17/11/13

.......


 {Στην ταράτσα με τους «Νεκρούς» και τον Τζέημς.
Οι «Νεκροί» του Τζέημς Τζόυς.
Νοέμβριος στην Πατησίων. Με τον χρόνο να μετρά στη σύγχρονη πραγματικότητα. Κέντρο Αθήνας. Αιωρούμενο στην περίεργη σιωπή του τίποτα… αλλά και του παντός.
Στην ταράτσα στο σπίτι μου στην Πατησίων με το βλέμμα θολό στην πόλη… σήμερα. Το χθες της πόλης σε αχλύ. Ενοχλητική αχλύ. Η συνάφεια και το αποτέλεσμα κάνουνε επαχθή την ονειροπόληση. Είναι όνειρο να σκέφτεσαι; Το χθες; Είναι;
Στο δυάρι που κατοικώ επικρατεί καθεστώς απολυταρχίας του βιβλίου. Επόμενα, είναι ένα δυάρι καθαρής δημοκρατίας, απολύτως! Οι ανεξόφλητοι λογαριασμοί γίνονται σαΐτες. Παίζω απ’ την ταράτσα με στοιχήματα εαυτού, ποιους θα πετύχω. Ή… στοιβάζονται στα βιβλία. Τους τρυπώνω περίτεχνα στις σελίδες των αγαπημένων μου λογοτεχνών, διηγηματογράφων, ποιητών και εν γένει όλων όσων γράφουν.
Κόλπο. Δικό μου. Όταν με μαγκώνει η αγωνία της πληρωμής τρυπώνω εγώ η ίδια στις σελίδες…
Ταράτσα. Νοτιάς τον Νοέμβρη. Την Δ.Ε.Η. ξετρύπωσα σήμερα από τις σελίδες του Τζέημς.
Οι «Νεκροί» του Τζέημς Τζόυς.
Παρέα οι δυό μας. Με μένα χωρίς μέλλον, ίσως, και εκείνον στο αιώνιο παρόν. Με το καπέλο και τα μεγάλα γαλάζια μάτια. Με σακάκι εκρού κάθεται απέναντί μου αμίλητος.
«Οι Νεκροί. Τι γίνεται με τους νεκρούς Τζέημς; Τους ζηλεύουμε τελικά οι ζωντανοί, ή οι νεκροί ζηλεύουν εμάς;»
«Οι νεκροί πεθαίνουν; Ή εμείς είμαστε ήδη νεκροί;»
«Α…! Αρχίζεις το διήγημα με ένα πάρτυ και το τελειώνεις με ένα πτώμα.»
«Ποιος είναι τελικά ο νεκρός;»
«Απάντησέ μου. Η πόλη πεθαίνει; Σήμερα μια νεκρή πόλη κατατρώει την ζωντανή;»
Ο Τζέημς αχνογέλασε. Κοίταξε αμήχανα την Ακρόπολη, τις ταράτσες, εμένα… με την γνωστή χάραξη στις άκρες των χειλιών του της ιρλανδέζικης ειρωνείας.
«Νεκρός είναι όποιος έχει χάσει την δυνατότητα βουλητικής προβολής. Άρα αυτή η απώλεια παραλύει και την πόλη.» μου είπε…
«Ζούμε μέσα από τους νεκρούς;
Είμαστε ήδη νεκροί;
Το παρόν… Τζέημς;»
Σηκώθηκε. Ίσιωσε το σακάκι. Με ευχαρίστησε για την θέα και αθόρυβα έφυγε. Έτρεξα στην άκρη της ταράτσας να τον δω από ψηλά. Το εκρού σακάκι συγχωνεύτηκε με το φως του δρόμου. Ένα σημείωμα μου άφησε. «Καλύτερα να περάσεις θαρραλέα σε αυτόν τον άλλο κόσμο, στη έξαρση ενός πάθους, παρά να σβήνεις και να μαραίνεσαι θλιβερά με τα χρόνια.»
Υπογραφή… Τζέημς Τζόυς.
ΥΣ. (Το δάνεισα στον Γκάμπριελ, στους Νεκρούς για να μάθει να ζει με το παρόν και τους ζωντανούς… Έμαθε; Δεν γνωρίζω…)
Υμέτερος Τζέημς Τζόυς.}

