29/9/12

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΟΥΛΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Ακρογωνιαία πορεία στο και

 
Όταν ναυάγησαν μέσα σ’ εκείνο το ξύλινο τετράγωνο συρτάρι

Γεμάτο ουσιαστικά και προθέματα

Γρήγορα και χιλιοειπωμένα το μετέτρεψαν σε βάρκα

Για κουπιά βάλαν τα χέρια που προεξείχαν από τα ακροδάχτυλα

Άρχισαν επανάληψη και ίδιο- κρότος στην κίνηση

Βούλιαγμα σε κενό αέρος

Και νόμιζαν από κάτω θάλαττα

Και νόμιζαν από πάνω τοίχο που θα κρεμόταν διάστημα

Σε κρίκους πόρτας η πετονιά

Και για συντεταγμένες είχαν λέει

Τα πουλιά στην θάλασσα και σε ουρανό τα ψάρια

Δεν άκουγαν κρωξίματα και

Κάποτε οι λέξεις κροτάλιζαν από ενταφιασμό

Στη σιωπή

Νόμιζαν πως πήγαιναν –Φρικτή ακρογωνιαία πορεία

Στον Χάρτη.

Αφήνανε σημάδια και κιτρινίλα.-Τόνους, κόμματα, προσκόμματα

Και κοχύλια ν’ ακούνε απέραντα

Νομίζανε κυμματισμό τους

Υφάλους

Και τα κρυμμένα νοήματα στους αχινούς των μαλλιών τους-

Απόηχος-οι συντεταγμένες πολύ πλησιάσαν στο επικίνδυνο

Και γίναν παράλληλοι – εντοίχια αγωνία

Και έγινε σύνθλιψη

Και το βλέμμα τους βαλσαμώθηκε ακαριαία μπροστά

Να βουτά στο κενό

Με τα μάτια ορθάνοιχτα πώς να κάνεις κουπί

Στους γερασμένους κροταλισμους του αέρα;

Τα πουλιά και τα ψάρια αντάλλαξαν λέπια με φτερά

Τα εναλλάσουν με τέχνη και η πυξίδα καλά κρυμμένη

Σε θέση ισχύος

Και πώς κάποια στιγμή να γεμίσουν στο υδρόβιο κενό

Ολόκληρη υγρό

Ανυπόφορο

Μπλε;


Σήραγγα

Μετά ήρθαν οι αμαξοστοιχισμένες συνήθειες

Και ο δρόμος οδηγούσε με ορμή προς τα πίσω

Με ορμή , με την ίδια και με τα φώτα κλειστά

Βηματοδότες πουθενά στον ακατάπαυστο χτύπο

Να κάνει η αορτή που την λένε σήραγγα θόρυβο

Και έπειτα

Σηματοδότες πουθενά και ατελείωτος ο γυρισμός

Στο «επέστρεφε»

Οι σταθμάρχες να πίνουν ρακόμελο

Ν΄αγνοούν

πλήρως τις αφίξεις των εφήμερων

Το τούνελ μιας άλλης ματιάς δίνει σκοτάδι

Παλιά πετρώματα με ζωγραφισμένες σκηνές κυνηγιού

Και απερίφραστου έρωτα

Και κανείς δεν ξέρει πού κόβεται απότομα

Το παζλ της ράγας

Για μπαγκάζια στη σειρά παλιά αναθήματα

Μνήμη αλιγάτορα

Σε ποια στάση να κατεβώ,

Αντιφατικά καιι με ξεχειλωμένα υφάσματα;

Ξέρεις καλά τι γράφει η υποσημείωση του

Μπιλιέτου

στο «έλα»

Κάποια σπασμένα φρένα κρατούν τα νεύρα σε καλή

Κατάσταση

Συνεχίζεται η αφορμή για σηρραγώδεις μύες

σε ενατένιση

Φυγή
 
parercut
Κάποια στιγμή έρχονται τα φύλλα
Αγκομαχούν και τσουρουφλίζονται στο δέντρο που
Κόβεται ροδέλα-ροδέλα
Όχι καιρός για φύλλα που λέγονται  ροδοπέταλα
Το φθινόπωρο όλα γίνονται μπρονζέ
Με επικάλλυψη χρυσαλίδας
 
