
                  στην ελπίδα !
       Καϋμός κρυφός
                  Γίναμε λάσπη,
    νικητές και νικημένοι
κι ούτε κανένας πια για μας
                  θα περιμένει,
          Ζωή στο φως.


10-10-80  

από το βιβλίο "Τ' αμαρτήματα της φυλής", με ποιήματα, πεζά και δοκίμια, post mortem, 2009, σε επιμέλεια, πρόλογο και εισαγωγή Γ.και  Α. Ρούβαλη

Η γιατρός και ποιήτρια Τερέζα Παπαδόγιαννη-Ρούβαλη πέθανε έχοντας μόλις κλείσει τα 66 από καλπάζοντα καρκίνο του πνεύμονα.
Δεν είχε καπνίσει ποτέ στη ζωή της-ήταν πολέμια  του καπνίσματος...

αγαπούσε πολύ αυτό το τραγούδι: 



το τραγουδούσε συχνά με την ωραία σοπράνο φωνή της, ακόμη και στο ιατρείο όταν εξέταζε, είχε πάντα μουσική εκεί, από μπομπινόφωνο ή ραδιόφωνο και τραγουδούσε κι η ίδια, μια εικόνα, κατεβαίναμε την πέτρινη σκάλα του σπιτιού μας (στου Κυριαζόπουλου, δηλαδή, νοικιάζαμε), με κρατούσε από το χέρι και το έλεγε αυτό, πρέπει να ήμουν 5 ή 6 ίσως 4/ μία οπτικoποιημένη πια εικόνα/ φορούσε κρεμ φούστα κι ένα πουκαμισάκι καρώ, πολύ όμορφο, ήταν πάντοτε κομψή με το τίποτα...θυμάμαι πάντα τα νύχια των κατά γενικήν ομολογίαν πολύ όμορφων χεριών της, βαμμένα κόκκινα, αργότερα απαλό ροζ-μωβ, και των ποδιών, πρωτοποριακά, πάντοτε μωβ σκούρο. Δεν είναι ότι ήταν η μάνα μου, ήταν πάντοτε κάπως, μπροστά από την  εποχή της, και εξείχε, αρχής εξαρχής. Της το αναγνώριζαν όλοι. Διακριτικά, με μιαν έμφυτη ευγένεια κι ένα απαστράπτον χαμόγελο που έκλεβε καρδιές χωρίς να κάνει τίποτα γι' αυτό. Οι άλλοι μάντευαν μία μοναδικότητα που σέβονταν εξ' υπαρχής.

όπως και αυτό,  που την παρέπεμπε σταθερά στο βλέμμα του άντρα της, παντρεύτηκαν στα 23 τους μέσα στην Κατοχή, όντας ΕΑΜΙΤΕΣ, ζήσανε μαζί μια ζωή και πέθαναν περίπου μαζί, ο Tάκης 8 μήνες πριν,  από το δεύτερο έμφραγμα, μόλις μαθεύτηκε πως η Τερέζα έπασχε από καρκίνο και δεν  υπήρχε σωτηρία, είσαν περίπου συνομίληκοι, στη ζωή και στον θάνατο μαζί.




Πρέπει να ήταν το 1960,  ήμουν περίπου 6, έφερε ένα πικ-απ με διάφορους δίσκους,-πλάκες τις λέγαμε τότε- απο Μπετόβεν και Μπαχ ΄Οφφενμπαχ και Βέρντι ως Καζαντζίδη (Ματουμπάλα και Ζιγκουάλα) σχεδόν όλον τον Χατζηδάκι και τον Θεοδωράκη ως κάτι περίεργα λατινοαμερικάνικα, από τη μία μεριά το τραγουδι των αρραβώνων με τον Τάκη κι από την  άλλη αυτό: 



η πίσω μεριά ήταν φυσικά  η Κουμπαρσίτα, για χρόνια το χόρευαν με τον πατέρα μου στο σαλόνι: