Η Κλαρίσε Λισπέκτορ γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1920 στην Ουκρανία και
πέθανε στο Ρίου ντε Ζανέιρου στις 9 Δεκεμβρίου 1977. Θεωρείται μία από τις κύριες εκπροσώπους του
μοντερνισμού -και για ορισμένους του μεταμοντερνισμού- στη βραζιλιάνικη
λογοτεχνία και μία από τις μεγαλύτερες συγγραφείς του εικοστού αιώνα,
παγκόσμια. Οπωσδήποτε, η μεγαλύτερη γυναίκα συγγραφέας στη χώρα της.
Με το «Κοντά στην άγρια καρδιά», το πρώτο της μυθιστόρημα, το 1944, χάραξε
καινότροπους και μοναχικούς δρόμους στη βραζιλιάνικη πρόζα. «Δεν γράφει κανένας
όπως εκείνη, εκείνη γράφει όπως κανένας». Περίπτωση μοναδική και όχι μόνο στα
βραζιλιάνικα γράμματα, δεν δημιούργησε σχολή, δεν απέκτησε επιγόνους, εκτός από
μερικές εξαιρέσεις όπου την μιμήθηκαν αλλά δεν μπορούν να θεωρηθούν κληρονόμοι
τού είδους τής γραφής της. Την ονόμασαν θηλυκό Κάφκα, θηλυκό Τζόις, συγγένισσα
της Γούλφ και του Μπόρχες, μια ώριμη Ρεμπό αν εκείνος είχε ζήσει κι άλλο, το «alter ego» του Μαρσέλ
Προύστ, Κίρκεργκαρντ της λογοτεχνίας. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και
μέχρι τον πρόωρο θάνατό της είχε ήδη κατακτήσει τη δημοσιότητα και την αναγνώριση.
Σήμερα, τα βιβλία της είναι ευπώλητα στη Βραζιλία. Για την πατρίδα της,
θεωρείται η μεγαλύτερη γυναίκα συγγραφέας της και τα έργα της πολιτιστική
κληρονομιά. Μέχρι τις μέρες μας το έργο
της είναι αντικείμενο αναλύσεων, άρθρων, διδακτορικών διατριβών, συζητήσεων,
συμποσίων και αναφοράς. Όντας ακόμη εν ζωή, η Κλαρίσε Λισπέκτορ μυθοποιήθηκε
όσο λίγοι στη χώρα της. Από τους ελάχιστους συγγραφείς που οι δηλώσεις της είχαν ευρεία υποδοχή από τον Τύπο. Μέχρι σήμερα, την τιμούν οι
αναγνώστες της απανταχού της γης, οι πανεπιστημιακοί φορείς, οι άπειροι
«σύλλογοι φίλων της Κλαρίσε Λισπέκτορ» και οι ομότεχνοί της. Το σύνολο του
έργου της είναι μεταφρασμένο στις κυριότερες γλώσσες.
Αριθμούμε 32 έργα της Κλαρίσε Λισπέκτορ, μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων,
απανθίσματα χρονογραφημάτων –όπου διέπρεψε-. Σε όλα, η σωματοποίηση των άψυχων
και οι αισθήσεις μεταγράφονται αυτόματα και διεκδικούν ζωτικό χώρο στις προσλαμβάνουσες
τού αναγνώστη.
Αμαλία Ρούβαλη, 2007
Oπισθόφυλλο
«Υπάρχει μία λογοτεχνία π.Κ (προ Κλαρίσε) και μ.Κ (μετά Κλαρίσε)», Ελέν Σιξούς, γαλλίδα φιλόσοφος, πανεπιστημιακή και συγγραφέας.
«Η γραφή της Κλαρίσε Λισπέκτορ ανά-κίνησε τη λογοτεχνική γλώσσα. Σαν πέτρες που κυλάνε. Σαν ένας σεισμός. Την έσπρωξε, τοποθετώντας την πιο κοντά στην ακροτελεύτια γραμμή της. H Κλαρίσε Λισπέκτορ άλλαξε οριστικά την κατεύθυνση τής πορείας της βραζιλιάνικης λογοτεχνίας». Αντόνιο Κάντιντου, βραζιλιάνος κριτικός και λογοτέχνης.
«Προσοχή, η Κλαρίσε δεν είναι συγγραφέας, είναι μάγισσα». Όττο Λάρα Ρεζέντε, βραζιλιάνος συγγραφέας, σύγχρονος της Λισπέκτορ.
«Το να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο
της Κλαρίσε Λισπέκτορ είναι σαν να βλέπει τον κόσμο για πρώτη φορά», Σέρζιου
Σαντ’ ΄Αννα (πανεπιστημιακός και λογοτέχνης).
Απόσπασμα:
«…Και τώρα… Ίσως και να είχε μάθει να μιλάει, αυτό μόνο. Μα οι λέξεις κολυμπούσαν πάνω από τη θάλασσά της, σκληρές, θάλασσα αδιάλυτη. Πρωτύτερα, ήταν η θάλασσα αυτή καθαυτή. Κι από το παρελθόν έμενε μόνο, κυλώντας μέσα της, ανάλαφρο και τρεμάμενο, λίγο από το αρχέτυπο νερό ανάμεσα σε βότσαλα, φαιό, δροσερό κάτω από τα δέντρα, τα ποικιλόχρωμα φύλλα, νεκρά, στρώνοντας χαλί στις όχθες. Αχ Θεέ μου, τι γλυκά που βυθιζόταν στην απόλυτη έλλειψη κατανόησης του εαυτού της! Και πώς μπόραγε, ακόμη περισσότερο, ν’ αφεθεί στην άμπωτη, συμπαγή και χαλαρή. Και να γυρίσει. Μια μέρα θα ‘πρεπε ν’ αναδιπλωθεί, χωρίς λόγια σκληρά και μοναχικά… Θα ‘πρεπε να λιώσει στα εξ ων συνετέθη και να ξαναγίνει η θάλασσα, απότομη, κραταιή, πλατιά, ακίνητη, τυφλή, ζωντανή. Ο θάνατος θα την ένωνε με την παιδική της ηλικία.».
*******
Η συγγραφέας και τα έργα της
Η Κλαρίσε Λισπέκτορ γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1920 και πέθανε στο
Ρίου ντε Ζανέιρου στις 9 Δεκεμβρίου 1977. Θεωρείται μία από τις κύριες
εκπροσώπους του μοντερνισμού -και για ορισμένους του μεταμοντερνισμού- στη
βραζιλιάνικη λογοτεχνία και μία από τις μεγαλύτερες συγγραφείς του εικοστού
αιώνα, παγκόσμια.
Με το «Κοντά στην άγρια καρδιά», το πρώτο της μυθιστόρημα, χάραξε καινότροπους
και μοναχικούς δρόμους στη βραζιλιάνικη πρόζα. «Δεν γράφει κανένας όπως εκείνη,
εκείνη γράφει όπως κανένας».1 Περίπτωση μοναδική και όχι μόνο στα βραζιλιάνικα
γράμματα, δεν δημιούργησε σχολή, δεν απέκτησε επιγόνους, εκτός από μερικές
εξαιρέσεις όπου την μιμήθηκαν αλλά δεν μπορούν να θεωρηθούν κληρονόμοι του
είδους της γραφής της, όπως ο Ζοάου Ζιλμπέρτο Νόλλ (γεν. 1947).2 Την ονόμασαν θηλυκό Κάφκα, θηλυκό Τζόυς, συγγένισσα
της Γούλφ και του Μπόρχες, μια ώριμη Ρεμπώ αν εκείνος είχε ζήσει κι άλλο, το «alter ego» του Μαρσέλ
Προύστ, Κίρκεργκαρντ της λογοτεχνίας. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και μέχρι
τον πρόωρο θάνατό της είχε ήδη κατακτήσει τη δημοσιότητα και την αναγνώριση,
όχι όμως και χρήματα. Σήμερα, πάντως, τα βιβλία της είναι από τα ευπώλητα στη
Βραζιλία. Για την πατρίδα της θεωρείται η μεγαλύτερη γυναίκα συγγραφέας της και
τα έργα της πολιτιστική κληρονομιά. Μέχρι
τις μέρες μας το έργο της είναι αντικείμενο αναλύσεων, άρθρων, πανεπιστημιακών
εργασιών, διδακτορικών διατριβών, συζητήσεων, συμποσίων και αναφοράς. Χωρίς
υπερβολή, όντας ακόμη εν ζωή, η Κλαρίσε Λισπέκτορ μυθοποιήθηκε όσο λίγοι στη
χώρα της. Από τους ελάχιστους συγγραφείς που οι δηλώσεις της (στις οποίες
αναγκαζόταν να προβεί στη –μάταιη συχνά- προσπάθειά της να ανασκευάσει μέρος
της μυθολογίας γύρω από το πρόσωπό της και το έργο της) είχαν ευρεία υποδοχή από τον Τύπο. Αυτό δεν βοήθησε, είναι
αλήθεια, να γίνουν κατανοητότερα τα γραφτά της από πολλούς κύκλους της
διανόησης. Μέχρι να πεθάνει της πρόσαπταν την «ερμητική και δυσνόητη» γραφή
της, την αινιγματικότητά της. Κι αν η Πολιτεία της χώρας της δεν την τίμησε
αρκετά όσο ζούσε, την τιμούν μέχρι σήμερα οι αναγνώστες της απανταχού της γης,
οι πανεπιστημιακοί φορείς, οι άπειροι «σύλλογοι φίλων της Κλαρίσε Λισπέκτορ»
και οι ομότεχνοί της.
Το αρχείο της βρίσκεται στο Μουσείο Λογοτεχνίας της Βραζιλίας, στο Ρίου
ντε Ζανέιρου. Μεγάλο μέρος του δημοσιεύθηκε το 1994.
Η Λισπέκτορ υπήρξε βραζιλιάνα και θεωρούσε τον εαυτό της γέννημα αυτής
της χώρας, δηλώνοντας συχνά ότι θα πρέπει να πάψουν να την θεωρούν ξένη στην
ίδια της τη χώρα, η γλώσσα της οποίας ήταν η μητρική της και μόνο σ’ αυτήν
έγραψε. Πόσο μάλλον που πρόκειται για χώρα με πάμπολλες κοινότητες ευρωπαίων
μεταναστών.
Οι γονείς της ήσαν εβραίοι της Ουκρανίας και με τον διωγμό του έθνους
τους μετά την Οκτωβριανή επανάσταση αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στην Αμερική. Σταμάτησαν
σ’ένα χωριουδάκι καμμιά 200 χιλιόμετρα από το Κίεβο, το Τσελτσένικ, για να
γεννηθεί η Κλαρίσε. Εφτασε στη Βραζιλία όταν ήταν δύο μηνών κι η οικογένεια
εγκαταστάθηκε στο Ρεσίφε, παραθαλάσσια πόλη στην βορειοανατολική ακτή. Είχε δύο
μεγαλύτερες αδερφές. Η πρώτη, Ελίζα, έγινε συγγραφέας όπως η Κλαρίσε, με έμφαση
στο ψυχολογικό μυθιστόρημα όπως η μικρή αδερφή της, τη δόξα όμως έκλεψε εξαρχής
η Κλαρίσε. Ο πατέρας τους ασχολήθηκε με το εμπόριο και ήταν πολύ θρησκευόμενος,
μελετητής των εβραϊκών κειμένων, ιδιαίτερα του Ταλμούδ και του Λεβιτικού και
σιωνιστής, παράγοντας της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Το 1929 πέθανε η
μητέρα της κι η οικογένεια μετακόμισε στο Ρίου ντε Ζανέιρου το 1935. Η Κλαρίσε,
κατά δικές της δηλώσεις, άρχισε να γράφει τις μικρές της ιστορίες μόλις έμαθε γραφή
κι ανάγνωση. Έστειλε επανειλημμένα πολλές στην τοπική επιθεώρηση που δημοσίευε
και παιδικά πρωτόλεια αλλά τις απέρριπταν διότι «ήσαν σκέτες αισθήσεις», δεν
είχαν «αρχή, μέση και τέλος».
Το 1939 άρχισε να σπουδάζει Νομικά στο πανεπιστήμιο του Ρίου και το
1940 πέθανε ο πατέρας της τον οποίο θαύμαζε. Έπιασε δουλειά στο Εθνικό
Πρακτορείο Ειδήσεων, δίπλα στον λογοτέχνη και χρονικογράφο Φερνάντο Σαμπίνου
που έγινε καρδιακός φίλος και συμβουλάτορας της μέχρι τον θάνατό της. Το 1942
έγινε συντάκτρια στην μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα «Α Noite» (Η Νύχτα),
όπου δημοσίευσε μερικά διηγήματά της.
Το 1943 παντρεύτηκε με τον συμφοιτητή της Μάουρυ Γκουρζέλ Βαλέντε και
πήρε πτυχίο.
ΤΟ 1944, μετά από περιπετειώδεις απορρίψεις από σειρά εκδοτικών οίκων,
βλέπει το φως της δημοσιότητας το πρώτο της βιβλίο «Κοντά στην άγρια καρδιά»,
που διχάζει τους κριτικούς. Κάποιοι υποστήριξαν ότι η νεαρή συγγραφέας
βρισκόταν υπό την ισχυρή επίδραση του Τζέιμς Τζόυς και της Βιρτζίνιας Γούλφ,
για την γλωσσοπλαστική της δεινότητα, το σπάσιμο της συνέχειας του χωρόχρονου
και την ενδοσκοπική ματιά της ενώ η ίδια δεν τους είχε ακόμη διαβάσει, άλλοι
τόνισαν το «γυναικείο ταμπεραμέντο» στο γράψιμο (που η Λισπέκτορ δηλώνει
εξαρχής μακριά του), κάποιοι άλλοι ανέφεραν πως δεν καταλαβαίνουν καθόλου αυτό
το παράξενο έργο με την πρωτόφαντη γραφή, όπου η έμφαση δινόταν όχι στα πρόσωπα
αλλά στα αντικείμενα, στα οποία η νεαρή συγγραφέας εμφυσούσε ζωή και τους
χάριζε αυτόνομη πορεία. Ο κριτικός της εποχής Λάουρο Εσκορέλ υπογραμμίζει: «μία προσωπικότητα μυθιστοριογράφου
εντυπωσιακά εξέχουσα, για τα τεχνικά της μέσα και τη δύναμη της εξυπνάδας και
της ευαισθησίας της». Το άλλο
«αντίπαλο δέος» μεταξύ των σημαντικών κριτικών, ο Αντόνιου Καντίντου,
είδε στο μυθιστόρημα «μια εντυπωσιακή
προσπάθεια να φτάσει η ακατέργαστη πορτογαλική γλώσσα σε χώρους ελάχιστα
διερευνημένους μέχρι τότε, αναγκάζοντάς την να προσαρμοστεί σε μια σκέψη γεμάτη
μυστήριο. Κι αυτό το μυστήριο υποβοηθείται από μιαν υπερτονισμένη
εξπρεσσιονιστική γραφή, με νεωτεριστική μορφή».3 Οι περισσότεροι, πάντως,
βραζιλιάνοι κριτικοί της δεκαετίας του ‘40 θεωρούν το έργο «μη κατατάξιμο». Το
1945 το βιβλίο κερδίζει το Βραβείο του Ιδρύματος Γκράσα Αράνια της
βραζιλιάνικης Ακαδημίας Γραμμάτων (ένα από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά βραβεία
της Βραζιλίας) και βρίσκει μεγάλη απήχηση στο βραζιλιάνικο αναγνωστικό κοινό. «Έργο καινοφανές ήδη από τον τίτλο του, από μια φράση του αυτοβιογραφικού έργου του Τζόυς
«A portrait of the Artist as a Young Man» - -ένα πορτρέτο του καλλιτέχνη ως
νεαρού- (που αποσπάσματά του είχαν δημοσιευθεί το 1916 στην Ιρλανδία αλλά που
εκδόθηκε το 1944). «Κείμενο καινοφανές διότι ήταν ένα ψυχογραφικό
μυθιστόρημα, γυναικείο και «αστικό», εν μέσω ενός μυθιστορηματικού
βραζιλιάνικου κόσμου, αρσενικού, που διέπεται στο σύνολό του από στοιχεία αγροτικού
τοπικισμού και απλουστευτικής ηθογραφίας», σημειώνει η καταλανή καθηγήτρια
λογοτεχνίας Ελένα Λοσάδα Σολέρ στο κείμενό της για το σύνολο του έργου της
Λισπέκτορ, δημοσιευμένο στo «Γυναίκες και Λογοτεχνία» (Mujeres y Literatura), Βαρκελώνη, 1994.
Αντιλαμβανόμαστε, άρα, τις «λογοτεχνικές αναταράξεις» που προξένησε το
πρώτο μυθιστόρημα της Λισπέκτορ στους λογοτεχνικούς κύκλους της πατρίδας της.
Η ίδια, πάντως, δεν συμμετείχε σε αυτό το κλίμα κριτικής, αμφισβήτησης
ή και αποδοχής του έργου της, εφόσον επέλεξε να ακολουθήσει στην εμπόλεμη
Ευρώπη του 1944 τον διπλωμάτη πια σύζυγό της -εκούσα-άκουσα. Φτάνουν στη μεταμουσολινική Ιταλία και την
ίδια χρονιά ο Τζόρτζο ντε Κίρικο τής φιλοτεχνεί το πορτρέτο. (Στη δεκαετία του
’60 πολλοί άλλοι ζωγράφοι αποτύπωσαν τη μορφή της, όπως ο Κάρλος Σκλιάρ, από
τους σημαντικότερους βραζιλιάνους ζωγράφους του 20ου αιώνα). Το
ζεύγος μένει στη Νάπολη για δύο χρόνια όπου η Λισπέκτορ δουλεύει το δεύτερο
μυθιστόρημά της «O lustre» (Η λάμπα) και το εκδίδει
το 1946.
Μεταξύ 1946 και 1959 ζει στη Βέρνη της Ελβετίας, όπου γράφει το τρίτο
της μυθιστόρημα, «αυτό που μου αρέσει λιγότερο από όλα», όπως είπε, το «A cidade sitiada» (Η πολιορκημένη πόλη) και το εκδίδει
το 1949’ στην Αγγλία και στην Ουάσιγκτον, ακολουθώντας τον άντρα της στις διπλωματικές
του θέσεις. Αποκτάει δυο γιούς. Το 1954 έρχεται και η πρώτη μετάφραση του
«Κοντά στην άγρια καρδιά», στα γαλλικά, από τις εκδόσεις Πλον με εξώφυλλο του
Ανρί Ματίς. Ήδη από την Αγγλία σχεδιάζει το τέταρτο μυθιστόρημά της «A Maçã no Escuro» (Το μήλο στο σκοτάδι). Το μυθιστόρημα είναι και το θεωρούσε
και εκείνη το πιο καλοδομημένο και καλοδουλεμένο της έργο. Το έγραψε
τουλάχιστον 14 φορές. Κυκλοφόρησε το 1961. Το βιβλίο πήρε το βραβείο Κάρμεν
Ντολόρες Μπαρμπόζα.
Ενδιαμέσως έγραφε πλήθος διηγημάτων τα οποία περιελήφθησαν αργότερα σε
συλλογές. Το 1952 κυκλοφορεί τη συλλογή «Αlguns Contos» (Μερικά διηγήματα).
Παράλληλα, δημοσιογραφεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, συχνά με
ψευδώνυμο. ’Ήδη από τον καιρό της Νάπολης έγραφε χρονογραφήματα, είδος που
ανέπτυξε κατά τον δικό της τρόπο, παρεμβάλλοντας στις διηγήσεις της αποσπάσματα
από τα λογοτεχνικά της έργα αλλά ποτέ δεν το συμπάθησε ιδιαίτερα, ούτε και την
συμπάθησε, αν πιστέψουμε τα λεγόμενα των στενών της φίλων λογοτεχνών που δεν
έπαυαν να της κάνουν κριτική σχετικά. Εντούτοις, διακρίθηκε στο ταξιδιωτικό χρονογράφημα.
Το 1959 χωρίζει κι επιστρέφει στο Ρίου ντε Ζανέιρου, όπου ξαναρχίζει να
δημοσιογραφεί αυτή τη φορά και για βιοποριστικούς λόγους. Δημοσιεύει διηγήματά
της σε εφημερίδες και περιοδικά και γράφει χρονογράφημα σε διάφορα έγκυρα
περιοδικά και εφημερίδες. Από το 1967 μέχρι το 1973 είχε μια εβδομαδιαία στήλη
στην εφημερίδα του Ρίου με την μεγαλύτερη κυκλοφορία, Jornal do Brasil. Το 1968 αναλαμβάνει
για μεγάλο περιοδικό σειρά από συνεντεύξεις με προσωπικότητες της εποχής της κι
έτσι μας άφησε μεταξύ άλλων μία ωραία συνομιλία με τον χιλιανό ποιητή Πάμπλο
Νερούδα, το 1969 και άλλη μία, όπου
θίγεται το ζήτημα της σχέσης μεταξύ συγγραφής και μουσικής, με τον Τομ
Ζομπίμ, συνθέτη και γεννήτορα της βραζιλιάνικης μπόσσα νόβας μαζί με τον ποιητή
Βινίσιους ντε Μοράες. Μεταξύ 1960 και 1974 δημοσιεύει το μεγαλύτερο μέρος του
έργου της. Έτσι, το 1960 εκδίδεται η συλλογή «Laços de Família» (Οικογενειακοί δεσμοί) καθώς και το
θεωρούμενο ως ωριμότερο μυθιστόρημά της «A paixão segundo G.H» (Το πάθος σύμφωνα με το Α.Ε. = Ανθρώπινο Είδος), το 1969 το «Uma aprendizagem ou ο Livro dos prazeres» (Μία μαθητεία ή το Βιβλίο
των ηδονών), το 1971 η συλλογή διηγημάτων «Felicidade Clandestina» (Κρυφή ευτυχία)4 και το 1973 το
μυθιστόρημα-αφήγημα «Água Viva» (Ζωντανό νερό), που πολλοί κριτικοί θεωρούν το καλύτερό της
αντί του «Το πάθος σύμφωνα με το G.H.» Μόνο αυτό το
χειρόγραφο της σώζεται διότι η Λισπέκτορ δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την
υστεροφημία της και έτσι δεν φύλαγε τα πρωτότυπα χειρόγραφά της.
Το 1967 παθαίνει ένα φοβερό ατύχημα, βάζοντας φωτιά στο σπίτι από
αναμμένο τσιγάρο, την οποία προσπάθησε να σβήσει με τα χέρια. Με πολλή δυσκολία
σώθηκε το δεξί της χέρι από τον ακρωτηριασμό, αφήνοντας της ελάττωμα και εκτεταμένα
σημάδια. Από το 1974 μέχρι το 1977 που πέθανε από καρκίνο δημοσίευσε άλλες
τρεις συλλογές διηγημάτων και το μυθιστόρημα «A hora da Estrela» (Η ώρα της Σταρ) και είναι το μόνο μυθιστόρημά της που
αναφέρεται στα κοινωνικά προβλήματα της Βραζιλίας. Πριν να πεθάνει είχε περίπου
έτοιμο το συγκινητικό αφήγημα με δοκιμιακές παρεμβολές «Um sopro de vida» (Μια ανάσα ζωής) και υπότιτλο
«Pulsações» (Παλμοί), που δημοσιεύθηκε μετά
θάνατον.
Δίπλα στα μυθιστορήματα και στα διηγήματα, η Λισπέκτορ έγραψε και τρία
παιδικά βιβλία εν ζωή και άλλο ένα που δημοσιεύτηκε μεταθανάτια, τα δύο πρώτα,
όπως είχε πει «γιατί μου ζήτησε ο γιος μου να του γράψω». Για ένα από αυτά
βραβεύθηκε (Η γυναίκα που σκότωσε τα ψάρια). Έγραψε ακόμα και ποίηση που
δημοσιεύθηκε αφού πέθανε.
