21/4/17

34η μέρα-21 Απριλίου 1967

50 χρόνια πια
Πήγαινα στην πρώτη Γυμνασίου και είμασταν μία βδομάδα πρωΐ, μία απόγευμα, κείνη, τελευταία πριν τη Μεγαλοβδομάδα, είμασταν πρωΐ, 8 παρά, φτάνω με τη σάκα μου και την ποδιά μου στην Πλατεία των Τριών Ναυάρχων, απέναντι από τα σχολεία και μπρος στο τότε Γαλλικό Ινστιτούτο-σήμερα Δημαρχείο- ακούω κουβέντες από λίγους μαζεμένους σε πηγαδάκια, "Χούντα, χούντα, πραξικόπημα έκανε ο Στρατός", χούντα, λέξη άγνωστη στο παιδί.
Πάμε στο προαύλιο της αυλής των σχολείων και η Γυμνασιάρχις μας είπε πως άλλαξε η Κυβέρνησις (μα αυτή άλλαζε κάθε βδομάδα), δεν έχει μάθημα σήμερα,
να πάμε σπίτια μας και Καλό Πάσχα, από σήμερα. Τίποτ' άλλο.
Στον δρόμο για τον γυρισμό στο σπίτι, μαζί με συμμαθήτριες, ξανα-ακούσαμε την άγνωστη λέξη. Μπαίνω στο σπίτι και λέω στη μάνα μου "μας διώξανε, λένε πως έγινε Χούντα, τι είναι Χούντα?", -"Παναγία μου" πιάνει τα μάγουλά της η μητέρα μου, "το κάνανε το πραξικόπημα". Ο αδερφός μου κοιμόταν στη σάλα, ήταν απογευματινός στο σχολείο, πάει πάνω από το κεφάλι του και του λέει "ξύπνα παιδί μου, έγινε πραξικόπημα". Το παιδί έβαλε τα κλάμματα. Ήταν μεγάλο παιδί και έξυπνο, κατάλαβε. Η μητέρα μου πηγαίνει να τηλεφωνήσει αμέσως στον πατέρα μου που δούλευε σε άλλη πόλη. Πρέπει να ήταν μακρά η συνομιλία και να υπήρξε συνεννόηση για κοινή στάση. Εν τω μεταξύ, βάλαμε το ραδιόφωνο, παίζανε τσάμικα και καλαματιανά κι ενδιαμέσως "σήμερον περί την 3ην πρωϊνήν ώραν, ο Στρατός ανέλαβεν την διακυβέρνησιν της χώρας". Μετά τον μετά βασάνων "αποχαρακτηρισμό" του ως αριστερός και κομμουνιστής, ο καλός μας πατέρας, που είχε το υπέροχο γούστο να πάει να βάλει το κεφάλι του στον ντορβά και να κατέβη υποψήφιος στις εκλογές βίας και νοθείας του 1961 με το ΠΑΜΕ (καμία σχέση με το σημερινό του ΚΚΕ αλλά ημικάλυψη και τότε του ίδιου κόμματος, μαζί με ένα Αγροτικό κομματίδιο που είχε μόλις ιδρύσει ο Κομνηνός Πυρομάγλου της ΕΔΕΣ στην Κατοχή), να έχει υποστεί ένα περιποιημένο μποϋκοτάζ στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος σε ένα υπερ-συντηρητικό και βασιλικό περιβάλλον της μικρής μας πόλης, να τον έχουν κάνει τ' αλατιού και εκφωνόντας την κύρια προεκλογική του ομιλία, με μπανταρισμένο κεφάλι και γύψους σε χέρια-πόδια, να τον περιμένουν απέξω οι "εγκάθετοι" για να τον αποτελειώσουν, είχε μόλις διορισθεί συμβολαιογράφος, άτυπος δηλαδή δημόσιος υπάλληλος. Η μάνα μου, γύρισε πίσω στις μνήμες προφανώς από την Μεταξική περίοδο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο όπου δεν καλοπέρασε ως Εαμίτισα, και έφυγε με την κοπέλλα μας να