Λέγαμε μετά με την Μαρίνα, συμφωνήσαμε πως τα κάγκελα της πισίνας είναι ακόμη βεραμάν -μου είπε να σου πω regards- πως όχι μόνο στο σκάμμα της αυλής μας αλλά παντού είχε τότε μενεξέδες, σήμερα ούτε για δείγμα, τι κρίμα...
χρόνια πολλά μαμά, τα ψέλλισε όπως μπορούσε κι ο πρωτότοκός σου. Ειν' αλήθεια πως υπήρξες μία πολύ ωραία γυναίκα, πολυπράγμων και πολυσχιδής, εγώ όμως σε θυμάμαι με την μελανή μπλούζα κάτω από την ιατρική και τις γόβες πάντα και το σκούρο μαλλί, μπες-βγες να είσαι και ποτέ να μην είσαι, τελικά, δεν με πείραξε και τόσο που δεν ήσουν,λίγο,ναι, χρόνια πολλά μαμά, πέθανε κι ο Αζναβουριάν και πια δεν θα έχω να φοβάμαι μην σε χάσω, έτσι κι αλλιώς, την καρφίτσα που μου είπαν να σου βγάλω πριν να σε κατεβάσουν στον τάφο την κλέψαν ομοεθνείς σου Ρουμάνοι, αν θυμάσαι. Χρόνια πολλά μαμά κι ευχαριστώ για το ότι με είπες Μελίτα, λέω να το υιοθετήσω εφεξής...
ΜΕΛΙΤΑ
Σαν ήσουνα
τετράχρονη με ρώτησες
Εμένα πώς
με κάνανε στ΄αλήθεια;
Κι ως ήσουν
αγγελούδι σου απάντησα
Και σού ‘πα
όπως λεν στα παραμύθια.
Επήραν μια
μικρή λεκάνη, ολόλευκη,
και βάλαν
μέσα χρυσαφένιο μέλι,
αχτίδες
ήλιου και ροδόφυλλα,
και τά
’σμειξαν όλα μαζύ οι αγγέλοι.
Και σ’
έπλασαν κορούλα μου, και έγινες,
με δέρμα
ροζ σαν τα τριανταφυλλάκια,
γλυκειά σαν
μέλι και Μελίτα σ’ έβγαλαν
και είχες
ηλιαχτίδες στα μαλλάκια.
Με κοίταξες
αθώα και με πίστεψες.
Ήσουν μικρό
κι ανίδεο παιδάκι.
μα όσο κι
αν μεγαλώσεις θά 'χης μέσα σου,
κάτι απ’ το
παλιό παραμυθάκι.
από την συλλογή "Κομπάρσοι" , 1975, εκδ. Νέα Σκέψη, επανέκδοση, πρώτη έκδοση, 1950 -αυτοέκδοση-
Τερέζα Παπαδόγιαννη Ρούβαλη 4 Οκτωβρίου 1918-16 Φεβρουαρίου 1985
από όλους τους "Κομπάρσους" σου, εμέναν μου άρεσε πάντα αυτό,* γιατί είναι συμπονετικό, γιατί αντικαθρεπτίζει μιαν εποχή, κείνην που ήμουν μικρή -ασπρόμαυρη, περίεργο, τον "πάνω δρόμο" λέω, γκρίζο πάντα- διότι εσύ ουδέποτε απεκάλεσες τις βοηθούς του σπιτιού έτσι, ψυχοκόρες τις είχες, δεν τις ξεχώρισες από μας τους δυό, τις σπούδασες, τους πλήρωσες εισιτήρια για να παν να βρουν καλλίτερη τύχη, τις είχες πάντα έγνοια, καλλίτερα από τα φυσικά σου παιδιά.
Ίσως σε αυτό το ποίημα να είσαι όλα εσύ. Μακάρι να σου είχαμε μοιάσει, αγαπητή μαμά
*1 από 3*
σου άφησα ένα γλαστράκι με "πέτρινο" και φυσικά, γιασεμιά, κι εκείνο το τριαντάφυλλο sui generis που μόνο σ' εσέναν άρεσε, για παρέα ως να γυρίσω, εντάξει? ίσως τότε πείσουμε και την Ευτυχία να ξαναφτιάξει το σκάμμα της αυλής και να φυτέψουμε πάλι μενεξέδες...