Παράλληλα με τη δημοσιογραφία, η
Κλαρίσε Λισπρέκτορ, πάλι για βιοποριστικούς λόγους, μετέφρασε και πολλά βιβλία
αμερικανών ιδίως και άγγλων αλλά και γάλλων συγγραφέων. Όσκαρ Ουάιλντ –το
πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι- πολλά έργα της Αγκάθας Κρίστι και των ‘Εντγκαρ Άλαν
Πόε, Τζακ Λόντον, Αν Ράις, Λίλιαν Χέλμαν, Ιουλίου Βερν, Χένρικ Ίψεν, Γκαρσία
Λόρκα, Πασκάλ Λαινέ. Οι μεταφράσεις της θεωρούνται υποδειγματικές.
Μεταξύ 1967 και 1975 έδωσε πολλές διαλέξεις για τη σύγχρονη
βραζιλιάνικη λογοτεχνία και τις τάσεις της στα περισσότερα πανεπιστήμια της
Βραζιλίας όπου σφυρηλατήθηκαν μόνιμοι δεσμοί με τους πανεπιστημιακούς κύκλους
για τούτο και το έργο της συνεχίζει να είναι ευρέως αντικείμενο πανεπιστημιακής
ανάλυσης.
Για το σύνολο του έργου της βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο του Εθνικού
Λογοτεχνικού Διαγωνισμού το 1976 και από το Πολιτιστικό Κέντρο της Περιοχής πρώην
Πρωτευούσης του Ρίου.
Πολλά διηγήματά της και αποσπάσματα από μυθιστορήματά της καθώς και τα
παιδικά της έργα διδάσκονται στα σχολεία και στα πανεπιστήμια σήμερα, τόσο στη
Βραζιλία όσο και σε άλλες χώρες, όπου οι «κλαρισεανές» σπουδές καλά κρατούν.
Τα έργα της ενέπνευσαν συνθέτες, τραγουδοποιούς και τραγουδιστές όπως
είναι οι σπουδαιότεροι τραγουδοποιοί της χώρας, ο Καετάνου Βελόζου και ο Σίκο
Μπουάρκε ντε Ολάντα, καθώς και η μεγάλη τραγουδίστρια Μαρία Μπετάνια.
Επιπλέον, πολλά μυθιστορήματα, αφηγήματα και διηγήματά της προσαρμόστηκαν
για το θέατρο, εκκινώντας από το «Κοντά στην άγρια καρδιά» το 1965, με τρεις
διαφορετικές προσαρμογές μέχρι σήμερα, το «A hora da Estrela» (Η ώρα της Σταρ), με πέντε
κ.ο.κ. Το «A hora da Estrela», εξάλλου, έγινε ταινία μεγάλου μήκους από την σκηνοθέτη
Σουζάνα Αμαράλ το 1985 και πήρε την Αργυρή Άρκτο και βραβείο καλύτερου
γυναικείου ρόλου για την πρωταγωνίστριά της Μαρσέλια Καρτάσου στο Φεστιβάλ του
Βερολίνου το 1986 και το Μέγα Βραβείο στο Φεστιβάλ της Μπραζίλια πάλι το 1986. Στον
κινηματογράφο και στην τηλεόραση έχουν μεταφερθεί άλλα οκτώ έργα της Λισπέκτορ.
Το 1999 εκδόθηκαν τα ‘Απαντά της.
Το «Κοντά στην άγρια καρδιά» έχει κάνει μέχρι σήμερα 16 εκδόσεις. Η
ελληνική μετάφραση έγινε από το πρωτότυπο της πρώτης έκδοσης του 1944.
Το σύνολο σχεδόν του έργου της έχει μεταφραστεί στις ΗΠΑ, Γαλλία, Ισπανία,
Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, Νορβηγία, Ρωσία, Σουηδία, Τουρκία, Πολωνία, Τσεχία.
Υπήρξε παροιμιώδης η συστολή της και η αποστροφή της να φωτογραφίζεται –αν
και εμφανισιακά υπήρξε εντυπωσιακή- όπως και να δίνει συνεντεύξεις, παρότι η
ίδια «αναγκαζόταν» όπως έλεγε να παίρνει. Ο σημαντικός λογοτέχνης και
δημοσιογράφος Ζοζέ Καστέλλο κατάφερε το 1976 να της αποσπάσει μια από τις
τελευταίες της, όπου γενικά έμενε σιωπηλή και ο λόγος της ήταν εξαιρετικά
φειδωλός, παραπέμποντας συνήθως στις βιογραφίες της που ήδη κυκλοφορούσαν.
- Γιατί γράφετε;
- Εσείς, γιατί πίνετε νερό;
- Γιατί διψάω.
- Θέλετε να πείτε ότι πίνετε νερό για να μην
πεθάνετε. Κι εγώ επίσης: γράφω για να μην πεθάνω.
Έναν χρόνο πριν από τον θάνατό της δέχτηκε να δώσει μία συνέντευξη στο TV Cultura του Σάου Πάουλου, στον
δημοσιογράφο Ζούνιου Λέρνερ, με τη δέσμευση ότι θα μεταδιδόταν μόνο αφού είχε πεθάνει.
Η συνέντευξη αναμεταδόθηκε το 2006 από όλα τα κρατικά κανάλια.
Εργογραφία
«Perto do coração selvagem» (Κοντά στην άγρια καρδιά), 1944, μυθιστόρημα.
«O lustre» (Η λάμπα), 1946, μυθιστόρημα.
«A cidade sitiada» (Η πολιορκημένη πόλη),
1949, μυθιστόρημα.
«Alguns contos» (Ορισμένα διηγήματα), 1952
«Laços de família» (Οικογενειακοί
δεσμοί), 1960, διηγήματα.
«A maçã no escuro» (Το μήλο στο
σκοτάδι), 1961, μυθιστόρημα
«A legião estrangeira» (Η λεγεώνα των ξένων), 1964, διηγήματα ανάκατα με
χρονογραφήματα.
«A paixão segundo G.H.» (Το πάθος σύμφωνα με το Α. Ε.), 1964,
μυθιστόρημα.
«Uma aprendizagem ou O livro
dos prazeres» (Μία μαθητεία ή το βιβλίο των ηδονών), 1969, μυθιστόρημα.
«Felicidade clandestina» (Παράνομη ευτυχία), 1971, διηγήματα.
«A imitação da rosa» (Η μίμηση του τριαντάφυλλου),
1973, διηγήματα.
«Água viva» (Ζωντανό νερό), 1973, ,
μυθοπλαστικό αφήγημα.
«A via-crucis do corpo» (Διά μέσου του σώματος), 1974,
διηγήματα.
«Onde estivestes de noite» (Πού ήσασταν τη νύχτα), 1974, διηγήματα.
«De corpo inteiro» (Μ’ ολόκληρο το κορμί), 1975
–Συνεντεύξεις που πήρε από προσωπικότητες της εποχής-.
«Visão do esplendor» (Όραμα μεγαλείου) 1975,
χρονογραφήματα.
«A hora da Estrela» (Η ώρα της Σταρ), 1977, μυθιστόρημα.
Μεταθανάτιες εκδόσεις
«Para não esquecer» (Για να μην ξεχάσω), 1978, διηγήματα σε επανέκδοση μαζί με
ορισμένα χρονογραφήματα.
«Um sopro de vida-Pulsações»
(Μια ανάσα ζωής –Παλμοί), 1978, αφήγημα.
«Quase de verdade» (Σχεδόν στ’ αλήθεια), 1978,
διηγήματα, ανάκατα με χρονογραφήματα και ρήσεις της Λισπέκτορ.
«A bela e a fera» (Η ωραία και το τέρας), 1979, ορισμένα εφηβικά
διηγήματα μαζί με δύο προθανάτια.
«A descoberta do mundo» (Η ανακάλυψη του κόσμου), 1984, χρονογραφήματα.
Παιδικά
«O mistério do coelho pensante» (Το μυστήριο του σκεπτόμενου
κουνελιού), 1967
«A mulher que matou os
peixes» (Η γυναίκα που σκότωσε τα ψάρια), 1969
«A vida íntima de Laura» (Η κρυφή ζωή της Λάουρας),
1974
«Cómo nasceram as estrelas» (Πώς γεννήθηκαν τ’ αστέρια), 1987
Αλληλογραφία
«Cartas perto do coração selvagem» (Γράμματα κοντά στην άγρια καρδιά), 2001 –Όλη η αλληλογραφία της με τον Φερνάντου Σαμπίνου και άλλους στενούς της φίλους λογοτέχνες και δημοσιογράφους σχετικά με την πορεία της συγγραφής του «Κοντά στην άγρια καρδιά» και του αντίκτυπου του βιβλίου όταν εκδόθηκε-.
«Correspondências-Clarice Lispector»,(Αλληλογραφία–Κλαρίσε Λισπέκτορ), 2002
«Correio Feminino» (Γυναικείο Ταχυδρομείο), 2006 –άρθρα της με ψευδώνυμο της δεκαετίας του ’50 για γυναικεία θέματα-.
***
Ένταξη του έργου της Λισπέκτορ στη σύγχρονη βραζιλιάνικη λογοτεχνία
Η σύγχρονη βραζιλιάνικη λογοτεχνία ορίζεται προδρομικά από τον Ζουακίν
Μαρία Μασάντου ντε Ασίς (1839-1908), τον «συνολικό» συγγραφέα –με την
αναγεννησιακή έννοια- και γεννήτορα του βραζιλιάνικου χρονογραφήματος, εκτός
των άλλων. Πριν από αυτόν είχε επικρατήσει ο ακαδημαϊσμός, έχουμε λογοτέχνες
που γράφουν με βάση τις επιταγές των πορτογάλων κατακτητών, δεν έχει ακόμη
διαμορφωθεί πολιτικά η χώρα και, ως εκ τούτου, ούτε και η κοινωνική συνείδηση,
ώστε να αντανακλαστεί στην εγχώρια λογοτεχνία. Δίπλα στον ακαδημαϊσμό ανθεί και
η νατουραλιστική ηθογραφία με έντονα στοιχεία τοπικισμού. Ο δε ρομαντισμός αναπτύχθηκε
από τους λογοτεχνικούς βραζιλιάνικους κύκλους μεταξύ της περιόδου 1822-χρονιά
της ανεξαρτησίας της Βραζιλίας από την Πορτογαλία- και του 1880 περίπου. Αυτό
το ρεύμα στη νέα ανεξάρτητη πια χώρα πήρε τη μορφή αναζήτησης της εθνικής
ταυτότητας με την υποστήριξη της κατάργησης της δουλείας, που πραγματοποιήθηκε
το 1871 και της ενσωμάτωσης των αυτοχθόνων στη νέα κοινωνία που αναδυόταν.
Εκπρόσωπος του ρομαντισμού υπήρξε ο ποιητής και πολιτικός Αντόνιου Κάστρου
Άλβες (1847-1871). Μόνη γυναίκα
λογοτέχνης, αστή, τον 19ο
αιώνα, υπήρξε η Ντιονίζια Γκονσάλβες Πίντου (1810-1885), που έγραψε με το
ψευδώνυμο Νίζια Φλορέστα, οπαδός ενός καθυστερημένου Διαφωτισμού, η οποία έζησε
μέγα μέρος του βίου της στην Ευρώπη, όπου και πέθανε.
Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου
στην ποίηση επικρατούσε ο παρνασσισμός και ο συμβολισμός. Στην πρόζα ο
Μασάντου ντε Ασσίς εισήγαγε τον ρεαλισμό, έχοντας περάσει ταχύτατα από τον
ρομαντισμό. Είναι ο πρώτος που, μέσω του μυθιστορήματος, άσκησε ανελέητη κριτική
στους υπάρχοντες θεσμούς και την υποκρισία της ανερχόμενης αστικής τάξης και
της πλουτοκρατικής τάξης της υπαίθρου με τους τσιφλικάδες.
Η πρωτοπορία προήλθε από την ποίηση, με προεξάρχοντες τα αδέρφια Μάριου
(1893-1945) και Όσβαλντ ντε Αντράντε (1891-1953). Αυτοί ορίζουν τη ρήξη με τις κυρίαρχες τότε
φόρμες. Τον Φεβρουάριο του 1922
διοργάνωσαν την «Εβδομάδα Σύγχρονης Τέχνης» στο Σάου Πάουλου. Το Σάου Πάουλου, η μεγαλύτερη πόλη της χώρας, βασικός τόπος
υποδοχής ευρωπαίων μεταναστών στα τέλη του 19ου και στις αρχές του
20ου αιώνα, χώρος ανάπτυξης της αστικής τάξης λόγω άνθισης της
βιομηχανίας, υπήρξε εξυπαρχής και η πόλη όπου άνθισαν οι τέχνες, περισσότερο
από την τότε πρωτεύουσα, Ρίου ντε Ζανέιρου. Η «Εβδομάδα» σηματοδοτεί την αφετηρία του
μοντερνισμού στη Βραζιλία.΄Ένα στοιχείο πρέπει να ληφθεί υπόψιν: Οι βραζιλιάνοι
λογοτέχνες δεν μιμήθηκαν τους ευρωπαίους ομοτέχνους τους της ίδιας περιόδου,
φαινόμενο που παρατηρήθηκε κατά κόρον στην υπόλοιπη λατινοαμερικάνικη
ισπανόφωνη ήπειρο. Και όχι μόνον αυτό, αλλά επικέντρωσαν στις βραζιλιάνικες
ρίζες ανασύροντας στην επιφάνεια το «ανθρωποφαγικό» στοιχείο της χώρας, εξ ου
και το φερώνυμο περιοδικό της εποχής «Ανθρωποφάγος». Θα έπρεπε, ίσως, εδώ να αναφέρουμε και την
επικράτηση της μαύρης και της λευκής μαγείας στη Βραζιλία ήδη από τον 16ο
αιώνα. Μέρος των αφρικανών που ήρθαν σαν σκλάβοι στη Βραζιλία ήσαν Σουδανοί.
Έφεραν, λοιπόν, μαζί τους και τη μαγεία, το φετίχ, υποκατάστατο του υπέρτατου
Όντος, του «Θεού», όπως τον αντιλαμβάνεται ο καθένας. Η Λισπέκτορ δεν δίστασε
το 1976 να παραστεί στο παγκόσμιο συνέδριο μαγείας, στην Μπογκοτά της Κολομβίας,
όπου αρκέστηκε να διαβάσει το διήγημά της « Το αυγό και η κότα», από τη συλλογή
«Felicidade clandestina», διήγημα
που είχε δηλώσει κατ’ επανάληψιν ότι δεν το καταλάβαινε ούτε αυτή η ίδια.
Στο Σάου Πάουλου εμφανίστηκε το κίνημα «Πράσινο-Κίτρινο» (τα εθνικά χρώματα)
πατριωτικό και συναισθηματικό, που αναζήτησε τις ρίζες του στον «αυτοχθονισμό»
δοκιμάζοντας να συσφίξει τις σχέσεις του με τους αυτόχθονες αμερικανο-ινδιάνους
τούπι. Εν τω μεταξύ, στα βορειανατολικά,
με επίκεντρο το Ρεσίφε (όπου μεγάλωσε η Λισπέκτορ), έγραψε τα μυθιστορήματά του
ο Λίμα Μπαρέτο (1881—1922), με γραφή συγγενή εκείνης της Λισπέκορ, ενδοσκοπική
και εσωστρεφή. Όταν έγραψε το «Κοντά στην άγρια καρδιά» η Λισπέκτορ δεν είχε
υπ’ όψιν της το έργο του. Είχε διαβάσει όμως τον Μασάντου ντε Ασσίς, δηλαδή τον
βραζιλιάνο Σολωμό της πρόζας.
Οι λογοτέχνες της «Εβδομάδας» εισήγαγαν τη ρήξη προς όλες τις
λογοτεχνικές κατευθύνσεις, αναζήτησαν την πρωτοτυπία παντού στον λόγο,
σπάζοντας όλων των ειδών τις φόρμες, ενδιαφέρθηκαν για όλες τις εκφάνσεις του
εθνικισμού και έκαναν στροφή στις ρίζες της χώρας, αποδίδοντας μεγάλη σημασία
στους αυτόχθονες της Βραζιλίας. Ο λόγος τους ήταν καταγγελτικός και ενσυνείδητα
προοδευτικός. Εντούτοις, η υπερβολική ουτοπία συνυπήρξε με ακροδεξιές τάσεις.
Η πρώτη περίοδος του μοντερνισμού (1922-1930) αναπτύχθηκε χέρι-χέρι με τη
δημιουργία του «Estado Novo», (Νέου Κράτους), από τον Ζετούλιου Βάργκας, μάλιστα ο Μάριου
ντε Αντράντε υπήρξε συνιδρυτής του Δημοκρατικού Κόμματος. Ο Ζετούλιου Βάργκας
κυβέρνησε νεποτικά από το 1930 ως την αυτοκτονία του το 1954, ακολουθώντας στην
πολιτική το εν πολλοίς λαϊκιστικό στυλ του αργεντινού Περόν. Εισήγαγε τη
Βραζιλία στον σύγχρονο κόσμο, έκανε τις αυτονόητες μεταρρυθμίσεις (Κοινωνική Ασφάλιση,
8ωρο, αγροτική μεταρρύθμιση, κατάργηση των μεγαλύτερων τσιφλικιών και αναδασμό
γης, εκβιομηχάνιση, ρυμοτομία) αλλά οι ντόπιες και διεθνείς συνθήκες δεν του
επέτρεψαν να προχωρήσει παραπέρα.
Την περίοδο αυτή η λογοτεχνία συμπορεύτηκε με την πολιτική του
Ζετούλιου. Υιοθέτησε τα βραζιλιάνικα της καθομιλούμενης και με μέσο ποικίλου
είδους και ύφους μανιφέστα, για παράδειγμα το εθνικιστικό μανιφέστο του 1925
από τον ποιητή Κάρλος Ντρουμόντ ντε Αντράντε (1902-1987) στο Ρεσίφε των κοινωνικών
και φοιτητικών εξεγέρσεων, διατυμπάνισε τον μοντερνισμό μέσω του τοπικισμού. Σ’
αυτό το ρεύμα εντάχθηκαν ο Γκρασιλιάνο Ράμος (1892-1953), ο σημαντικότερος
βραζιλιάνος πεζογράφος του 20ου αιώνα μαζί με την Κλαρίσε Λισπέκτορ
και τον Ζουάου Γκιμαράες Ρόζα (1908-1967), τον γλωσσοπλάστη της
βορειοανατολικής Βραζιλίας, που με το «Μεγάλο Σερτάο[u1] »* σημάδεψε τη βραζιλιάνικη λογοτεχνία όπως
η Λισπέκτορ στο φαντασιακό επίπεδο, ο λεπταίσθητος ποιητής Ζοζέ Λινς, η Ρακέλ
ντε Κεϊρόζ (1910-2003), μοναδική γυναίκα σημαντική πεζογράφος πριν από την
εμφάνιση της Λισπέκτορ, ο πολύ γνωστός και στην Ελλάδα Ζόρζε Αμάντου-με τον
τοπικιστικό μαγικό ρεαλισμό του- και ο μεγαλύτερος, ίσως, σύγχρονος ποιητής
Μανουέλ Μπαντέιρα (1886-1968) που παρουσιάζει αναλογίες με τον Σεφέρη.
Τα χρόνια 1928-1929 εκδόθηκε το περιοδικό «Ανθρωποφάγος» στο Σάου
Πάουλου με αντιπροσώπευση στο Ρίου ντε Ζανέιρου. Οι συντάκτες του
ευαγγελίζονταν την «ολιστική θεωρία», ενότητα κοινωνική, οικονομική και
φιλοσοφική, ατομισμό, συλλογικότητα θρησκειών, κλπ.
Η δεύτερη περίοδος του μοντερνισμού (1930-1945) ορίζεται από το
«συμμάζεμα» των ακροτήτων της πρώτης περιόδου. Σημειώνεται ανασύνταξη και
ανασύσταση των αξιών και διατύπωση της νέας αισθητικής τάξης πραγμάτων.
Παρατηρείται διεύρυνση του θεματικού περιβάλλοντος και η παραγωγή τόσο
στην πρόζα όσο και στην ποίηση είναι πλούσια. Η μεν πρόζα εκδηλώνει ανησυχίες
πολιτικό-οικονομικής και κοινωνικής υφής ενός ανώτερου ανθρωπισμού η δε ποίηση
διευρύνει την θεματική της προς φιλοσοφικές και θρησκευτικές αναζητήσεις. Γενιά σοβαρή, όπου επανέρχονται συμπρωταγωνιστικά στο προσκήνιο ο άνθρωπος και
τα δεινά του κόσμου τούτου για τα οποία οι λογοτέχνες αισθάνθηκαν υπόλογοι.
Αυτό είναι ένα σημείο με το οποίο τέμνεται η γενιά αυτή με την επόμενη, τη
γενιά του μετά-μοντερνισμού.
Το συναντάμε εξαιρετικά συχνά στη Λισπέκτορ. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι
στην ποίηση είναι ο Βινίσιους ντε Μοράες (1913-1980), ο «πάπας» της
μπόσσα-νόβας μαζί με τον μουσικό Τομ Ζομπίμ, ο Ζόρζε ντε Λίμα, η Σεσίλια
Μεϊρέλες (1901-1964), που αν και εμφανίζεται στην πρώτη περίοδο, το έργο της
εντάσσεται στη δεύτερη περίοδο και το ίδιο ισχύει και για τον Κάρλος Ντρουμόντ
ντε Αντράντε. Με αυτή τη γενιά παγιώνεται ο μοντερνισμός. Την διακρίνει ο
αναστοχασμός της εθνικής ιστορίας με χιούμορ και λεπτή ειρωνεία και η εμβάθυνση
της σχέσης εγώ-σύμπαν-κοινωνία. Στην πρόζα επικρατούν οι συγγραφείς του νορντέστε (του βορειοανατολικού
τμήματος), όπως η Ρακέλ ντε Κεϊρόζ (1910-2003), ο Έρικο Βερίσιμο (1905-1975), ο
Λούσιου Καρντόζου (1913-1968).
Η τρίτη περίοδος του μοντερνισμού (1945-1978)
και κατ’ άλλους η πρώτη του μεταμοντερνισμού, περιλαμβάνει τη λεγόμενη «γενιά
του ‘45», που παρουσιάζει αναλογίες με την ελληνική «γενιά του ‘30», ιδιαίτερα
ως προς τα υπερρεαλιστικά και μετα-υπερρεαλιστικά της στοιχεία. Η πρόζα
στρέφεται προς την εσωτερικότητα και την ενδοσκόπηση, το άτομο και την
προσωπική του πορεία πάνω στη γη. Η Κλαρίσε Λισπέκτορ θεωρείται η κυριότερη
εκπρόσωπός της. Ο αντίποδάς της είναι ο Γκιμαράες Ρόζα που στην περίοδο αυτή
δίνει και τον κύριο όγκο του έργου του. Με την ανάκληση του τοπικισμού και την
αναδημιουργία των εθίμων και της ντοπιολαλιάς των ανθρώπων του «σερτάο». Ο
Γκιμαράες Ρόζα συναντάται με την Λισπέκτορ στη διερεύνηση των δυνατοτήτων της
γλώσσας. Γιαυτό κι οι δυο τους αποκλήθηκαν «ενορχηστρωτές». Στην περίοδο αυτή
περιλαμβάνονται στη μεν ποίηση ο Ζουάου Καμπράλ ντε Μέλου Νέτου (1920-1999),
ποιητής δύσκολα κατατάξιμος, όπως και η Λισπέκτορ στην πρόζα, ο Λέντο ‘Ιβο
(1924-ήδη θανών-σ.σ. ), ο Ντάρσυ Νταμασένο (1939 - ) στην δε πρόζα οι πεζογράφοι Φερρέιρα
Γκουλάρ (1930-) και Αουτράν Ντουράντου (1926-), του οποίου η γραφή μοιάζει με
αυτή της Λισπέκτορ. Με τους τελευταίους, όπως και με τους Κάρλος Ντρουμόντ ντε
Αντράντε και Λούσιου Καρντόζου η Λισπέκτορ ανέπτυξε στενή φιλία. Ιδιαίτερη
περίπτωση θεωρείται ο Κάιο Φερνάντου Αμπρέου (1948-1996) που αν και νεώτερος
ηλικιακά κατατάσσεται στην ίδια γενιά και λόγω της αποσπασματικής γραφής του σε
αστικό περιβάλλον. Επηρεάστηκε εμφανώς από τη Λισπέκτορ.