φέρει προμήθειες για πολλές μέρες. Θυμάμαι το στοίβασμα με τρόφιμα μακράς διαρκείας. Κατέβηκα στην παραλία, είχε μία πολύ ωραία ανοιξιάτικη μέρα και, τότε, από μία συζήτηση στα τραπεζάκια του καφενείου μας, έμαθα πως Χούντα θα πει Συμβούλιο και Σύνδεσμος. Όντως, Junta, όρος της Ισπανικής γλώσσας, σημαίνει κατ' αρχάς το Δημοτικό Συμβούλιο, εφόσον το επίθετο junto σημαίνει "μαζί" και το ρήμα juntar, βάζω μαζί, συμπαραθέτω, συγκεντρώνω, συναντώμαι ως και συσσωρεύω. Από κείνο το απόγευμα και τις επόμενες μέρες, ένας θείος μου και οι περισσότεροι φίλοι των γονιών μου βρέθηκαν συγκεντρωμένοι με λίγα πράγματα μαζί τους στην Πλατεία Φιλελλήνων κάτω στην Παραλία, είχαμε πάει κι εμείς, ήρθαν πλοία και τους έπαιρναν για την Αθήνα κι από κει για ξερονήσια-εξορία ή για φυλάκιση. Καλύψαμε τα τζάμια με μπλε κόλλα-χαρτί. Λίγες μέρες μετά πήγαμε στην πόλη όπου δούλευε ο πατέρας μου, τον είχαν ήδη καλέσει για ανάκριση αλλά για την ώρα τον άφησαν ήσυχο. Ήταν το πιο περίεργο Πάσχα. Ο αδερφός μου όλο νεύρα και οι γονείς σε διαρκή υπερένταση. Όταν γυρίσαμε στο σχολείο άλλαξαν όλα, είχαμε "Επανάσταση", οι καθηγητές δίδασκαν πολλοί σαν νευρόσπαστα, καταργήθηκε το "Ακαδημαϊκό" τότε σύστημα πανελληνίων εξετάσεων για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, προς πελώριαν ανακούφισιν του αδερφού που θα έδινε και έβγαλε από πάνω του τα Μαθηματικά και τη Φυσική. Σε δύο περίπου μήνες αφήσαμε με τεράστια λύπη την μικρή μας πόλη για να έρθουμε στο μέγα χωνευτήρι της Αθήνας.
*διήνυσα τα χρόνια 1960-1967 ως τη Χούντα ζώντας, ακούγοντας και διαβάζοντας όχι μόνο τα/για τα/ γεγονότα αλλά και ποικίλες αναλύσεις για "ως και τα δέντρα ψήφισαν", θυμάμαι τον τίτλο στα ΝΕΑ "ΕΝΙΚΗΣΑΜΕΝ" το 1964 και τις φωτογραφίες του Γεωργίου Παπανδρέου στο μπαλκόνι μπρος από αλαλάζοντα πλήθη, πιο πριν την δολοφονία του Λαμπράκη και την αγωνία όλων μας αν θα τα καταφέρει, με εκείνη την μακάβρια φωτογραφία ετοιμοθάνατου με τον αναπνευστήρα πάνω από τα χείλη, -η μητέρα μου, ως θανάτου, την είχε ξεγεννήσει στον αδερφό μου και είχε αναπτυχθεί φιλία μεταξύ τους, μέσω εκείνου οι γονείς ήσαν μέλη  της Ελληνικής Επιτροπής για την Ειρήνη Μπ. Ράσσελ, κάπου υπάρχει ακόμη το σηματάκι για το πέτο- την περίοδο της αποστασίας, τον Ροδόπουλο και τον Αθάνα, τα Γαργάλατα και τον απαράμιλλο ως σήμερα Μπόστ, τον Κανελλόπουλο και τον Γαρουφαλιά, τις αγορεύσεις στην Βουλή του νηφάλιου Νέστορα Ηλία Ηλιού. Τον κεντρώο οικογενειακό μας φίλο που ήταν λίγο σαν πατέρας του πατέρα μου. Τα παιδιά, όμως, φιλτράρουν τα έξω από τον μικρόκοσμό τους γεγονότα αλλιώς.*


