13/10/18

το έχω ξαναπεί και ξαναγράψει, θαρρώ: νιώθουμε χαρά κι ευχαρίστηση όταν βλέπουμε κάποιους δρόμους που ορισμένοι από μας ανοίξαμε να διευρύνονται κι από άλλους.
Έτσι και με την Πισαρνίκ που πρώτος ο Βασίλης Λαλιώτης τύπωσε, ακολούθησε του λόγου μου κι έπειτα ο Στάθης Ιντζές. Τώρα, η Αγγελική Λάλου περιέλαβε την Πισαρνίκ στις ετήσιες παρουσιάσεις της που χρόνια επιμελείται δεξιά-ζερβά, πάντα με μεγάλη φροντίδα και την μέγιστη επιμέλεια. Μετέφρασε-απέδωσε ορισμένα από τα τραγούδια της {cantos}, πολύ, μα πολύ ωραία:
.http://www.thraca.gr/2018/10/blog-post_4.html

 Δεν ξέρω ακόμη τι κατέθεσαν οι δύο κοπελλιές-μεταφράστριες εν επαγγέλματι (του λόγου μου δεν είμαι ούτε σκοπεύω να γίνω) στην φετεινή παρουσίαση για την Πισαρνίκ στις 11/10/18. Σίγουρα κάτι καλό θα βγήκε από την έρευνά τους. Από όποια γλώσσα. Πάλι έχει ξαναδιατυπωθεί: ευτυχώς για όσους την αποδίδουν σε άλλες γλώσσες, η Πισαρνίκ είναι από τις πιο βατές λεκτικά ποιήτριες και ποιητές παγκοσμίως. Αλλού έγκειται η μαστοριά κι η πρωτοτυπία της και τούτα έχουν ήδη κατατεθεί πλειστάκις.
Η Αγγελική είχε την καλοσύνη να στείλει την εισήγησή της, την χαιρόμαστε!!! :

"Χωρίς αποσιωποίηση – Αλεχάντρα Πισαρνίκ

Δεν θα μπορούσα να διαλέξω ιδανικότερη ποιήτρια για να ξεκινήσω έναν κύκλο εκδηλώσεων που ο τίτλος της παίζει με τη σιωπή και την ποίηση. Επίσης δεν θα μπορούσα να έχω σήμερα καλύτερη παρέα, καθώς με την Εύη και την Ελευθερία μας συνέδεσε από την αρχή η κοινή αγάπη για το έργο της και από το καλοκαίρι δουλεύουμε μαζί συστηματικά, σε μια συνεργασία που θα έχω να θυμάμαι. Αλλά ας περάσω στην ποιήτρια που τιμάμε απόψε.
Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ γεννήθηκε στις 29 Απριλίου του 1936 στην Avellaneda, μια πόλη στην επαρχία του Μπουένος Άιρες. Οι Εβραίοι γονείς της, Rosa ή Rezja Bromiker de Pizarnik και Elias Pizarnik (ενδέχεται το αρχικό τους επίθετο να ήταν Pozharnik) διέσχισαν τον Ατλαντικό ωκεανό κι άφησαν πίσω τους μια ταραγμένη Ευρώπη και την πόλη του Ρουόβνο (σημερινή Ουκαρνία) για να φτάσουν στην Αργεντινή το 1934. Πριν φτάσουν στην Αργεντινή έκαναν μια στάση για κάποιους μήνες στο Παρίσι όπου ήδη έμενε εκεί και δούλευε ο αδερφός του πατέρα της. Έτσι ξεκινάει η αγάπη της οικογένειας για τη Γαλλία, την κουλτούρα και τη γλώσσα της, που επηρέασε την Πισαρνίκ ήδη από την παιδική της ηλικία.
Όταν οι γονείς της έφτασαν στην Αργεντινή μιλούσαν μόνο Ρώσικα και Εβραϊκά, ενώ η μαμά της ήταν ήδη έγκυος στη μεγάλη αδερφή της, τη Μύριαμ. Το όνομα της Πισαρνίκ ήταν Φλόρα, ενώ το Αλεχάντρα το καθιέρωσε μόνη της στην εφηβεία, όταν πρωτοάρχισε να γράφει ποιήματα. Ο πατέρας της ως κοσμηματοποιός είχε σχετική οικονομική ευρωστία και φρόντισε για την παιδεία των παιδιών του. Και οι δύο του κόρες πήγαιναν στην Εβραϊκή Συναγωγή για να μάθουν Γίντις – γερμανοεβραϊκή γλώσσα που μιλούσαν οι Εβραίοι Ασκενάζι, αλλά παρακολουθούσαν κανονικά και το δημόσιο σχολείο στην πόλη τους.
Η Αλεχάντρα είχε δύσκολη παιδική ηλικία. Υπέφερε από άσθμα, ακμή, ελαφρύ τραύλισμα και έπαιρνε εύκολα βάρος, χαρακτηριστικά που υπομόνευαν την αυτοπεποίθησή της, την κοντράριζαν συχνά με την αδερφή της και της δημιουργούσαν εσωτερική αστάθεια και τάσεις απομόνωσης. Στην προσπάθειά της να διατηρήσει το βάρος της άρχισε να παίρνει αμφεταμίνες, κάτι που την οδήγησε σε έναν ισόβιο εθισμό και σε εξάρτηση από χάπια.
Το 1954 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες, όπου άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα φιλοσοφίας, δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας. Παράλληλα με τις σπουδές της, μαθητεύει στη ζωγραφική δίπλα στον Juan Batlle Planas Το 1955 εκδίδει την πρώτη ποιητική συλλογή, σε ηλικία μόλις 19 ετών, με τον τίτλο «Η πιο ξένη γη».
Ένα πρώτο δείγμα αυτής της γραφής, σε μετάφραση Αμαλίας Ρούβαλη:
«Ποίημα για το χαρτί μου»
διαβάζοντας δικά μου ποιήματα
βάσανα τυπωμένα καθημερινές υπερβάσεις
χαμόγελο περηφάνιας σφάλμα συγχωρημένο
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι δικό μου!!
διαβάζοντας πλάγια γράμματα
χαρούμενος εσωτερικός παλμός
να νιώθω πως η τύχη θρομβώνεται
καλώς ή κακώς ή καλώς
έκπληξη από αισθήματα εγγενή
κύπελλο αρμονικό κι αυτόνομο
όριο σε χοντρό δάχτυλο κουρασμένου ποδιού και
μαλλιά λουσμένα σε κατσαρό κεφάλι
δεν πειράζει:
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι δικό μου!!

Η ίδια στο ημερολόγιό της –όπως μας το μεταφέρει ο Γιώργος Καρτάκης– γράφει: «Ξαφνικά εκπλήσσομαι με ό,τι έχω κάνει. Με τα στιχάκια μου. Κάποια μέρα θα εκτίθενται στο μουσείο ενός ψυχιατρικού ινστιτούτου και πλάι τους θα υπάρχει η επιγραφή: Ποιήματα μιας 19χρονης ασθενούς, ανίκανης για λογική σκέψη. Ποτέ δεν έκανε διαλογισμό, ποτέ δεν έδειξε να ενδιαφέρεται για κάτι. Ούτε μια φορά δεν φάνηκε συλλογισμένη. Προφανώς υπήρξε ευαίσθητη και είχε μια τάση να θεωρεί τον εαυτό της μεγαλοφυϊα. Επιθετική. Γεμάτη συμπλέγματα. Διεφθαρμένη. Ακίνδυνη».
Ένα χρόνο αργότερα, το 1956, εκδίδει τη δεύτερη συλλογή με τίτλο «Η τελευταία αθωότητα», αποκεί πάλι σε μετάφραση Αμαλίας Ρούβαλη θα σας διαβάσω το:
*Περιμένοντας το σκοτάδι
Στην Κλάρα Σίλβα
Από τη συλλογή «Η τελευταία αθωότητα», 1956

Αυτή η στιγμή που δεν ξεχνιέται
Τόσο κενή που την έχουν επιστρέψει οι σκιές
Τόσο κενή που την έχουν απορρίψει τα ρολόγια
Τούτη η φτωχή στιγμή υιοθετημένη από την τρυφερότητά μου
Γυμνή γυμνή από αίμα φτερούγας
Δίχως μάτια για να θυμάται αγωνίες τού άλλοτε
Δίχως χείλη για να συλλέξει τον χυμό των βιαιοτήτων
χαμένων στο τραγούδι των παγωμένων καμπαναριών.
Προστάτεψέ την τυφλό κορίτσι της καρδιάς
Ρίχ’ της τα μαλλιά σου κοκκαλωμένα απ’ τη φωτιά
Αγκάλιασέ την μικρό άγαλμα τρόμου.
Δείχ΄της τον κόσμο που σπαρταράει στα πόδια σου
Στα πόδια σου όπου πεθαίνουν τα χελιδόνια
Τρέμοντας από φόβο για το μέλλον
Πες της πως οι αναστεναγμοί της θάλασσας
Υγραίνουν τις μοναδικές λέξεις
Για τις οποίες αξίζει να ζούμε.

Αλλ’ αυτή η ιδρωμένη στιγμή του τίποτα
Ανακούρκουδα στη σπηλιά του πεπρωμένου
Δίχως χέρια για να πει ποτέ
Δίχως χέρια για να χαρίσει πεταλούδες
Στα πεθαμένα παιδιά.

Ήδη, από τις δύο πρώτες συλλογές, γίνεται φανερό το ποιητικό της σύμπαν: η αγωνία για τις λέξεις, οι σκιές. Αρχίζει σιγά σιγά να κινείται στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αργεντινής, να αποκτά «λογοτεχνική οικογένεια» και συναντά τη λογοτεχνική της μητέρα στο πρόσωπο της Olga Orozco (Όλγα Ορόσκο), στην οποία θα αφιερώσει δύο ποιήματα, το πρώτο, το 1958, βρίσκεται στην τρίτη της ποιητική συλλογή, «Οι χαμένες περιπέτειες», κι έχει τον τίτλο «Χρόνος»: εδώ μια δική μου απόπειρα απόδοσης:
Δεν ξέρω για την παιδική ηλικία
τίποτα περισσότερο από έναν φωτεινό φόβο
και ένα χέρι που με τράβηξε
στην άλλη μου άκρη.
Η παιδική μου ηλικία και το άρωμά της
ένα κατοικίδιο πτηνό.
Με αρκετά κοινή θεματική και ύφος, από την ίδια συλλογή, θα παρουσιάσω άλλο ένα ποίημα που αφιερώνει σε σημαντικό άνθρωπο της ζωής της, τον πρώτο της ψυχοθεραπευτή της Λέον Οστρόφ, τον οποίον άρχισε να βλέπει σε ηλικία 18 ετών. Το ποίημα έχει τίτλο «Η αφύπνιση» κι είναι εδώ σε μετάφραση του Στάθη Ιντζέ:
Κύριε
Το κλουβί έγινε πουλί
και πέταξε
και η καρδιά μου είναι τρελή
γιατί αλυχτά στο θάνατο
και χαμογελά πίσω από τον άνεμο
των παραληρημάτων μου.

