17/4/13

ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΙ ΜΑΣ ΓΙΝΕΤΑΙ



 
Χρυσή Αυγή: Άλλο Ναζισμός, άλλο Φασισμός
του Δημήτρη Φύσσα

Ας μη νομιστεί ότι αστειεύομαι. Υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο εννοιών και η σύγχυση μεταξύ τους μειώνει την ένταση του χαρακτηρισμού για τη Χρυσή Αυγή. 

Ο φασισμός προέρχεται από το fascio (εξού και το ρήμα φασκιώνω και η φασκιά), το περιδένω δηλαδή. Στην αρχαία Ρώμη έδεναν έτσι τη δέσμη των ξύλων όπου στήριζαν ένα πελέκι. Όταν ο
Μουσολίνι ξεκίνησε το κίνημα των φασιστών στο μεσοπόλεμο, αυτό το πελέκι με τα ενωμένα ξύλα διάλεξε για σύμβολό του, συμβολίζοντας τη δύναμη μέσω της ένωσης. Ποιάς ένωσης; Των Ιταλών στη βάση του εθνικισμού και του κορπορατισμού (ενιαία δομή σε τόπους, συνδικάτα και άλλες οργανώσεις, με επικεφαλής το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο και, τελικά, τον ίδιο). Ο Μουσολίνι έγινε -πραξικοπηματικά- πρωθυπουργός (1922) και, στη συνέχεια, δικτάτορας (1925).

Ο ναζισμός προέρχεται από τα πρώτα δύο γράμματα ΝΖ του αρκτικόλεξου
NSDAP (Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei), του κόμματος δηλαδή όπου κυριάρχησε από νωρίς ο Χίτλερ. Έγινε κι αυτός κοινοβουλευτικός καγκελάριος (1933) και στη συνέχεια δικτάτορας, με τα γνωστά αποτελέσματα για τη Γερμανία, την Ευρώπη και τον κόσμο. Η έννοια εθνικοσοσιαλισμός (ναζισμός) ταυτίστηκε μαζί του. Αλλά ενώ, στη βάση του ο ναζισμός είναι κι αυτός εθνικισμός, είχε μια μεγάλη διαφορά από το φασισμό. Κι αυτή ήταν ο ρατσισμός, η έμφαση στην εκλεκτή, την αρία φυλή. Τέτοιο γνώρισμα ο φασισμός δεν είχε. Γι αυτό, για παράδειγμα, δεν υπήρξαν στρατόπεδα θανάτου στην Ιταλία, ούτε  έγιναν διώξεις Εβραίων μέχρι το 1943 και την κατάρρευση της φασιστικής (νότιας) Ιταλίας.

Ας γυρίσουμε λίγο πίσω. Το 1939, η Σοβιετική Ένωση και η ναζιστική Γερμανία υπέγραψαν, ως γνωστό, μη επίθεσης, το λεγόμενο
Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότοφ (κίνηση ρεαλισμού κι από τις δύο πλευρές). Αλλά το επίσημο όνομα της χώρας του Στάλιν ήταν «Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών» (ΕΣΣΔ). Είχε δηλαδή μέσα τη λέξη «Σοσιαλιστικών». Από τότε και μετά, λέξη η λέξη ναζισμός / εθνικοσοσιαλισμός εξαφανίστηκε από το λεξιλόγιο της ΕΣΣΔ και των απανταχού κομουνιστών. Άρχισαν να μιλάνε μόνο για «φασισμό». Όταν η Γερμανία χτύπησε τη Σοβιετική Ένωση, τον Ιούνιο του 1941, οι «φασίστες» και όχι οι ναζί ήταν που επιτέθηκαν. Η λέξη «ναζισμός» / εθνικοσοσιαλισμός άρχισε να σπανίζει -με ευθύνη, πλέον, των κομουνιστών. Παρόμοια και στην ελληνική εθνική αντίσταση. Συνακόλουθα, ο «φασισμός» επεκτάθηκε, επικάλυψε το ναζισμό και κατέληξε να σημαίνει, σήμερα, κάθε αυταρχική συμπεριφορά.