Η δεύτερη και τρίτη γενιά του βραζιλιάνικου μοντερνισμού στην ουσία
συγχωνεύονται σε μία, δοθεισών και της ηλικίας που έδωσαν έργο και των
αισθητικών τους αναζητήσεων, με την προσπάθεια να εμβαθύνουν σε ένα εύθραυστο
«εγώ».
Σε αυτό το εν πολλοίς αντρικό λογοτεχνικό
τοπίο εμφανίζεται το 1944 ένας διάττων αστέρας, γυναίκα και νεαρή. Η μόνη άλλη
γυναίκα που έγραφε πρόζα μέχρι τότε ήταν η Ρακέλ ντε Κεϊρόζ, η πρώτη γυναίκα
ακαδημαϊκός και η οποία αντλούσε τη θεματολογία της όπως και οι αρσενικοί
ομότεχνοί της, από την ύπαιθρο, την πλουτοκρατική τάξη των τσιφλικάδων και με
εκτενείς νύξεις στους αγρεργάτες μιγάδες και τον μίζερο βίο τους. Η μόνη δε
«φτασμένη» ποιήτρια ήταν πάλι μία, η Σεσίλια Μεϊρέλες που θεωρείται η μεγάλη μαστόρισσα
- ποιήτρια της πορτογαλικής γλώσσας, ένθεν και ένθεν των ωκεανών.
Η νεόκοπη συγγραφέας κομίζει θεματολογία
αστική, και ιδίως ένα κείμενο του οποίου η δομή δεν έμοιαζε με κανένα
προηγούμενο. Δικαιολογημένα ειπώθηκε ότι «έρριξε ένα βράχο στις γαλήνιες
βραζιλιάνικες θάλασσες». Αχαλίνωτης φαντασίας μεταφορές, τα άψυχα να διαθέτουν
δική τους υπόσταση, σπάσιμο του χωρόχρονου, καταιγιστικά flash backs. Οι ομότεχνοί της και η
κριτική από τη μια εντυπωσιάστηκαν και την εγκωμίασαν από την άλλη την έψεξαν
ότι αυτό δεν είναι λογοτεχνία.
Ως νεοεμφανιζόμενη και σε μετεφηβική ηλικία, παρουσίασε ένα ημι-αυτοβιογραφικό βιβλίο της δικής της ως τότε πορείας ζωής.
Λίγα λόγια για το «Κοντά στην άγρια καρδιά» και όλο της το έργο
Η Λισπέκτορ εμφανίστηκε επίσημα στα βραζιλιάνικα γράμματα με αυτό το
βιβλίο που είχε πει πως έγραψε όταν ήταν 18 χρονών, μπαίνοντας διαμιάς στο
πάνθεο των μεγαλύτερων βραζιλιάνων συγγραφέων.
Γραφή ενδοσκοπική και
ψυχογραφική, επικέντρωση στις λεπτομέρειες και τα ασήμαντα περιστατικά της
καθημερινής ζωής. Δεν την ενδιαφέρουν τα γεγονότα αυτά καθεαυτά, την ενδιαφέρει
ο αντίκτυπος τους πάνω στη στάση και την πορεία του ανθρώπου,
δοκιμάζοντάς τα πάνω στους –ασθενείς- τύπους των έργων της. Στο σημείο αυτό
αναζητούνται ομοιότητες κι εκλεκτικές συγγένειες με τη γραφή της Βιρτζίνιας Γουλφ.
Η Λισπέκτορ όμως για αλλού τραβάει. Τα μικρά καθημερινά περιστατικά προξενούν αισθήσεις στους χαρακτήρες της Λισπέκτορ,
που στη Γουλφ είναι δημιουργική καταγραφή, ανάπτυξη, ανέλιξη και τελική πτώση. Οι
αισθήσεις στην γραφή της Λισπέκτορ αλλάζουν τις διαστάσεις του περίγυρου -χώρου
και χρόνου- τον αλλοιώνουν, τον γιγαντώνουν ή τον σμικρύνουν κατά περίπτωση,
περνώντας στη σφαίρα του φαντασιακού, του μαγικού, του μυστηρίου. Για τούτο
είπε ότι δεν είναι συγγραφέας αλλά κάποια που διαισθάνεται και μεταφέρει στο χαρτί «αισθήσεις». ‘Ετσι, η γραφή δεν είναι διανοητική διαδικασία για την
Λισπέκτορ, είναι αυθόρμητη προσέγγιση των γεγονότων μέσω των αισθήσεων, κι
όμως, το αποτέλεσμα είναι πρόζα ύψιστης διανόησης.
Τρία βασικά στοιχεία ανιχνεύονται σε όλο της το έργο, αρχής γενομένης
από το «Κοντά στην άγρια καρδιά»:
Η διάθεση για παραβατικότητα
ή παραβίαση (οι ήρωες παραβιάζουν
σταθερά τους υπάρχοντες κανόνες ύπαρξης, φέρεσθαι και αισθάνεσθαι, ωθώντας πέρα
από τα όρια)’ στο «Κοντά στην άγρια καρδιά» η Ζουάνα λέει: «έκλεψα γιατί μπόρεσα»’ η σιωπή, ιδιαίτερα η επιστροφή
στην αρχέγονη σιωπή του σύμπαντος και η μουσική
που δημιουργείται και γιγαντώνεται από
το τίποτα (από το ναδίρ του σύμπαντος), από τη ίδια τη σιωπή καταρχήν. Άρα, τα
δύο τελευταία στοιχεία είναι αναπόδραστα αλληλένδετα στη γραφή της Λισπέκτορ. Για
το πρώτο στοιχείο θα έπρεπε να πούμε πως όλο της το έργο είναι «παραβατικό»,
υπό την έννοια της «αυθαιρεσίας», της συνειδητής παραβίασης όλων των ειδών των
κανόνων, δικαίου, ύπαρξης, λεκτικών, στον βαθμό που επιδιώκει από το πρώτο της
ήδη μυθιστόρημα «Κοντά στην άγρια καρδιά» να σπάσει τους μέχρι τότε
αφηγηματικούς κανόνες, να προσπεράσει τις υπάρχουσες φόρμες και να ξεκινήσει το
μακρύ ταξίδι της αναζήτησης νέων εκφραστικών μέσων, με απόλυτο εργαλείο της τη
γλώσσα.
Τα δύο, όμως, κεφαλαιώδη ζητήματα που θέτει η Λισπέκτορ είναι το θέμα
της ταυτότητας και μάλιστα
κατά τον σωκρατικό τρόπο «Ποιος/ποια είμαι εγώ» (εδώ η απάντησή της είναι
σταθερά η ίδια σε όλο της το έργο: εγώ είμαι ένα μυστήριο, για μένα την ίδια
σαν συγγραφέα, σαν ατομική πορεία, το ανθρώπινο γένος, κατ’ επέκτασιν, αποτελεί
το μέγα μυστήριο του σύμπαντος, όντας μέρος του ίδιου αυτού μυστηριώδους σύμπαντος)
και, το πρόβλημα των ορίων στη χρήση της
γλώσσας.
Σχετικά με το πρώτο: διατρέχει το έργο της Λισπέκτορ μέχρι το «Una aprendizagem» (Μία μαθητεία), όπου
φαίνεται πως το επιλύει, έστω και προσωρινά, μέσω της ερωτικής ταύτισης και
απόλυτης ένωσης μιας γυναίκας με έναν άντρα = «εμείς είμαστε ένα». Εντούτοις, στα ύστερα έργα της αναφύεται και
πάλι το ερώτημα, ιδιαίτερα στο προθανάτιο ημι-αυτοβιογραφικό της αφήγημα « Um sopro de vida» (Μια ανάσα ζωής), όπου ξανά-αναρωτιέται
για το τι λογής πράγμα είναι ο άνθρωπος, με ποια ταυτότητα υπάρχει σ’ αυτή τη
ζωή και με ποια θα εξακολουθήσει να υφίσταται μετά θάνατον (από τα λεγόμενά
της, η Λισπέκτορ πίστευε ότι υπάρχει ένα είδος ζωής μετά θάνατον κι αναρωτιόταν
συνεχώς στα γραφτά της ποιος να είναι αυτός). Ξαναθέτει το μεγάλο ζήτημα της
σιωπής: «…Επικρατεί ολοκληρωτική σιωπή μέσα μου. Τρομάζω. Πώς να εξηγήσω ότι
αυτή η σιωπή είναι εκείνο που ονομάζω
το Άγνωστο; Το φοβάμαι.».5 Και στο
αποχαιρετιστήριο έργο της (Η ώρα της Σταρ, 1977), υιοθετώντας τα λόγια του
αφηγητή, δηλαδή της ίδιας, σημειώνει: «Είμαι
ολοσχερώς κουρασμένος από τη λογοτεχνία’ μόνο η βουβαμάρα με
συντροφεύει. Αν ακόμα γράφω είναι γιατί δεν έχω να κάνω τίποτα απολύτως στον
κόσμο ενόσω περιμένω τον θάνατο. Την αναζήτηση του λόγου στο σκοτάδι». Δοκιμάζει,
οπότε, να ορίσει οντολογικά το ανθρώπινο είδος, την πορεία του ανθρώπου, την
προσομοίωσή του στην εικόνα του Θεού, σαν υπέρτατου όντος, που μπορεί να είναι
και το διαστημικό σύμπαν, όπως και την κατάληξή του. Κι εδώ υπεισέρχεται το
άλλο κομβικό σημείο στη Λισπέκτορ: η
αποκάλυψη. Όχι όμως κατά τον ιουδαϊκό ή τον χριστιανικό τρόπο (πολλά έχουν
γραφεί και ειπωθεί για την επίδραση του ιουδαϊσμού στο έργο της, λόγω των εβραϊκών της καταβολών, η
ίδια, πάντως, πάλι σύμφωνα με όσα είχε πει, δεν υπήρξε ιδιαίτερα θρήσκα με βάση
καμιά θρησκεία), αλλά σαν να ανοίγουν οι ουρανοί του μυστηρίου και αυτό να
προσαρμόζεται αυτόματα σε ανθρώπινα μέτρα. Άρα, να καταργείται και να
απαντώνται, ως εκ τούτου, όλα τα ερωτήματα.
Σύμφωνα με τους πλείστους όσους αναλυτές του έργου της, η Λισπέκτορ
πρωτοτυπεί, εκτός τόσων άλλων, διότι θέτει ερωτήματα, τι είναι ο άνθρωπος και η
ανθρώπινη φύση, προς τα πού πηγαίνει, τι εμποδίζει την πορεία του, βάζοντας εδώ
και το μέγα ζήτημα της ιστορικής διαδρομής του ανθρώπινου γένους, γιατί το
ανθρώπινο ον βρίσκει μπροστά του τη δυστυχία, τι είναι η ευτυχία για τον καθένα
άνθρωπο ξεχωριστά και για ολόκληρη την ανθρωπότητα, τρόποι και μέσα πραγμάτωσης
του ανθρώπου (σημείο που το απαντάει με τη δημιουργία και όλως ιδιαιτέρως για
κείνην, με το γράψιμο). Δεν απαντάει τα
ερωτήματα, δεν έχει τη δύναμη ή την ικανότητα, τα εναποθέτει σε ανώτερες
δυνάμεις (Θεός, σύμπαν, φυσικές δυνάμεις), αρκείται στο να τα θέτει.
Το σύμπαν, η συνεχής αναγωγή του στο ζωϊκό και φυτικό βασίλειο, οι ενσώματες
και σωματοποιημένες διαστάσεις που τους αποδίδει η Λισπέκτορ, οι υπερφυσικές
δυνάμεις που αποδίδει στην χλωρίδα και την πανίδα δεν είναι τίποτα άλλο από την
αέναη προσπάθεια να συλλάβει τα ανθρώπινα και τις αθέλητες αιτίες που
περιορίζουν την απρόσκοπτη προσωπική και ιστορική τους πορεία.
Και ερχόμαστε στο κεντρικότερο σημείο στη γραφή της Λισπέκτορ, το γλωσσικό ιδίωμα. Αν σπάζει τον
χωρόχρονο όπως πολλοί μοντερνιστές συγγραφείς του 20ου αιώνα (όπως για
παράδειγμα στη δεκαετία του ’60 οι κυριότεροι εκπρόσωποι του «νέου γαλλικού
μυθιστορήματος» Αλαίν Ρομπ Γκριγιέ και Ναταλί Σαρώτ, μεταξύ άλλων), αυτό δεν θα
μπορούσε να θεωρηθεί πρωτοτυπία. Εξάλλου, το ίδιο δεν έκανε κι ο Τζόυς με τον
οποίο την παρομοίασαν; (και ο οποίος, σύμφωνα με όσα έχει δηλώσει η Λισπέκτορ, της
«έπεσε» βαρύς σ.τ.σ). Το θέμα στη γραφή της Λισπέκτορ είναι πως ούτε καν
δημιουργεί καινούργιες λέξεις 6, απλά, χρησιμοποιεί έτσι τις υπάρχουσες που ωθεί
τη γλώσσα στα όριά της ως εργαλείο της ανθρώπινης έκφρασης, προκαλώντας
αισθητικό νεωτερισμό. Η χρήση των συνηχήσεων και παρηχήσεων, η συνεχής εναλλαγή
φωνηέντων και συμφώνων, τεχνοτροπία που εγκαινιάζεται με το «Κοντά στην άγρια
καρδιά», δημιουργεί ένα αποτέλεσμα όπου το μέτρο, η αρμονία και η μουσικότητα
έχουν την τιμητική τους. Επιπλέον οι μεταφορές της είναι τόσο καινοφανείς και
ριζοσπαστικά πρωτότυπες που δημιουργούν συχνά ποιητικό αποτέλεσμα χωρίς να
είναι αυτή η πρόθεση της συγγραφέως. Τα έργα της Λισπέκτορ δεν είναι ποιητική
πρόζα, με μέσο, μάλιστα, την αυθορμησία του «αισθάνεσθαι». Ίσως το αποτέλεσμα να είναι κάποτε ποιητικό σε μερικά από τα έργα της, η πρόθεση όμως δεν
είναι καθόλου αυτή. Μεταφέρει αισθήσεις μέσα από τη «σωματοποίηση» των άψυχων
και των στοιχείων της φύσης. Τα χρώματα αποκτούν διαστάσεις, τα φυτά παίρνουν
σχήματα ζώων σε διαρκή μεταλλαγή (τα φυτά
συστρέφονταν σαν φίδια ή …το
νήμα του καθαρού νερού τρέμοντας πάνω στον τραχύ τοίχο, λέει στο κεφάλαιο
«Το ταξίδι», στο «Κοντά στην άγρια καρδιά»). Και όλα προσεγγίζονται πρώτα με το σώμα, ανιχνευτικά στην αρχή μέχρι
την πλήρη ένωση τελικά. Αυτός ο τρόπος γραφής, «σωματοποιημένος» και ενσώματος,
εκρηκτικός και συνάμα λιτός με μιαν οικονομία που εκπλήσσει, μαζί με το αέναο
παιχνίδι των λέξεων σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, γίνεται αξίωμα στο έργο
της και συνιστά την ιδιομορφία της γραφίδας της.
Ο τρόπος που γράφει είναι εσωτερικός, όλα, σπαράγματα από σκέψεις,αισθήσεις,
συναισθήματα, αμφιβολίες, σύγχυση ταυτότητας, μαρτύριο, μυστήριο, εκκινούν από
τα έγκατα των χαρακτήρων (από τα ίδια τους τα σωματικά σπλάχνα) κι ανελικτικά ξεσπούν σε μιαν οργιώδη έκρηξη, βγαίνοντας
έξω στο φως, μέσω της αποκάλυψης-λύσης-τέλους όπως την αντιλαμβάνεται η
ιδιοσυγκρασία της συγγραφέως.
Πολλοί κριτικοί χαρακτήρισαν τη γραφή της εξπρεσσιονιστική, άλλοι τόσοι
μεταστρουκτουραλιστική και ορισμένοι υπερρεαλιστική ή και μετά-υπερρεαλιστική,
ιδιαίτερα σε ορισμένα διηγήματά της, όπως στο «Mistério em Sāo Cristóvāo» (Μυστήριο
στο Σάου Κριστόβαου),από τη συλλογή «Α Imitaçāo da rosa» (Η μίμηση του τριαντάφυλλου),
1973.
Άλλο καίριο στοιχείο του έργου της είναι ο εσωτερικός μονόλογος (η Ζουάνα στο «Κοντά στην άγρια καρδιά»
στήνει ολόκληρες κουβέντες με τον εαυτό της, με την κούκλα της, με το ανθρωπάκι
που επινοεί για να παίζει μαζί του). Με αυτή την έννοια, η αφήγηση λες και
κατασκευάζει τεχνητά παλιρροϊκά κύματα όπου οι μονόλογοι που στήνουν μέσα τους οι χαρακτήρες εναλλάσσονται διαρκώς
με τη συνέχιση της ιστορίας που διηγείται η συγγραφέας.
Η αποσπασματική και κατακερματισμένη αφήγηση δεν προκαλεί προβλήματα ροής στην αφήγηση και στην ανέλιξη της–πρωτογενούς- πλοκής ούτε και στην κατανόηση του λόγου που αρθρώνεται. Μόνο στο «Água Viva» (Ζωντανό νερό) η αφηγηματική ροή καταστρατηγείται μέχρι την τελική εξουθένωση. Σπάζοντας την τάξη, το επίκεντρο, την –στοιχειώδη έστω- αφηγηματική δομή κατά Λισπέκτορ, καταργώντας τους –έτσι κι αλλιώς εύθραυστους- χαρακτήρες, επιβάλλει μία μονοπρόσωπη φωνή που αρθρώνει λόγο αυτοσχεδιαστικό σε στυλ καλειδοσκοπίου. Με μόνη πρόθεση να συλληφθεί η πραγματική διάσταση του λόγου και η ένταση του συμβάντος τη στιγμή ακριβώς που εκφέρεται ο λόγος και μεταφέρεται αυτόματα στο χαρτί. Γνωρίζουμε ότι η Λισπέκτορ είχε ενδιαφερθεί από τα πρώτα της νεανικά χρόνια για την «αυτόματη γραφή». Δεν θέλησε ή δεν πρόλαβε να πειραματιστεί παραπέρα, με την εξαίρεση του «Água Viva» και κάποιων σπαραγμάτων στο «Um sopro de vida».
Είτε πειραματίζεται κι άλλο είτε ακολουθώντας τις φόρμες που η ίδια
χάραξε, η Λισπέκτορ προκαλεί συγκίνηση και μέθεξη, απέχει, δηλαδή, παρασάγγας
από το να δημιουργεί εγκεφαλικές, αποστασιοποιημένες και ερμητικές κατασκευές,
το αντίθετο. ‘Οπως είχε τονίσει και η ίδια στις συνεντεύξεις της: «ζητάω
υπερβολικά πολλά από τον αναγνώστη, επιζητώ την ενεργητική συμμετοχή του», μία
πραγματική ανά-γνώση. Γιαυτό και μετά την ενεργή ανάμειξη του αναγνώστη η
Λισπέκτορ θεωρεί ότι τα όρια αναγνώστη-συγγραφέα γίνονται δυσδιάκριτα,
παρέχοντας τη δυνατότητα εναλλαγής των ρόλων. Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς
τι συμβαίνει με τους μεταφραστές της. Όσο ζούσε, πάντως, εξέταζε ενδελεχώς τις
μεταφράσεις των έργων της σε άλλες γλώσσες, όντας μεταφράστρια και η ίδια και επιμένοντας
στην ακρίβεια, ιδιαίτερα της στίξης. Ένα χαριτωμένο ανέκδοτο αναφέρει πως στην
ιταλική μετάφραση του διηγήματος «Μία κότα» και του κεφαλαίου «Η θεία», από το
«Κοντά στην άγρια καρδιά» από τον έγκυρο μεταφραστή Μάριο Νάτι, η Κλαρίσε
Λισπέκτορ έχει σημειώσει στο τέλος, μετά από πολλές παρατηρήσεις στο περιθώριο:
«μεταφρασμένα από τον Ουγκαρέττι κι από μένα»!
‘Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι η σημειολογία των τίτλων που επιλέγει –αυστηρά και πάντα μόνη της- η Κλαρίσε Λισπέκτορ. Αν εξαιρέσουμε το «Κοντά στην άγρια καρδιά», που θεωρείται πως δανείσθηκε από το μυθιστόρημα του Τζόις με όλη τη νεανική της φρεσκάδα, οι περισσότεροι τίτλοι των βιβλίων της παραπέμπουν σε βιβλικές αναφορές. («Το μήλο στο σκοτάδι», που παραπέμπει στον Αδάμ και την Εύα, «Μία ανάσα ζωής» στο Λεβιτικό, η ηρωϊδα της Μακαμπέα στο «Η ώρα της Σταρ» κ.λ.π.)
Η Κλαρίσε Λισπέκτορ γράφει απλά, γράφουν στο χαρτί τα συναισθήματα και οι αισθήσεις του συγγραφέα εκ μέρους της αλλά αυτό το καινούργιο που κομίζει στην παγκόσμια λογοτεχνία του 20ου αιώνα είναι ότι φτάνει στα όριά του τον διαισθητικό τρόπο με τον οποίο το ανθρώπινο όν (ιδιαίτερα μία γυναίκα) συλλαμβάνει το σύμπαν και τον εαυτό του/της μέσα σε αυτό, με κύριο εργαλείο τη γλώσσα, ωθώντας την και αυτήν στο όριό της. Το να εξετάζει κανείς το έργο της Λισπέκτορ είναι σαν να εξετάζει τα όρια της γλώσσας.
Είπε: «Εγώ ποτέ δεν αποδέχθηκα
τον ρόλο του επαγγελματία συγγραφέα, είμαι ερασιτέχνης. Η υποχρέωσή μου να
γράψω είναι δέσμευση απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό. Γράφω όποτε θέλω διότι
επιθυμώ να διατηρήσω την ελευθερία μου στο γράψιμο» (…) «δεν έκανα παραχωρήσεις». (…) «Γράφω για να σωθώ, όταν γράφω ζω, όταν
έχω κενές περιόδους τότε φυτοζωώ και ρίχνομαι πάλι σε νέα περιπέτεια, αρχίζω
κάτι νέο για να σώσω τον εαυτό μου». (…) «Γεννήθηκα για να γράψω. Κάθε βιβλίο
μου είναι μια επώδυνη κι ευτυχισμένη έναρξη. Αυτή η ικανότητα να ανανεώνομαι εξ
ολοκλήρου όσο περνάει ο καιρός και που εγώ αποκαλώ να ζω και να γράφω». Κάποτε-* κανείς δεν με καταλάβαινε, τώρα με
καταλαβαίνουν (…) με αποκάλεσαν ερμητική. Πώς γίνεται να είναι κανείς δημοφιλής
όντας ερμητικός….Εγώ με καταλαβαίνω. Για μένα, δεν είμαι ερμητική». (…) «κατά
βάση γράφω απλά». «Είμαι ντροπαλή και
συνάμα τολμηρή». «Το να γράφω σημαίνει να προσπαθώ να καταλάβω, σημαίνει να
προσπαθώ να αναπαράγω το μη αναπαραγόμενο» (…) «Η δημιουργική διαδικασία είναι
ένα μυστήριο που, ευτυχώς, μου διαφεύγει». (…) «Θεωρώ ότι όταν δεν γράφω είμαι
νεκρή».
Μερικές ρήσεις από την τελευταία της συνέντευξη στο Ειδικό Πανόραμα του
ΤV Cultura του Σάου Πάουλου, την 1η
Φεβρουαρίου 1977.
Είπε ακόμα7 :«Γεννήθηκα για να γράφω, να δίνω αγάπη και να αναθρέψω τα
παιδιά μου». «Οι λέξεις είναι το βασίλειο μου πάνω στον κόσμο τούτο». «Γράφω
πολύ απλά και πολύ γυμνά’ για τούτο κι αυτό πληγώνει».
«Η ψυχολογική ματιά με κάνει να χάνω την υπομονή μου’ είναι μόνο
εργαλείο μεταφοράς/μετάβασης».