Τι θα κάνω με τον φόβο
Τι θα κάνω με τον φόβο

το φως δε χορεύει πια στο χαμόγελό μου
ούτε οι εποχές καίνε περιστέρια στις ιδέες μου
Τα χέρια μου ξεγυμνώθηκαν
και πήγαν εκεί που ο θάνατος
μαθαίνει τους νεκρούς να ζουν.

Κύριε
Ο αέρας τιμωρεί το είναι μου
Πίσω απ’ τον αέρα υπάρχουν τέρατα
που πίνουν απ’ το αίμα μου.

Είναι η καταστροφή
Είναι η ώρα του κενού που δεν είναι κενό
Είναι η στιγμή να αμπαρώσω τα χείλη
ν΄ ακούσω τους καταδικασμένους να φωνάζουν
να αντικρύσω κάθε ένα από τα ονόματά μου
απαγχονισμένα στο τίποτα.


Κύριε
Είμαι είκοσι χρονών
Και τα μάτια μου είναι είκοσι χρονών
και παρ’ όλα αυτά δε λένε τίποτα.

Κύριε
Σπατάλησα τη ζωή μου σε μια στιγμή
Η τελευταία αθωότητα εξερράγη
Τώρα είναι ποτέ ή ουδέποτε
ή απλά υπήρξε

 Πώς αυτοκτονώ μπροστά σ’ έναν καθρέφτη
και εξαφανίζομαι για να επανεμφανιστώ στη θάλασσα
όπου ένα μεγάλο πλοίο θα με περίμενε
με τα φώτα αναμμένα;

Πώς δεν ξεριζώνω τις φλέβες μου
να φτιάξω μ΄ αυτές μια σκάλα
να διαφύγω στην άλλη πλευρά της νύχτας;

Η αρχή γέννησε το τέλος
Όλα θα συνεχίσουν ως έχουν
Τα ξοδεμένα χαμόγελα
Το ενδιαφέρον που έχει ενδιαφέρον
Οι ερωτήσεις από πέτρα σε πέτρα
Οι χειρονομίες που ρημάζουν την αγάπη
Όλα θα συνεχίσουν ως έχουν
Αλλά τα χέρια μου επιμένουν ν’ αγκαλιάζουν τον κόσμο
Γιατί ακόμα δεν τα έχουν διδάξει
πως είναι πια πολύ αργά

Κύριε
Σπρώξε τα φέρετρα του αίματός μου

Θυμάμαι την παιδική μου ηλικία
όταν ήμουν ηλικιωμένη
Τα λουλούδια πέθαιναν στα χέρια μου
γιατί ο βίαιος χορός της ευτυχίας
θα τους κατάστρεφε την καρδιά

Θυμάμαι τα μαύρα πρωινά του ήλιου
όταν ήμουν παιδί
δηλαδή χτες
δηλαδή πριν αιώνες