Τα τραπουλόχαρτα ξέρουν να κάνουν ζαβολιές
Σε χρόνο ανύποπτο- Η ντάμα παίζει και προκαλεί
Ντόμινο όταν τα στήνεις ευθύγραμμα-Στους μπαλαντέρ
Και κάποιος κύριος θέλει passe partout καταργήσεις
Δηλώνεται τέλος παρτίδας
Οι χαρτοπετσέτες τυλίγουν τρυφερά τα πασαλείμματα
Της παραγματικότητας.-Απορροφούν χρώματα και δολομπογιές
Το ρείθρο του στόματος όταν καταπίνεις συλλαβές ακανόνιστα
Η μια γωνία διπλώνει στην άλλη και
Τρίγωνο πάνω σε τραπέζι τετράγωνο-Μετά αγκαλιάζουν τα αιχμηρά
 
Οι Α4 γίνονται Βτρία ή γάμμα 5-ανάλογα με τη διάθεση
Να γίνουν σαίτες στο βλέμμα και στο συναισθηματικό αμφίβολο
Κάποιες αινιγματικές στιγμές αποτυπώνεις μελάνι της νύχτας
Για σχέδια
Και τα τσαλακωμένα ποιήματα σχεδόν ανάγλυφα τρεμοπαίζουν
Γραμματοσειρές-κρακελάρει ο χρόνος που γράφτηκαν
Τα παίρνεις και τα ράβεις από ακρη σε άκρη
Μικρές τσιμπημένες απογοητεύσεις- βελόνες
Ακριβοδίκαια και υπομονετικά
Αν έχεις όρεξη
Παράγεις και σχεδιάγραμμα να μην χάσει η πλεύση τη διαφάνεια
Δεν κιτρινίζουν παθητικά- δεν σκίζονται εύκολα
¨Αθικτες και λευκές
καιρός μετά και ολόκληρο δάπεδο από στραπατσαρισμένες γραμμές
καλό κατευόδιο
εις το επανιδειν
για πάντα – η τράπουλα γωνία ορθή
για ναύτες ο μπαλαντέρ
οι άγκυρες ανοξείδωτες – Το ναυάγιο παρελθόν δεινοσαύρου
‘Ένα χαρτομαντιλένιο φιλί να στάζει απορροφητικό δάκρυ
Τα σχέδια μεταφέρονται σε σχεδία-  άνωση άνυδρη
Και ολόκληρη θάλασσα από κάτω δεν μουλιάζει την ένταση
 
Είναι τόσο απορροφημένη και διπλωμένη στα 4 άλφα
Στα 2 βήτα και στο ένα γράμμα.
 

Και στα ενδιάμεσα


Δυο κατεβασμένα παραθυρόφυλλα καθημερινότητας

Και στις ρίγες που δημιουργούν σχίσματα

Βάζεις χαρτοταινίες σε παραλληλία

Σε διάταξη που συναγωνίζεται τη δίψα του νερού


Από πάνω στέκουν κονταροχτυπημένα

Τα χαρτιά της λειψυδρίας


Δεν καίγεται κανένα τίποτα

Τόσο αργά όσο θα έπρεπε

Δεν  νιώθεις καμιά στιγμή πιο δικό σου

Το δικό

Παρά μόνο τη στιγμή που το βλέπεις

Να χάνεται

Κι έτσι να ξεγλιστρά στις χαρτοταινίες

Και στα ενδιάμεσα σαν έντομο να ξεφεύγει

Την ώρα που μοιάζει οκτάβα σε πεντάγραμμο

Και το λουκέτο σε όλες τις γραμμές

Και το κλειδί να έχει οξειδωμένες κλειδώσεις

Και εγκοπές

Πουθενά να μην ταιριάζει

Μόνο αντίγραφα

Και κάθε φορά ένα λιγότερο

Και