Η «
Χρυσή Αυγή» είναι ναζιστική και όχι φασιστική οργάνωση. Πρώτον, επειδή δεν είναι μόνο εθνικιστική, αλλά ρατσιστική. Μάλιστα, αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό της. Στρέφεται ενάντια σε όλους όσους θεωρεί μη Έλληνες φυλετικά (δεν είναι εδώ ο χώρος και η στιγμή να καταρρίψω τον ισχυρισμό). Δεύτερο, τα σύμβολα και τα χρώματά της παραπέμπουν στο ναζισμό και όχι στο φασισμό. Υιοθετεί το μαύρο - άσπρο - κόκκινο των ναζί, ενώ το σύμβολό της είναι παραλλαγή του αγκυλωτού σταυρού. Τρίτο, οι αναφορές στα (παλιότερα, τώρα τα κρύβει και το αποφεύγει) κείμενά της είναι στο Χίτλερ, τον Ες και άλλους αστέρες του ναζιστικού πανθέου, όχι στον Μουσολίνι και τους φασίστες του.

Ακόμα χειρότερα είναι να δεχτούμε ότι η «Χρυσή Αυγή» είναι «φασιστική» με βάση τη διεσταλμένη, «σύγχρονη» χρήση του φασισμού, που έχει καταντήσει την έννοια ψωμοτύρι, κάτι εύκολα εκτοξευόμενο από (σχεδόν) οποιονδήποτε προς (σχεδόν) οποιονδήποτε.
Αν το δεχτούμε αυτό, η «Χρυσή Αυγή» υποβιβάζεται απλά σ' έναν  αυταρχικό - βίαιο σχηματισμό, που εξισώνεται με τόσες άλλες «συνήθεις» αυταρχικές πρακτικές ποικίλων προελεύσεων.

Έχω τη γνώμη ότι το να αποκαλείται «φασιστική» η «Χρυσή Αυγή» συγκαλύπτει την ουσία της πολιτικής και της πρακτικής της, που είναι (κατά φθίνουσα σειρά) η ρατσιστική βία, η αντιδημοκρατία και ο εθνικισμός. Πρόκειται για καθαρή ναζιστική / εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση.

d.fyssas@gmail.com
Πηγή: ραδιοφωνικός σταθμός Αθήνα 9.84
Πολιτική, Πέμπτη, 11/4/2013
http://www.athina984.gr/node/235990



Οι γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις και η πολιτική επικαιρότητα

του Χρήστου Καπούτση

Το θέμα των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων, σε τακτά χρονικά διαστήματα, ανασύρεται από την Ιστορία και προβάλλεται στο φως της επικαιρότητας, για διάφορους λόγους, μεταξύ αυτών είναι και διότι αγγίζει το θυμικό μας, ως λαού ευαίσθητου, αλλά και ευάλωτου στη γοητεία της ουτοπίας.

Το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων, είναι πολυσχιδές και κυρίως, είναι ένα θέμα, που δεν προσφέρεται για επικοινωνιακά «παιχνιδίσματα» κομματικών στελεχών.

Για παράδειγμα, δεν θα πρέπει «περάσει» η ιδέα και να γίνει προσδοκία των πολιτών ότι, αν μας δώσουν οι Γερμανοί, αυτά που εμείς υποστηρίζουμε ότι μας χρεωστάνε, τότε, θα εξοφλήσουμε τα χρέη μας και θα επανέλθουμε στη μακάρια εποχή της αφθονίας, των επιδομάτων και των διορισμών στο Δημόσιο.

Επίσης, δεν θα πρέπει να βρουν ευήκοα ώτα οι λογής-λογής ακραίοι, που επιχειρούν να ταυτίσουν τους Ναζί, τη Ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ, με τη σύγχρονη Γερμανία. Να τα ξεκαθαρίζουμε αυτά, από την αρχή και μια για πάντα.

Στο θέμα λοιπόν των πολεμικών αποζημιώσεων (από τον Α' και Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) και του κατοχικού δανείου, αλλά και στην εκπεφρασμένη πλέον πρόθεση της Ελλάδας, να διεκδικήσει όσα της οφείλονται, εάν φυσικά αποδειχθεί, ότι οι ισχυρισμοί της χώρας μας έχουν νομική βάση, σε αυτά, αισθάνθηκε την ανάγκη να τοποθετηθεί ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας
Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Επιχείρησε, έξυπνα, να συνδέσει τις πιθανές οικονομικές διεκδικήσεις της Ελλάδας από τη Γερμανία, με την οικονομική κρίση, που μαστίζει τη χώρα μας. Σε συνέντευξή του, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, είπε: «Σε ό,τι αφορά τις αξιώσεις για καταβολή αποζημιώσεων στην Ελλάδα, δεν βλέπω καμιά ελπίδα». Έτσι είπε, νέτα-σκέτα, o κ. Σόιμπλε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Neue Osnabrücker Zeitung».