Κύριε
Το κλουβί έγινε πουλί
και καταβρόχθισε τις ελπίδες μου
Κύριε
Το κλουβί έγινε πουλί
Τι θα κάνω με το φόβο;
            Η θεραπευτική σχέση του Οστρόφ με την Πισαρνίκ δεν διήρκεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ωστόσο υπήρξε αφορμή για μια δυνατή φιλία, που διαφαίνεται και από την αλληλογραφία τους, με 21 δικά της γράμματα. Ιδιαίτερα στα χρόνια 1960 με 1964 που η Πισαρνίκ έχει μετακομίσει στο Παρίσι.
Εδώ θα μεταφέρω από ένα μικρό κομμάτι από δύο γράμματά της, τα οποία έχει παρουσιάσει στα αγγλικά η Έμιλι Κουκ το 2015:
Απόσπασμα από την επιστολή Νο 10, γραμμένη στις 27 Δεκεμβρίου 1960,
Ήθελα να γράψω εδώ και πολύ καιρό και ποιος ξέρει ποια ανυπομονησία με εμποδίζει στη μέση των γραμμάτων, ποια εξημέρωση μπροστά στη φτώχεια της γλώσσας μου. Στο τέλος καταφέρνω να σας στείλω μόνο μερικές γραμμές, ώστε να ξέρετε ότι είμαι εδώ, ότι είμαι ζωντανή και πως αν δεν γράφω είναι επειδή δεν μπορώ.
Η ζωή μου εδώ έχει πάνω-κάτω, είναι η συνηθισμένη ροή, μεταξύ ελπίδας κι απελπισίας. Επιθυμία να πεθάνω και να ζήσω. Μερικές φορές υπάρχει τάξη, άλλες φορές με κυριεύει το χάος. Νομίζω τώρα ότι ισχύει η δεύτερη περίπτωση. Ίσως γι’ αυτό σας γράφω.
Αχρονολόγητη επιστολή γύρω στο 1961, μη αριθμημένη:
Σας γράφω από το Κάπρι, σε ένα καφέ περικυκλωμένο από βάρκες, σε μια καθάρια μπλε θάλασσα και κάτω από έναν καθαρό γαλάζιο ουρανό. Πέρασα τρεις μέρες στη Ρώμη –ακολουθώντας τη συμβουλή σας– και ερωτεύτηκα τους δρόμους της. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα επιστρέψω για περισσότερες μέρες. Τώρα είμαι στο Κάπρι, είναι η πρώτη μου μέρα και είμαι δυστυχισμένη. Τον προηγούμενο μήνα ήμουν τόσο κουρασμένη που δεν είχα τη δύναμη να επιλέξω ένα μέρος για να μείνω στις διακοπές μου (ενός μήνα). Μετά από τις συμβουλές του ξαδέλφου μου, φοιτητή ιατρικής, έφτασα στο Capri για το Club Méditerranée, ένα είδος ταξιδιωτικού πρακτορείου εμφανώς επηρεασμένο από το ισραηλινό κιμπούτς, επειδή αντί για ένα ξενοδοχείο υπάρχουν καμπίνες και όλοι οι ένοικοι εμφανίζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον για κοινή ζωή. Εγώ, πιο κουρασμένη από ποτέ, και χωρίς ικανότητα να μιλάω με κανέναν, πώς μπορώ να μιλήσω με παιδιά που μου θυμίζουν τη δική μου ανόητη εφηβεία; Είναι σαφές ότι είμαι απόλυτα εξορισμένη από την κοινωνία και μόλις επιβεβαίωσα ότι αυτό δεν είναι μια άσκοπη έκφραση. Απλά δεν έχω τίποτα να τους πω, δεν έχουμε τίποτα κοινό. Αλλά είμαι αυτή που καταλαβαίνει, είμαι αυτή που ξέρει. Αυτό είναι τόσο δύσκολο να το πω. Αλλά δεν θέλω να μιλήσω. Για κανέναν. Θέλω να δω καθαρά τον εαυτό μου.
Πιο κάτω συνεχίζει:
Λυπάμαι γι’ αυτή τη δίχως χιούμορ επιστολή. Δεν έχω δύναμη για τίποτα άλλο. Πλέον, ανησυχώ για το μείγμα των γαλλικών, ιταλικών και ισπανικών που χρησιμοποιώ κάθε μέρα. Το να μιλάς σε πολλές γλώσσες σημαίνει να μη μιλάς καμία. Δεν ήταν τυχαίο που ο Rimbaud αμέσως αφιερώθηκε στη γλώσσα μετά την αποχώρηση από την ποίηση. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίον αρνούμαι τον εαυτό μου στα ισπανικά, ακόμη και με τους ανθρώπους που τα γνωρίζουν. Έχουν περάσει δύο μήνες από τότε που έγραψα ένα ποίημα. Νομίζω ότι είναι "σκόπιμο" να επιστρέψω για να ξεκουραστώ και να γράψω. Θα ήθελα να σας πω περισσότερα. Έχω σκεφτεί και έχω δει και παρατηρήσει τόσο πολύ αυτές τις μέρες. Αλλά ίσως θα το γράψω. Ίσως μια ιστορία, ένα άρθρο σχετικά με την ανακάλυψή μου για το πόσο ανόητοι μπορεί να είναι οι άνθρωποι. Και όμως είμαι λυπημένη γι’ αυτό, λυπημένη που το συνειδητοποιώ αυτό, είμαι λυπημένη και αυτοί δεν είναι. Αν γνωρίζω τι κάνω, δεν γράφω όμορφα ποιήματα ... Βασικά, οι συγκρούσεις κάποιου που δεν έχει προσωπική ζωή. Θα γράψω πάλι, από εδώ ή όταν φτάνω. "Συγχωρήστε τη θλίψη μου." Αγκαλιά και στους τρεις σας, Alejandra

