16/12/12

H ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΜΠΙΛΗ (ΝΥΧΤΩΣΕ ΝΩΡΙΣ)


Λοιπόν, έλα να πούμε

Larevedere (πάει να πει εις το επανιδείν ρουμανιστί)

1.       Νέλτο, 1966, η αφιέρωση στο δικό μου αντίτυπο με το παιδικό σου δωδεκάχρονο χεράκι:
« Όταν ήρθε η νύχτα βρήκε το λουλούδι να ξεπαγιάζει πεσμένο έξω΄

από τη γλάστρα του με μόνη συντροφιά το απόβραδο

να του χαϊδεύει τα μαραμένα πέταλα…» {…}

2.       Ο Κόκορας των θεμελίων και είμασταν απλώς 16 και πολύ περήφανα μου έφερες το αντίτυπο με την εφηβική σου αφιέρωση κι όταν είπα, Α! ρώτησες: «είναι καλό;» κι είπα,- Μπίλη, έλεος, είσαι γεννημένη δημιουργός-

Να λοιπόν ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι:
Σε μικρό κορίτσι: κλείδωνες έξω απ’ τα δόντια σου το θάνατο

όμως εκείνος οσμιζόταν όπως τα σκυλιά

τις γωνίες του στόματός σου…» {…}

3.       Και να  από το «Τοπίο που σε λένε ποίημα» τα γέλια που ρίξαμε μ’ αυτό:
«Her Professor: -«Γαμούσε κοριτσάκια λένε

όμως δεν είναι αλήθεια

Το αίσθημα υπήρξε οξύ

Κι έρωτας με φυλακή

ας πληρωθεί

Σ’ ανάποδα τσιγκέλια ο χρόνος

έχει κρεμαστεί

 κι εξατμιστεί"-

Κι απ’ την ίδια συλλογή:

«Νυχτερινή πλατεία:

χαιρετίσματα σαν  να φεύγουμε με καράβι

και χάσιμο στην πόλη

με το ταξί

Κάθεται με τα δικά του φαντάσματα

που εξασθενούν και τα κρύβει

μήπως κρατήσει λίγο μυστήριο

Όμως σε κάθε επαφή

Τον ξεφλουδάνε σαν δευτερόλεπτα οι άλλοι

Να χαρούν και στη δική του φτώχεια"{…}

(και τότε θυμήθηκα τη Σύρα κι εμάς με τα λουκούμια στην προκυμαία, και τα απίστευτα γέλια, βέβαια)


4.       Και να από την αγαπημένη μου  «Σκουριά του Μεγαλέξαντρου» στα Τραμάκια:

«Τα δόντια: Ό,τι μας φύλαξε απ’ τη βροχή

ήταν τα δόντια

που ζεσταίναμε κάτω απ’ το ρούχο μας» {…}

Καληνύχτα παιδάκι.

A, ξέχασα να σου πω: εκειπάνω δεν έχει λογοτεχνικές κι ακαδημαϊκές φαγωμάρες, τα ξέρουμε κι οι δυο κλπ μιζέριες , είναι όπως μας δίδαξε η φωτισμένη δασκάλα μάνα σου, όλο μουσουλμανικά βουνά με ρύζι και σοκολάτα κλπ ωραία, κοίτα να τα χαρείς πριν να έρθουμε κι εμείς, εντάξει; Ζάχαρη θα περάσεις, καλέ, κάτσε και περίμενε, ερχόμαστε, έτσι έλεγε κι ο Λέο, αν θες να μάθεις, δηλαδή...