Απαντώντας, έμμεσα στον κ. Σόιμπλε, ο ΥΠΕΞ
Δ. Αβραμόπουλος είπε: «Κανένας συσχετισμός δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να υπάρξει, ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις που γίνονται στην Ελλάδα και στο ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων. Το εάν έχει λήξει ή όχι η υπόθεση αυτή, το καθορίζει η διεθνής Δικαιοσύνη». Είναι σαφές το πολιτικό περιεχόμενο της απάντησης του επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας και συναφές το συμπέρασμα ότι, η ελληνική Κυβέρνηση θα διεκδικήσει, με νόμιμο τρόπο, όσα νομίζει ότι της οφείλει η Γερμανία.

Οι διαδικασίες της Ελληνικής Πολιτείας είναι σε εξέλιξη.
Στα χέρια του προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
Φωκίωνα Γεωργακόπουλου, βρίσκεται πλέον η απόρρητη έκθεση της Ομάδας Εργασίας του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, για την έρευνα των αρχείων που αναφέρονται στον Α' και Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, προκειμένου να γίνει νομική επεξεργασία, αξιολόγηση και στοιχειοθέτηση των αξιώσεων του Ελληνικού Δημοσίου και να υποβάλει σχετική γνωμοδότηση. Σύμφωνα με την έκθεση, η Ελλάδα δεν έλαβε ποτέ αποζημιώσεις για τα δεινά που υπέστη στη ναζιστική κατοχή, ή για το κατοχικό δάνειο. Η Ελλάδα θα προχωρήσει, εφόσον, οι ελληνικές αξιώσεις προς τη Γερμανία, στηριχτούν πάνω σε ισχυρή νομική βάση. Κατά την τακτική εβδομαδιαία ενημέρωση των Διπλωματικών Συντακτών, ρώτησα τον εκπρόσωπο Τύπου, αν πέρα από τη νομική διάσταση του θέματος των γερμανικών αποζημιώσεων, είναι υπό εξέταση και η πολιτική διάσταση του θέματος, ο  Γρ. Δελαβέρουρας είπε, ότι, «σαφέστατα εξετάζεται. Και η πολιτική βούληση της Κυβέρνησης επιβεβαιώνεται από το γεγονός, ότι γίνονται μία σειρά από βήματα με υπεύθυνο τρόπο».

Σε δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας Tagesspiegel, με τίτλο «Καμία άλλη χώρα κατοχής δεν κατέστρεψε η Γερμανία τόσο, όσο την Ελλάδα», αναφέρεται ότι: «130.000 άμαχοι, γυναίκες και παιδιά, εκτελέστηκαν ως αντίποινα για τις επιθέσεις των ανταρτών. 70.000 Εβραίοι που κατοικούσαν στην Ελλάδα οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, 300.000 έπαθαν κρυοπαγήματα, πείνασαν και πολλοί πέθαναν από ασιτία, επειδή οι Γερμανοί κατάσχεσαν τρόφιμα και καύσιμα. Το 50% των υποδομών της χώρας και το 75% της βιομηχανίας καταστράφηκαν».

Επίσης, το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, σε άρθρο στη διαδικτυακή του έκδοση, υποστηρίζει ότι το σύνολο των οφειλών από τις γερμανικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο ανέρχεται σε 162 δισ. ευρώ. Ο Γερμανός καθηγητής Δημοσίου Δικαίου
Νόρμαν Πέεχ τονίζει ότι οι ελληνικές αξιώσεις δεν έχουν παραγραφεί και πως η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να διακηρύξει δημόσια τις θέσεις της. Τα 162 δισ. ευρώ αντιπροσωπεύουν το 80% του Ελληνικού ΑΕΠ.

Για την ιστορία να πούμε ότι, η σχετική δανειακή συμφωνία έχει υπογραφεί στις 14 Μαρτίου του 1942, ερήμην ακόμη και της κατοχικής ελληνικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τη δανειακή σύμβαση, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει κάθε μήνα 1,5 δισ. δραχμές, ως έξοδα κατοχής. Οι αναλήψεις του ποσού αυτού θα γίνονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, με τη μορφή  άτοκου δανείου (βλέπε Σ.Σ.).

Η Ελλάδα διεκδικούσε και διεκδικεί την επιστροφή του κατοχικού δανείου από τη Γερμανία.