Ας γυρίσουμε ωστόσο στα χρόνια στο Παρίσι. Στη Σορβόνη παρακολούθησε μαθήματα για την ιστορία των θρησκειών και σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία. Παράλληλα, αρθρογραφεί σε περιοδικά: Sur, Zona Franca, La Nacion και άλλα. Η μόνη της σταθερή επαγγελματική απασχόληση οφείλεται στον φίλο της Οκτάβιο Παζ, τον Πρέσβη του Μεξικού στη Γαλλία, αρθρογραφώντας για το περιοδικό Cuadernos para la Liberdad de la Cultura, το οποίο έβγαινε με τη χορηγεία της Ουνέσκο, για την οποία εργαζόταν και ο πολύ καλός της φίλος Χούλιο Κορτάσαρ. Ωστόσο, η Πισαρνίκ θεωρούσε το περιοδικό αυτό γραφειοκρατικό και δεν ήταν ευχαριστημένη πολύ για αυτή της την εργασία.
Στη Γαλλία, το 1962, και με πρόλογο του Οκτάβιο Παζ εκδίδεται το Δένδρο της Αρτέμιδος. Στο τέλος του προλόγου αυτού σε μετάφραση Βασίλη Λαλιώτη διαβάζουμε: «Τοποθετημένο απέναντι στον ήλιο, το δέντρο της Αρτέμιδος ανακλά τις ακτίνες του και τις συγκεντρώνει σε μια κεντρική εστία ονομαζόμενη ποίημα, που παράγει μια φωτεινή θέρμη ικανή να κάψει, να λιώσει και μέχρι να εξαερώσει τους ολιγόπιστους. Συνιστάται αυτή η δοκιμή στους λογοτεχνικούς κριτικούς της γλώσσας μας». Η ποιητική συλλογή αυτή ξεκινάει έτσι:
«Πεθαίνει από μακρινό θάνατο
αυτή που αγαπάει τον άνεμο»
και κλείνει ως εξής:
«Αυτό το άσμα το μετανοιωμένο, φύλαγε
πίσω από τα ποιήματά μου:
αυτό το άσμα με διαψεύδει, με φιμώνει».
38 μικρά ποιήματα, μεστά, λιτά, αυτόνομα κι αυθύπαρκτα. Μικρές ανάσες σιωπής.
Ανάμεσα στις σκιές, τους καθρέφτες, τα είδωλα, τη φυγή, τη ματαίωση του έρωτα, και πάντα τον θάνατο.
Το 1964 η Πισαρνίκ επιστρέφει στο Μπουένος Άιρες. Το 1965 εκδίδει την πέμπτη ποιητική της συλλογή, «Τα έργα και οι νύχτες»:
Σε μετάφραση Στάθη Ιντζέ διαβάζω το ποίημα «Αποζητώ τη σιωπή»
αν και είναι αργά, είναι νύχτα,
κι εσύ δεν βρίσκεσαι εδώ.

Τραγούδα σαν να μη συνέβαινε
τίποτα.

Τίποτα δεν συμβαίνει.

Και σε μετάφραση Βασίλη Λαλιώτη το:
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Κάποιος μπαίνει στη σιωπή και με εγκαταλείπει.
Τώρα η μοναξιά δεν είναι μόνη.
Εσύ μιλάς όπως η νύχτα.
Αναγγέλεσαι όπως η δίψα
.
Σε συνέντευξή της λέει για αυτή τη συλλογή: «Εργάστηκα σκληρά πάνω σ’ αυτά τα ποιήματα και πρέπει να πω ότι σχηματίζοντάς τα σχηματιζόμουν κι εγώ, και άλλαζα. Είχα μέσα μου μιαν ιδέα για το ποίημα και αγωνιζόμουν να την πραγματοποιήσω. Γνωρίζω ότι δεν μοιάζω με κανέναν (αυτό είναι πεπρωμένο). Το βιβλίο αυτό μου χάρισε την ευτυχία να συναντήσω την ελευθερία στη γραφή. Ήμουν ελεύθερη, ήμουν η οικοδέσποινα που έπλαθε τον εαυτό της με τη μορφή που εκείνη ήθελε».
Το 1966 της απονέμεται το Primer Premio Municipal de Poesia. Το 1967 πεθαίνει ο πατέρας της, κάτι που τη ρίχνει σε ακόμα μεγαλύτερη κατάθλιψη, παρόλο που γίνεται κι αφορμή για απογαλακτισμό με τη μαμά της να της αγοράζει ένα δικό της διαμέρισμα στο Μπουένος Άιρες. Το 1968 εκδίδεται η συλλογή της «Extracting the stone of Madness» Εξαγωγή της πέτρας της παραφροσύνης την οποία ολόκληρη αφιερώνει στη μαμά της και εμπεριέχει ποιήματα γραμμένα από το 1962 έως το 68. Στο πρώτο ποίημα συναντάμε το δεύτερο ποίημα που η Πισαρνίκ αφιερώνει στην Όλγα Ορόσκο. Μια διαφορετική συλλογή όπου συνυπάρχουν ολιγόστιχα ποιήματα με ενότητες πεζοποιημάτων. Με τα θέματα της εξορίας, της σιωπής, της νύχτας, τα σχήματα, αλλά και σκηνικά από παραμύθια, τη μουσική, τον άνεμο, το σώμα, και τον κήπο να πρωταγωνιστούν άλλη μία φορά. Μια δύσκολη συλλογή, για απαιτητικούς αναγνώστες – που μακάρι να βρει κάποτε και άξια ελληνική μετάφραση.
Από την ομώνυμη ενότητα που είναι γραμμένη το 1964 διαβάζουμε δύο μικρά αποσπάσματα:

