7/11/12

PAST BERLIN STORIES

Του φίλου μου του Κυριάκου που γιόρταζε κιόλας, όλα του τα κείμενα στον ΕΞΩΣΤΗ

Potsdamerplatz Berlin




 Exostis Press



Κυριάκος Αθανασιάδης

November 7, 2012

Ich war ein Berliner

[ 1 ] Τα πολλά δύσκολα βιβλία σε τόσο ανώριμα χρόνια (ανάμεσα 15 και 18, πάνω-κάτω) αποπροσανατολίζουν και διαστρέφουν τη μαθητιώσα, κι έτσι κι εγώ ανέπτυξα από νωρίς μια μεγάλη απέχθεια για το πανεπιστήμιο και την «κρατικά κατευθυνόμενη εκπαίδευση», πράγμα που βλαστήμησα πολύ, πολύ, πιο μετά. (Συμβουλή: μόνο εύκολα πράγματα να διαβάζετε όσο πηγαίνετε σχολείο —ή να διαβάζουν τα παιδιά σας—, μην εξερευνάτε τις δυνατότητες του πνεύματός σας, αλλά τού άλλου, του μόνου που έχει σημασία. Το μόνο που έχουμε καταδικό μας είναι το σώμα, όπως και να ’ναι). Οπότε, μετά από κοντά ένα χρόνο ακόμα κι άλλων βιβλίων και περισσότερου σινεμά και εννοείται μπόλικου αλκοόλ, βρέθηκα μετανάστης στο Δυτικό Βερολίνο, για να μάθω κινηματογράφο στη μεγάλη σχολή της πόλης, υπό τον Φασμπίντερ — άλλον δεν ήθελα, πού να ξέρουν οι άλλοι; Οπότε διάβηκα τη τζαμόπορτα, έδωσα τα διαπιστευτήριά μου στη γραμματέα, της είπα ότι ήμουν εκεί για τον Ράινερ-Βέρνερ και ότι ήθελα να τα πω μαζί του, αλλά βέβαια ήτανε 11 Ιουνίου, και την προηγουμένη είχε πάρει όλα εκείνα τα ναρκωτικά και είχε πεθάνει, πράγμα που δεν είχα, ομολογουμένως δεν είχα υπολογίσει. Έφυγα, το ξανασκέφτηκα, ξαναπήγα την επομένη, είπα, Οκέι, πάρτε με παρά ταύτα. Ζήτησαν να τους πάω ταινία, εγώ γέλασα, είπα πως ήταν ντροπή να ζητούν ταινία από μένα που ήξερα τόσο καλά τους χρόνους της κινηματογραφικής αφήγησης, γέλασαν κι εκείνοι, μ’ έδιωξαν, κι έμεινα να μετράω τα μάρκα μου για να δω αν μπορούσα να νοικιάσω κάμερα και συνεργείο — αν και δεν ήξερα τι να κάνω με δαύτα. Και τα μάρκα μου έτσι κι αλλιώς ήταν λίγα. [ 2 ] Σταθμός Zoo τού Μετρό: Ζωολογικός Κήπος, και νεαροί με παραποιημένες σβάστικες στα μανίκια και με ξυρισμένα κεφάλια. Ήμουν αρκούντως Άριος, παρά τα μακριά μου μαλλιά. Στον Κήπο, ένας ελέφαντας επιτίθεται στο κοινό. Σταματάει μπροστά από την τάφρο. [ 3 ] Οι Πράσινοι. Πολυτελή ποδήλατα σε πατάρια, πανάκριβο οργανικό μούσλι, γάλα από αμυγδαλόψυχα, απαραιτήτως ενήλικα ΧΧΧ κόμιξ στην τουαλέτα, straight-gay-lesbian, γυμνισμός στη Ζίμενσταντ. Μίσησα τους Πράσινους. [ 4 ] Το Μέγαρο, και ο Σεγκόβια κοντά στα 90. Φτηνά εισιτήρια για ψηλά, πολύ ψηλά, υπέροχη ακουστική, ναι, ναι, αλλά έπρεπε, έπρεπε