**κατάλογος των εξορισθέντων στη Γυάρο τον Απρίλη του 1967 από όλη την Αργολίδα** -από τον μικρό αδερφό Μάκη η αναπαραγωγή, από το ΕΑΤ-ΕΣΑ, εκδήλωση μνήμης για τα 50 χρόνια από την μαύρη επέτειο της Χούντας -
απάνω-απάνω, ο "Μπιόντος"(ξανθός) στενός φίλος του πατέρα Μίμης Λυκίδης, δικηγόρος ομοίως,μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ, όλα τα αδέρφια Λιλή (επαγγελματίες και ακτήμονες), ο Γιώργος Καραμάνος, ευθυμιογράφος, ομοίως στενός φίλος του πατέρα μου, τόσοι άλλοι συντοπίτες, τον θείο Γιάννη, λογιστή, στείλαν στο Τρίκερι, τον άφησαν λίγο μετά για να γυρίσει να πεθάνει λίγους μήνες ύστερα στο κρεβάτι του. Ήταν δύο μέτρα, στην κυριολεξία, άντρας, θυμάμαι τον μακαρίτη τον μοναχογιό του, πρωτοξάδερφο Θάνο, σχεδόν μπρος από το σπίτι μας, φορούσε ένα άσπρο πλεκτό πουλόβερ, ομοίως δίμετρο, λιγόλογο, μου λέει "μόλις πέθανε ο θειός σου", τράβαγε μόνος του για τα Πέντ' αδέρφια-πάγος ξαφνικά-.