Μιλάω όπως μιλάω μέσα μου. Όχι με φωνή που σκόπιμα ακούγεται ανθρώπινη, αλλά με την άλλη, αυτή που επιμένει ότι είμαι ακόμα ένα πλάσμα του δάσους.
…Αλλά μη μιλάς για κήπους. Μη μιλάς για το φεγγάρι. Μη μιλάς για τριαντάφυλλα ή τη θάλασσα. Μίλα γι’ αυτό που ξέρεις. Μίλα για εκείνο που κάνει το μυαλό να δονείται, που παίζει στα μάτια με τη σκιά και το φως. Μίλησε για τον ατελείωτο πόνο στα κόκαλά σου. Μίλησε για τον ίλιγγο. Μίλησε για την αναπνοή, για την απομόνωση, την προδοσία. Είναι τόσο σκοτεινή, τόσο σιωπηλή, αυτή η διαδικασία που με αρπάζει. Μίλησε απλώς για τη σιωπή.
Εντελώς ξαφνικά με κατέβαλε μια θανατηφόρα προκατάληψη ενός μαύρου ανέμου που εμποδίζει την αναπνοή. Έψαξα μέσα μου για κάποια ανάμνηση ευτυχίας που θα μπορούσε να μου χρησιμεύσει ως ασπίδα ή ως όπλο. Έμοιαζα με τον Εκκλησιαστή: έσκαψα όλες μου τις αναμνήσεις, και τίποτα, απολύτως τίποτα, κάτω από την αύρα των μαύρων δαχτύλων. …πότε άρχισε η ατυχία… Δεν θέλω να το ξέρω. Δεν θέλω κάτι περισσότερο από μια σιωπή για μένα και όλους μου τους εαυτούς, μια σιωπή σαν την καλύβα που βρίσκουν τα χαμένα παιδιά στο δάσος...
Το 1969 κερδίζει την Guggenheim Υποτροφία και το 1971 από το Fulbright. Ταξίδεψε στην Νέα Υόρκη αλλά έμεινε λίγο και επέστρεψε στο Παρίσι αλλά ούτε εκεί έμεινε πολύ γιατί πλέον το Παρίσι δεν θύμιζε την πόλη που ήξερε. Το 1971 κυκλοφόρησε και η τελευταία της συλλογή «Μια μουσική κόλαση», πιο μικρή σε έκταση συλλογή, πάλι με μερικά πεζοποιήματα.
Σε μετάφραση της Αμαλίας Ρούβαλη θα διαβάσω το «Ο λόγος της επιθυμίας»
-Τούτο το φαντασιακό υφάδι του σκοταδιού, τούτη η μελωδία στα κόκκαλα, τούτο το φύσημα από σιωπές ποικίλες, αυτό το πήγαινε στον πάτο του αποκάτω, αυτή η στοά σκοτεινή, σκοτεινή, αυτό το βύθισμα χωρίς βύθισμα.
Μα, τι λέω; Είναι σκοτεινά και θέλω να μπω. Δεν ξέρω τι άλλο να πω (δεν θέλω να πω, θέλω να μπω). Ο πόνος στα κόκκαλα, λεκτικό κατακερματισμένο με φτυαριές, λίγο-λίγο ανασυντίθεται το διάγραμμα της υπερ-πραγματικότητας.
Αποκτήματα δεν έχω (αυτό είναι βέβαιο’ επιτέλους, και κάτι βέβαιο). Μετά, μια μελωδία μοιρολόι, ένα φως μαβί, επικείμενο χωρίς αποδέκτη. Βλέπω τη μελωδία. Παρουσία από φως πορτοκαλί. Δίχως το κοίταγμά σου δεν θα ξέρω πώς να ζήσω, κι αυτό είναι επίσης βέβαιο. Σε ανακαλώ, σ’ ανασταίνω. Και μου είπε να βγω στον άνεμο και να πάω σπίτι το σπίτι ρωτώντας αν υπήρχε.
Γυμνή πορεύομαι μ’ ένα κερί στο χέρι, κάστρο ψυχρό, κήπος των απολαύσεων. Μοναξιά θα πει να στέκεις ακίνητη στην αποβάθρα, το χάραμα, κοιτώντας το νερό με απληστία. Μοναξιά θα πει να μην μπορείς να της δώσεις όνομα να μην μπορείς να την περικυκλώσεις να μην μπορείς να της δώσεις πρόσωπο να μην μπορείς να την κάνεις συνώνυμο ενός τοπίου. Μοναξιά θα ήταν αυτή η σπασμένη μελωδία των φράσεών μου».
 Πέρα από τις συλλογές υπάρχουν και ποιήματα αθησαύριστα που εμπεριέχονται σε συγκεντρωτικούς τόμους. Επίσης έχουν εκδοθεί τα ημερολόγιά της τα οποία έγραφε παράλληλα με την ποίησή της. Σε μια από τις τελευταίες της σημειώσεις, στις 9 Οκτωβρίου 1971, σε μετάφραση Γιώργου Καρτάκη, γράφει: « Οι λέξεις είναι πιο τρομακτικές απ΄ό, τι νόμιζα. Η ανάγκη μου για τρυφερότητα είναι ένα μακρύ καραβάνι. Σε ό,τι αφορά το γράψιμο, ξέρω πως γράφω καλά κι αυτό είναι όλο. Όμως αυτό δε με βοηθά να αγαπηθώ». Και: «Ο κίνδυνος στην ποίηση μου είναι η τάση μιας ανατομίας των λέξεων. Τις στερεώνω μέσα στο ποίημα λες και τις βιδώνω. Κάθε λέξη πετρώνει». Το 1971 επίσης εκδίδεται το πεζό της «Η ματωμένη κοντέσα». Το τελευταίο διάστημα της ζωής της το περνάει έγκλειστη σε ψυχιατρική κλινική.
Το 1972 δημοσιεύεται μια συνέντευξή της που έδωσε στη Martha Isabel Moia στη Βερκελώνη, εδώ διαβάζουμε αποσπάσματα όπως έχουν μεταφραστεί από τον Στάθη Κομνηνό και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Φρέαρ:
«Μου αρέσει να ζωγραφίζω διότι στη ζωγραφική βρίσκω την ευκαιρία να αναφέρω εν σιωπή τις εικόνες των εσωτερικών σκιών. Επιπλέον, με ελκύει η έλλειψη μυθομανίας της ζωγραφικής γλώσσας. Το να δουλεύω με τις λέξεις ή, ακριβέστερα, ν’ αναζητώ τις λέξεις μου, υποδηλώνει μια πίεση που δεν υπάρχει όταν ζωγραφίζω».
 «Αισθάνομαι ότι τα σημεία, οι λέξεις, υποδηλώνουν, δημιουργούν υπαινιγμούς. Αυτός ο περίπλοκος τρόπος να αισθάνομαι τη γλώσσα με παροτρύνει να πιστεύω πως η γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει την πραγματικότητα· πως μπορούμε να ομιλούμε μοναχά για το προφανές. Εξ αυτού και η επιθυμία μου να κάνω ποιήματα αμείλικτα επακριβή σε πείσμα του έμφυτου σουρεαλισμού μου και να δουλεύω με στοιχεία από τις εσωτερικές σκιές. Αυτό είναι που χαρακτηρίζει τα ποιήματά μου».
 «Τρέφω αγάπη για τον άνεμο ακόμη κι όταν η φαντασία μου συνηθίζει να του δίνει άγρια σχήματα και χρώματα –ειδικά μάλιστα τότε. Έχοντας δεχτεί τη βιαιοπραγία του ανέμου, πορεύομαι στο δάσος, κι απομακρύνομαι σε αναζήτηση τού κήπου».