να πηδήξω κάγκελα όπως κάναμε στο Χαριλάου — πλατεία λοιπόν, κανείς δε μ’ έπιασε, πρώτη θέση, λερό τζιν, μαλλιά με κόμπους, να με κοιτάζουν οι διπλανοί κύριοι με χαμόγελο. Μια κλεμμένη πρώτη θέση και α! ο Σεγκόβια, ο Σεγκόβια. [ 5 ] Γαμήλιο τραπέζι. Ο γαμπρός Πέρσης, η νύφη Ιταλίδα, οι καλεσμένοι λογιώ-λογιώ. Μα… μα τι συμβαίνει εδώ; Τι συμβαίνει εδώ; — Ο γαμπρός, στην καυτή κουζίνα, μού μαθαίνει πώς να κάνω σπυρωτό πιλάφι. Πανεύκολο κόλπο. Χρειάζεσαι μόνο μια πετσέτα κουζίνας. (Όταν, μετά από δεκαετίες, βγήκε το ρύζι στα φακελάκια, και όποτε τα βλέπω, τον θυμάμαι. Θυμάμαι εκείνο το «ετερόκλητο» πλήθος. Το σπυρωτό ρύζι πάντα θα με συγκινεί). [ 6 ] Ανατολικό Βερολίνο. Μετρό πάλι. Τελωνείο. Στρατός. Μάτια-ξιφολόγχες. Πιο όμορφη πόλη. Πιο παλιά, πιο στοιχειωμένη. Ο Μπρεχτ. Κουρασμένοι περαστικοί, με σκονισμένο βλέμμα. Κλαίω. Κλαίω όλη τη μέρα εκεί. Μια πελώρια φυλακή — τόσο όμορφη, τόσο όμορφη! Κι εκεί, μια παρέα νέων. Από πού είσαι; Α, Ελλάδα! Έχετε ελευθερία εκεί. Τι ελευθερία; Ελευθερία! Καλά. Νά σου πω: επειδή έχουμε ένα θέμα με τα λεφτά εδώ, ό,τι χρειάζεται κανείς το παίρνει μόνο με Δυτικά μάρκα, είσαι να μας αλλάξεις τα λεφτά σου; Μα φυσικά! Πόσα έχεις; Τόσα. Ωραία! Τα αλλάξαμε. Αναλογία ένα προς ένα. (Δε θυμάμαι την πραγματικά ισοτιμία, ίσως ήταν ένα προς εκατό). Με τα Ανατολικά λεφτά στην τσέπη. Δεν περνάνε έξω, το ’μαθα κι αυτό αργά. Δεν είχαν άλλωστε και καμιάν αξία στον «από κει» κόσμο. Έπρεπε να τα φάω. Τα έφαγα. Υπερπολυτελές εστιατόριο, βελούδο παντού, κονσομέ, λαβράκι, κρασί δεκαπέντε ετών. Πάλι περίσσεψαν πολλά λεφτά, τα άφησα στο τραπέζι. Το μαγαζί ήταν άδειο, ολόαδειο, ήμουν ο μόνος πελάτης για όλη εκείνη την ώρα που χρειάστηκα για να καπνίσω μισό πακέτο τσιγάρα. Έπειτα, έξω, οι περίπολοι. Μάτια-ξιφολόγχες. [ 7 ] Οι φτωχοί μετανάστες κλέβουν, κι εγώ έκλεβα όλους εκείνους τούς μήνες. Από τα σούπερ-μάρκετ. Κρέας κυρίως, αλλά και ό,τι άλλο φαγώσιμο μπορεί να κλαπεί. Είχα σπάσει μετά από στενή παρακολούθηση όλα τα συστήματα με κάμερες και καθρέφτες, και πήγαινα στο σπίτι από τούρκικο καφέ μέχρι υπέροχα φιλέτα. Όλο αυτό είναι βέβαια τρομερά χρονοβόρο, κι από ένα σημείο και μετά η ζωή σου γυρνά όλο γύρω-τριγύρω του, ειδικά όταν βλέπεις τις γλίσχρες οικονομίες σου να λιγοστεύουν και να αφανίζονται, κι όταν κυρίως για τον ένα ή τον άλλο λόγο δυσκολεύεσαι να στεριώσεις σε μια χειρονακτική δουλειά. Κλέβεις για να ζεις. Εν