-τα λόγια σαπίζουν στη γλώσσα- Σαίξσπηρ-
έτσι ξαφνικά
https://www.youtube.com/watch?v=x-X-yP4ulfs
πας πίσω στο 1984, έτσι ξαφνικά, χωρείς σε καμία άνοιξη
έτσι ξαφνικά προαναγγέλεσαι στο εγγύς μέλλον με τις σούζες του μικρού σου γαλάζιου και οι Νηρηίδες γίνονται άστρα σε αναγγελίες του Ερυθρού Σταυρού, λαμπερά, σαν ξαπλωμένοι στο Περτούλι χρόνια μετά, δέκα, deja, έτσι ξαφνικά, φτάνεις εδώ, φτύνεις τα κρινάκια -κίτρινα πάντα αλλά ποτέ δεν ήταν το δικό σου χρώμα- τα κρινάκια, στο Δάσος απέναντι, το παίρνεις περιφερειακά φτάνοντας στο Ήλιον Άστυ, η τρέχουσα βόλτα, την κατηφορίζεις να συναντήσεις στο τρίστρατο ένα παιδί που παιγνιδίζει και σε περιμένει, εκεί, στο έμπα του φούρνου, να του πάρεις κουλούρι κι η φουρνάρισσα να σας χαρίσει, ως είθισται, κάτι φαγώσιμο που πετάτε στον κήπο, πριν την καγκελόπορτα, έτσι ξαφνικά, βρίσκεσαι αγκαλιά με τις πορτοκαλιές κουβέρτες -το πορτοκαλί δεν ήταν ποτέ το δικό σου χρώμα, προσβολή στο κόκκινο της φωτιάς, άντε, βερμέιγι, στην μύτη της σκάλας, κείνο το παιδί χοροπηδάει στα κιτρινο-πορτοκαλί και ζητάει ό,τι κάθε παιδί, χαρά. Πού να την εύρεις τούτη δώ, μετά αντίο, μετά την μεταγλώττα, "έχει τόσο έλεος" επιμένει ο Σαίξπηρ κι εσύ αναλογίζεσαι "ίλεος, ίλεος" εβραϊστί, τότε που η Σάρα σού διάβαζε κι επέμενε να καταλάβεις, έλεγα κι έλεγα: "να είσαι καλός, να είσαι γλυκός, για νά'χεις τον κόσμον όλο", δεν εισακούσθηκα, αυτά πληρώνουμε τώρα, την ανυπακοή, τα μαραμένα κρινάκια, σαν γαζίες στην πατρίδα μας, εσύ θα κάτσεις εδώ στον χιονιά κι εγώ θα γυρίσω σε σβησμένο τοπίο, αστικό και μαραμένο, μέχρι την επόμενη φορά που θα είναι πάλι έτσι, μπορεί καλλίτερα κι ίσως να έχει αναφανεί στο σύμπαν το 18ο σονέτο του Σαίξπηρ, ίσως να έρθει, τότε, το παιδί σου να διεκδικήσει το μόνο που απανταχούν όλου του κόσμου τα παιδιά: χαρά, να μπορείς να την προσφέρεις, από το δάσος, θα κοιτάω, κόβοντας κίτρινα κρινάκια να σας στείλω, κι ας μην είναι το κίτρινο το δικό μου χρώμα-
https://www.youtube.com/watch?v=r-f82JmXx_s