Στις 26 Σεπτεμβρίου 1972 –και μετά από αρκετές αποτυχημένες απόπειρες- αυτοκτονεί παίρνοντας μεγάλη ποσότητα σεκονάλ. Στη νεκρολογία που ο Χούλιο Κορτάσαρ γράφει προς τιμήν της, αναφέρει: «Αρκεί να ψιθυρίσει κανείς το όνομα της και ο αέρας ριγεί γεμάτος ποίηση και θρύλους».


Ας αφήσω πάλι εδώ κείνο που περισσότερο θα μου αρέσει από εκείνην στους αιώνας των αιώνων, amen:


Πολύ πιο πέρα
Από τη συλλογή «Όλα  τα ποιήματα», 2003

Κι αν σπεύδουμε
από χαμόγελο σε χαμόγελο
μέχρι την τελευταία ελπίδα;

Και λοιπόν;
Και λοιπόν, τι μου δίνεις εμένα,
εμένα που έχω χάσει τ΄όνομά μου,
το όνομα που ήταν για μένα γλυκιά ουσία
σε καιρούς μακρινούς, όταν εγώ δεν ήμουνα εγώ
παρά ένα κοριτσάκι που το είχε ξεγελάσει το αίμα του;

Για ποιο λόγο, για ποιο λόγο
αυτό το ξέκαμα, αυτή η αιμορραγία μέχρι θανάτου,
αυτό το ξεπουπούλιασμα, αυτό το χάσιμο της ισορροπίας
αφού η πραγματικότητά μου υποχωρεί
σαν σπρωγμένη από ένα πολυβόλο
κι άξαφνα αρχίζει να τρέχει,
αν και την προλαβαίνουν εντούτοις,
ίσαμε να πέσει στα πόδια μου σαν νεκρό πουλί;
Ήθελα να μιλήσω για τη ζωή.
Λοιπόν αυτό είναι η ζωή,
αυτό το ουρλιαχτό, αυτό το να χώνεις τα νύχια
στο στήθος, αυτό το να ξερριζώνεις
τα μαλλιά σου τούφες-τούφες, αυτό το να σε φτύνεις
στα ίδια σου τα μάτια, μόνο για να πεις,
μόνο για να δεις αν μπορείς να πεις:
“λοιπόν, εγώ υπάρχω, έτσι δεν είναι;
αλήθεια δεν είναι πως υπάρχω
και δεν είμαι ο εφιάλτης κάποιου ζώου”;

Και με τα χέρια λασπωμένα
χτυπάμε την πόρτα της αγάπης.
Και με τη συνείδηση καλυμμένη
με βρώμικα κι όμορφα πέπλα,
αναζητούμε τον Θεό.
Και με τους κροτάφους να κροταλίζουν
από ηλίθια υπεροψία
αρπάζουμε απ΄τη ζώνη τη ζωή
και ποδοπατούμε κρυφά τον θάνατο.
Λοιπόν αυτό κάνουμε.
Σπεύδουμε από χαμόγελο σε χαμόγελο
μέχρι την τελευταία ελπίδα.