-κι άλλες πληροφορίες για τους Αργολιδιώτες από τα διαδίκτυα, από τον φίλο Αναπλιώτη Μπάμπη Αντωνιάδη:

"21 Απριλίου 1967: 50 χρόνια μετά δεν πρέπει να ξεχνάμε…
21 Απριλίου 1967, ημέρα Παρασκευή: Το στρατιωτικό πραξικόπημα της χούντας των συνταγματαρχών έχει πάρει σάρκα και οστά. Είναι η Παρασκευή πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα. Στο νομό Αργολίδας από την πρώτη στιγμή ενεργοποιήθηκαν όλοι οι μηχανισμοί καταστολής: χωροφυλακή, στρατός, Τ.Ε.Α. (Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης) και άρχισαν οι συλλήψεις, οι οποίες συνεχίστηκαν για μια βδομάδα από την ημέρα του πραξικοπήματος.
Συνολικά συνελήφθησαν, σύμφωνα με το Βαγγέλη Κλαδούχο, 300 άτομα από όλη την Αργολίδα και οδηγήθηκαν στο πέτρινο κτήριο στο στρατόπεδο Ναυπλίου (κτήριο Α’ Λόχου). Οι περισσότεροι από τους συλληφθέντες ανήκαν πολιτικά στο χώρο της ΕΔΑ ενώ κάποιοι ανήκαν και στην ΕΔΗΝ (νεολαία της Ένωσης Κέντρου) {μεταξύ τους ο μετέπειτα φίλος και συναγωνιστής δικηγόρος Βασίλης Καλαματιανός απ' τ' Άργος, νεολαίος τότε, σημ ΑΡ}.Σε αρκετούς από αυτούς που οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο Ναυπλίου έγιναν συστάσεις και αφέθηκαν ελεύθεροι. Οι μηχανισμοί της ΕΔΑ λειτούργησαν αμέσως και έτσι ενημερώθηκαν οι περισσότεροι για το στρατιωτικό πραξικόπημα ώστε να προετοιμαστούν για τις πιθανές συλλήψεις.
Σταδιακά αφέθηκαν ελεύθεροι αρκετοί από τους συλληφθέντες. Οι περισσότεροι βέβαια έκαναν Πάσχα (στο στρατόπεδο. Μια βδομάδα μετά το Πάσχα, 6 ή 7 Μαΐου, φθάνει στο Ναύπλιο το οχηματαγωγό Χίος για να μεταφέρει τους κρατούμενους στην Γυάρο. Το οχηματαγωγό δεν έδεσε στο λιμάνι και οι πολιτικοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στο πλοίο με καΐκι. Στο στρατόπεδο έμειναν ακόμα κάποιοι κρατούμενοι, οι οποίοι απελευθερώθηκαν σταδιακά.
Με ΡΕΟ οι κρατούμενοι οδηγήθηκαν από το στρατόπεδο στο ΠΙ για να επιβιβαστούν στο καΐκι που θα τους μετέφερε στο οχηματαγωγό. Ο στρατός είχε αποκλείσει το χώρο του λιμανιού. Οι συγγενείς των κρατούμενων είχαν κατέβει στην παραλία (μέχρι την ξύλινη παράγκα του Κυριάκου Καλκάνη και το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετάνια) για έναν αποχαιρετισμό από απόσταση. Το πλοίο είχε επίσης παραλάβει κρατούμενους από την Κρήτη και την Καλαμάτα.
Συνολικά, από την Αργολίδα εξορίστηκαν περισσότερα από 60 άτομα. Σύμφωνα με προφορική αφήγηση, οι εξορισθέντες ήταν 67. Ο πολιτικός χώρος προέλευσης των εξόριστων από την Αργολίδα ήταν η ΕΔΑ, όπου δραστηριοποιούνταν τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Αναλογικά με τον πληθυσμό, οι περισσότερες συλλήψεις έγιναν στα χωριά της Μιδέας Δενδρά - Μάνεση και της Αμυγδαλίτσας. Δεν υπάρχει καμία πληροφορία για συλλήψεις γυναικών μεταξύ των κρατουμένων.
Ο τοπικός τύπος δεν αναφέρει τίποτα για τους συλληφθέντες και εξορισθέντες. Από την πρώτη στιγμή η λογοκρισία επέβαλε τους όρους της. Εξ αρχής, η πλειοψηφία του τοπικού τύπου δείχνει αισθήματα φιλικά προς το καθεστώς, πολύ περισσότερα μάλιστα απ’ ό,τι επέβαλε η λογοκρισία. Εμφανίζονται ξανά, μετά από τη δεκαετία 1940 – 1950, οι δηλώσεις, όχι όμως σε μεγάλη έκταση.
Σήμερα, 50 χρόνια μετά τη Χούντα, γίνεται μια συλλογική προσπάθεια να καταγραφούν οι κρατούμενοι και οι εξορισθέντες από την Αργολίδα. Πιστεύουμε ότι σύντομα θα είμαστε σε θέση να κοινοποιήσουμε ένα ολοκληρωμένο κατάλογο των ανθρώπων που κρατήθηκαν στο στρατόπεδο Ναυπλίου και αυτών που πήραν το δρόμο της εξορίας".

