3/11/16

σκονίζοντας

η σκόνη, ένας γκρίζος αχός-θόλωμα-
-του Α.-

Η σκόνη του χρόνου
σαν Λίβας
θολώνει το βλέμμα, τον νου
τα χρόνια σκονίζονται
σ’ εκείνα τα υψίπεδα ενός άλλου ουρανού
Γυρίζοντας σε Κιλιμάντζαρο
μπλεγμένα τα χρόνια
με χιόνι

στα κράσπεδα εκειπέρα εμείς
αλλόφρονες
σε αναζήτηση
του κανενός παντού/
δεν ξέραμε αν ήταν το χιόνι
βρωμισμένο
ή αγνό σαν βλέμμα
αλλοτινού καιρού
Χιονισμένη η σκόνη
ο Χρόνος,
χρόνο κέρδιζε
σε καιρούς-
η  ανάβαση
αβάσταχτη  πια-
Καθίσαμε κάτω.
σαν χρόνος
σαν σκόνη δίκης θείας
πάντα ιπτάμενοι
θεοδικούμε
σε ένα  άλλο αλλού.
σμίξαμε χέρια
αφήσαμε
τη σκόνη του χρόνου
να κυλάει
σε ρυάκια του μυαλού.
©ΑΡ (από νέα συλλογή)