16/1/14

Juan Gelman

Adiós caballero

Παρακαταθήκη του Χουάν Χέλμαν στον Χοακίν Σαμπίνα
http://www.ispania.gr/arthra/logotexnia/4839-juan-gelman-joaquin-sabina

Η ζωή και το έργο του: http://en.wikipedia.org/wiki/Juan_Gelman



Poema Arte Poética de Juan Gelman


Entre tantos oficios ejerzo éste que no es mío,
como un amo implacable
me obliga a trabajar de día, de noche,
con dolor, con amor,
bajo la lluvia, en la catástrofe,
cuando se abren los brazos de la ternura o del alma,
cuando la enfermedad hunde las manos.

A este oficio me obligan los dolores ajenos,
las lágrimas, los pañuelos saludadores,
las promesas en medio del otoño o del fuego,
los besos del encuentro, los besos del adiós,
todo me obliga a trabajar con las palabras, con la sangre.

Nunca fui el dueño de mis cenizas, mis versos,
rostros oscuros los escriben como tirar contra la muert
e.


Ποιητική τέχνη


Ανάμεσα σε τόσα επαγγέλματα ασκώ κείνο που δεν είναι δικό μου

σαν αμείλικτο αφεντικό

μ’ αναγκάζει να δουλεύω μέρα και νύχτα

πονώντας, αγαπώντας,

υπό βροχήν, υπό καταστροφήν,

όταν ανοίγουν τα χέρια της τρυφεράδας ή της ψυχής,

όταν η αρρώστια βυθίζει τα χέρια.



Σ΄αυτό το επάγγελμα μ’ αναγκάζουν οι ξένοι πόνοι,

τα δάκρυα, τα μαντήλια τ’ αποχαιρετισμού,

οι υποσχέσεις εν μέσω φθινοπώρου ή φωτιάς

τα φιλιά της συνάντησης, τα φιλιά του αντίο,

όλα μ΄αναγκάζουν να δουλεύω με τις λέξεις, με το αίμα.



Ποτέ δεν κυριάρχησα στις στάχτες μου, στους στίχους μου,

σκοτεινά πρόσωπα τους γράφουν σαν να πυροβολούν το θάνατο.



Poema Fabricas Del Amor de Juan Gelman


Y construí tu rostro.
Con adivinaciones del amor, construía tu rostro
en los lejanos patios de la infancia.
Albañil con vergüenza,
yo me oculté del mundo para tallar tu imagen,
para darte la voz,
para poner dulzura en tu saliva.
Cuántas veces temblé
apenas si cubierto por la luz del verano
mientras te describía por mi sangre.
Pura mía,
estás hecha de cuántas estaciones
y tu gracia desciende como cuántos crepúsculos.
Cuántas de mis jornadas inventaron tus manos.
Qué infinito de besos contra la soledad
hunde tus pasos en el polvo.
Yo te oficié, te recité por los caminos,
escribí todos tus nombres al fondo de mi sombra,
te hice un sitio en mi lecho,
te amé, estela invisible, noche a noche.
Así fue que cantaron los silencios.
Años y años trabajé para hacerte
antes de oír un solo sonido de tu alma.



Εργοστάσια της αγάπης


Κι έχτισα το πρόσωπό σου.

Με μαντέματα της αγάπης, έχτιζα το πρόσωπό σου

στις  μακρυσμένες αυλές της παιδικής ηλικίας.

Εργάτης μ’ αιδημοσύνη,

κρύφτηκα απ’ τον κόσμο για να χαράξω την εικόνα σου,

για να σου δώσω τη φωνή,

για να προσθέσω γλυκύτητα στο σάλιο σου.

Πόσες φορές δεν τρεμούλιασα

μετά βίας καλυμμένος απ’ το καλοκαιριάτικο φως

ενώ σε περιέγραφα με το αίμα μου.

Καταδική μου,

είσαι φτιαγμένη από τόσες εποχές

κι η χάρη σου πέφτει σαν πόσα ηλιοβασιλέματα.

Πόσες απ’ τις μέρες μου δεν εφηύραν τα χέρια σου.

Ποια απεραντοσύνη φιλιών ενάντια στη μοναξιά

βουλιάζει τα βήματά σου στη σκόνη.

Εγώ σε έφτιαξα, σε απάγγειλα στους δρόμους,

έγραψα όλα σου τα ονόματα κατάβαθα στη σκιά μου,

σου έκανα χώρο στην κλίνη μου,

σε αγάπησα, αθέατο φεγγάρι, νύχτα τη νύχτα.

Έτσι τραγούδησαν οι σιωπές.

Χρόνια και χρόνια δούλεψα για να σε φτιάξω

πριν ακούσω έναν μονάχα ήχο της ψυχής σου.


Απόδοση: Α.Ρ.

Το δεύτερο εδώ: 


 http://youtu.be/_Ro262uCWFI