Κι ένα άρθρο καλογραμμένο από τον Χρήστο Χωμενίδη πριν από δύο χρόνια, για ενδεχομένως νεώτερους, περιλαμβάνει περίπου όσα λίγα χρειάζεται να παραμείνουν στη μνήμη.

http://www.lifo.gr/team/apopseis/47904΄

σήμερα όπου σ' αυτή την απίστευτη χώρα έχει επισυμβεί το απίθανο να έχουν μπει στη Βουλή οι νεοναζί, έχοντας συγκροτήσει εγκληματική οργάνωση και, όμως, το υπάρχον πολιτικό και δικαστικό σύστημα να μην είναι εις θέσιν να τους αποκλείσει από την δημόσια ζωή, η μνήμη οφείλει  να διατηρηθεί κραταιή.

Τότε, κείνος ο ίδιος λαός που ξεσηκώθηκε στην Κατοχή έδωσε δείγματα που βλέπουμε  και σήμερα: αδράνειας, "βολέματος", "καλά είμ' εδώ". Κείνοι που αντιστάθηκαν και το πλήρωσαν στο κορμί και στην ψυχή τους ήσαν αριθμητικά ολίγιστοι, πόσοι από τους νεώτερους θυμούνται ή έχουν ακουστά τον στρατιωτικό Σπύρο Μουστακλή, πόσοι τον αξιωματικό αεροπορίας Αναστάσιο Μήνη που κατά την δική του ρήση "φύτρωσε όρθιος", 111 μέρες στην ΕΣΑ το 1972?  Σίγουρα κάτι ίσως έχουν ακούσει για τον θρύλο Αλέκο Παναγούλη που έγραφε τα ποιήματά του με το αίμα του στο Μπογιάτι (Αγιο Στέφανο Αττικής τον λένε σήμερα), άλλοι, μην αντέχοντας πια τόση πίεση, μην αντέχοντας ανθρωπίνως πλέον νέες διώξεις και κατατρεγμούς, απλοελληνιστί "λούφαξαν" ή συναντιούνταν σε μικρές ομάδες, σαν τον πατέρα μου.  Αντίσταση πάντως εμφανώς δεν/δεν έκαναν. Αναδύθηκαν όμως ο Κώστας Κάππος του ΚΚΕ, συντοπίτης από το Κεφαλάρι του Άργους, ένας από τους πιο άγρια βασανισθέντες μαζί με τον Παναγούλη από τα πρωτοπαλλήκαρα της Χούντας, ο Ρέντης της ΕΔΑ, ο δάσκαλος πολλών από μας αργότερα Σάκης Καράγεωργας που έμεινε με ένα χέρι μετά από σκάσιμο βόμβας και σύλληψη βεβαίως και τόσοι άλλοι που το τέλος της Χούντας τους άφησε ρετάλια σώματος. Εδώ ο σερ Μπιθί τραγουδούσε έμπλεος στο Καλλιμάρμαρο τον ύμνο της 21ης Απριλίου αγκαλιά με την Βέμπο και την Βίκυ Μοσχολιού, γεμίζαμε τις κερκίδες με υποχρεωτική παρουσία ολόκληρα σχολεία και φρίτταμε, μικρά παιδιά, με το απίστευτο κιτς ημιαγράμματων -όντως, ο δεκανέας τότε Κονδύλης υπήρξε ορνινάντσα του στρατιωτικού παππού μου, αυτός έγινε κάποτε δικτάτωρ κι ο Παπαδόγιαννης βρέθηκε θανατοποινήτης στην Ακροναυπλία-.
Ομοιότητες με την σημερινή αδρανοποιημένη κοινωνία δεν υπάρχουν, παραλληλίες, εντούτοις, ναι. Σήμερα που η κατάσταση είναι κατά πολύ χειρότερη, μία απλή οικονομική κρίση της παγκοσμιοποιημένης οικονομικά και όχι μόνον υφηλίου σε λίγα χρόνια κατόρθωσε όχι μόνο να φτωχοποιήσει ευρέα στρώματα της χώρας μας αλλά, το χειρότερο, να ακυρώσει την οποιαδήποτε συλλογική και ενεργή αντίδραση.
Ίσως να οφείλεται -ίσως, αναλογίζομαι- στο ότι αυτή η χώρα κι αυτός ο λαός είναι ο κοτζαμπασισμός με τους κολήγους του, διότι δεν ανέπτυξε ποτέ αστική τάξη (εκτός κι αν θέλουμε να ονοματίσουμε αστική τάξη το κομπραδόρικο κεφάλαιο των εφοπλιστών πρωτίστως και δια "σκανδαλώδους ανέλιξης" Βαρδινογιάννηδες και Λάτσηδες, Αλεξόπουλους --τσιμέντα ΤΙΤΑΝ αν ενθυμούμεθα--Στράτους και λοιπές καπνοβιοτεχνίες). Με αυτά και ταυτά ιστορική μνήμη  δεν αναπτύσσεται. Λαός χωρίς ιστορική μνήμη, γονατίζει, ημείς ες γαίας αγαθάς κείμεθα, να μας χαιρόμεθα ωρέ κοτζαμπασιδο-κολήγοι. Όσα κι αν έχουν γραφεί και μελετηθεί, όσα κι αν γραφούν εδώ και στο μέλλον, το μόνο αξιόπιστο πόνημα είναι "Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα", που ποτέ δεν θα έχει αυτή η έρμη χώρα,  του καταπληκτικού ανθρώπου Δημήτρη Μπάτση που τον πήραν τα βόλια ομού με τον Μπελογιάννη.
Με την έλευση της Χούντας τελείωσε η παιδική ηλικία πολλών από τη γενιά μου, με την σημερινή φτωχοποίηση θα την αποδεκατίσουν λίαν συντόμως αυτή τη γενιά, την έχουν ονοματίσει και "γενιά του Πολυτεχνείου", με μόνη διαφορά πως από αυτήν ελάχιστοι εξαγόρασαν σε χρήμα, είδος και εξουσία, οι υπόλοιποι πάντα πιστεύαμε, ως σήμερα, πως η εξουσία διαφθείρει συνειδήσεις και βιάζει θελήσεις, μακριά, ριχτήκαμε σε μία θηριώδη βιοπάλη, μεροδούλι-μεροφάι.-

ΥΓ. με τους "κρατούντες" δεν τα πήγα ποτέ καλά, δεν φτάνει που το πατρικό του πατέρα μου στέκει ως σήμερα δίπλα από την πρώην Διοίκηση (Χωροφυλακής Αργολίδας-νυν Πινακοθήκη και το πρώτο εν Ελλάδι Νοσοκομείο, ένα πανέμορφο νεοκλασσικό κτήριο), δεν φτάνει που ως παιδί μισούσα αυτή την βαθυπράσινη τότε με σειρήτια στολή, δεν φτάνει....ως τώρα, με τους "κρατούντες" δεν προτίθεμαι  να τα "έχω καλά"-