Se Dio esiste, dovrà chiedermi scusa... τότε που μεταφράζαμε Leopardi a quatre mains....υπήρξε το μότο μας...
κοίτα να δεις πως ακόμη κι η δική μου θηριώδης μνήμη υποχωρεί...
18 Γενάρη, της Αγίας Αθανασίας, πάντα λέγαμε: "να ζήσεις παιδάτσι, να σε χαιρόμαστε", γέλοια.. σε οποιoδήποτε στίγμα γης' τέτοιαν εποχή τους απαντούσαμε στις Μαλντίβες για καταδύσεις...καμία απάντηση, 20 Γενάρη, καμία απάντηση, 23 Γενάρη, πλήρης κινητοποίηση, "είναι στο νοσοκομείο", από κεί κι ύστερα... μόνη παρηγορία πως το χέρι που της κράταγε ο Νικολός λες κι ήταν το δικό μου...άκουγα τις τελευταίες της ανάσες από τηλεφώνου..., μετά τη μάνα μου, η Νάσια. Ούτε σε εχθρό...
η πτήση στο Παρίσι, η νύχτα στο κρεβάτι της με την κόκκινη κουβέρτα,άθικτο, καθόμουν κατάχαμα ατενίζοντάς το, τα γραφτά μου στο κομοδίνο με υπογραμμίσεις, η ατέλειωτη αξημέρωτη νύχτα με τους ουρανοξύστες του Neuilly, η αναμονή, η κρεμ σάρπα της μάνας της, "να της την βάλεις πάνω στο petite robe noir de l' apres midi" ο φύλακας άγγελος Μαριλού, η φρικτή αναμονή να λιώσει καλά-καλά, το requiem κι ο δίσκος που είχα φέρει, "τρελλή κι αδέσποτη", ο Βίκτωρ που έβαλε έναν κίτρινο αναπτήρα κι ένα τσιγάρο στο φέρετρό της, να πάει καπνοποιημένη, το καφενείο, κάποιοι τραβήξαν ως φωτογραφίες, φρικίασα, το τεφροδοχείο, η διασκόρπιση της στάχτης, το σακουλάκι που έφερα οίκοι να δώσω στη μάνα της, πέθανε πέρυσι, επιτέλους- Δεν υπήρξε επώνυμη στα καθ' ημάς, τραβάτε να ρωτήσετε στο Λουξεμβούργο, personalitat, φίλοι κι εχθροί ήσαν όλοι εκεί, ταξίδεψαν από το Λουξ για το τελευταίο αντίο, από την Ελλάδα, του λόγου μου, εκπροσωπώντας το σύνολο.-ο Πάρις, η μεγάλη της πρώην αγάπη, δείλιασε, δεν ήθελε να έρθει... Τον Μάρτη του 2010 είπα να μαζευτούμε,σαν μνημόσυνο, η μάνα της μου έδωσε αυτή την φωτό, την κορνιζάρισα, στην Λεύκα, όπου περάσαμε μέγα μέρος της νιότης μας, στην αυλή και μέσα. τα ρέστα, άλλη στιγμή, δεν ξέρω αν υπήρξε η καλλίτερη μου φίλη, όχι, σαφώς η δική της, δύσκολη προσωπικότητα, έντονη και μονίμως dissidente, με την εξέργερση στο πύρινο καστανό της βλέμμα, εξαρχής, κει στο υπογειάκι του "Αμφί" φόραγε συνήθως μαύρα, είχε ένα αδύνατο κορμί, σκουρόχρωμο, αδύνατο ως 12χρονο, την αποκαλούσα Αράπισσα, καθόταν προκλητικά με πόδι στο άλλο, διέθετε λόγο συμπαγή και άκρως πείθων, διέβλεψα μία εντυπωσιακή ευφυία. Στήσαμε το Σπίτι των Γυναικών, ένα σωρό ομάδες, ένα σωρό δραστηριότητες, κόβαμε κανονικό 8ώρο δουλειάς, πηγαίναμε μετά στην τότε Διάπλαση των Παίδων, χόρευε, πετώντας τον γοφό κατά πως μας είχε μάθει η Μοριάνοβα, όπου είχαμε θητεύσει ομού' υπήρξε κάποια που όσοι κι όσες την γνωρίσαν, ποτέ δεν ξεχνάν, έμεινα μόνον εγώ να την αναθυμούμαι και να την μνημονεύω "σ' αγαπάω, μωρή"
το μότο της προς εμέναν, διάθλαση προς πολλούς...
19 χρονώ, έτσι πέθανε, το ίδιο βλέμμα, το ίδιο ισχνό κορμί, το δικό μας requiem: https://www.youtube.com/watch?v=HmLk2vSXXtk