«Κατά δύο τρόπους υπάρχω: στη ζωή παρατηρώ πολύ, ενεργητικά, έχω την
αίσθηση του γελοίου, του καλής ποιότητας χιούμορ, της ειρωνείας και συμμετέχω
σε κάτι ή παίρνω το μέρος κάποιου. Γράφοντας, οι παρατηρήσεις μου είναι, τρόπον
τινά, παθητικές, τόσο εσώτερες που γράφονται παράλληλα με τη στιγμή που τις
αισθάνομαι, σχεδόν χωρίς αυτό που λέγεται διαδικασία. Για τούτο, κατά το γράψιμο, δεν διαλέγω, δε
μπορώ να πολλαπλασιαστώ επί χίλια, νιώθω φρικτά ερήμην μου». «Το να γράφω
σημαίνει να καταλαβαίνω καλύτερα (…) γράφοντας έρχομαι αντιμέτωπη με τις πιο ανέλπιστες
εκπλήξεις, συνειδητοποιώ πράγματα, αντιλαμβανόμενη ότι τα γνωρίζω ενώ πριν δεν
ήξερα ότι τα γνωρίζω.». «Είμαι τόσο μυστηριώδης που δεν με καταλαβαίνω ούτε εγώ
η ίδια. Προχωράω σιγά-σιγά, για πού δεν
το ξέρω’ σε γενικές γραμμές προς περισσότερη αγάπη για όλα, προς το πιο
ανθρώπινο». «Με διακατείχε πάντα μια
βαθιά αίσθηση της περιπέτειας και το να γράφω είναι κάθε φορά να ρίχνομαι σε
μια νέα περιπέτεια». (-τα γραφτά μου-
«δεν έχουν ορισμένο στυλ, είναι ένα μη στυλ»).
Η Λισπέκτορ κατηγορήθηκε συχνά από τους συγχρόνους της για ελιτισμό, ότι
είναι κλεισμένη σε «ελεφάντινο πύργο», ότι αγνοεί τον κοινωνικό παράγοντα στα
βιβλία της, δεν είναι «στρατευμένη» 8, ασχολούμενη αποκλειστικά με το «εγώ»,
αρκούμενη στον ατομικισμό της μεσαίας αστικής τάξης στην οποία ανήκε και δεν
γράφει για κοινωνικά προβλήματα, όντας θρέμμα μιας χώρας όπου τα κοινωνικά
ζητήματα βρίσκονται στο επίκεντρο της καθημερινότητας και οι διανοούμενοι οφείλουν
να γράφουν για αυτά. Πολύ περισσότερο, που μεγάλωσε στα βορειοανατολικά, λίκνο
κοινωνικών προβλημάτων και κέντρο κοινωνικών αγώνων. Όντως, μόνο το «A hora da Estrela» (Η ώρα της Σταρ), το
τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε εν ζωή, θίγει τέτοιου είδους ζητήματα. Η ίδια
ένιωσε την ανάγκη να το εξηγήσει αυτό αναφέροντας :9
{«Η ανοχή μου σε σχέση με τον εαυτό μου ως άνθρωπος που γράφει είναι να μου συγχωρώ το γεγονός ότι δεν ξέρω πώς να εκφραστώ «λογοτεχνικά» (αυτό πάει να πει να μεταμορφώσω τη σφοδρή οργή σε τέχνη) σχετικά με τα «κοινωνικά ζητήματα». Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου τα κοινωνικά γεγονότα είχαν για μένα μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε άλλα: στο Ρεσίφε οι παραγκουπόλεις -των μεταναστών της στέρφας ενδοχώρας του βορειοανατολικού τμήματος της χώρας- υπήρξαν η πρώτη μου αλήθεια. Πολύ πριν αισθανθώ την «τέχνη», ένιωσα τη βαθιά ομορφιά του αγώνα. Το ζήτημα της δικαιοσύνης για μένα είναι μια τόσο πρόδηλη αίσθηση που δεν καταφέρνει να με εκπλήξει και χωρίς να εκπλαγώ δεν καταφέρνω να γράψω. Κι επίσης διότι το να γράφω είναι προσπάθεια. Η αίσθηση της δικαιοσύνης δεν υπήρξε ποτέ προσπάθεια για μένα (…) κι εκείνο που με τρομάζει είναι πως αυτή η αίσθηση της δικαιοσύνης δεν είναι πρόδηλη για όλους. Στην πραγματικότητα νιώθω στρατευμένη. Όλα όσα γράφω συνδέονται, τουλάχιστον μέσα μου, με την πραγματικότητα που βιώνουμε»}.
Είπαν για αυτήν:
«Υπάρχει μία λογοτεχνία π.Κ (προ Κλαρίσε) και μ.Κ (μετά Κλαρίσε)», Ελέν
Σιξούς, γαλλίδα φιλόσοφος, πανεπιστημιακή και συγγραφέας. Hélėne Cixous, Le rire sur la méduse. Essais sur
l´éctriture, Paris, 1977. 10
«Η γραφή της Κλαρίσε Λισπέκτορ ανά-κίνησε τη λογοτεχνική γλώσσα. Σαν
πέτρες που κυλάνε. Σαν ένας σεισμός. Την έσπρωξε, τοποθετώντας την πιο κοντά
στην ακροτελεύτια γραμμή της. H Κλαρίσε Λισπέκτορ άλλαξε οριστικά
την κατεύθυνση της πορείας της βραζιλιάνικης λογοτεχνίας». Αντόνιο Καντίντου,
βραζιλιάνος κριτικός και λογοτέχνης.
«Προσοχή, η Κλαρίσε δεν είναι συγγραφέας, είναι μάγισσα». Όττο Λάρα
Ρεζέντε, βραζιλιάνος συγγραφέας, σύγχρονος της Λισπέκτορ, από τους καλούς της
φίλους.
«Το να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο της Κλαρίσε Λισπέκτορ είναι σαν να
βλέπει τον κόσμο για πρώτη φορά», Σέρζιου Σαντ’ ΄Αννα (πανεπιστημιακός και λογοτέχνης).
Θα ήθελα να αφιερώσω αυτή την απόδοση στη μνήμη της φίλης μου Ειρήνης Φρέρη,
επιμελήτριας εκδόσεων και μεταφράστριας, που τον Απρίλη του 2003, στα 41 της
χρόνια, πέταξε αγνά κι αγγελικά, έτσι όπως έζησε, και η ανείπωτη ευαισθησία της
πήγε να συναντήσει την ευαισθησία της Κλαρίσε Λισπέκτορ, το έργο της οποίας
γνώριζε και αγαπούσε. Ελπίζω να βρήκαν κι οι δυο τους τη γαλήνη που ουτοπικά κι
απέλπιδα αναζητούσαν στην επίγεια ζωή τους.
Α.Ρ
Ναύπλιο, Αύγουστος 2006,
Αθήνα, Μάρτιος 2008
* κείμενο εντός ( - -): σ.τ.σ.
1. «Seleta de Clarice Lispector» (Επιλογή από την Κλαρίσε Λισπέκτορ), καθ. Ρενάτου
Κορντέιρου Γκόμες, κείμενο-μοντάζ, εκδ. Ζ. Ολύμπιου, Ρίου ντε Ζανέιρου,1975.
2 Καλύτερα έργα του θεωρούνται «O cego e a Dançarina» (Ο τυφλός κι η χορεύτρια), 1980 και «A fúria do corpo» (Η οργή του σώματος).
3. “La extraña lengua de Clarice Lispector” (Το παράξενο γλωσσικό ιδίωμα της Κλαρίσε Λισπέκτορ), του Luis Antõnio Mousinho Magalhaes, συνέντευξη
στην Rosangela Nuto, Ρίου ντε
Ζανέιρου, 1994.
4.Εδώ περιλαμβάνεται και το περίφημο διήγημά της « O οvo e a galinha» (Το αυγό και η κότα), που η
συγγραφέας ακόμα και στα στερνά της ομολόγησε ότι «Είναι η ιστορία που
περισσότερο καταλαβαίνω αλλά παραμένει ένα μυστήριο για μένα», (βλ. συνέντευξη
στο TV Cultura,1-2-1977). {«…Το αυγό βρήκε
την κότα, την κότα ούτε καν την συμβουλεύτηκαν….Το αυγό είναι η ψυχή της κότας»
…και η κότα; Το αυγό είναι η μεγάλη θυσία της κότας»}. οπ. π. εκδόσεις Rocco 1999.
5 Στο « Um sopro de vida» σελ. 47, εκδόσεις Rocco 1999.
6 «…Υπάρχουν πολλά πράγματα για
να ειπωθούν που δεν ξέρω πώς να τα πω. Λείπουν οι λέξεις. Μα αρνούμαι να εφεύρω
άλλες καινούργιες: οι υπάρχουσες οφείλουν να πουν αυτό που κατορθώνουμε να
πούμε και που είναι απαγορευμένο», στο «Uma aprendizagem…», σελ. 83.
Όντως, η Λισπέκτορ ελάχιστες νέες λέξεις εφηύρε, όπως το «sentimentação» (αισθηματοποίηση), στο «Πάθος
κατά Α.Ε.», σε αντίθεση με τον Guimarães Rosa (βλ. παραπάνω), ο οποίος επενόησε ουκ ολίγες λέξεις στα
πορτογαλικά, στηριζόμενος αρκετά στο ιδιαίτερο ιδίωμα της βορειοανατολικής
Βραζιλίας.
7 (Επιλογή…), οπ. π.
8 Η Λισπέκτορ υπήρξε, αντίθετα, εξαιρετικά ευαισθητοποιημένη στα
ταραγμένα πολιτικά δρώμενα της πατρίδας της. Ήδη το 1945 βρίσκουμε στην
αλληλογραφία της με τον Φερνάντου Σαμπίνου και τον σημαντικό λογοτέχνη Ρουμπέν
Μπράγκα (Rubem Braga), δημοσιευμένη το 2001 «Γράμματα
κοντά στην άγρια καρδιά», πολλά σχόλια για τα πολιτικά γεγονότα εκείνης της
χρονιάς, (οι γενικές εκλογές του 1945 έφεραν τέταρτο σε εκλογική δύναμη το
Κομμουνιστικό Κόμμα του Λουίς Κάρλος Πρέστες). Κατά τη μακρά περίοδο των
δικτατοριών στη Βραζιλία (1964-1985) αντέδρασε όσο της επέτρεπαν οι δυνατότητες
της εποχής. Το 1968 έλαβε μέρος στο Ρίου ντε Ζανέιρου στη γνωστή «Παρέλαση των
εκατό χιλιάδων» διανοουμένων, μελών του ξεσηκωμένου φοιτητικού κινήματος,
συνδικαλιστικών οργανώσεων και πλήθους κόσμου, κατά της στυγερής καταστολής του
στρατηγού Κόστα ε Σίλβα. Στη διοργάνωση της πορείας ηγετικό ρόλο έπαιξε και ο
στενός της φίλος Έλιο Πελεγκρίνο, ακτιβιστής, ψυχαναλυτής και γνωστός
συγγραφέας.
9 (Επιλογή…), οπ. π.
10 Οι φεμινίστριες της δεκαετίας του ΄70, περίοδος που το φεμινιστικό κίνημα στον προηγμένο δυτικό κόσμο γνώρισε το απόγειό του, διεκδίκησαν έστω και εμμέσως το έργο της Λισπέκτορ. Ιδιαίτερα η γαλλίδα φιλόσοφος, πανεπιστημιακή και συγγραφέας Ελέν Σιξούς που ενδιαφέρθηκε πολύ για το είδος αυτό της «σωματοποιημένης» γραφής και για τον τρόπο που παρουσιάζονται τα δύο φύλα στα βιβλία της Λισπέκτορ: αληθεύει ότι οι ανδρικοί χαρακτήρες των έργων της είναι αδύναμοι, {βλέπε Οτάβιου στο «Κοντά στην άγρια καρδιά», Οδυσσέας στο «Uma aprendizagem…»}, αντίθετα, οι γυναικείες φιγούρες της συγγραφέως θέλουν να είναι «ηρωίδες», στοιχείο το οποίο δείχνει να την στοιχειώνει στη γραφή της: {Η Ζουάνα στο «Κοντά στην άγρια καρδιά» θέλει να γίνει ηρωίδα (δες κεφ. «Η μητέρα»), η Λορελάι (-βλ. Βαλκυρία, Βάγκνερ-(Λόρι) η Σειρήνα κατά την Οδύσσεια του Ομήρου, στο «Uma aprendizagem…» είναι ο αντίποδας του Οδυσσέα, εδώ η συγγραφέας αντιστρέφει θαρρετά τους ρόλους, η Λόρι γίνεται Οδυσσέας κι ο Οδυσσέας (Ulysses) Πηνελόπη}.
Η Λισπέκτορ αν και προσεγγίζει τον τρόπο σκέψης του φεμινισμού και
φεμινίστρια –με όρους στράτευσης- δεν ήταν και η γραφή της προχωρεί πάρα πέρα
το ζήτημα της αναζήτησης ταυτότητας, χαρίζοντας αυτή την περιπέτεια και στους
άντρες και στις γυναίκες εξίσου, τρέφοντας την κοινή και για τα δύο φύλα αγωνία
του ορισμού της ταυτότητας και της ολοκλήρωσης τού όντος σε περιβάλλον
απρόσκοπτης ελευθερίας. Αναφορές στον πιθανό «φεμινισμό» στο έργο της Λισπέκτορ
βρίσκουμε και στο έργο της βορειοαμερικανίδας πανεπιστημιακής και ακτιβίστριας
Τι Γκρέις Άτκινσον «Το ημερολόγιο μιας
αμαζόνας» στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Να διευκρινιστεί εδώ ότι η Λισπέκτορ ένιωθε απώθηση για αυτό που έχει
αποκληθεί «γυναικεία γραφή» -να θεωρήσουμε, κατ’ επέκτασιν και «φεμινιστική»
γραφή;-, ήδη από το πρώτο της βιβλίο, «Κοντά στην άγρια καρδιά», παραδεχόταν,
εντούτοις, ότι τα έργα της δύσκολα θα μπορούσε να είχε γράψει ένας άντρας, στο
βαθμό που εκείνη, ως γυναίκα, συνελάμβανε τον κόσμο μέσω τον αισθήσεων και στη
συνέχεια «πνευματοποιούσε» αυτή τη σύλληψη, σε αντίθεση με έναν άντρα ο οποίος
συλλαμβάνει πρώτα διανοητικά τον ίδιο αυτόν κόσμο και, αν προκύψει, μετατρέπει
αυτή τη σύλληψη σε αίσθηση.
Α. Ρούβαλη: «Γυναίκες της Λατινικής Αμερικής»,
περιοδικό «Σκούπα» -για το γυναικείο κίνημα-, τ. 4, Ιούλιος 1980, σελ 94-95-96.
Α. Ρούβαλη: “Les problèmes spécifiques des femmes vus et défendus par les communistes français et par le Mouvement de Libération des Femmes” (Τα ειδικά προβλήματα των γυναικών όπως τα είδαν και τα υπερασπίστηκαν οι Γάλλοι κομμουνιστές και το Κίνημα για την Απελευθέρωση των Γυναικών), Πανεπιστήμιο Vincennes, Παρίσι, 1979, διατριβή.
Πηγές:
Όλα τα βιβλία της Κλαρίσε Λισπέκτορ (βλ. εργογραφία) και ‘Απαντα, εκδ. Rocco, Ρίου ντε Ζανέιρου, 1999.
- Συνέντευξη στο TV Cultura του Σάου
Πάουλου, ιστοσελίδα: http://www.tvcultura.com.br/aloescola/literatura/claricelispector/index.htm
- Elena Losada Soler:«Mujeres y
Literatura», Ángels Carabi y
Marta Segarra Eds. PPU, Barcelona, 1994.
- Ιστοστελίδες: http://www.releituras.com/clispector_bio1.asp και
- http:/pt.wikipedia.org/wiki/Clarice_Lispector, Βιογραφίες και σχόλια για την Κλαρίσε Λισπέκτορ.
- “La
extraña lengua de Clarice Lispector” Luis Antõnio Mousinho Magalhaes (Το
παράξενο γλωσσικό ιδίωμα της Κλαρίσε Λισπέκτορ), του Λουίς Αντόνιου
Μουζίνιου Μαγκαλιάες, συνέντευξη
στην Rosangela Nuto, Ρίου ντε Ζανέιρου, 1994.
- «Seleta de
Clarice Lispector» (Επιλογή από την Κλαρίσε Λισπέκτορ), prof. Renato Cordeira Gomes (καθ.
Ρενάτο Κορντέιρο Γκόμες), κείμενο-μοντάζ, εκδ. Ζ. Ολύμπιου, Ρίου ντε
Ζανέιρου, 1975.
- Olga Borelli: «Esboço para um possível retrato» Όλγκα Μπορέλλι: (Σκίτσο για ένα πιθανό πορτρέτο), εκδ.
Rocco, Ρίου ντε Ζανέιρου, 1978.
- Βιογραφία: Nádia Battella Gotlib « Clarice-Uma vida que se conta» Νάντια Μπατέλλα Γκόντλιμπ (Κλαρίσε-Μια ζωή που την αφηγείσαι), εκδ. Άτικα, Σάου Πάουλου, 1998, πολλές επανεκδόσεις.
- Benedito Nunes: «Clarice Lispector ou o naufrágio da introspecçāο»: Μπενεντίτο Νούνες: (Η Κλαρίσε Λισπέκτορ ή το
ναυάγιο της ενδοσκόπησης), Περιοδικό Colóquio-Letras no. 70, σελ 13, Νοέμβ.1982,
Λισσαβώνα.
- Περιοδικό “Cult” τ. 5,
5/12/1997, Σάου Πάουλου: Gilberto Figueiredo Martins: «Clarice e o crime»: Ζιλμπέρτου
Φιγκουεϊρέντο Μαρτίνς: (Η Κλαρίσε
και το έγκλημα).
- «O Pensamento Judáico em
Clarice Lispector», Sõnia Régis (Η Ιουδαϊκή σκέψη στην Κλαρίσε Λισπέκτορ), Σόνια Ρέζις,
Πολιτεία του Σάου Πάουλου, 14/05/1988.
- María Esther Gillio (Μαρία Έστερ Γκίγιο): «Η γυναίκα που δεν της άρεσε να
μιλάει», συνέντευξη, Ρίου ντε Ζανέιρου, 1975.
- ‘Αρθρο την επαύριο του θανάτου της: «Clarice morreu sem saber que morría» (Η Κλαρίσε πέθανε χωρίς να ξέρει ότι
πέθαινε), εφημερίδα Jornal da Tarde, 10
Δεκεμβρίου 1977, Ρίου ντε Ζανέιρου.
- «Το αρχείο της Κλαρίσε Λισπέκτορ»
άρθρο της Ελιάν Βασκονσέλος, επιμελήτριας του αρχείου της συγγραφέως,
Μουσείο της Λογοτεχνίας της Βραζιλίας,
Ίδρυμα «Σπίτι του Ρούι Μπαρμπόζα» (Fundaçãο Casa Rui Barbosa) , ιστοσελίδα: http://be.geocities.com/claricegurgelvalente/artigos_28.htm
- Alfredo Bosi: História concisa da
literatura brasileira, (επίτομη Ιστορία της βραζιλιάνικης λογοτεχνίας), εκδ. Cultrix, Σάου Πάουλου, 1982.
- Literatura Iberoamericana
[u1]*Σερτάο: ημιέρημος στην ενδοχώρα του βορειοανατολικού τμήματος της Βραζιλίας
για την Εισαγωγή-Επίμετρο:
©Αμαλία Ρούβαλη, όλα τα συγγραφικά δικαιώματα, στην συγγραφέα
Κοντά στην άγρια καρδιά
1η σελίδα δεξιά:
«Βρισκόταν μόνος. Αφημένος, ευτυχής,
κοντά στην άγρια καρδιά της ζωής».
Τζέιμς Τζόυς
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η γραφομηχανή του μπαμπά έκανε τακ τακ… τακ τακ τακ….Το ρολόι χτύπησε μ’ έναν ήχο υπόκωφο. Η σιωπή σερνόταν, ζζζζζζζ. Η ντουλάπα έλεγε τι; Ρούχα, ρούχα, ρούχα. ‘Οχι, όχι. Ανάμεσα απ’ το ρολόι, τη μηχανή και τη σιωπή, ακοή ασκημένη, ένα πελώριο αυτί τεντωμένο, ροδαλό, νεκρωμένο. Οι τρεις ήχοι ενωμένοι από το φως της μέρας και το θρόισμα στο φύλλωμα των δέντρων που αγγίζονταν μεταξύ τους ακτινοβολώντας.
Ακουμπώντας το κεφάλι στο αστραφτερό και κρύο βιτρώ κοίταγε κατά τον φράχτη τού γείτονα, κατά τον μεγάλο κόσμο απ΄τις κότες που «δεν ήξεραν ότι πρόκειται να πεθάνουν». Και μύριζε, λες κι ήταν δίπλα στη μύτη της, τη ζεστή γης, σκούρα, γιομάτη αρώματα και στεγνή κι όπου όλο και κάποιο σκουληκάκι σερνόταν πριν να καταβροχθιστεί από την κότα που θα έτρωγαν οι άνθρωποι.
Μια στιγμή μεγάλη, ακίνητη, δίχως περιεχόμενο. Άνοιξε τα μάτια, περίμενε. Τίποτε δεν είδε. Λευκό. Μα ξάφνου, σε μια στιγμή, η μέρα ξαναβρήκε το ρυθμό της κι όλα άρχισαν και πάλι να λειτουργούν, το τακ τακ της γραφομηχανής, το πούρο τού μπαμπά σκορπώντας τη μυρωδιά του, η σιωπή, τα φυλλαράκια, τα ξεπουπουλιασμένα κοτόπουλα, το φως, τα πράγματα ζωντανεμένα όλο βιάση, σαν τσαγερό που κόχλαζε. Έλειπε μόνο το τικ τακ του ρολογιού, που τόσο λάτρευε. Έκλεισε τα μάτια, έκανε σα ν’άκουγε τον ήχο από κείνη την ανύπαρκτη μουσική και με ρυθμό σηκώθηκε στις άκρες των ποδιών. ‘Εκανε τρία βήματα χορευτικά, πολύ ελαφρά, σα να φτερούγιζε.
Τότε, αίφνης, τα κοίταξε όλα με απέχθεια, σα να είχε παραφάει από όλο τούτο το συνονθύλευμα. Αχ, αχ, αχ, βόγκηξε σιγαλά, κουρασμένη κι ύστερα αναλογίστηκε: τι θα συμβεί τώρα, τώρα, τώρα; Και πάντα, σ’εκείνη τη σταλίτσα χρόνου, τίποτα δε συνέβαινε, τι κι αν αυτή συνέχιζε να περιμένει κείνο που θα συνέβαινε, καταλαβαίνετε; Απομάκρυνε αυτή τη δύσκολη σκέψη, αποσπώντας την προσοχή της με μια κίνηση του ξεκάλτσωτου ποδιού της πάνω στο ξύλινο σκονισμένο πάτωμα. Έσυρε το πόδι κοιτάζοντας λοξά κατά τη μεριά τού πατέρα της, καραδοκώντας το βλέμμα του, ανυπόμονο και νευρικό. Μα τίποτα δεν είδε. Τίποτα. Αποδεικνύεται δύσκολο ν’απορροφήσεις τους ανθρώπους καθώς η ηλεκτρική σκούπα τη σκόνη.
- Μπαμπά, έφτιαξα ένα ποίημα.
- Πώς λέγεται;
- Ο ήλιος κι εγώ. – Και δίχως να περιμένει απάγγειλε: –«Οι κότες που είναι στο κοτέτσι κατάπιανε δυο σκουληκάκια αλλά εγώ δεν το είδα».
- Α, μπα! Και τι σχέση έχετε εσύ κι ο ήλιος με το ποίημα;
Έμεινε να τον κοιτάζει μια στιγμή. Εκείνος δεν είχε καταλάβει...
- Ο ήλιος είναι πάνω από τα σκουλήκια, μπαμπά, κι εγώ έφτιαξα το ποίημα και δεν είδα τα σκουλήκια... Παύση.
