10/12/12

KΛΑΡΙΣΕ ΛΙΣΠΕΚΤΟΡ - ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ

Γενέθλια της Κλαρίσε Λισπέκτορ (10.12.1920 - 9.12.1977)






ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ


Η οικογένεια άρχισε να έρχεται λίγο-λίγο. Αυτοί που έρχονταν από την Ολάρια ήσαν πολύ καλοντυμένοι διότι η επίσκεψη σήμαινε παράλληλα και περίπατο στην Κοπακαμπάνα. Η νύφη από την Ολάρια εμφανίστηκε ντυμένη μ’ ένα μπλε σκούρο φόρεμα στολισμένο με παγέτες και ντραπέ που έκρυβε την κοιλιά, χωρίς ζώνη. Ο σύζυγος δεν ήρθε για προφανείς λόγους: δεν ήθελε να δει τ’ αδέρφια του. Έστειλε, όμως, τη γυναίκα του για να μη σπάσουν κι όλοι οι οικογενειακοί δεσμοί κι εκείνη ήρθε με το καλλίτερό της φόρεμα για να δείξει ότι δεν είχε ανάγκη κανέναν από δαύτους, συνοδευόμενη από τρία παιδιά: δύο κορίτσια που είχαν ήδη λίγο στήθος, ντυμένες παιδούλες με ροζ βολανάκια και κολαριστή μέσα φούστα και το αγόρι καταπτοημένο από το καινούργιο κοστούμι και τη γραβάτα.

Η Ζίλντα, με την οποία έμενε η εορτάζουσα, είχε τοποθετήσει καρέκλες δίπλα-δίπλα κατά μήκος των τοίχων, σαν σε πάρτυ όπου επρόκειτο να χορέψουν, και η νύφη από την Ολάρια, αφού χαιρέτισε τους ανθρώπους του σπιτιού με ψυχρό πρόσωπο, θρονιάστηκε σε μια απ’ τις καρέκλες και βουβάθηκε, με τα χείλη σφιγμένα, διατηρώντας τη στάση της θιγμένης. «Ήρθα για να μη λέτε», τής είπε τής Ζίλντας κι έκατσε αμέσως, προσβεβλημένη. Τα δυο κοριτσάκια στα ροζ και το αγόρι, κατακίτρινα και καλοχτενισμένα, δεν ήξεραν πολύ καλά τι στάση να κρατήσουν και παρέμειναν όρθια δίπλα στη μητέρα τους, εντυπωσιασμένα από το μπλε σκούρο της φόρεμα με τις παγέτες.

(…)

Η Ζίλντα, η κυρία του σπιτιού, είχε στρώσει το τραπέζι από νωρίς, βάζοντας πολύχρωμες χαρτοπετσέτες και χάρτινα ποτήρια με γιορτινά σχέδια και λέξεις για την περίσταση, μπαλόνια που κρέμονταν απ΄το ταβάνι και σε άλλα ήταν γραμμένο «Happy Birthday» ενώ σε άλλα «Χαρούμενα Γενέθλια». Στο κέντρο είχε τοποθετήσει την πελώρια τούρτα. Για να προλάβει, είχε στρώσει το τραπέζι αμέσως μετά το μεσημεριανό φαγητό, βάζοντας τις καρέκλες στον τοίχο κι έστειλε τα παιδιά να παίξουν στο σπίτι του γείτονα για να μην το χαλάσουν.

Και για να προλάβει, είχε ντύσει την εορτάζουσα αμέσως μετά το φαγητό. Από τότε της είχε φορέσει το κολλιέ με την αγκράφα γύρω απ’ το λαιμό, ρίχνοντας από πάνω λίγη κολώνια για να κρύψει τη μυρουδιά κλεισούρας και την είχε βάλει να καθίσει στο τραπέζι. Κι από τις δύο η ώρα η εορτάζουσα βρισκόταν καθισμένη στην κεφαλή του φαρδιού άδειου τραπεζιού, στητή μες στη σιωπηλή σάλα. Πότε-πότε, έπεφταν στην αντίληψή της οι πολύχρωμες χαρτοπετσέτες. Κοίταξε περίεργη ένα-δυο μπαλόνια που τα αυτοκίνητα που περνάγανε έκαναν να κουνιούνται. Και πότε-πότε κείνη η βουβή αγωνία: όταν παρακολουθούσε, γοητευμένη κι ανήμπορη, το πέταγμα της μύγας γύρω από την τούρτα (…)

(απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημα, της συλλογής διηγημάτων Laços de família (Οικογενειακοί δεσμοί), 1960.
-απόδοση: ΑΡ-

Στην Ελλάδα κυκλοφορεί ως τώρα μόνο το μυθιστόρημά της "Κοντά στην άγρια καρδιά", το πρώτο που συνέγραψε, το 1943.