Το 1974  ανακίνησε το θέμα ο
Ξεν. Ζολώτας, ως Υπουργός Συντονισμού στην Οικουμενική Κυβέρνηση και κυρίως μετά, ως Διοικητής της  Τραπέζης της Ελλάδας.
Στις 18.4.1991 το έθεσε ανεπίσημα και προφορικά ο τότε ΥΠΕΞ Α. Σαμαράς στο Γερμανό ομόλογό του
Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ.
Στις 14.11.1995 η  Κυβέρνηση του
Α. Παπανδρέου επανέφερε το θέμα  με ρηματική διακοίνωση, προς τη Γερμανία, την οποία υπέβαλε ο τότε ΥΠΕΞ και νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Παπούλιας.
Αλλά και ο πρωθυπουργός
Κ. Σημίτης έθεσε το θέμα του κατοχικού δανείου στον καγκελάριο Helmut Kohl κατά την επίσημη επίσκεψή του στη Γερμανία τον Φεβρουάριο του 1996.

Η
Γερμανία όμως, σταθερά το απορρίπτει το ελληνικό αίτημα. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένου και του κατοχικού δανείου με τη σύναψη της γερμανο-ελληνικής συμφωνίας της 18.3.1960. Επίσης η Κυβέρνηση της Γερμανίας θεωρεί ότι, η ανακίνηση του θέματος των πολεμικών αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου τώρα από την Ελλάδα, συνιστά και ηθικό εκβιασμό σε βάρος της  Γερμανίας.

Συνεπώς, το ερώτημα είναι, αν μπορούμε με σοβαρά και με ουσιαστικά επιχειρήματα, να διεκδικήσουμε κάτι από τη Γερμανία. Εμπράκτως όμως, υπεύθυνα, μεθοδευμένα και με βάση το Διεθνές Δίκαιο και όχι μόνο με τα «ωραία μας» φραστικά πυροτεχνήματα, είτε στη Βουλή, είτε στα τηλε-παράθυρα, που όχι μόνο δεν συγκινούν κανέναν, αλλά δεν έχουν και κάποιο  ουσιαστικό αντίκρισμα.

Σ.Σ. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι:
«Στις 14.3.1942 περατώθηκε στη Ρώμη η Δημοσιονομική Διάσκεψη Εμπειρογνωμόνων μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας, η οποία, μεταξύ άλλων, κατέληξε στη σύναψη μιας συμφωνίας ανάμεσα στις δύο αυτές δυνάμεις κατοχής που αφορούσε στην Ελλάδα, την οποία υπέγραψαν οι πληρεξούσιοι της Ιταλίας και Γερμανίας στην Ελλάδα Γκίτζι και Άλτενμπουργκ.
Στην Ελλάδα η συμφωνία ανακοινώθηκε μετά από εννέα ημέρες με τη ρηματική διακοίνωση 160/23.3.1942 του Άλτενμπουργκ.
Ο Ιταλός πληρεξούσιος την ανήγγειλε με το σημείωμα του Ν.04/6406/461/23.3.1942.
Με τη σειρά του ο Έλληνας Υπουργός Οικονομικών έδωσε εντολή στην Τράπεζα της Ελλάδος να συμμορφωθεί προς τη ρηματική διακοίνωση του Γερμανού πληρεξουσίου (αριθ. Εγγράφου ΕΠ 409/2.4.1942).
Η συμφωνία αυτή συνίστατο στα εξής:
Πρώτον, η ελληνική κυβέρνηση υποχρεώνεται να καταβάλλει στις δύο δυνάμεις κατοχής, και σε ίσο μερίδιο για έξοδα κατοχής το ποσό των 1,5 δισ. Δεύτερο, οι πέραν του ποσού αυτού αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος θα χρεώνονται στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας σε δραχμές και θα είναι άτοκες. Τρίτον, η επιστροφή των πέραν του 1,5 δις δραχμών ποσών αυτών θα γίνει αργότερα. (Άρθρα 2,3 και 4 της συμφωνίας). Προστέθηκε δε ότι, η εν λόγω συμφωνία θα είχε αναδρομική ισχύ από 1.1.1942 (άρθρο 5).  Η συμφωνία της 2.12.1942 προέβλεπε ότι τα ήδη καταβληθέντα δανειακά ποσά, καθώς και αυτά που θα καταβάλλονταν μέχρι 31.3.1943, θα αρχίσουν να εξοφλούνται από 1.4.1943 (παρ. β). - Είναι, όμως γνωστό ότι με αποδεδειγμένη, εξ εγγράφων, εξαίρεση καταβολής δύο δόσεων, οι επιστροφές των δανειακών ποσών δεν έλαβαν ποτέ χώρα.». (Τα ανωτέρω επισημαίνει, μεταξύ άλλων,   σε εκτενή μελέτη του ο Ιωάννης Παπανικολάου Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου ε.τ.)