- Μπορώ να φανταστώ άλλο αυτή τη στιγμή: «’Ηλιε, έλα να παίξεις μαζί μου». Και άλλο, πιο μεγάλο:
«Είδα ένα συννεφάκι
αλλά το καημένο το σκουλήκι
νομίζω ότι δεν το είδε».
- Είναι πολύ όμορφα, μικρό μου, πολύ όμορφα. Πώς καταφέρνεις να φτιάνεις τόσο όμορφα ποιήματα;
- Δεν είναι καθόλου δύσκολο, αρκεί μόνο να τα απαγγείλω λίγο-λίγο.
Όταν έντυνε και ξέντυνε την κούκλα της φανταζόταν πως εκείνη πήγαινε σ’
ένα χορό όπου έλαμπε ανάμεσα σ’ όλους τους άλλους. Άξαφνα, ένα αυτοκίνητο σύντριβε το σώμα τής Αρλέτ και τη σκότωνε. Μετά ερχόταν η καλή νεράιδα και η μικρούλα ξαναζούσε. Η μικρούλα, η νεράιδα και το μπλε αυτοκίνητο δεν ήταν παρά η Ζουάνα, αλλιώς θάταν ένα χαζό αστείο. Από δω το ‘φερνε, από κει το ‘φερνε, κράταγε πάντα για τον εαυτό της τον κεντρικό ρόλο, καθώς τα γεγονότα φώτιζαν εκείνη ή την άλλη μορφή. Έπαιζε σοβαρή-σοβαρή, σιωπηλά, με χέρια τεντωμένα κατά μήκος του σώματος. Δεν της χρειαζόταν να πλησιάσει την Αρλέτ για να παίξει μαζί της. Τα πράγματα ήσαν κτήμα της ακόμα κι από μακριά.
‘Αρχισε να διασκεδάζει με τα κουρελόχαρτα. Τα κοίταζε μια στιγμή και κάθε κομμάτι χαρτί ήταν ένα μαθητούδι. Η Ζουάνα ήταν η δασκάλα. Ένας ήταν ο καλός κι ο άλλος ο κακός. Ναι, ναι, τι άλλο; Και τώρα τι γίνεται; Ποτέ δεν συνέβαινε τίποτα αν εκείνη...μπουμ.
Μια φορά επινόησε ένα ανθρωπάκι μεγάλο ίσαμε τον δείχτη του χεριού, με μακρύ παντελόνι κι ένα τεράστιο παπιγιόν. Το κουβάλαγε στην τσάντα της όταν πήγαινε σχολείο. Το ανθρωπάκι ήταν ένα μαργαριτάρι, ένα μαργαριτάρι με παπιγιόν, είχε χοντρή φωνή κι έλεγε μέσα από την τσάντα: «Μεγαλειοτάτη κυρία Ζουάνα, θα μπορούσατε να ευαρεστηθείτε να με ακούσετε ένα λεπτό, θα μπορούσατε να διακόψετε τη συνεχή σας ενασχόληση για ένα λεπτό;» Κι αμέσως μετά έλεγε: «Δούλος σας, πριγκίπισσα. Διατάξτε και θα υπακούσω».
- Μπαμπά, τι μπορώ να κάνω;
- Τράβα να διαβάσεις.
- Διάβασα.
- Τράβα να παίξεις.
- Έπαιξα.
- Τότε σώπα και μην ενοχλείς.
‘Εριξε μια μικρή τρεχάλα και φρενάρισε, κοιτάζοντας χωρίς περιέργεια τους τοίχους και το ταβάνι που κατρακύλαγαν και κατέρρεαν. Περπάτησε νυχοπατητά πατώντας στα σκούρα μαδέρια. Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να περπατάει με τα χέρια απλωμένα μέχρι να συναντήσει κανένα έπιπλο. Ανάμεσα σ’αυτήν και τ’αντικείμενα υπήρχε πάντα κάποιο πράγμα, μα σαν άρπαζε με το χέρι αυτό το πράγμα, σα να ήταν μύγα κι ύστερα το κοίταζε, λαμβάνοντας μεγάλες προφυλάξεις να μην της φύγει, εύρισκε μόνο την παλάμη της, ροδαλή κι απογοητευμένη. Το ξέρω, είναι ο αέρας, ο αέρας! Μα σε τίποτα δε χρησίμευε αυτό, τίποτα δεν εξηγούσε. Αυτό ήταν ένα απ’ τα μυστικά της. Ποτέ δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να το διηγηθεί σε κανέναν, ούτε καν στον μπαμπά, πως ποτέ δεν κατάφερνε να πιάσει «εκείνο το πράγμα». ‘Οσα στ’ αλήθεια την ενδιέφεραν περισσότερο δε μπορούσε να τα διηγηθεί. Μόνο βλακείες έλεγε όταν μίλαγε με τους ανθρώπους. Όταν έλεγε, για παράδειγμα τίποτα μυστικά στον Ρούτε, μετά τον μισούσε. Καλύτερα να σώπαινε. Άλλο: όποτε είχε κάποιον πόνο και καθώς πονούσε κοίταγε τις βελόνες του ρολογιού, έβλεπε τότε πως τα λεπτά που μετρούσε το ρολόι περνούσαν ενώ ο πόνος δεν περνούσε. Κι αν δεν υπήρχε πόνος, ακόμα κι αν δεν την πονούσε τίποτα, αν καθόταν μπρος στο ρολόι κοιτάζοντας, εκείνο που έπαυε να νοιώθει και πάλι ήταν περισσότερο από τα λεπτά που είχε μετρήσει το ρολόι. Μα σαν ένοιωθε χαρά ή κάποιο ξέσπασμα θυμού, έτρεχε στο ρολόι και μάταια περίμενε να περάσουν τα δευτερόλεπτα.
Πήγε στο παράθυρο, σχημάτισε ένα σταυρό στο περβάζι κι έφτυσε προς τα έξω μακριά, σε ευθεία γραμμή. Αν ξανάφτυνε –τώρα μόνο νύχτα θα μπορούσε να το ξανακάνει- δε θα είχε συμβεί το κακό κι ο Θεός θα ήταν ακόμα φίλος της, τόσο φίλος που...που τι;
- Μπαμπά, τι μπορώ να κάνω;
- Σ'το είπα: άντε να παίξεις κι άσε με ήσυχο!
- Μα, έχω παίξει. Στ’ ορκίζομαι...
Ο πατέρας έσκασε στα γέλια:
- Ποτέ δεν έχουμε παίξει αρκετά...
- Αμέ, έχουμε.
- Τότε, βρες άλλο παιχνίδι.
- Δε θέλω να παίξω ούτε να διαβάσω.
- Τι θες να κάνεις, τότε;
Η Ζουάνα βάλθηκε να σκέφτεται:
- Ξέρω ‘γω; Τίποτα.
- Θες να πετάξεις; -τη ρώτησε ο μπαμπάς αφηρημένος
- Όχι –απαντάει η Ζουάνα. Παύση.
- Τι μπορώ να κάνω;
Ο μπαμπάς τής απάντησε αυτή τη φορά:
- Βάρα το κεφάλι σου στον τοίχο!
Το παιδί απομακρύνεται κι αρχίζει να κάνει ένα κοτσιδάκι στα ίσια του μαλλιά. Ποτέ, ποτέ, ναι, ναι, τραγουδάει σιγαλά. Έμαθε να τα κάνει κοτσιδάκια πολύ πρόσφατα. Πάει στο τραπεζάκι που είναι τα βιβλία, παίζει μαζί τους, κοιτάζοντάς τα από μακριά. Η κυρία του σπιτιού, ο σύζυγος και τα παιδιά, το πράσινο είναι ο άντρας, το άσπρο η γυναίκα, το κόκκινο μπορεί να είναι ή αγόρι ή κορίτσι. Το «ποτέ» είναι άντρας ή γυναίκα; Γιατί το «ποτέ» δεν είναι αγόρι ούτε κορίτσι; Και το «ναι»; Πολλά πράγματα ήταν ολωσδιόλου αδύνατα. Θα μπορούσε κανείς να τα σκεφτεί όλα αυτά ολάκερα βράδια. Για παράδειγμα, ποιός είπε για πρώτη φορά έτσι: ποτέ;
Ο μπαμπάς τελειώνει τη δουλειά του, την πλησιάζει και την βρίσκει καθισμένη να κλαίει.
- Τι είναι αυτά, μωρό μου; --την παίρνει αγκαλιά και κοιτάζει ήσυχα εκείνο το προσωπάκι, που καίει κι είναι θλιμμένο—Τι είναι αυτά;
- Δεν έχω τίποτα να κάνω.-
Ποτέ, ποτέ, ναι, ναι. Ήταν όλα σαν το τουμ τουμ του τραμ πριν να κοιμηθεί, ίσαμε να νοιώσει λίγο φοβισμένη και ν’ αποκοιμηθεί. Το στόμα τής γραφομηχανής είχε κλείσει σα γέρικο στόμα αλλά ήρθε εκείνο πιέζοντας την καρδιά της όπως ο θόρυβος του τραμ, μόνο που τώρα δεν ήτανε για να κοιμηθεί. Ήταν η αγκαλιά του πατέρα. Ο πατέρας αναλογίζεται μια στιγμή. Αλλά κανένας δεν μπορεί να κάνει τίποτα για τους υπόλοιπους. Είναι τόσο λεύτερη η μικρή, τόσο λεπτούλα και τόσο πρωιμάδι... Ανασαίνει λαχανιάζοντας, κουνάει το κεφάλι. Είναι αυγουλάκι, ένα αυγουλάκι...
Έχω τη βεβαιότητα ότι τείνω στο κακό, σκεφτόταν η Ζουάνα.
Τι άλλο να ήταν αν όχι κείνη η αίσθηση συγκρατημένης δύναμης, έτοιμη να εκδηλώσει βιαιότητα, κείνη η δίψα να την χρησιμοποιήσει με κλειστά μάτια, με την άκριτη σιγουριά ενός θηρίου; Μη και δεν αναπνέει κανείς άφοβα παρά μόνο στο κακό, με την αποδοχή του αέρα και των πνευμονιών; Ούτε η απόλαυση δεν θα μου ’δινε τόση ευχαρίστηση όση το κακό, σκεφτόταν έκπληκτη. Ένοιωθε μέσα της ένα τέλειο ζώο, γεμάτο ασυνέπεια, εγωισμό και ζωτικότητα.
Θυμήθηκε τον άντρα της που αγνοούσε πιθανώς αυτή της την πλευρά. Προσπάθησε να θυμηθεί τη μορφή του Οτάβιου. Μόλις εκείνος έφευγε απ’ το σπίτι, εκείνη μεταμορφωνόταν, συγκεντρωνόταν στον εαυτό της και λες και η διακοπή προερχόταν μόνο από κείνον, συνέχιζε να ζει αργά ακολουθώντας το νήμα της παιδικής της ηλικίας, τον ξεχνούσε και κινιόταν ανάμεσα στα δωμάτια βαθύτατα μόνη. Δεν έφθαναν θόρυβοι από κείνη την ήσυχη γειτονιά, με τις απομονωμένες μονοκατοικίες. Και, λεύτερη, ούτε κι η ίδια δεν ήξερε τι σκεφτόταν.
Ναι, ένοιωθε μέσα της το τέλειο ζώο. Της προκαλούσε απέχθεια η ιδέα να λευτερώσει κάποτε κείνο το ζώο. Φοβούμενη ίσως την έλλειψη αισθητικής. Ή φοβούμενη κάποιαν αποκάλυψη...
-Όχι, όχι, -επαναλάμβανε στον εαυτό της- ανάγκη είναι να μη φοβάμαι να δημιουργήσω. Στο βάθος- βάθος το ζώο τής προκαλούσε απέχθεια πιθανώς γιατί ακόμα διακατεχόταν από την επιθυμία ν’ αρέσει και ν’ αγαπιέται από κάποιον ισχυρό όπως η νεκρή θεία. Για να την ποδοπατήσει ασφαλώς στη συνέχεια, να την απαρνηθεί αλύπητα. Γιατί η καλύτερη φράση και η πρώτη, εξάλλου, ήταν: η καλοσύνη με κάνει να θέλω να ξεράσω. Η καλοσύνη ήταν βλακώδης και δίχως υπόσταση, βρομοκοπούσε ωμό κρέας διατηρημένο για καιρό. Χωρίς να φτάσει σε κατάσταση πλήρους αποσύνθεσης, παρόλα αυτά. Πότε-πότε το αναζωογονούσαν, του ρίχναν λίγα μπαχαρικά, αρκετά για να το συντηρήσουν σαν ένα κομμάτι κρέας χαζό και άκακο.
Μια μέρα, πριν παντρευτεί, όταν ζούσε ακόμη η θεία της, είχε δει έναν άντρα να τρώει με βουλιμία. Είχε δει εκείνα τα μάτια, πεταγμένα έξω, ηλίθια, που γυαλίζανε, ενώ προσπαθούσε να μη χάσει ούτε το παραμικρό ίχνος από τη γεύση της τροφής. Και το χέρι, τα χέρια. Το ένα έλεγχε το πιρούνι καρφωμένο στο αιμάσσον κρέας –ούτε σιωπηλό ούτε ήσυχο, αλλά ολοζώντανο, ειρωνικό, ανήθικο-, ενώ το άλλο γραπωνόταν από το τραπεζομάντιλο, νυχιάζοντάς το νευρικά, ήδη με το άγχος να φάει κι άλλη μπουκιά. Κάτω από το τραπέζι τα πόδια κρατάγαν το ρυθμό μιας μουσικής που δεν ακουγόταν, της μουσικής του διαβόλου, της καθαρής κι ασυγκράτητης βιαιότητας. Η στιβαρότητα, ο πλούτος των χρωμάτων του... Κοκκινωπά τα χείλη και η βάση της μύτης, χλομότητα και μπλε σκιές κάτω απ’ τα τόσα δα ματάκια. Η Ζουάνα σφίχτηκε τρομοκρατημένη μπρος στον κακόμοιρο τον καφέ της. Μα ύστερα δεν ήξερε αν ήταν από απέχθεια ή από γητειά και φιληδονία. Σίγουρα κι από τα δύο. Ήξερε ότι ο άνδρας ήταν δύναμη. Δεν αισθανόταν ικανή να φάει όπως εκείνος, ήταν εγκρατής από τη φύση της, μα τούτη η επίδειξη την αναστάτωνε. Τη συγκινούσε πάλι να διαβάζει φοβερές ιστορίες με δράματα, όπου η κακία ήταν κρύα κι έντονη σαν μπάνιο με πάγο. Ήταν σα να ’χε δει κάποιον να πίνει νερό κι είχε διαπιστώσει αίφνης ότι δίψαγε, μια δίψα αρχέγονη και βαθιά. Ίσως και να ’ταν έλλειψη ζωής: ζούσε λιγότερο απ’ όσο μπορούσε κι η δίψα της μπορεί και να επιζητούσε πλημμύρες. Ίσως πάλι μερικές γουλιές... Είναι ένα μάθημα, ένα μάθημα θα έλεγε η θεία: ποτέ δεν πρέπει να βιάζεται κανείς, ποτέ δεν πρέπει να κλέψεις πριν να μάθεις αν αυτό που θέλεις να κλέψεις φυλάγεται κάπου τίμια φυλαγμένο για σένα. ‘Ετσι δεν είναι; Η κλοπή κάνει όλα τα πράγματα πολυτιμότερα. Η απόλαυση του κακού, να μασήσει σπίρτα, να καταπιεί δαμασμένες φλόγες.
Δεν πρέπει να κατηγορώ τον εαυτό μου. Πρέπει ν’ αναζητήσω τη βάση τού εγωισμού: όλα όσα δεν είμαι δε μπορούν να μ’ ενδιαφέρουν, είναι αδύνατον να είναι κανείς κάτι που δεν είναι, το δίχως άλλο εγώ βγαίνω από τα όρια του ίδιου μου του εαυτού ακόμα και χωρίς παραλήρημα, είμαι περισσότερα απ’ όσα συνηθίζω να είμαι κανονικά, έχω ένα κορμί κι όλα όσα κάνω είναι συνέχεια της αρχής μου’ αν δε μ’ ενδιαφέρει ο πολιτισμός των Μάγιας είναι γιατί δεν έχω τίποτα μέσα μου που να μπορεί να συσχετιστεί με τα ανάγλυφά τους΄ αποδέχομαι όλα όσα προέρχονται από μένα διότι δεν έχω γνώση των αιτιών και μπορεί να ποδοπατώ τα ζωτικότερα στοιχεία χωρίς να το ξέρω’ κι αυτή είναι η μεγαλύτερη ταπεινοσύνη μου, μάντευε.
Το χειρότερο είναι ότι ήταν σε θέση να καταργήσει όλα όσα αναλογιζόταν. Αμέσως μόλις τις συνελάμβανε, οι σκέψεις της γίνονταν αγάλματα σ’ ένα κήπο, απ’ όπου περνούσε κοιτάζοντας και συνέχιζε την πορεία της.
Ήταν χαρούμενη εκείνη
την ημέρα, κι επιπλέον όμορφη. Θα ’χε
λίγο πυρετό. Αλλιώς, προς τι ο
ρομαντισμός; Λίγο πυρετό. Η αλήθεια είναι
ότι έχω πυρετό: μάτια που γυαλίζουν, τούτη η δύναμη και τούτη η αδυναμία,
άτακτοι χτύποι της καρδιάς. Όταν το ελαφρό αεράκι, το καλοκαιρινό αεράκι,
χτυπούσε στο κορμί της, σφιγγόταν σύγκορμα από κρύο κι από κάψα. Σκεφτόταν,
τότε, κάνοντας άλματα, δίχως να μπορεί να σταματήσει να εφευρίσκει. Οφείλεται
στο ότι είμαι ακόμη πολύ νέα και πάντοτε, όταν με αγγίζουν ή και δεν με
αγγίζουν, νιώθω, συλλογιόταν. Ας σκεφτώ τώρα, για παράδειγμα, ξανθά ρυάκια. Ακριβώς
διότι δεν υπάρχουν ξανθά ρυάκια, με αντιλαμβάνεσαι; Έτσι ξεφεύγει κανείς. Ναι,
αλλά τα χρυσισμένα απ’ τον ήλιο είναι ξανθά κατά κάποιον τρόπο... Δηλαδή, δεν
το φαντάστηκα στην πραγματικότητα. Πάντα το ίδιο έλλειμμα: ούτε το κακό ούτε η
φαντασία. Κατ’ αρχήν, στο κάτω-κάτω της
γραφής, η απλή αίσθηση και χωρίς καλολογικά στοιχεία, τόσο τυφλή σαν πέτρα που
κατρακυλάει. Στη φαντασία της, μονάχα εκείνη διαθέτει, λοιπόν, τη δύναμη του
κακού, μόνο το όραμα, μεγεθυνμένο και μεταμορφωμένο: υπό το φως του, η αλήθεια
ατάραχη. Ψευδόμαστε και καταλήγουμε στην αλήθεια. Ακόμα και στην ελευθερία, όταν επέλεγε με
χαρά νέα μονοπάτια, τα αναγνώριζε κατόπιν. Να ‘ναι λεύτερη σήμαινε να
συνεχίζει, να ‘τος και πάλι ο δρόμος που έχει χαραχτεί. Εκείνη θα ’βλεπε μόνο ό,τι ήταν κτήμα της
μέσα της. Χάθηκε, λοιπόν, η απόλαυση του φαντάζεσθαι. Και τη μέρα που έκλαψα; Είχα επίσης διάθεση να πω ψέματα, διάβαζα
μαθηματικά και ένιωσα άξαφνα την τρομερή και κρύα ανυπαρξία δυνατότητας για το
θαύμα. Κοιτάζω από κείνο το παράθυρο κι η μοναδική αλήθεια, η αλήθεια που δε θα
μπορούσα να πω σ’ εκείνον τον άνδρα πλευρίζοντάς τον, δίχως να μου το σκάσει, η
μοναδική αλήθεια είναι ότι ζω. Ειλικρινά, εγώ ζω. Ποια είμαι; Καλά, αυτό
παραπάει. Θυμάμαι μια χρωματική σπουδή
τού Μπαχ και χάνω την εξυπνάδα μου.
Είναι κρύα και καθαρή σαν πάγος, αλλά μπορείς να κοιμηθείς πάνω της.
Απώλεια συνείδησης μα δεν πειράζει, βρίσκω τη μεγαλύτερη ηρεμία μου στις παραισθήσεις.
Είναι περίεργο που δεν μπορώ να πω ποια είμαι. Δηλαδή, το ξέρω πολύ καλά αλλά
δεν μπορώ να το πω. Φοβάμαι ιδίως να το πω, διότι τη στιγμή που προσπαθώ να
μιλήσω δε μπορώ να εκφραστώ, σημειώνω πώς μετατρέπεται αργά αυτό που νιώθω σ’ αυτό
που λέω. Ή τουλάχιστον αυτό που με κάνει να δρω δεν είναι αυτό που νιώθω, παρά
αυτό που λέω. Νιώθω ποια είμαι κι η
εντύπωση αυτή κατοικοεδρεύει στο ανώτερο μέρος του εγκεφάλου, στα χείλη, κυρίως
στη γλώσσα, στην επιφάνεια των βραχιόνων κι ακόμη διατρέχει εσωτερικά, πολύ
εσωτερικά, το σώμα μου, μα πού, πού ακριβώς, δε μπορώ να πω. Η απόλαυση είναι σταχτιά, λίγο κοκκινωπή, στα
παλιά κομμάτια λίγο μπλαβιά και κουνιέται τεμπέλικα σαν ζελέ. Κάποτε γίνεται
αιχμηρή και με πληγώνει, χτυπιέται πάνω μου.
Πολύ καλά, τώρα σκέφτομαι τον
γαλάζιο ουρανό, για παράδειγμα. Μα, από
πού έρχεται τούτη η βεβαιότητα ότι ζω αυτή τη στιγμή; Όχι, δεν πάει καλά.
Κανένας δεν κάνει αυτές τις ερωτήσεις στον εαυτό του κι εγώ... Αλλά αρκεί να
επικρατήσει σιωπή για ν’ ανακαλύψει κανείς, κάτω από όλες τις πραγματικότητες,
τη μοναδική, αμείωτη, της ύπαρξης. Και
κάτω απ’ όλες τις αμφιβολίες, η χρωματική σπουδή, ξέρω πως όλα είναι τέλεια,
γιατί ακολούθησε από επίπεδο σε επίπεδο τον μοιραίο δρόμο σε σχέση με την ίδια.
Τίποτα δεν ξεφεύγει από την τελειότητα των πραγμάτων, αυτή είναι όλη η ιστορία.
Αυτό όμως δεν εξηγεί γιατί συγκινούμαι όταν βήχει ο Οτάβιου και βάζει το χέρι του
στο στήθος, έτσι. Ή όταν καπνίζει και η στάχτη τού λερώνει το μουστάκι χωρίς να
το καταλάβει. Νιώθω τότε συμπόνια. Η
συμπόνια είναι ο τρόπος μου ν’ αγαπάω. Να μισώ και να επικοινωνώ. Αυτό με
κρατάει απέναντι στον κόσμο, όπως κάποιος που ζει για την επιθυμία ή το
φόβο. Συμπόνια για τα πράγματα που
συμβαίνουν χωρίς να το ξέρω εγώ. Είμαι
όμως κουρασμένη, παρά τη σημερινή μου χαρά, χαρά που δεν ξέρει από πού πηγάζει,
καθώς μια χαρά ένα καλοκαιρινό πρωινό. Τώρα είμαι τρομερά κουρασμένη! Ας
κλάψουμε μαζί, σιγανά. Για το ότι έχω υποφέρει και συνεχίζω να υποφέρω τόσο
γλυκά. Ο πόνος κουρασμένος σ’ ένα δάκρυ, απλουστευμένος. Τώρα όμως έχω επιθυμία για ποίηση, τ’ ομολογώ, Θεέ
μου. Ας κοιμηθούμε μαζί χέρι-χέρι. Ο κόσμος γυρίζει και κάπου υπάρχουν πράγματα
που δε γνωρίζω. Ας κοιμηθούμε επί του Θεού και του μυστηρίου, βάρκα ήσυχη κι
εύθραυστη, κυματίζει επί της θαλάσσης, ο ύπνος είναι εδώ.
