10/11/13


Η ΠΑΤΙ ΣΜΙΘ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΥ ΡΙΝΤ


Την Κυριακή το πρωί ξύπνησα νωρίς. Είχα πει αποβραδίς να πάω στον ωκεανό κι έτσι πέταξα στο σακίδιό μου ένα βιβλίο κι ένα μπουκάλι νερό και πήρα το τρένο για το Rockaway Beach. Είχα την αίσθηση πως ήταν μια σημαδιακή μέρα, αλλά δεν μπορούσα να φέρω τίποτε συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Η παραλία ήταν άδεια και, καθώς πλησίαζε δυσοίωνα η επέτειος του τυφώνα Sandy, η ήρεμη θάλασσα έμοιαζε να ενσωματώνει την αντιφατική αλήθεια της φύσης. Είχα ξεμείνει παρακολουθώντας με το βλέμμα τη διαδρομή ενός αεροπλάνου που πετούσε χαμηλά, όταν πήρα ένα μήνυμα από την Τζέσι, την κόρη μου. Πέθανε ο Λου Ρηντ. Αναπήδησα και ανάσανα βαθιά. Τον είχα δει πρόσφατα στην πόλη με τη γυναίκα του τη Λώρι και το είχα νιώσει πως ήταν άρρωστος. Κάποια κούραση σκίαζε τη συνηθισμένη του λάμψη. Την ώρα που με αποχαιρετούσε, τα μάτια του έμοιαζαν να κρύβουν μια απέραντη και αγαθή θλίψη.

Είχα γνωρίσει τον Λου το 1970 στο Max’s Kansas City. Για αρκετές εβδομάδες εκείνο το καλοκαίρι οι Velvet Underground έδιναν στο κλαμπ δύο συναυλίες κάθε βράδυ. Ο κριτικός και ακαδημαϊκός Ντόναλντ Λάιονς είχε σοκαριστεί που δεν τους είχα δει ποτέ και με συνόδεψε στον πάνω όροφο για τη δεύτερη συναυλία της πρώτης τους εμφάνισης. Μου άρεσε να χορεύω και με τη μουσική των Velvet Underground χόρευες για ώρες. Ήταν ένας παράτονος βόμβος surf και doo-wop που σου επέτρεπε να κουνιέσαι πολύ γρήγορα ή πολύ αργά. Ήταν η καθυστερημένη και αποκαλυπτική μου εισαγωγή στο Sister Ray.

Λίγα χρόνια αργότερα, σε αυτήν την ίδια αίθουσα του πάνω ορόφου, ο Lenny Kaye, ο Richard Sohl και εγώ παρουσιάζαμε τη δική μας χώρα των χιλίων χορών.[i] Ο Λου περνούσε συχνά να δει πώς τα πάμε. Περίπλοκος άνθρωπος, ενθάρρυνε τις προσπάθειές μας κι ύστερα γυρνούσε και με προκαλούσε σαν μακιαβελικό σχολιαρόπαιδο. Προσπαθούσα να τον αποφύγω, αλλά εμφανιζόταν από το πουθενά σαν γάτα και με αφόπλιζε με κάποιον στίχο του Delmore Schwartz για την αγάπη και το θάρρος. Δεν μπορούσα να καταλάβω την απρόβλεπτη συμπεριφορά του, ούτε και την ορμή των διαθέσεών του, οι οποίες άλλαζαν όπως άλλαζε κι ο τρόπος ομιλίας του – τη μια φρενήρης, την άλλη λακωνικός. Καταλάβαινα όμως την αφοσίωσή του στην ποίηση, και τη συγκίνηση που ανέδιδε η σκηνική του παρουσία. Είχε μαύρα μάτια, μαύρο τισέρτ, χλωμή επιδερμίδα. Ήταν περίεργος, καμιά φορά καχύποπτος, αδηφάγος αναγνώστης, εξερευνητής των ήχων. Ένα αλλόκοτο πετάλι κιθάρας ήταν για κείνον σαν το στίχο ενός ποιήματος. Ήταν ο σύνδεσμός μας με τη διαβόητη ατμόσφαιρα του Factory. Είχε κάνει την Edie Sedgwick να χορέψει. Ο Άντι Γουόρχολ είχε ψιθυρίσει στ’ αυτί του. Ο Λου είχε φέρει στη μουσική του τις ευαισθησίες της τέχνης και της λογοτεχνίας. Ήταν της γενιάς μας ο ποιητής της Νέας Υόρκης, ο υμνωδός των απόκληρών της, όπως πριν ο Γουίτμαν ήταν ο υμνωδός των εργατών της, κι ο Λόρκα των κατατρεγμένων της.

Καθώς το συγκρότημά μου άλλαζε και είχαμε αρχίσει να διασκευάζουμε τα τραγούδια του, ο Λου μάς έδωσε πια τις ευλογίες του. Ετοιμαζόμουν να φύγω από την πόλη για το Ντητρόιτ, όταν μια μέρα έπεσα πάνω του στο ασανσέρ του παλιού Gramercy Park Hotel. Μαζί μου είχα ένα βιβλίο με ποιήματα του Rupert Brooke. Άρπαξε το βιβλίο από τα χέρια μου και μείναμε να κοιτάζουμε μαζί τη φωτογραφία του ποιητή. Τόσο όμορφος, είχε πει, τόσο θλιμμένος. Ήταν μια στιγμή απόλυτης ειρήνης.

Καθώς τα νέα για το θάνατο του Λου διαδίδονταν, άρχισε να εξαπλώνεται μια δόνηση που ξέσπασε και γέμισε την ατμόσφαιρα με υπερκινητική ενέργεια. Μου έφταναν πια τόνοι μηνυμάτων. Ένα τηλεφώνημα από τον Σαμ Σέπαρντ, που διέσχιζε το Κεντάκυ με ένα τριαξονικό. Ένας σεμνός γιαπωνέζος φωτογράφος, που μου έστειλε sms «Κλαίω».

Καθώς θρηνούσα στην άκρη της θάλασσας, δύο εικόνες μου ήρθαν στο μυαλό, σημαδεύοντας σαν υδατόσημα τον ουρανό, που είχε πάρει ένα χάρτινο χρώμα. Η πρώτη ήταν η εικόνα της γυναίκας του, της Λώρι. Ήταν ο καθρέφτης του· στα μάτια της έβλεπες την καλοσύνη, την ειλικρίνεια και τη συμπόνια του. Η δεύτερη ήταν το «σπουδαίο μεγάλο ιστιοφόρο» στο οποίο λαχταρούσε να μπαρκάρει, από τους στίχους του Heroin, του αριστουργήματός του. Το φαντάστηκα να τον περιμένει κάτω από τον αστερισμό που σχημάτιζαν οι ψυχές των πολυπόθητών του ποιητών. Πριν κοιμηθώ, έψαξα τη σημασία της ημέρας –27 Οκτωβρίου– και βρήκα πως ήταν τα γενέθλια του Ντύλαν Τόμας αλλά και της Σύλβια Πλαθ. Ο Λου είχε διαλέξει την τέλεια μέρα να σαλπάρει – τη μέρα των ποιητών, μια Κυριακή πρωί, αφήνοντας τον κόσμο πίσω του.[ii]

___http://youtu.be/6GG8DQXEdzc

Το κείμενο θα δημοσιευτεί στο τεύχος του New Yorker της 11ης Νοεμβρίου 2013




[i] Σ.τ.μ: αναφορά στο soul τραγούδι Land of a 1000 dances, που είχε κάνει επιτυχία ο Wilson Pickett

[ii] Σ.τ.μPerfect Day, Sunday Morning