2/12/13

"άγρυπνες αντιλόπες"

 

Πουκάμισο
Έχω τη γνώση των δαχτύλων
που περπατούν
που γονατίζουν στο τραπέζι
Έχω τη γνώση του ανεξήγητου γκρεμού

Ξέρω τι πάει να πει
χέρι γυμνό
και χέρι κουμπωμένο ως το λαιμό
~~~~~

Οι κάτοικοι των πλαϊνών σπιτιών σβήνουν σαν φώτα
Το ρήμα μου βιαστικό 
γράφει ένα μαγικό φίλτρο
Το 
πίνω
και μπαινοβγαίνω στα ρούχα μου
Γίνομαι οικοδόμημα
Κατάρρευση στον ύπνο τους
Σοφία στο ξύπνημα του πρωινού τους
Αναρωτιέμαι αν θα με ράψουν στα μανίκια τους
για να χωράω καλύτερα μες
στο φρεσκοσιδερωμένο 
χάδι τους

Για λίγο αισθάνομαι
Μια καλοποτισμένη γλάστρα
που άλλο απ' τη λασπωμένη γη της
Δεν γνωρίζει

Δεν με αγγίζουν μια στιγμή οι ράγες (εκτός συλλογής)
~~~~

(απόσπασμα)

Άλλοτε οι συρμοί αντιστέκονται
οι ράγες παριστάνουν τις τρελές
κι αν δεις τα τζάμια είναι θολά
μέσα ο κόσμος ξεφυλλίζει εφημερίδες
διαβάζοντας καρκινικά όσα δεν θα γραφτούν ποτέ
Μα δεν προσφέρεται ταξίδι
Οι κήποι στέκονται αγέρωχοι
μέσα στα σπίτια μόνο εκεί
Ώσπου να ξεφυτρώσει μια θεσπέσια ανεμώνη
και κατατρομαγμένοι πέφτουμε στα γόνατα
κλαίγοντας κάποιον που έφυγε γι' αλλού
Άλλο από εκείνα τα αυτοσχέδια καλύβια
δε μου απέμεινε μ' ολόκληρα τα μέλη του

~~~~


Ποιός θα με πείσει
πως οι άστεγοι
                               και τα ανέστια σ' αγαπώ που ξημεροβραδιάζονται
                                                    λίγο πιο έξω απ' το δεξιό σου κοχλία
προτού αποδημήσουν
γίνονται

-έστω για δευτερόλεπτα-

άγριες αντιλόπες

~~~~

Μικρή

Της άρεσε να γίνεται βαλίτσα

Την κουβαλούσαν

απρόθυμα καγκουρό

στις περιηγήσεις τους

Συνόδευε τους εκδρομείς

-ξυλόγλυπτα ρυθμού αυστηρού-

στα κάστρα

στους ζωολογικούς κήπους

τα μουσεία

Τον χτίστη ονειρευόταν

Τις χρυσές του αναλογίες

Κι έσπαγε το σαθρό κέλυφος

Ξανοίγονταν οι κάμπιες στο κεφάλι της

Σήμερα στην Γκαλερία Μποργκέζε

συστρέφει τον κορμό της

λίαν χορευτική

για έναν Απόλλωνα μαρμαρωμένο (εκτός συλλογής)

~~~~.

Μεταξύ εξπρεσιονισμού* κι ιμπρεσιονισμού, ενεή θα λέγαμε μπρος στα σταυροδρόμια της ποίησης που θα ήθελε ν’ ακολουθήσει αλλά ακόμα διστάζοντας σοφά στα  κατώφλια, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις της και στον υπερεαλισμό, πλην, σαν να τον φοβάται ακόμα, σαν να τρομάζει τις δικές της φόρμες - γιατί η Χαρά Ναούμ, παρ’ όλη τη νεαρή της ηλικία, δείχνει να παγιώνει τις φόρμες της σ’ αυτή την πρώτη της ποιητική συλλογή «Άγριες αντιλόπες» Μανδραγόρας, 2013-, κατορθώνει να αρθρώσει ποιητικό λόγο. Όχι ακόμα στιβαρό, όχι ακόμα σίγουρη για τον εαυτό της. Με εμμονές (στην κυοφορούμενη ζωή, στον φόβο της εξόδου στη ζωή, γατζώνεται στα απαλά, υγρά, όπως στο μητρικό αμνιακό υγρό, δείχνει να τρομάζει μπρος στο επόμενο βήμα του Καρουζικού «στη ζωή μπήκα ουρλιάζοντας»). Κι όμως, παραφράζοντας την, «κυοφορώ έναν κόσμο», με άνεση θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως η Χαρά Ναούμ ακόμα και διστακτικά, κυοφορεί τον δρόμο της στην ποιητική της, που τα σπέρματά της μας αρκούν για να θρέψουμε ικανές ελπίδες για επόμενη  στιβαρότερη σοδειά. Τα δύο πιο πρόσφατα ποιήματα που παρατίθενται καταδεικνύουν  συνέχιση της ίδιας ως τώρα πορείας. Είναι νέα στην ηλικία η ποιήτρια, κομίζει τα ως τώρα χωνεμένα της βιώματα, τις ως τώρα επιρροές της. Πολλές (πώς αλλιώς;) αλλά ήδη πυξίδα της. Οι επόμενες «άγρυπνες αντιλόπες» της σίγουρα υπόσχονται ανετότερο καλπασμό στο εγγύς μέλλον, αναμένουμε να δούμε το πέρασμά τους.-
*Βλ. το πρώτο  ποίημα εδώ "Πουκάμισο" που θεωρούμε άρτιο και  ίσως μελλοντική υπόσχεση*

Αθήνα, 1 Δεκεμβρίου 2013
 Αμαλία Ρούβαλη