 {Στην ταράτσα με τους «Νεκρούς» και τον Τζέημς.
Οι «Νεκροί» του Τζέημς Τζόυς.
Νοέμβριος στην Πατησίων. Με τον χρόνο να μετρά στη σύγχρονη πραγματικότητα. Κέντρο Αθήνας. Αιωρούμενο στην περίεργη σιωπή του τίποτα… αλλά και του παντός.
Στην ταράτσα στο σπίτι μου στην Πατησίων με το βλέμμα θολό στην πόλη… σήμερα. Το χθες της πόλης σε αχλύ. Ενοχλητική αχλύ. Η συνάφεια και το αποτέλεσμα κάνουνε επαχθή την ονειροπόληση. Είναι όνειρο να σκέφτεσαι; Το χθες; Είναι;
Στο δυάρι που κατοικώ επικρατεί καθεστώς απολυταρχίας του βιβλίου. Επόμενα, είναι ένα δυάρι καθαρής δημοκρατίας, απολύτως! Οι ανεξόφλητοι λογαριασμοί γίνονται σαΐτες. Παίζω απ’ την ταράτσα με στοιχήματα εαυτού, ποιους θα πετύχω. Ή… στοιβάζονται στα βιβλία. Τους τρυπώνω περίτεχνα στις σελίδες των αγαπημένων μου λογοτεχνών, διηγηματογράφων, ποιητών και εν γένει όλων όσων γράφουν.
Κόλπο. Δικό μου. Όταν με μαγκώνει η αγωνία της πληρωμής τρυπώνω εγώ η ίδια στις σελίδες…
Ταράτσα. Νοτιάς τον Νοέμβρη. Την Δ.Ε.Η. ξετρύπωσα σήμερα από τις σελίδες του Τζέημς.
Οι «Νεκροί» του Τζέημς Τζόυς.
Παρέα οι δυό μας. Με μένα χωρίς μέλλον, ίσως, και εκείνον στο αιώνιο παρόν. Με το καπέλο και τα μεγάλα γαλάζια μάτια. Με σακάκι εκρού κάθεται απέναντί μου αμίλητος.
«Οι Νεκροί. Τι γίνεται με τους νεκρούς Τζέημς; Τους ζηλεύουμε τελικά οι ζωντανοί, ή οι νεκροί ζηλεύουν εμάς;»
«Οι νεκροί πεθαίνουν; Ή εμείς είμαστε ήδη νεκροί;»
«Α…! Αρχίζεις το διήγημα με ένα πάρτυ και το τελειώνεις με ένα πτώμα.»
«Ποιος είναι τελικά ο νεκρός;»
«Απάντησέ μου. Η πόλη πεθαίνει; Σήμερα μια νεκρή πόλη κατατρώει την ζωντανή;»
Ο Τζέημς αχνογέλασε. Κοίταξε αμήχανα την Ακρόπολη, τις ταράτσες, εμένα… με την γνωστή χάραξη στις άκρες των χειλιών του της ιρλανδέζικης ειρωνείας.
«Νεκρός είναι όποιος έχει χάσει την δυνατότητα βουλητικής προβολής. Άρα αυτή η απώλεια παραλύει και την πόλη.» μου είπε…
«Ζούμε μέσα από τους νεκρούς;
Είμαστε ήδη νεκροί;
Το παρόν… Τζέημς;»
Σηκώθηκε. Ίσιωσε το σακάκι. Με ευχαρίστησε για την θέα και αθόρυβα έφυγε. Έτρεξα στην άκρη της ταράτσας να τον δω από ψηλά. Το εκρού σακάκι συγχωνεύτηκε με το φως του δρόμου. Ένα σημείωμα μου άφησε. «Καλύτερα να περάσεις θαρραλέα σε αυτόν τον άλλο κόσμο, στη έξαρση ενός πάθους, παρά να σβήνεις και να μαραίνεσαι θλιβερά με τα χρόνια.»
Υπογραφή… Τζέημς Τζόυς.
ΥΣ. (Το δάνεισα στον Γκάμπριελ, στους Νεκρούς για να μάθει να ζει με το παρόν και τους ζωντανούς… Έμαθε; Δεν γνωρίζω…)
Υμέτερος Τζέημς Τζόυς.}
 
Το κείμενο είναι της Άννυς Στάικου