Πηγή: ραδιοφωνικός σταθμός Αθήνα 9.84
Πολιτική, Δευτέρα, 15/4/2013

Σημ: Παρατηρούμε ότι πάλι ο Καραμανλής (ιδρυτής) "έκαψε" την Ελλάδα: με την οικονομική γερμανο-ελληνική συμφωνία του 1960 (18.03 κύρωση), υπογραφή 11 Νοεμβρίου 1958, με την οποία η Ελλάδα σύναψε δάνειο με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για 200 εκατομμύρια μάρκα, θεωρήθηκε (σε ρήτρα) ότι μέρος του δανείου δεν θα αποπληρωθεί αλλά θα αποτελέσει μέρος πολεμικών επανορθώσεων της ναζιστικής Γερμανίας για τις σφαγές του αμάχου πληθυσμού στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο -εδώ υπεισήλθε και η σφαγή του Διστόμου-. Είχε προηγηθεί, βεβαίως, η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου του 1953 με την οποία οι Σύμμαχοι διευθέτησαν το καθεστώς της ηττηθείσης ναζιστικής Γερμανίας και στο πλαίσιο αυτό, δίνοντάς της την ευκαιρία να ανασυγκροτηθεί, όλες οι συμμετέχουσες χώρες -μεταξύ τους η Ελλάδα- παραιτήθηκαν από τις οικονομικές αποζημιώσεις της Γερμανίας . Η περίοδος του 1956-1961 υπήρξε εξαιρετικά ταραγμένη για την Ελλάδα, ήταν στη ζέση του το Κυπριακό με τις διαπραγματεύσεις με την Μεγάλη Βρεττανία, και, ενδιαμέσως, το 1957, είχε προκύψει το ζήτημα Μαξ Μέρτεν, ανώτατου Εισαγγελέα και σφαγέα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης επί Γερμανικής κατοχής:
Δεν είναι πρόσφορος ο χώρος για αποτίμηση της πολιτικής του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Προσωπική εκτίμηση: στο πλαίσιο της ιστορικής και κοινωνικο-πολιτικής στιγμής κατά την οποία έζησε και πολιτεύτηκε, υπήρξε αρκετά δέσμιος των εξαρτήσεων από ισχυρότερες πολιτικά δυνάμεις του εξωτερικού αφ' ενός και του Παλατιού αφ' ετέρου. Με την πείρα από την παραμονή του στη Γαλλία και τις αλλαγές στη γεωστρατηγική μετά την Χούντα, είχε μεγαλύτερη ευχέρεια εφαρμογής μιας περισσότερο κεντροδεξιάς πολιτικής, εσωτερικής κι εξωτερικής.
Όσο για τους διαδόχους του, ουδείς, εκτός, ίσως, από τον Ξενοφώντα Ζολώτα, ως Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος-πλην σε μη καλή συγκυρία για την χώρα, που μόλις εξερχόταν από την επταετία και χρειαζόταν την συμμαχία της Δυτικής Γερμανίας για την ένταξη στην ΕΟΚ- επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την σθεναρή διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων. Και λόγω αλλαγής στο κλίμα μες στην ΕΕ, με την επικράτηση των κεντροαριστερών δυνάμεων, οι Ελληνικές όμορές τους έθεσαν άλλες προτεραιότητες. Σήμερα φθάσαμε εδώ που φθάσαμε και, πάλι προσωπική εκτίμηση, όσο και αν μας πιέζει η οικονομική συγκυρία, η Ευρωπαϊκή αλλά και διεθνής τοιαύτη δεν θα επιτρέψουν να φέρουμε ευτυχές αποτέλεσμα, φυσικά, η προσπάθεια οφείλει να γίνει, θεωρώ, εντούτοις, λάθος την κοινοποίηση εν είδει διαρροών εκ μέρους της κυβέρνησης.
Για το περιεχόμενο και την προϊστορία της προετοιμασίας για να τεθεί σε νομική βάση η διεκδίκηση του κατοχικού τουλάχιστον δανείου, ένα καλό άρθρο στην "Ε" της περασμένης Κυριακής:   http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=357566