14/4/18


“…Βρέχει μάτια, βρέχει σε μάτια και τα δάχτυλα, κοκκαλωμένα κι αυτά. Η γλώσσα, αμίλητη. Εμείς, σκουπίζουμε  ακούραγα σκούρα γης, αν καρπίσει, κάρπισε, αν δεν, σκουπίζουμε μάτια, η θέση σε δοκιμαστικό σωλήνα φορμόλης"...

Κοίταγες με όλα σου τα μάτια λυτά…
αν κάποιος θέλει, αμέσως φαίνεται,
-λέω πάντα, two to tanguear-
Ο θάνατος είναι φορμόλη
στη φορμόλη χωράνε τόσα, κρινάκια, ποντικάκια και υπολείμματα χεριών εν αχρηστία, τι να κάνει κανείς τόσα δάχτυλα πεσμένα καταγής…”
-μετεωριζόμενοι μεταξύ ουρανού και γης,
είμαστε και δεν είμαστε, εμείς…

-στην θέση «φορμόλη», η εγγραφή μη δυνατή, δάχτυλα γηραιά, μας βάλαν στους γηραιούς, ξαφνικά- καμπυλώνουν σε ένα δοξαπατρί Χριστού που δεν υπήρξε ποτέ δικός μας, μόνο το τέμπλο και οι άμβωνες, ψηλοί και σκιεροί- και τα πλακάκια, παλαιακά, για παρά~κλίσεις, το φόρεμα θυμάμαι, κόκκινο με κίτρινα ανθάκια, αι γενεαί πάσαι, καμία ταφή, κανένας Χριστός, ούτε καν εσύ, με το μπουφάν, στον περίβολο της εκκλησίας, τέρμα άκρη, Σαντορίνη μεριά, περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια, δεν θυμάμαι, πάω να μου πουν πως δεν πρέπει να θυμάμαι –α, ναι, δεν προτίθεμαι να ξανα~θυμάμαι –cut- φορμόλη είναι, βρωμάει εαυτούς και ζωή, μη ζώσα-

-οι ναρκισσισμοί κραταιοί-