και

Από το: «Δρόμοι του καθρέφτη»: συλλογή “Poesía completa”, (‘Ολα τα ποιήματα),
Μπουένος Άιρες, 2003.
V
Όλες οι κινήσεις του κορμιού και της φωνής μου για να με κάνω προσφορά, κλαρί που εγκαταλείπει τον αγέρα στο κατώφλι.
VI
Κάλυψε τη θύμηση του προσώπου σου με τη μάσκα κείνου που θα είσαι και τρόμαξε το κοριτσάκι που υπήρξες.
VII
Η νύχτα και των δυο μας διαλύθηκε με την ομίχλη. Είναι η εποχή των κρύων τροφών.
VIII
Και η δίψα, η μνήμη μου είναι η δίψα, εγώ κάτω, στο βάθος, στο πηγάδι, έπινα, θυμάμαι.
IX
 Να πέφτεις σαν πληγωμένο ζώο στο μέρος που του επέπρωτο τόπος αποκαλύψεων
X
Σαν κάποιος που δεν θέλει κανένα πράγμα. Τίποτα. Στόμα ραμμένο. Βλέφαρα ραμμένα. Ξέχασα. Μέσα ο άνεμος. Όλα κλεισμένα κι ο άνεμος μέσα.
XI
Στον μαύρο ήλιο της σιωπής οι λέξεις χρύσιζαν.
XII
Μα η σιωπή είναι σίγουρη. Γιαυτό γράφω. Είμαι μόνη μου και γράφω. Όχι, δεν είμαι μόνη μου.
Είναι κάποιος εδώ που τρέμει.
ΧΙΙΙ
Ακόμη κι αν λέω ήλιος και φεγγάρι κι αστέρι αναφέρομαι σε πράγματα που μου συμβαίνουν.  Και τι επιθυμούσα εγώ; Επιθυμούσα την απόλυτη σιωπή.
Για τούτο μιλώ.


Κόρη τ’ ανέμου
Από τη συλλογή «Όλα  τα ποιήματα», 2003
Ήρθαν.
Κατακυριεύουν το αίμα.
Μυρίζουν φτερά,
ελλείψεις,
θρήνο.
Μα εσύ τροφοδοτείς το φόβο
και τη μοναξιά
σαν δυο μικρά ζώα
χαμένα στην έρημο.
Ήρθαν
για να πυρπολήσουν την ηλικία τ’ ονείρου.
Ένα αντίο είν’ η ζωή σου.
Αλλ’  εσύ αγκαλιάζεσαι
σαν φίδι τρελαμένο για κίνηση
που βρίσκεται μονάχα μέσα του
γιατί δεν υπάρχει κανένας.
Εσύ κλαις κάτω απ’ τον θρήνο,
ανοίγεις το μπαούλο των επιθυμιών σου
κι είσαι πιο πλούσια κι απ’ τη νύχτα.
Μα κάνει τόση μοναξιά
Που οι λέξεις αυτοκτονούν.

Αλεχάντρα Πισαρνίκ:{ «Η ποίηση είναι πεπρωμένο, όχι καρριέρα»}


«Τ’ όνειρό μου είναι όνειρο χωρίς γυρισμό και θέλω να πεθάνω στην κόψη του κοινού τόπου που λέει πως να πεθαίνεις είναι να ονειρεύεσαι».

«Mi sueño es un sueño sin alternativas y quiero morir al pie de la letra del lugar común que asegura que morir es soñar.».

(Μέρος από το μεγάλο κείμενο "Extracción de la piedra de locura" (Εξόρυξη της πέτρας της τρέλας ) -1968- {περιλαμβάνεται και στον Τόμο *Poesía completa* (Όλα τα ποιήματα), εκδ. Lumen, 2003 και 2007 Βαρκελώνη, Ισπανία}.
Το απόσπασμα από εδώ:
* Πολλή Πισαρνίκ κυκλοφορεί προσφάτως και οι -πολλοί πια- μεταφραστές της χαιρόμαστε γι’ αυτό.
τελευταίο: Τα έργα και οι νύχτες, μετφ Β.Λαλιώτη, εκδ. "Βιβλιοθήκη"

** Δείγμα γραφής:
τα δύο πρώτα ποιήματα της συλλογής:


POEMA
Tú eliges el lugar de la herida
en donde hablamos nuestro silencio.
Tú haces de mi vida
esta ceremonia demasiado pura.

ΠΟΙΗΜΑ
Επιλέγεις τον τόπο της πληγής
όπου διαπραγματευόμαστε τη σιωπή μας.
Κάνεις με τη ζωή μου
αυτή την τελετή στο έπακρον αγνή.

REVELACIONES
En la noche a tu lado
las palabras son claves, son llaves.
El deseo de morir es rey.
Que tu cuerpo sea siempre
un amado espacio de revelaciones.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ
Τη νύχτα στο πλευρό σου
τα λόγια γίνονται κόμβοι,γίνονται κλειδιά.
Η επιθυμία του θανάτου, βασιλιάς.
Να ΄ναι το κορμί σου πάντα
αγαπημένος χώρος αποκαλύψεων.
 © ΑΡ Μάιος 2014

*η ανθολόγηση της Πισαρνίκ συνεχίζεται και ολίγον την Ισπανικήν, διακονεία, έτη πια. έχει προ πολλού παύσει θεωρήται "εξωτική" γλώσσα -ευτυχώς-
τα κλόπυ ράιτς εδώ εισί ΑΡ©

https://youtu.be/AJaOptRE00E?si=i6OUx1_fLIYDdiG-   felicidades