Γιατί ήταν εκείνη τόσο καυτή κι ανάλαφρη σαν τον αέρα που βγαίνει απ’ το φούρνο όταν ανοίγεις το πορτάκι;
Η μέρα θα ήταν ίδια για τους άλλους κι ίσως να προερχόταν από κει η συσσώρευση της ζωής. Είχε ξυπνήσει γιομάτη από το φως της μέρας, κατακτημένη. Ακόμα και στο κρεβάτι σκεφτόταν άμμο, θάλασσα, να πίνει θαλασσινό νερό στο σπίτι της νεκρής θείας, να αισθάνεται, ιδίως να αισθάνεται. Παραφύλαξε μερικά δευτερόλεπτα στο κρεβάτι κι όπως δεν συνέβαινε τίποτα έζησε μια τετριμμένη μέρα. Δεν είχε ακόμα απελευθερωθεί από την επιθυμία-δύναμη-θαύμα όπως τότε που ήτανε μικρή. Το υπόδειγμα πραγματοποιείτο τόσες φορές: να το αισθάνεται αυτό χωρίς να κυριαρχεί πάνω του. Ήταν μονάχα απαραίτητο όλα να βοηθήσουν, να την αφήσουν ανάλαφρη κι αγνή, σε κατάσταση νηστείας για να δεχθεί τη φαντασία. Δύσκολο σα να πετάς, και δίχως στήριγμα απ’ τα πόδια, να δεχτεί στην αγκαλιά της κάτι εξαιρετικά πολύτιμο, ένα παιδί, για παράδειγμα. Πότε-πότε, σε μια στιγμή του παιχνιδιού, έχανε την αίσθηση ότι ψευδόταν και φοβόταν μήπως και δεν ήταν παρούσα σε όλες της τις σκέψεις. Πεθύμησε τη θάλασσα κι αισθάνθηκε τα σεντόνια του κρεβατιού. Η μέρα ακολούθησε την πορεία της και την άφησε πίσω, μόνη της.
Είχε παραμείνει σιωπηλή, ακόμα ξαπλωμένη, σχεδόν χωρίς να σκέφτεται, όπως της συνέβαινε πότε-πότε. Παρατηρούσε αφηρημένη το σπίτι λουσμένο στον ήλιο εκείνη την ώρα και τις κρυσταλλοθήκες, υπεροπτικές κι αστραφτερές, λες κι αυτές ήσαν το φως. Ο Οτάβιου είχε φύγει. Δεν υπήρχε κανένας στο σπίτι. Και μέχρι τέτοιου σημείου δεν υπήρχε κανένας μέσα σ’ εκείνη την ίδια, που μπορούσε να κάνει σκέψεις τόσο μακριά απ’ την πραγματικότητα όσο της έκανε κέφι. Αν εγώ μ’ έβλεπα στη γη, από κει πάνω, απ’ τ’αστέρια, θα είχα μόνο την αίσθηση του εαυτού μου. Δεν ήτανε νύχτα, δεν είχε αστέρια, αδύνατον να παρατηρήσει κανείς τον εαυτό του από τόση απόσταση. Αφηρημένη, θυμήθηκε τότε κάποιον –μεγάλα αραιά δόντια, μάτια χωρίς βλεφαρίδες- να λέει πολύ σίγουρος για την πρωτοτυπία της ύπαρξης του, αλλά ειλικρινής: τρομαχτικά νυχτερινή είναι η ζωή μου. Αφού είχε μιλήσει, αυτός ο κάποιος παρέμενε ακίνητος, ήσυχος σα βόδι μες στη νύχτα’ πότε-πότε κουνούσε το κεφάλι με μια κίνηση χωρίς λογική και σκοπό κι έπειτα ξανασυγκεντρωνόταν στη βλακεία. Κατατρόμαζε όλο τον κόσμο.
Α, ναι, κείνος ο άντρας ήταν πλάσμα της παιδικής της ηλικίας και την ανάμνησή του συνόδευε ένα πελώριο μάτσο από μεγάλες βιολέτες, τρεμουλιάζοντας από ζωντάνια... Κείνη τη στιγμή, πιο αφυπνισμένη πια, αν ήθελε η Ζουάνα, αφημένη λίγο περισσότερο, θα μπορούσε να ξαναζήσει ολόκληρη την παιδική της ζωή...Το σύντομο χρονικό διάστημα δίπλα στον πατέρα, η μετακόμιση στο σπίτι της θείας, ο καθηγητής που τη μάθαινε να ζει, η εφηβεία, μυστηριώδης, μεγαλώνοντας, η ζωή εσώκλειστη στο σχολείο...ο γάμος με τον Οτάβιου... Μα όλα τούτα ήσαν πολύ πιο σύντομα, ένα απλό έκπληκτο κοίταγμα θα εξαντλούσε όλα αυτά τα συμβάντα.
Λίγος πυρετός, ναι. Αν υπήρχε αμάρτημα, εκείνη θα είχε αμαρτήσει. Όλη της η ζωή ήταν ένα λάθος, ασήμαντη. Πού ήταν η γυναίκα της φωνής; Πού ήσαν οι γυναίκες μόνο θηλυκά; Κι η συνέχεια αυτού που είχε ξεκινήσει παιδί; Ήταν λίγος πυρετός. Αποτέλεσμα κείνων των ημερών που περιπλανιόταν από το ένα μέρος στο άλλο, απορρίπτοντας κι αγαπώντας χίλιες φορές τα ίδια πράγματα. Κείνες οι νυχτιές, ζωντανές, σκοτεινές και σιωπηλές, ενώ τ’αστεράκια λάμπανε στ’ αψηλά. Η νέα κοπέλα ξαπλωμένη στο κρεβάτι, μάτι άγρυπνο στο μισοσκόταδο. Η σάρκα γλαυκή πλέοντας στο σκοτάδι. Η κούραση ιχνηλατώντας το κορμί της, η διαύγεια πνεύματος αποφεύγοντας τη σκόνη.
Ονείρατα ιχνηλατημένα, απαρχή οραμάτων. Ο Οτάβιου να ζει στο άλλο δωμάτιο. Κι αίφνης, ολάκερος ο κάματος της αναμονής να συγκεντρώνεται σε μια κίνηση του κορμιού νευρική και γοργή. Η κραυγή βουβή. Κρύο ύστερα και νύστα.
Μια μέρα, ο φίλος του πατέρα έφτασε από
μακριά, αγκαλιάστηκαν. Την ώρα του φαγητού, η Ζουάνα είδε με κατάπληξη και
θλίψη μια κότα γυμνή και κίτρινη πάνω στο τραπέζι. Ο πατέρας και κείνος ο άντρας πίναν κρασί κι
ο άντρας έλεγε πότε- πότε:
-
Δε μπορώ να χωνέψω πως έχεις μια κόρη…
-
Κι ο μπαμπάς γύρναγε κατά τη Ζουάνα κι
έλεγε:
-
Την ψώνισα στη γωνία…
Ο μπαμπάς ήταν χαρούμενος αλλά έδειχνε
σοβαρός σαν έπλαθε μπαλίτσες την ψίχα του ψωμιού. Πότε-πότε έπινε κρασί από ένα
μεγάλο ποτήρι. Ο άντρας γύρναγε κατά τη Ζουάνα κι έλεγε:
-
Το ξέρεις ότι το γουρουνάκι κάνει ρον
ρον ρον;
Κι
ο μπαμπάς έλεγε:
-
Είσαι καλός σ’ αυτά, Αλφρέντου…
Τ’
όνομα κείνου του άντρα ήταν Αλφρέντου…
-
Δεν βλέπεις ότι η μικρή έχει ξεφύγει
πια απ’ την ηλικία όπου παίζει κανείς μ’
όσα κάνει το γουρουνάκι…
‘Ολοι
γελούσαν, κι η Ζουάνα επίσης. Ο μπαμπάς τής έβαζε μια φτερούγα κότας και
το παιδί την έτρωγε χωρίς ψωμί.
-
Τι αίσθηση προκαλεί να έχεις μια
μικρούλα; --έλεγε ο άντρας ενώ μασούσε.
Ο
μπαμπάς σκούπιζε το στόμα με την πετσέτα, έγερνε το κεφάλι από την μια μεριά κι
έλεγε γελώντας:
--Πότε-πότε
σα να ‘χεις ένα ζεστό αυγό στο χέρι. ‘Αλλοτε πάλι καμιά: πλήρης απώλεια μνήμης…
Κάποτε άλλοτε ότι αυτή η μικρή είναι μόνο δικιά μου, εξ ολοκλήρου δικιά μου.
-
«Σι σο, μπακαλιό, λελετρουά και λελεσό»
-τραγουδούσε ο άντρας γυρισμένος κατά τη Ζουάνα--. Τι θα γενείς εσύ όταν μεγαλώσεις και γίνεις
ολόκληρη γυναίκα;
-- Δεν έχει την παραμικρή ιδέα, αγαπητέ μου,
έλεγε ο πατέρας, αλλά αν τούτη ‘δω δεν μπορεί να στο εξηγήσει, να σου πω εγώ τα
σχέδιά της. Μου λέει ότι όταν μεγαλώσει
θα γίνει ήρωας…
Ο
άντρας γέλαγε, γέλαγε, γέλαγε. Άξαφνα σταμάτησε, έπιασε το πηγουνάκι της Ζουάνας,
ενώ της κρατούσε το πηγούνι εκείνη δεν μπορούσε να μασήσει:
--Δε θ’ αρχίσεις να κλαις τώρα γιατί αποκαλύφθηκε το μυστικό
σου, ε, μωρό μου;
--Ύστερα μιλούσαν για πράγματα που είχανε γίνει πριν να
γεννηθεί εκείνη. Πότε-πότε, μάλιστα, ούτε καν μιλούσαν για το είδος των
πραγμάτων που συμβαίνουν, ήσαν μόνο κουβέντες, μα και πάλι για τον καιρό πριν
να γεννηθεί εκείνη. Η Ζουάνα θα
προτιμούσε χίλιες φορές να έβρεχε, θα ‘ταν πολύ ευκολότερο να την πάρει ο ύπνος
χωρίς να φοβηθεί το σκοτάδι. Οι δυο άντρες πήγαν να πάρουν τα καπέλα τους για
να βγουν έξω’ τότε εκείνη σηκώθηκε και τράβηξε τον πατέρα από το παλτό του:
--Μείνε
κι άλλο…
Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν κι υπήρξε μια
στιγμή όπου το κοριτσάκι δεν ήξερε αν θα
‘μεναν ή θα ‘φευγαν. Μα σαν ο πατέρας κι ο φίλος του γίναν σοβαροί κι ύστερα
βάλθηκαν να γελάνε μαζί, εκείνη κατάλαβε ότι θα μένανε. Τουλάχιστον μέχρι να
νυστάξει τόσο το παιδί, ώστε να μην πάει στο κρεβάτι χωρίς ν’ ακούει βροχή,
χωρίς ν’ ακούει κόσμο, με τη σκέψη στο υπόλοιπο του σκοτεινού σπιτιού, άδειου
και σιωπηλού. Καθήσανε και καπνίσανε.
Το φως την έκανε ν’ αλληθωρίζει και την
επομένη, αν το θυμόταν, θα πήγαινε να κοιτάξει στο κοτέτσι του γείτονα, για να
δει τις κότες αφού είχε φάει κότα ψητή.
Εγώ δεν μπορούσα να την ξεχάσω, έλεγε ο
πατέρας. Όχι ότι ζούσα με τη σκέψη
της. Πότε-πότε μια σκέψη, σαν ανάμνηση
που έπρεπε να την σκεφτώ πιο ύστερα. Μετά επανερχόταν αλλά εγώ δεν κατάφερνα να
σκεφτώ σοβαρά. Μόνο μια αδιόρατη ιδέα ήταν, δίχως πόνο, ένα αχ!
ασχημάτιστο, μια στιγμή θολής αναπόλησης
και μια λησμοσύνη μετά. Τη λέγανε… --κοίταξε κατά την μεριά της Ζουάνας—τη
λέγανε ‘Ελσα. Θυμάμαι που της είπα: ‘Ελσα είναι όνομα σαν άδειο σακί. Ήταν
αδύνατη, λεπτοκαμωμένη, με πιάνεις, έτσι; Γεμάτη δύναμη. Τόσο σίφουνας κι
απότομη στα συμπεράσματά της, τόσο ανεξάρτητη και τραχιά που την πρώτη φορά που
μιλήσαμε την αποκάλεσα βάρβαρη! Κοίτα να
δεις… Αυτή γέλασε, μετά σοβάρεψε. Κείνο τον καιρό προσπαθούσα να φανταστώ τι
κάνει τη νύχτα. Γιατί φαινόταν απίθανο να κοιμάται. Όχι, ποτέ δεν παραδινόταν.
Και κείνο το μαραμένο χρώμα –ευτυχώς, δεν το κληρονόμησε η μικρή--, κείνο το
χρώμα δεν ταίριαζε με το νυχτικό της… Θα πέρναγε τη νύχτα προσευχόμενη,
κοιτάζοντας τον σκοτεινό ουρανό ή ξενυχτώντας κάποιον. Έχω κακή μνήμη’ δεν
θυμάμαι πια γιατί την είπα βάρβαρη. Αλλά να την ξεχάσω, όχι. Την έβλεπα πάντα
να περπατάει σε μιάν αμμουδιά με βήμα βαρύ, πρόσωπο ερμητικό κι απόμακρο. Το
πιο περίεργο, Αλφρέδο, είναι ότι δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει καμιά
αμμουδιά. Αλλά το όραμα ήταν πεισματικά
εκεί κι άντεχε σε όλες τις εξηγήσεις.
Ο
άντρας κάπνιζε, σχεδόν ξαπλωτά στην καρέκλα, η Ζουάνα έξυνε με το νύχι το
κόκκινο δέρμα του παλιού καναπέ.
--Μια
φορά, ξημερώματα, ξύπνησα με πυρετό. Μου φαίνεται σα να αισθάνομαι ακόμα και
τώρα τη γλώσσα μου μες στο στόμα, ζεστή, στεγνή, άγρια σαν πατσαβούρι. Ξέρεις τη
φρίκη μου για τον πόνο. Καλύτερα να πουλήσω την ψυχή μου. Σκέφτηκα λοιπόν
εκείνη. Απίστευτο. Ήμουν τριανταδύο χρονών, αν δεν κάνω λάθος. Την είχα
γνωρίσει στα είκοσι, φευγαλέα. Σε μια στιγμή αγωνίας, ανάμεσα σε τόσους φίλους,
μέσα κι εσύ που δεν ήξερα πού γύρναγες, εκείνη την στιγμή σκέφτηκα αυτήν. Ήταν
ο διάβολος…
Ο
φίλος γέλασε:
--Ναι,
ο διάβολος είναι…
--Ούτε
καν μπορείς να το φανταστείς: ποτέ δεν είδα κάποιον να μισεί τόσο τους
ανθρώπους, ειλικρινής οργή και περιφρόνηση. Και, παράλληλα, ήταν τόσο
καλή…τραχιά καλή. Έχω λαθέψει; Εμένα δεν μου άρεσε αυτού του είδους η
καλοσύνη, έμοιαζε σα να κορόιδευε τους ανθρώπους. Συνήθισα όμως. Εκείνη δεν με χρειαζόταν. Ούτε κι εγώ αυτήν,
για να λέμε την αλήθεια. Αλλά ζούσαμε μαζί. Αυτό που ακόμα και τώρα μού εξάπτει τη
φαντασία, θα έδινα οτιδήποτε για να το μάθω, είναι τι σκεφτόταν εκείνη. Εσύ,
που με γνωρίζεις, θα μ’ έβλεπες σαν τον αφελέστερο των ανθρώπων στο πλάι της.
Φαντάσου λοιπόν την εντύπωση που προκάλεσε στην κακόμοιρη κι ολιγομελή μου
οικογένεια: ήταν σαν να έφερε στους κόλπους της, ροδαλούς και τροφαντούς
–θυμάσαι Αλφρέντου; --έσκασαν κι οι δυο στα γέλια—σαν να τους έφερνε το
μικρόβιο της ευλογιάς, κάποια αίρεση, ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο… Αν και, για να
πω τη μαύρη μου αλήθεια, κι εγώ ο ίδιος θα προτιμούσα να μην επαναληφθεί αυτό.
Ούτε και σ’ εμένα, βέβαια, για τ’ όνομα του Θεού… Ευτυχώς, έχω την αίσθηση ότι
η Ζουάνα θα τραβήξει το δικό της δρόμο.
--Κι
ύστερα; Ρώτησε ο άντρας σχεδόν αμέσως.
--‘Υστερα…τίποτα. Πέθανε όταν μπόρεσε.
Κατόπιν
είπε ο άντρας:
--Για
δες λίγο την κόρη σου, την έχει πάρει σχεδόν ο ύπνος… Κάνε μια καλή πράξη και
πήγαινέ την στο κρεβάτι της.
Αλλά
το κοριτσάκι δεν κοιμόταν. Με τα μάτια μισόκλειστα και αφήνοντας το κεφάλι να πέσει
από τη μια μεριά, άκουγε έχοντας την αίσθηση ότι βρέχει, όλα ανακατεύονταν
γλυκά στο κεφάλι του. Έτσι που, σαν ξάπλωνε κι
ανέβαζε το σεντόνι, θα είχε μπει βαθύτερα στο όνειρο και δε θα ‘νοιωθε
το σκοτάδι να βαραίνει πάνω στο στήθος του. Και περισσότερο σήμερα που το
φόβιζε η Έλσα. Αλλά δεν μπορεί να φοβάται κανείς τη μητέρα του. Η μητέρα ήταν
όπως ένας πατέρας. Ενώ ο πατέρας το κουβαλούσε στα χέρια περνώντας απ’ τον
διάδρομο προς το δωμάτιό του, ακούμπησε το κεφάλι του πάνω του κι αντελήφθη τη
δυνατή μυρωδιά των μπράτσων του. Έλεγε
χωρίς να μιλάει: όχι, όχι, όχι…Για να πάρει θάρρος σκέφτηκε: αύριο το πρωί
νωρίς-νωρίς θα δω τις κότες ζωντανές.
Ο
ήλιος κουνιόταν στο ηλιοβασίλεμα, εκεί έξω, στα πράσινα κλαριά των
δέντρων. Τα περιστέρια είχαν το ελεύθερο
να κουτσουλίζουν το έδαφος. Πότε-πότε έφτανε ως την αίθουσα το αεράκι κι η
σιωπή από την αυλή του διαλείμματος. Φαίνονταν τότε όλα πιο ανάλαφρα, η φωνή
της δασκάλας κυμάτιζε σα λευκή σημαία.
--Κι
από τότε κι αυτός κι όλη του η οικογένεια ζήσαν ευτυχισμένοι κι εμείς καλύτερα.
—
Σιωπή. Τα δέντρα νανουρίζονταν στο εξοχικό, ήταν μια μέρα καλοκαιριού.
–
Να γράψετε μια περίληψη αυτής της ιστορίας για το επόμενο μάθημα.
Ακόμα
βυθισμένες στο διήγημα, οι πιτσιρίκες κινούνταν αργά, με μάτια γελαστά, στόματα
χαμογελαστά.
-
Τι κερδίζουμε όταν ήμαστε ευτυχισμένοι; Η φωνή της ήταν καθαρή και λεπτή. Η δασκάλα κοίταξε κατά τη μεριά της Ζουάνας.
--Επανάλαβε
την ερώτηση…
Σιωπή.
Η δασκάλα χαμογέλασε ενώ στοίβαζε τα βιβλία της.
--Κάνε
πάλι την ερώτηση, Ζουάνα, δεν σε άκουσα.
--Ήθελα να μάθω τι συμβαίνει αφού γίνουμε ευτυχισμένοι. Τι γίνεται μετά; Επανέλαβε το κορίτσι πεισματάρικα.
Η
δασκάλα έδειχνε ξαφνιασμένη.
--Τι
ιδέα είναι αυτή! Δεν καταλαβαίνω τι
θέλεις να πεις, άντε από ‘κει, τι ιδέα κι αυτή!
Για κάνε την ίδια ερώτηση με άλλες λέξεις, έλα…
--Να
είμαστε ευτυχισμένοι για να πετύχουμε τι πράγμα;
Η
δασκάλα κοκκίνισε, δε θα ήταν σε θέση να πει γιατί κοκκίνιζε. Κατάλαβε πως όλη
η τάξη κρεμόταν από τα χείλη της κι έβγαλε την πιτσιρικαρία διάλειμμα.
Ο
επιστάτης ήρθε να φωνάξει τη μικρή να πάει στο γραφείο. Η δασκάλα ήταν εκεί.
--Κάτσε…Έπαιξες
πολύ;
--Λιγάκι…
--Τι
θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;
--Δεν
ξέρω
--Καλά. Να σου πω, έχω κι εγώ μια ιδέα, κοκκίνισε.
--Πάρε
ένα κομμάτι χαρτί και γράψε αυτή την ερώτηση που μου έκανες σήμερα και φύλαξέ
το για πολύ καιρό. Όταν θα είσαι μεγάλη, ξαναδιάβαστην. Ποιος ξέρει;
Ίσως μια μέρα να μπορέσεις να δώσεις εσύ την απάντηση κατά κάποιον
τρόπο… Έχασε το σοβαρό της ύφος, κοκκίνισε. Μπορεί να σκεφτείς τότε ότι αυτό
δεν έχει σημασία, ή τουλάχιστον, να διασκεδάσεις με…
--Όχι.
--Τι
όχι; Ρώτησε έκπληκτη η δασκάλα.
--Δεν
μ’ αρέσει να διασκεδάζω. Είπε η Ζουάνα με περηφάνια.
Η
δασκάλα ξανακοκκίνισε.
--Έχει
καλώς, άντε να παίξεις.
Όταν
η Ζουάνα είχε φτάσει χοροπηδώντας στην
πόρτα, η δασκάλα την ξαναφώναξε’ αυτή τη φορά είχε κοκκινίσει μέχρι τ’ αυτιά,
με τα μάτια χαμηλωμένα και τακτοποιώντας
τα χαρτιά που είχε πάνω στο τραπέζι:
--Δεν
σου φάνηκε παράξενο...ή καλύτερα δεν σου προξένησε έκπληξη που σου είπα να
γράψεις αυτή την ερώτηση και να την φυλάξεις;
--Όχι
–έκανε η Ζουάνα.
Και
γύρισε στην αυλή.
Η βόλτα της Ζουάνας
--Εγώ
αφαιρούμαι πολύ—του ‘πε η η Ζουάνα τού Οτάβιου.
`Ετσι
καθώς ο χώρος που περιβάλλεται από τέσσερις τοίχους έχει ιδιάζουσα αξία, όχι
τόσο γιατί είναι χώρος, αλλά γιατί περιβάλλεται από τοίχους, ο Οτάβιου τη
μεταμόρφωνε σε κάτι που δεν ήταν εκείνη παρά αυτός ο ίδιος και που η Ζουάνα
αποδεχόταν από συμπόνια και για τους δύο, στο βαθμό που και οι δύο ήσαν ανίκανοι
να λευτερωθούν από την αγάπη, δεχόταν νικημένη το δικό της φόβο να υποφέρει,
την ανικανότητά της να πράξει πέρα από τα σύνορα της εξέγερσης. Κι ακόμα: πώς
να συνδεθεί μ’ έναν άντρα αν δεν του επιτρέψει να την δέσει; Πώς να εμποδίσει
να ξεδιπλώσει εκείνος πάνω στο σώμα και στην ψυχή της τους τέσσερις τοίχους
του; Υπήρχε κάποιος τρόπος να έχει τα πράγματα χωρίς να την κατέχουν τα
πράγματα;
Το βράδυ ήταν γυμνό και καθαρό, δίχως
αρχή και τέλος. Πουλιά ανάλαφρα και μαύρα πετούσαν διαφανή στον καθαρόν αέρα,
πετούσαν δίχως τη συμπόρευση των ανθρώπων ούτε καν μ’ ένα βλέμμα. Μακριά,
έστεκε το βουνό μεγάλο και κλειστό. Υπήρχαν δύο τρόποι να το κοιτάξει: αν
φανταζόταν ότι ήταν μακριά και μεγάλο ή αν πίστευε ότι ήταν μικρό και κοντά.