πάση περιπτώσει. Ήταν 6 Νοεμβρίου (όπως και τώρα που γράφω) και είχα χτυπήσει έναν καινούργιο στόχο (πολύ κοντά στην Αλεξάντερ Πλατς) γιατί στο προηγούμενο μαγαζί με είχαν εντοπίσει και με κυνήγησαν — είχα πηδήξει πάνω από την ταμία για να το σκάσω. Βρήκα τα τυφλά του σημεία και έκανα μία συμβολική κλοπή — μια Toblerone. Την έβαλα στην ειδική εσωτερική τσέπη του παλτού μου μπροστά από μια διαφήμιση κάποιας σκόνης παιδικού γάλακτος. Πλήρωσα στο ταμείο τις καραμέλες για το λαιμό που ψώνιζα συνήθως, αλλά αμέσως μετά βρέθηκα συνοδευόμενος σε ένα μεγάλο γραφείο με πολλούς υπαλλήλους. Σχεδόν με είδα να κλέβω τη σοκολάτα — η διαφήμιση ήταν καθρέφτης διπλής όψεως. Έμεινα φρουρούμενος μία ώρα εκεί, μέχρι να έρθει η κλούβα: ένα βανάκι. Συνοδευόμουν από τρεις αστυνομικούς με κράνη και βαριά όπλα. Ταξιδέψαμε αρκετά (δεν είχα ξαναπάει σ’ εκείνη τη συνοικία), και εντέλει βρέθηκα στο Τμήμα, και στη συνέχεια σε ένα κελί. Ήταν άδειο, πεντακάθαρο, με μια τάβλα στον τοίχο για να ξαπλώσεις. Μπροστά μου, πέρα από τα κάγκελα, ένας νεαρός αστυνομικός έγραφε και έγραφε και έγραφε αναφορές στο γραφειάκι του. Κι όλο άπλωνε το χέρι του να πιάσει μια Milka, κι όλο το ανέβαλλε. Κάποια στιγμή, ήρθε και μου είπε εμπιστευτικά τι θα μου έκαναν: ένα πρόστιμο, καθόλου ευκαταφρόνητο, και απέλαση τη δεύτερη φορά που θα με συλλάμβαναν. Το σκέφτηκα πολύ αυτό. Και ξαναθυμήθηκα τον Φασμπίντερ. Τον Καβγατζή. Τα πολιτικά φιλμ. Ποιος ξέρει τι άλλο πέρασε από το μυαλό μου. Μιλήσαμε ώρα με τον νεαρό (τον έλεγαν Γκέοργκ), που εντυπωσιάστηκε με τα γερμανικά μου και ειδικά με καναδυό λέξεις που εκείνος δεν ήξερε και δεν τις πρόφερε καλά, όπως Regisseur. Του είπα ψέματα ότι έμαθα τη γλώσσα εκείνους τούς έξι μήνες• δεν έκανα καμία μνεία στο Goethe της Θεσσαλονίκης. Έπειτα με άφησαν, δώσαμε τα χέρια με τον συμπαθέστατο Γκέοργκ, και ζήτησα λεφτά από τους αστυνομικούς για να γυρίσω στο σπίτι μου. Δεν είχα καθόλου, στ’ αλήθεια. Μου έδωσαν. Στο λεωφορείο, κοιτώντας τους δρόμους και τα φώτα τους, σκεφτόμουν πως μιαν άλλη μέρα που θα ’χα γενέθλια, μιαν άλλη 6ηΝοεμβρίου, ας πούμε τριάντα χρόνια μετά, θα τα σκεφτόμουν όλ’ αυτά και θα μελαγχολούσα. Κι έπειτα μπορεί και να δάκρυσα και λιγάκι, γιατί ο χρόνος με επηρεάζει τρομερά από πάντα, ναι, ναι, με επηρεάζει τρομερά, πολύ πριν απ’ τα δεκαεννιά μου, κι έβγαλα από τη μυστική τσέπη τού παλτού μου τη Milka τού φουκαρά τού Γκέοργκ και την ξετύλιξα.-