Έτσι κι αλλιώς αποδεικνυόταν ένα βουνό ηλίθιο, σκοτεινιασμένο και σκληρό. Πώς
την μισούσε κάποτε τη φύση! Χωρίς να
ξέρει το γιατί, της φάνηκε ότι εκείνη η τελευταία σκέψη, στην οποία είχε
περικλείσει το βουνό, οδηγούσε σε ορισμένα τελικά συμπεράσματα, χτύπησε με το
χέρι το τραπέζι: μπουμ! βαριά.
Κείνο
το σταχτόχρωμο και πρασινωπό, απλωμένο στο εσωτερικό της Ζουάνας σαν κορμί που
κολλάει, λιγνό και τραχύ, χωμένο μες στα σπλάχνα της, ολότελα στεγνό, σα
χαμόγελο δίχως σάλιο, σα μάτια δίχως ύπνο κι εκνευρισμένα, όλο κείνο
επιβεβαιωνόταν μπρος στο ατάραχο βουνό.
Ό,τι δεν θα κατόρθωνε να φτάσει με το χέρι έστεκε τώρα ένδοξο, υψιπετές
και λεύτερο κι ήταν ανώφελη η προσπάθεια σύνοψής του: καθαρός αέρας, βράδυ
καλοκαιριού. Γιατί, με κάθε βεβαιότητα, υπήρχε κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Νίκη
ανώφελη επί των πλατύστερνων δέντρων,
ένα «δεν ξέρω τι να κάνω» για όλα τα πράγματα. Αχ Θεέ μου! Αυτό, ναι, αυτό: αν υπήρχε Θεός, θα
είχε λιποτακτήσει από αυτόν τον κόσμο αμέσως, υπερβολικά καθαρό, σαν ένα σπίτι
το Σάββατο, ήσυχο, χωρίς σκόνη, μοσχοβολώντας σαπούνι. Η Ζουάνα χαμογέλασε.
Γιατί ένα σπίτι κλειστό και καθαρό τής προκαλούσε την εντύπωση σα να βρίσκεται
χαμένη, σαν σε μοναστήρι, συντετριμμένη, περιπλανώμενη ανά τους
διαδρόμους; Κι είχε παρατηρήσει πολλά
άλλα πράγματα. Αν έβαζε πάγο πάνω στο συκώτι, ένιωθε λες και τη
διαπερνούσαν αισθήσεις μακρινότατες και οξείες, ιδέες φαεινές και γοργές, αν
έπρεπε να μιλήσει τότε θα είχε πει:
μεγαλείο, με τα χέρια απλωμένα προς τα μπρος, ίσως με τα μάτια κλειστά.
Αφαιρούμαι
πολύ— επανέλαβε.
Αισθάνθηκε
σα ξερόκλαδο καρφωμένο στον αέρα. ‘Ενα κλαδί εύθραυστο, καλυμμένο από γέρικο
φλοιό. Ίσως και να δίψαγε αλλά δεν
υπήρχε νερό εκεί κοντά. Διακατεχόταν από την ασφυκτική βεβαιότητα ότι αν την
είχε αγκαλιάσει ένας άντρας κείνη τη στιγμή, θα είχε νιώσει όχι την ευχάριστη
γλυκύτητα στα νεύρα της αλλά χυμό λεμονιού καυτό πάνω τους, θα ‘ταν το κορμί της σαν ξύλο δίπλα στη φωτιά,
διπλωμένο, εύθραυστο, ξερό. Δε μπορούσε να ζεσταθεί λέγοντας: αυτό είναι μόνο
μία ανάπαυλα, η ζωή θα ‘ρθεί μετά σαν κύμα αίματος, να με ξεπλύνει, νοτίζοντας
το καψαλισμένο ξύλο. Δε μπορούσε να κοροϊδέψει τον εαυτό της, ήξερε ότι ζούσε
και ότι κείνες οι στιγμές ήσαν η κατάληξη κάποιου πράγματος δύσκολου, μιας
επίπονης εμπειρίας κι εκείνη όφειλε να
την ευχαριστήσει: ήταν περίπου σα να ένιωθε το χρόνο μακριά από αυτήν,
να αφαιρείται.
- Βλέπω πως σου αρέσει το περπάτημα, της
είπε ο Οτάβιου, πιάνοντας ένα κλαράκι. Και σου άρεσε και πριν παντρευτούμε.
--
Ναι, πολύ, απάντησε.
Θα
μπορούσε να του χαρίσει μια οποιαδήποτε σκέψη και θα δημιουργιόταν τότε μια
καινούργια σχέση ανάμεσά τους. Αυτό ήταν που την ευχαριστούσε περισσότερο με
τους ανθρώπους. Δε θεωρούσε τον εαυτό της υποχρεωμένο να συνεχίζει στο παρελθόν
και με μια λέξη μπορούσε να επινοήσει ένα δρόμο ζωής. Αν έλεγε ξαφνικά: «βρίσκομαι
στον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης!», μεταξύ τους θα ζούσε κάτι. Αν κι ο Οτάβιου
δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικός. Μ’
εκείνον η μεγαλύτερη πιθανότητα ήταν να δεθεί με κάτι που είχε ήδη συμβεί. Ακόμα κι έτσι, υπό το βλέμμα του «η κούκλα
μου, η κούκλα μου», η Ζουάνα άνοιγε το χέρι πότε-πότε κι άφηνε, ξάφνου, να
πετάξει ένα πουλάκι. Άλλοτε, εντούτοις, ίσως λόγω της ποιότητας των λεγομένων,
δεν υπήρχε μεταξύ τους καμιά γέφυρα, δημιουργιόταν, αντίθετα, μια παύση.
«Οτάβιου, έλεγε η Ζουάνα ξαφνικά, έχεις σκεφτεί ποτέ πως ένα σημείο, ένα
μοναδικό σημείο χωρίς διαστάσεις είναι αυτό που θα πρόσφερε το μέγιστο της
μοναξιάς; Ένα σημείο δε μπορεί να υπολογίζει ούτε καν στον
ίδιο του τον εαυτό, είναι και δεν είναι, βρίσκεται εκτός εαυτού.» Λες και λίκνιζε ένα αναμμένο κάρβουνο μπροστά
στον άντρα της, η φράση πήγαινε από τη μια μεριά στην άλλη, κυλούσε από τα
χέρια της μέχρι να λυτρωθεί εκείνος απ’ αυτή με άλλη φράση, κρύα σαν την
στάχτη, για να καλύψει την παύση: βρέχει, πεινάω, ωραίος καιρός σήμερα. Ίσως
και να οφειλόταν στο ότι εκείνη δεν ήξερε να κάνει αστεία. Μα εκείνη τον αγαπούσε, της άρεσε ο τρόπος
του να σπάζει
κλαράκια.
Ανάσανε
τον αέρα, ήσυχο και διαυγή μες στο βράδυ κι εκείνο που αποζητούσε νερό μέσα της
παρέμενε τεταμένο κι άκαμπτο σαν κάποιος που περιμένει με τα μάτια καλυμμένα να
δεχθεί ένα πυροβολισμό.
Ήρθε
η νύχτα κι η Ζουάνα συνέχισε ν’ αναπνέει με τον ίδιο στέρφο ρυθμό. Μα σαν
άρχισε να φωτίζει γλυκά το δωμάτιο η αυγή, τα πράγματα βγήκαν από τις σκιές
φρέσκα-φρέσκα, ένιωσε το νέο πρωί υπαινικτικά ανάμεσα στα σεντόνια κι άνοιξε τα
μάτια. Ανακάθισε στο κρεβάτι. Μέσα της ήταν
σα να μην υπήρχε θάνατος, σα να μπορούσε να την λιώσει η αγάπη, σαν η
αιωνιότητα να ήταν η αναζωογόνηση.
…Η θεία...
Το ταξίδι ήταν μακρύ κι από τα μακρυσμένα
δάση ερχόταν αέρας κρύος από νοτισμένους θάμνους.
Ήταν πολύ νωρίς το πρωί και η Ζουάνα
δεν είχε χρόνο παρά να πλύνει το πρόσωπό της. Δίπλα της η υπηρέτρια αφαιρείτο,
συλλαβίζοντας τις αγγελίες του τραμ. Η Ζουάνα είχε καθίσει στον πάγκο κι
αφηνόταν να την νανουρίζει ο γλυκός θόρυβος από τις ρόδες που της μετέδιδε
ληθαργικά το ξύλο. Ο κάμπος έτρεχε κάτω απ’ τα μισάνοιχτα μάτια της, γοργός,
σταχτής, χαρακωμένος από ταχείες και φευγαλέες γραμμές. Αν άνοιγε τα μάτια θα έβλεπε
τις πέτρες μία -μία, θα τελείωνε το μυστήριο. Αλλά τα μισόκλεινε, της φαινότανε
έτσι ότι το τραμ έτρεχε περισσότερο και γινόταν σφοδρότερος ο άνεμος της αυγής, δροσερός κι αλμυρός.
Ήπιε τον καφέ
σ’ ένα παράξενο μπωλ, με σκούρο χρώμα –γεύση από κρασί κι αφρόγαλα- την έκαναν
να τον καταπιεί με τόση τρυφερότητα και προσοχή που ντράπηκε να τον αρνηθεί.
Τώρα της βάραινε το στομάχι και της προξενούσε μια θλίψη στο κορμί που ενωνόταν
μ’ εκείνη την άλλη θλίψη, κάτι ακίνητο πίσω απ’ την κουρτίνα, με την οποία είχε
αποκοιμηθεί και ξυπνήσει.
--Αυτή η άμμος που βυθίζεσαι μέσα της
σκοτώνει κι άλογο—γκρίνιαξε η υπηρέτρια.
Διέσχισε την
αμμώδη έκταση που οδηγούσε στο σπίτι της θείας, στην παραλία. Ανάμεσα από τους κόκκους της άμμου ξεπηδούσαν
κάτι σκούρα και φτενά χόρτα που συστρέφονταν άγαρμπα στην επιφάνεια της μαλακής
λευκότητας. Το δυνατό φύσημα του ανέμου έφτανε από την αθέατη θάλασσα κι έφερνε
αλάτι, άμμο, τον κουρασμένο θόρυβο του νερού, της κόλλαγε τη φούστα ανάμεσα στα
πόδια, γλύφοντας με μανία την επιδερμίδα του κοριτσιού και της γυναίκας.
--Αίσχος! είπε μες απ’ τα δόντια της η
υπηρέτρια.
Μια ισχυρότερη ριπή
της σήκωσε τη φούστα ίσαμε το πρόσωπο, ξεγυμνώνοντας τους μυς της, μελαχρινούς
και μυώδεις. Τα φοινικόδεντρα συστρέφονταν απελπισμένα κι η διαφάνεια,
καλυμμένη και βίαιη συγχρόνως, αντανακλούνταν στην άμμο και στον ουρανό, δίχως
να έχει φανεί ακόμα ο ήλιος. Αχ Θεέ μου,
γιατί έπρεπε να ‘ναι έτσι τα πράματα; Όλα φώναζαν: όχι, όχι!
Το σπίτι της
θείας ήταν καταφύγιο όπου δεν έμπαιναν ούτε ο άνεμος ούτε το φως. Η γυναίκα
έκατσε μ’ έναν αναστεναγμό στο σκοτεινό χωλ, όπου, ανάμεσα στα βαριά και σκούρα
έπιπλα, έλαμπαν ανάλαφρα τα χαμόγελα των ανδρών στα κάδρα. Η Ζουάνα έμεινε
όρθια, ανασαίνοντας με δυσκολία κείνο τον βαρύ αέρα που ύστερα από τον δυνατό
άνεμο ερχόταν απαλά και ήρεμα. Μούχλα και τσάι με ζάχαρη.
Η πόρτα προς το εσωτερικό του σπιτιού
άνοιξε τελικά και η θεία, ντυμένη μ’ ένα φόρεμα με μεγάλα λουλούδια,
κατευθύνθηκε βιαστικά προς το μέρος της. Πριν να προλάβει η Ζουάνα να κάνει την
παραμικρή κίνηση για να προστατευτεί, βρέθηκε θαμμένη ανάμεσα σ’ εκείνες τις
δύο μάζες πλαδαρού και ζεστού κρέατος που δονούνταν από τους λυγμούς. Από κειμέσα, από τα σκοτάδια, λες κι ο ήχος
πέρναγε μέσα από ένα τοίχο, άκουσε ανάμεσα στα δάκρυα:
--Καημένο
μου ορφανούλι!
‘Ενιωσε
τα χοντρά χέρια ν’ απομακρύνουν βίαια το
πρόσωπό της από το στήθος τής θείας κι αισθάνθηκε να την παρατηρούν για λίγο. Η
θεία πέρναγε από τη μία κίνηση στην άλλη χωρίς αναπαμό, ταρακουνώντας την
γρήγορα και απότομα. Νέα κύματα θρήνου
ταράξαν το κορμί της κι η Ζουάνα δέχτηκε αγωνιώδη φιλιά στα μάτια, στο στόμα,
στο λαιμό. Η γλώσσα και το στόμα της
θείας ήσαν μαλακά και κολλάγανε σαν του κουταβιού. Η Ζουάνα έκλεισε για μια
στιγμή τα μάτια και κατάπιε την αηδία και την σκοτεινή μπάλα που της ανέβαινε
απ’ το στομάχι προξενώντας της ρίγη σ’ όλο της το κορμί. Η θεία έβγαλε ένα
μεγάλο και τσαλακωμένο μαντίλι και σκούπισε τη μύτη της. Η υπηρέτρια
εξακολουθούσε να κάθεται, παρατηρώντας τις φωτογραφίες, με τα πόδια απλωμένα
και το στόμα ανοιχτό. Τα στήθη της θείας ήσαν άβυσσος. Μπορούσε να βάλει κανείς
το χέρι του, λες και τό ‘χωνε σε σάκο και να βγάλει κατάπληκτος ένα έντομο, ένα κουτί, ένας Θεός ξέρει τι.
Οι λυγμοί αυξάνονταν, αυξάνονταν κι από το εσωτερικό του
σπιτιού ερχόταν μυρωδιά από φασόλια και σκόρδο. Κάπου, κάποιος πρέπει να ‘πινε
μεγάλες γουλιές λάδι. Τα στήθη της θείας μπορούσαν να θάψουν μέσα τους ολόκληρο
άνθρωπο!
--Αφήστε με—φώναξε η Ζουάνα
ουρλιάζοντας, χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα, με τα μάτια διάπλατα και το σώμα
σφιγμένο.
Η θεία
στηρίχτηκε στο πιάνο, ζαλισμένη και τρομαγμένη.
Η υπηρέτρια είπε:
--Άστε
την, δεν αντέχει άλλο, είναι κουρασμένη.
Η
Ζουάνα πνιγόταν και το πρόσωπό της ήταν κατάχλομο. Τα μάτια της έκαναν τη γύρα
όλου του μικρού δωματίου, σαν κυνηγημένη.
Οι τοίχοι ήσαν συμπαγείς, ήταν αιχμάλωτη, αιχμάλωτη! ‘Ενας άντρας την
ατένιζε από την φωτογραφία, κείνα τα μουστάκια, και τα στήθη της θείας
μπορούσαν να ξεχειλίσουν και να την πλημμυρίσουν σα λιωμένο λίπος. Έσπρωξε τη βαριά πόρτα και τό ‘σκασε.
‘Ενα κύμα από άνεμο κι άμμο μπήκε στο
χωλ, σήκωσε τις κουρτίνες, φέρνοντας μιαν ανάσα αέρα ελαφρού και δροσερού. Από την ανοιχτή πόρτα, με το μαντήλι στο
στόμα, πνίγοντας το λυγμό και την έκπληξη, --μα τι τρομερή απογοήτευση—η θεία
είδε για λίγο τα λεπτά και γυμνά ποδαράκια τής ανιψιάς της που έτρεχαν, έτρεχαν
μεταξύ ουρανού και γης, ίσαμε που χάθηκαν προς τη θάλασσα.
Η Ζουάνα σκούπισε με την ανάστροφη του
χεριού της το πρόσωπό της, υγρό από τα φιλιά και τα δάκρυα. Ανάσανε πιο βαθιά, ένιωσε ξανά την ανυπαρξία
γεύσης κείνου του ουδέτερου σάλιου, τη γλυκιά μυρωδιά απ’ τα στήθη της θείας.
Δίχως συγκρατημό, ο θυμός και η αποστροφή ανέβαιναν από τα σπλάχνα της κατά
βίαια κύματα και, γερμένη στο βαθούλωμα των βράχων, ξέρασε με τα μάτια κλειστά
και το σώμα πονεμένο κι εκδικητικό.
Τώρα ο άνεμος την έγδερνε άγρια. Κάτωχρη κι εύθραυστη, ανασαίνοντας ελαφρά, τον ένιωθε αλμυρό, χαρούμενο, να διατρέχει το σώμα της, τα σπλάχνα της, δυναμώνοντάς το. Μισάνοιξε τα μάτια. Εκεί κάτω, η θάλασσα έλαμπε μ’ ασημωπά κύματα, βαθιά, μεγάλη, ειρηνική. Έφτανε συμπαγής κι ανακατωμένη και περιελισσόταν γύρω από τον εαυτό της. Ύστερα απλωνόταν πάνω στη σιωπηλή άμμο...απλωνόταν σα ζωντανό σώμα. Πιο πέρα απ’ τα κυματάκια ήταν η θάλασσα, η θάλασσα.
- Η θάλασσα, είπε με σιγαλή φωνή, με φωνή βραχνή.
Κατέβηκε από τα βράχια και περπάτησε εξαντλημένη στη μοναχική παραλία ίσαμε ν’ αγγίξει το νερό τα πόδια της. Κουλουριασμένη, με πόδια τρεμάμενα, ήπιε λίγη θάλασσα. Μετά έκατσε να ξεκουραστεί. Πότε-πότε μισάνοιγε τα μάτια στο ύψος της θάλασσας και τραμπαλιζόταν, τόσο έντονο ήταν το όραμα, μια πράσινη γραμμή μονάχα, τα μάτια της ένα με τη θάλασσα, ατελείωτα. Ο ήλιος έσκισε τα σύννεφα κι η αχνή αντανάκλαση που αστραφτοβολούσε πάνω στα νερά ήταν φωτιά που άναβε και σβηνόταν. Η θάλασσα, πέρα από τα κύματα, ατένιζε από μακριά, σιωπηλή, δίχως κλάμα, δίχως έρμα. Μεγάλη, μεγάλη. Μεγάλη, χαμογέλασε. Κι άξαφνα, έτσι, ανέλπιστα, ένιωσε κάτι δυνατό μέσα της, κάτι ευχάριστο που την έκανε να αναρριγήσει λιγάκι. Μα δεν ήταν κρύο, μήτε κι ήταν θλιμμένη, ήταν κάτι μεγάλο που ερχόταν από τη θάλασσα, που προερχόταν από τη γεύση του αλατιού στο στόμα κι από κείνη, από κείνη την ίδια. Δεν ήταν θλίψη, ήταν μια χαρά σχεδόν φριχτή... Κάθε που παρατηρούσε τη θάλασσα και την ήσυχη λάμψη της θάλασσας, ένιωθε κείνο το πνίξιμο κι ύστερα κείνη τη χαλάρωση στο κορμί, στη μέση, στο στέρνο. Ούτε που ήξερε αν θα ‘πρεπε να γελάσει αφού τίποτα δεν ήταν για γέλια. Αντίθετα, α, ναι, αντίθετα, πίσω από αυτά υπήρχε ό,τι είχε συμβεί χτες. Σκέπασε το πρόσωπο με τα χέρια της περιμένοντας σχεδόν με ντροπή, νιώθοντας τη ζέστα του γέλιου της και τής ανάσας της, να τα ξαναρουφήξει πάλι. Το νερό έρεε μέσα απ’ τα πόδια της, γυμνά τώρα, κυλώντας ανάμεσα στα δάχτυλά της, διαφεύγοντας καθαρό, καθαρό σα διαφανές έντομο. Διαφανές και ζωντανό... Θάθελε να το πιεί, να το δαγκώσει αργά-αργά. Τόπιασε κάνοντας τα χέρια της κοχύλι. Η μικρή ήσυχη λίμνη στραφτάλιζε στον ήλιο, γινόταν χλιαρή, κυλούσε, διέφευγε. Η άμμος το χώνευε γρήγορα-γρήγορα και συνέχιζε σαν να μην ήξερε από νερό. Έβρεξε το πρόσωπο της και πέρασε τη γλώσσα από την παλάμη της, άδεια κι αλμυρή. Τ’ αλάτι κι ο ήλιος ήσαν μανιταράκια λαμπερά που φύονταν εδώ κι εκεί, τσιμπώντας την, τσιτώνοντας το δέρμα τού μουσκεμένου της προσώπου.
Η ευτυχία της θέριεψε, συμπυκνώθηκε στο λάρυγγά της, λες κι ήταν σακί με αέρα. Μα τώρα ήταν σοβαρή χαρά, δίχως διάθεση για γέλια. Χαρά σχεδόν μέχρι δακρύων, Θεέ μου. Σιγά-σιγά ερχόταν η σκέψη. Άφοβα, όχι σταχτόχρωμη και κλαυθμυρίζοντας, όπως είχε έρθει ίσαμε τώρα, μα γυμνή και σιωπηλή κάτω απ’ τον ήλιο σαν τη λευκή άμμο.* Ο μπαμπάς είχε πεθάνει. Ο μπαμπάς πέθανε. Ανάσανε αργά. Ο μπαμπάς πέθανε. Ήξερε τώρα ότι ο μπαμπάς είχε πεθάνει. Τώρα, κοντά στη θάλασσα, όπου το θάμπος γινόταν βροχή από ψάρια, νερό. Ο μπαμπάς είχε πεθάνει όπως η θάλασσα είναι βαθιά, κατάλαβε ξαφνικά! Ένιωσε ότι ο μπαμπάς είχε πεθάνει με τον ίδιο τρόπο που δεν φαίνεται ο βυθός της θάλασσας.
*(Στις ακτές όλης της Λατινικής Αμερικής, στην Καραϊβική και στον Ειρηνικό Ωκεανό η άμμος είναι λευκή έως υποκίτρινη και παραδόξως πάντοτε δροσερή ως κρύα, ακόμα και κάτω από τον καυτό ήλιο. Σ.τ.Μ)).
Δεν ήταν αποκαμωμένη από το κλάμα. Καταλάβαινε ότι ο μπαμπάς είχε
φύγει. Μόνο αυτό. Κι η θλίψη της ήταν μια μεγάλη κούραση, βαριά, χωρίς
θυμό. Περπάτησε μαζί της στην ατέλειωτη παραλία. Κοίταγε τα πόδια της, σκούρα και λεπτοκαμωμένα, σα δίδυμη φύτρα ήσυχης λευκότητας να βυθίζονται και ν’ αναδύονται ρυθμικά, σαν ανάσα. Περπατούσε, περπατούσε και δεν είχε τι να κάνει: ο μπαμπάς είχε πεθάνει. Ρίχτηκε μπρούμυτα στην άμμο, σκεπάζοντας το πρόσωπο με τα χέρια, αφήνοντας μόνο μια χαραμάδα για τον αέρα. Γίνονταν όλα σκοτεινά, σκοτάδι με κύκλους και στίγματα κόκκινα’ μπάλες γεμάτες και τρεμουλιαστές αναδύθηκαν, που αυξομειώνονταν. Οι κόκκοι της άμμου τής τσιμπούσαν το δέρμα και θάβονταν μέσα της. Ακόμα και με τα μάτια κλειστά παρατήρησε ότι τα κύματα στην παραλία ρουφιούνταν ταχύτατα, το παρατηρούσε ακόμα και με τα βλέφαρα κλειστά. Ύστερα επέστρεφαν αργά, οι παλάμες ανοιχτές, το σώμα χαλαρωμένο. Ήταν ευχάριστο ν’ ακούει αυτό τον θόρυβο. Είμαι όντως όν. Και πολλά άλλα πράγματα θα έρχονταν. Τι; Ό,τι κι αν συνέβαινε θα το διηγιόταν μόνο σ’ αυτή την ίδια. Κανένας άλλος δεν θα το μάθαινε: σκεφτόταν κάτι κι ύστερα δε μπορούσε να το διηγηθεί. Ιδίως, της ήταν αδύνατο να σκεφτεί. Της ερχόταν, για παράδειγμα, μια ιδέα και σκεφτόταν έκπληκτη: γιατί δεν το σκέφτηκα προηγουμένως αυτό; Δεν ήταν το ίδιο σαν να έβλεπε, αίφνης, μια μικρή χαραγματιά στο τραπέζι και να πει: δεν την είχα δει πριν! Όχι, όχι, δεν ήταν το ίδιο...Κάτι που σκεφτόταν δεν υπήρχε πριν να το σκεφτεί. Για παράδειγμα, έτσι: το σημάδι από τα δάχτυλα του Γκουστάβου. Αυτό δεν είχε ζωή πριν να ειπωθεί: το σημάδι από τα δάχτυλα του Γκουστάβου... Ό,τι σκεφτόταν ήταν σκέψη ήδη τελειωμένη. Ακόμη χειρότερα: δεν έχουν υπόσταση εκ των υστέρων όλα όσα σκεφτόμαστε... Γιατί αν πω: η θεία τρώει με το θείο, δε δίνω ζωή σε τίποτα. Το ίδιο συμβαίνει αν πω: θα πάω να περπατήσω, ε, καλά, περπατάω...και δεν υπάρχει τίποτα. Αν πω, όμως, για παράδειγμα: λουλούδια πάνω στον τάφο, υπάρχει κάτι αίφνης που δεν υπήρχε πριν να σκεφτώ εγώ: λουλούδια πάνω στον τάφο. Το ίδιο γίνεται και με τη μουσική. Γιατί δεν έπαιζα από μόνη μου όλες τις μουσικές που υπάρχουν; Κοίταζε το πιάνο ανοιχτό, περιείχε όλες τις μουσικές του κόσμου...Τα μάτια της ξεμάκραιναν, σκούρα, μυστηριώδη. «Όλα, όλα». Από τότε άρχισε να λέει ψέματα. Ήταν, λοιπόν, κάποια που είχε ήδη αρχίσει. Όλα τούτα ήταν αδύνατον να τα εξηγήσει, όπως εκείνη τη λέξη «ποτέ», ούτε αρσενική ούτε θηλυκή. Αυτό σημαίνει ότι δεν ήξερε πότε έπρεπε να πει «ναι»; Το ήξερε. Το ήξερε ολοένα και περισσότερο. Για παράδειγμα η θάλασσα. Η θάλασσα ήταν πολύ. Είχε τη διάθεση να βυθιστεί μες στην άμμο και να σκεφτεί τη θάλασσα, ν’ανοίξει τα μάτια, να κοιτάξει, μα, ύστερα, να μη βρίσκει τι να κοιτάξει. Στο σπίτι τής θείας θα της δίναν, ασφαλώς, γλυκά τις πρώτες μέρες. Θα έκανε μπάνιο στη μπανιέρα με τα γαλάζια και λευκά πλακάκια όταν θα ζούσε στο σπίτι. Και τα βράδια, σα νύχτωνε, θα φορούσε το νυχτικό της και θα πήγαινε για ύπνο. Το πρωί καφές με γάλα και φρυγανιές. Η θεία έφτιαχνε πάντα μεγάλες φρυγανιές. Μα χωρίς αλάτι. Σαν βαρυπενθείς, κοιτάζοντας το τραμ. Θα ’βρεχε τη φρυγανιά στη θάλασσα πριν να τη φάει. Θα έκοβε μια δαγκωνιά και θα ‘τρεχε στο σπίτι να καταπιεί μια γουλιά καφέ. Και πάει λέγοντας. Ύστερα θα έπαιζε στον κήπο με τα καλάμια και τις μποτίλιες. Μα κυρίως με το κοτέτσι χωρίς κότες. Μυρωδιά από ασβέστη, από βρόμικες παλιατζούρες, από ρούχα που στεγνώνανε. Μα μπορούσε να κάθεται εκεί πέρα, καταγής, κοιτάζοντας τη γης. Κείνη τη γης φτιαγμένη από τόσα κομμάτια που σου ‘φερνε πονοκέφαλο η σκέψη σαν πόσα να ήσαν. Μέχρι σκαλοπάτια είχε το κοτέτσι, θα ήταν το σπίτι της. Κι ακόμα, ήταν και το αγρόκτημα του θείου, που λίγο το γνώριζε κι από δω κι εμπρός θα πέρναγε τις μέρες της σχόλης. Κοίτα πόσα πράγματα είχε όφελος! Έκρυψε το πρόσωπο μες στα χέρια. Τι φόβος, τι φόβος! Ήταν όπως όταν τελειώνει μια μαθητική άσκηση και λέει: τελείωσα, κυρία. Κι η δασκάλα λέει: κάτσε ήσυχη μέχρι να τελειώσουν και οι άλλοι. Κι όλοι κάθονται ήσυχα περιμένοντας, λες σαν σε εκκλησία. Μια εκκλησία ψηλή και δίχως να λέει τίποτα. Με τους αγίους λεπτεπίλεπτους κι ευαίσθητους. Όταν τους αγγίζουν οι άνθρωποι είναι κρύοι. Κρύοι κι ιεροί. Και κανένας δεν λέει τίποτα. Αχ, ο φόβος, ο φόβος! Μα δεν ήταν μόνο φόβος. Δεν έχω να κάνω τίποτα και δεν ξέρω τι να κάνω. Πώς να κοιτάξει ένα όμορφο πράγμα, ένα μαλακό κοτοπουλάκι, τη θάλασσα, ένα πνίξιμο στο λαιμό. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Μάτια ανοιχτά πεταρίζουν ανακατεμένα με τα πράγματα πίσω από την κουρτίνα.
Χαρές της Ζουάνας
Η ελευθερία που ένιωθε πότε-πότε δεν προερχόταν από ξεκάθαρες σκέψεις, μα από μια κατάσταση δημιουργημένη από πράγματα που αντιλαμβανόταν υπερβολικά σωματικά για να διατυπωθούν σε σκέψη. Κάποτε, στο βάθος της αίσθησης παλλόταν μια ιδέα που της έδινε αμυδρά τη συνείδηση του είδους και της υφής της.
Η κατάσταση όπου γλιστρούσε όταν μουρμούριζε: αιωνιότητα. Η ίδια η σκέψη αποκτούσε ιδιότητα αιωνιότητας. Βάθαινε μαγικά και μάκραινε, δίχως να ‘χει περιεχόμενο και μορφή ουσιαστικά, ούτε και διαστάσεις. Είχε την εντύπωση ότι αν κατόρθωνε να κρατηθεί από την αίσθηση λίγες στιγμές ακόμη θα είχε μιάν αποκάλυψη, εύκολα, σα να ατένιζε το υπόλοιπο μέρος του κόσμου, σκύβοντας ελαφρά από το έδαφος προς το κενό. Αιωνιότητα δεν ήταν μόνο ο χρόνος, παρά κάτι σα βεβαιότητα βαθύτατα ριζωμένη πως δεν μπορεί να τον εμπεριέχει το σώμα εξαιτίας του θανάτου΄ η έλλειψη δυνατότητας να ξεπεράσει την αιωνιότητα ήταν αιωνιότητα’ κι ακόμα αιώνιο ήταν το αίσθημα της απόλυτης καθαρότητας, σχεδόν σε σημείο αφαίρεσης. Κυρίως μιαν ιδέα της αιωνιότητας έδινε η έλλειψη δυνατότητας να μάθει πόσα ανθρώπινα όντα θα διαδέχονταν κατόπιν το σώμα της που μια μέρα θα βρισκόταν μακριά από το παρόν με ταχύτητα βολίδας.
Όριζε την αιωνιότητα και οι εξηγήσεις αποδεικνύονταν μοιραίες σαν τους χτύπους της καρδιάς. Απ’ αυτές ούτε κεραία δεν θ’ άλλαζε, έτσι που ήσαν η αλήθεια της. Σαν αναφύονταν, παρέμεναν κενές λογικής. Να ορίσει την αιωνιότητα σα μια ποσότητα μεγαλύτερη κι από το χρόνο κι ακόμη μεγαλύτερη από το διάστημα που μπορεί ν’ αντέξει τη σκέψη το ανθρώπινο μυαλό. Η ιδιότητά της συνίστατο ακριβώς στο να μην έχει ποσότητα, να μην είναι μετρήσιμη ούτε διαιρούμενη, αφού όλα τα μετρήσιμα και διαιρούμενα
έχουν αρχή και τέλος. Αιωνιότητα δεν ήταν η ποσότητα, απροσμέτρητα μεγάλη που ξοδευόταν, αλλά αιωνιότητα ήταν η διαδοχή.
Ξάφνου η Ζουάνα καταλάβαινε ότι η ύψιστη ομορφιά βρισκόταν στη διαδοχή, ότι η κίνηση επεξηγούσε τη μορφή, ήταν τόσο υψιπετές και άδολο να φωνάξει: η κίνηση επεξηγεί τη μορφή! Η διαδοχή εμπεριείχε επιπλέον τον πόνο γιατί το σώμα πορεύεται πιο αργά από την αδιάσπαστη συνέχεια. Η φαντασία μάθαινε κι έκανε κτήμα της το μέλλον του παρόντος, ενόσω το σώμα έμενε στην αρχή της διαδρομής, ζώντας σε άλλο ρυθμό, τυφλό στην εμπειρία του πνεύματος...Μέσω αυτών των πραγμάτων που αντιλαμβανόταν
-δια μέσου αυτών η Ζουάνα έδινε σε κάτι πνοή, επικοινωνούσε με μια χαρά που της ίδιας τής αρκούσε.
Υπήρχαν πολλές νέες αισθήσεις. Να σκαρφαλώσει στο βουνό, να σταθεί στην κορυφή και, δίχως να κοιτάξει, να νιώσει πίσω της τη δαμασμένη έκταση με το αγρόκτημα εκεικάτω στο βάθος. Ο άνεμος έκανε να χορεύουν τα ρούχα και τα μαλλιά. Τα χέρια λεύτερα, η καρδιά να σφυροκοπάει άγρια και το πρόσωπο καθαρό κι ειρηνικό κάτω από τον ήλιο. Με την πρωταρχική γνώση ότι η γης, κάτω απ’ τα πόδια, ήταν τόσο βαθιά και τόσο μυστική που δεν θα ‘πρεπε να σκιάζεται μια εισβολή της κατανόησης, διαλύοντας το μυστήριό της. Κείνη η αίσθηση είχε μία δυνατότητα δόξας.
Ορισμένες στιγμές μουσικής. Η μουσική εμπίπτει στην ίδια κατηγορία με τη σκέψη’ κι δυο τους πάλλουν στην ίδια συχνότητα και είδος. Έχει την ίδια δυνατότητα με μια κρυφή σκέψη, που ο ήχος την αποκαλύπτει. Μια σκέψη τόσο κρυφή που, ακούγοντας κάποιον να επαναλαμβάνει και τις λεπτότερες αποχρώσεις των ήχων, η Ζουάνα εκπλησσόταν αφού την κατακυρίευε και την διάχεε. Επιπλέον, έπαυε να αισθάνεται την αρμονία, σαν γινόταν αυτή κτήμα όλων, δεν ήταν πια δικιά της. Το ίδιο τής συνέβαινε κι όταν άκουγε τη μουσική πολλές φορές, πράγμα που της κατάστρεφε την ομοιότητα: αφού η σκέψη της ποτέ δεν επαναλαμβανόταν’ αντίθετα, η μουσική μπορούσε ν’ ανανεώνεται από μόνη της και πάλι, η σκέψη είχε μεγάλη ομοιότητα με τη μουσική ενόσω δημιουργείτο. Η Ζουάνα δεν ταυτιζόταν εις βάθος με όλους τους ήχους. Μόνο με τους καθαρούς, στους οποίους αυτό που της άρεσε δεν ήταν ούτε τραγικό ούτε κωμικό.
Πολλά άλλα άξιζαν τον κόπο να τα δει. Μερικές στιγμές κοιτάγματος άξιζαν σα «λουλούδια στον τάφο»: ό,τι είχε ειδωθεί έπαυε να υπάρχει. Η Ζουάνα εντούτοις δεν περίμενε το όραμα σ’ ένα θαύμα που είχε αναγγείλει ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Την εξέπληττε ακόμη ό,τι είχε δει, μα, ξάφνου, το’βλεπε για πρώτη φορά, καταλάβαινε, αίφνης, ότι αυτό ζούσε από πάντα. Φερ’ ειπείν, ένα σκυλί που αλυχτούσε, αφήνοντας χνάρια στον ουρανό ψηλά. Αυτό υπήρχε αφ’ εαυτού, δεν είχε ανάγκη από τίποτα άλλο για να είναι όλα καθαρά... Μια πόρτα ανοιχτή που ταλαντεύεται μέσα-έξω, τρίζοντας στη σιωπή ενός απογεύματος... Κι άξαφνα, σ’αυτό υπήρχε κάτι αληθινό. Ένα παλιό πορτραίτο κάποιου που δεν γνωρίζουμε και ποτέ δεν θα γνωρίσουμε, γιατί το πορτραίτο είναι παλιό ή γιατί το πορτραίτο έγινε στάχτη, αυτή η ταπεινή ημι-πρόθεση της προκαλούσε μια στιγμή ησυχίας κι ευχαρίστησης. Το ίδιο συνέβαινε μ’έναν ιστό χωρίς σημαία, στητό και βουβό, καρφωμένο μια μέρα καλοκαιριού, πρόσωπο και σώμα τυφλά. Για να υπάρξει όραμα δεν ήταν ανάγκη να ‘ναι θλιμμένη ή χαρούμενη ή και να εκδηλώσει τα συναισθήματά της. Αρκούσε να υπάρχει, κατά προτίμηση ακίνητη και σιωπηλή, για να νιώσει στα τρίσβαθά της το σημάδι. Για τ’ όνομα του Θεού, το σημάδι... Μα αυτό δεν ήταν υποχρεωτικό να το αναζητήσει, αφού όλα όσα υπήρχαν, υπήρχαν εξ’ ανάγκης.... Το όραμα συνίστατο στο να καταλάβει εξ’ απήνης τη σηματοδότηση των πραγμάτων στα ίδια τα πράγματα.
Οι ανακαλύψεις φαίνονταν συγκεχυμένες. Πώς να το εξηγήσει στον εαυτό της, για παράδειγμα, ότι λεπτές και μακριές γραμμές είχαν εμφανώς το σημάδι; Ήσαν ανεπαίσθητες και αχνές. Σε μια ορισμένη στιγμή φαίνονταν μόνο σα γραμμές, όπως και στην αρχή τους. Αδιάκοπες, πάντοτε αδιάκοπες, όχι γιατί δεν τελείωναν, αλλά διότι κανείς δεν μπορούσε να τις φτάσει στο τέρμα. Οι κύκλοι ήσαν τελειότεροι, λιγότερο τραγικοί και δεν την εξέπλησσαν αρκετά. Ο κύκλος είναι έργο του ανθρώπου, ολοκληρωμένο πριν από το θάνατο κι ούτε κι ο ίδιος ο Θεός δεν θα τον είχε φτιάξει καλύτερα. Όσο για τις ίσιες γραμμές, λεπτές και χαλαρές, ήσαν σα σκέψεις.
Υπήρχαν κι άλλα πράγματα συγκεχυμένα. Θυμόταν τη Ζουάνα μικρούλα μπρος στη θάλασσα: η ηρεμία που γένναγαν τα μάτια του βοδιού, η ηρεμία που γεννούσε το απλωμένο σώμα της θάλασσας, η ηρεμία που ερχόταν από τα έγκατα της θάλασσας, από το γατί, λιώμα στο οδόστρωμα. Όλα είναι ένα, όλα είναι ένα...τραγουδούσε. Η σύγχυση προερχόταν από το αγκάλιασμα της με τη θάλασσα, το γατί, το βόδι. Η σύγχυση προερχόταν επίσης από το ότι δεν ήξερε αν είχε βάλει το «όλα είναι ένα», από μικρή ακόμα, μπρος στη θάλασσα ή υστερότερα, καθώς τα θυμόταν όλα αυτά. Η σύγχυση επίσης όχι μόνο πρόσθετε χάρη αλλά ήταν κι η πραγματικότητα. Νόμιζε πως αν έβαζε σε τάξη κι εξηγούσε επαρκώς ό,τι αισθανόταν, θα είχε καταστρέψει την ουσία του «όλα είναι ένα». Μες στη σύγχυση, εκείνη ήταν ασυνείδητα η ίδια η αλήθεια, πράγμα που της προσέδιδε ίσως περισσότερη «δύναμη της ζωής» απ’ ό,τι αν τη γνώριζε. Τούτη την αλήθεια, ακόμα και μετά την αποκάλυψή της, η Ζουάνα δεν μπορούσε να την χρησιμοποιήσει, αφού δε σχημάτιζε τον μίσχο παρά μόνο τη ρίζα της, σκαλώνοντας το κορμί της σ’ όλα κείνα που δεν ήσαν δικά της, αστάθμητα, ανεπαίσθητα.
Α, είχε πολλούς λόγους χαράς, χαράς αγέλαστης, σοβαρής, βαθιάς, ανάερης. Όταν ανακάλυπτε πράγματα για τον εαυτό της τη στιγμή ακριβώς που μιλούσε και η σκέψη έτρεχε παράλληλα με τη λαλιά. Μια μέρα διηγιόταν στον Οκτάβιου ιστορίες από τη «Ζουάνα παιδί», από τον καιρό με την υπηρέτρια που ήξερε να παίζει όπως κανένας άλλος. Έπαιζε υπέροχα.
- Κοιμόσουνα;
- Πολύ.
- Ε, τότε ξύπνα, ξημέρωσε...
- Είδες όνειρα;
- Στην αρχή ονειρευόμουνα χασάπηδες, ότι πήγαινα σχολείο, γατιά να πίνουν γάλα. ‘Υστερα ονειρευόμουνα μπλε χασάπηδες, ότι πήγαινα σχολείο καταμεσής στο δάσος, γατιά να πίνουν γάλα σε χρυσά τάσια. Και τα όνειρα ήσαν ολοένα και πιο συμπυκνωμένα κι έπαιρναν χρώματα που δύσκολα λέγονταν με λόγια.
-Ονειρεύτηκα ότι λευκές μπάλες ανέβαιναν από μέσα, από τα σωθικά μου, προς τα πάνω,
- Τι μπάλες; Από μέσα από πού;
- Δεν ξέρω, ξέρω μόνο ότι έρχονταν...
Αφού την άκουσε, ο Οτάβιου της είπε:
- Σκέφτομαι ότι ίσως και να σε εγκατάλειψαν πολύ νωρίς...στο σπίτι της θείας σου...οι ξένοι...ύστερα το οικοτροφείο...
Η Ζουάνα σκέφτηκε: αλλά υπήρχε ο καθηγητής. Απάντησε:
- Όχι... τι παραπάνω θα μπορούσαν να έχουν κάνει για μένα; Να ‘χεις ζήσει παιδική ηλικία δεν είναι ήδη πολύ; Κανείς δεν θα μπορέσει να μου την πάρει... Κείνη τη στιγμή άρχισε ν’ ακούει τη φωνή της, περίεργη.
- Εγώ, για τίποτα στον κόσμο δεν θα ήθελα να γυρίσω στην παιδική μου ηλικία- συνέχισε να λέει ο Οτάβιου, απορροφημένος να σκέφτεται σίγουρα την περίοδο με την ξαδέρφη του την Ιζαμπέλ και τη γλυκιά Λίντια. Ούτε για μια στιγμή.
- Ούτε κι εγώ- βιάστηκε να πει η Ζουάνα. Ούτε δευτερόλεπτο. Δεν τη νοσταλγώ, καταλαβαίνεις;
Εκείνη τη στιγμή μίλαγε δυνατά, αργά, θαμπωμένη. Συνέχισε:
- Δεν είναι νοσταλγία γιατί τώρα την κατέχω καλύτερα απ’ όταν την ζούσα... Ναι, ήσαν πολλά πράγματα χαρούμενα ανάκατα με αίμα.
Κι η Ζουάνα μπορούσε να σκέφτεται και να αισθάνεται συγχρόνως προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Έτσι, ενώ μιλούσε ο Οτάβιου, αν και τον άκουγε, παρατηρούσε από το παράθυρο μια γριούλα στον ήλιο, ξερακιανή, μες στη λέρα και βιαστική, τρεμουλιαστό κλαρί που το κούναγε τ’ αγεράκι. Ένας ξερόσπορος με τόση θηλυκότητα, αναλογίστηκε η Ζουάνα, η κακομοίρα θα μπορούσε να ‘χει κάνει παιδιά αν η ζωή δεν είχε στεγνώσει στο κορμί της. Μετά, κι ενώ απαντούσε στον Οτάβιου, ξαναθυμήθηκε κείνο το ποιηματάκι που είχε φτιάξει ο πατέρας της για κείνη, για να παίζει:
Η Μαργαρίτα τη Βιολέτα γνώριζε,
η μια τυφλή, η άλλη τρελή’
η τυφλή ήξερε κείνο που ‘λεγε η τρελή
κι έφτασε να βλέπει ό,τι κανείς πια δεν έβλεπε...
σα ρόδα που γυρίζει, αναδεύοντας τον αέρα και σηκώνοντας αεράκι.
Ακόμα και το να υποφέρει, κι αυτό καλό ήταν, γιατί ενώ εξελισσόταν και το φριχτότερο μαρτύριο, υπήρχε ακόμα, σαν ποτάμι που στέκει παραδίπλα.
Και μπορούσε να περιμένει επίσης τη στιγμή που έφτανε...που έφτανε και ξάφνου έσπευδε και γινόταν παρόν και ξάφνου διαλυόταν στα εξ ων συνετέθη...κι άλλη που ερχόταν...που ερχόταν...
... Το μπάνιο...
Tη στιγμή που η θεία πήγε να πληρώσει το λογαριασμό, η Ζουάνα βούτηξε το βιβλίο και το ‘χωσε προσεκτικά ανάμεσα στα άλλα που κράταγε κάτω απ’ τη μασχάλη της.
Η θεία χλόμιασε.
Μόλις βγήκαν στο δρόμο, η γυναίκα αναζήτησε προσεκτικά τις λέξεις:
- Ζουάνα…Ζουάνα, είδα πως…
Η Ζουάνα της έριξε ένα γρήγορο βλέμμα και συνέχισε σιωπηλή.
- Δεν λες τίποτα; ‘Εκανε η θεία χωρίς να μπορέσει να συγκρατηθεί, με κλαψιάρικη φωνή. Χριστέ μου, τι θ’ απογίνεις εσύ;
- Μην τρομάζετε, θεία.
- Μα, είσαι ακόμα παιδί…Ξέρεις τι έκανες;
- Το ξέρω…
- Γνωρίζεις, γνωρίζεις τις λέξεις;
- Ότι έκλεψα ένα βιβλίο, αυτό δεν είναι;
- Ύψιστε Θεέ! Δεν ξέρω πια τι να κάνω και το ομολογείς κι από πάνω.
- Εσείς με υποχρεώσατε να το ομολογήσω.
- Πιστεύεις ότι μπορεί κανείς…μπορεί κανείς να κλέβει;
- Τελοσπάντων… ίσως όχι.
- Τότε γιατί;
- Εγώ μπορώ.
- Εσύ; - φώναξε η θεία.
- Ναι, έκλεψα γιατί μπόρεσα. Θα κλέβω μόνο όταν θέλω. Δεν κάνω κάτι κακό.
- Βόηθα με Θεέ μου! Πότε πιστεύεις εσύ ότι είναι κακό να κλέβει κανείς, Ζουάνα;
- Όταν κλέβουν οι άνθρωποι και φοβούνται. Εγώ ούτε ευχαριστημένη είμαι ούτε και λυπημένη.
Η γυναίκα την κοίταξε αλαφιασμένη:
- Κόρη μου, είσαι σχεδόν δεσποινίς, σε λίγο θα γίνεις γυναίκα… Σε λιγάκι θα φοράς ψηλές κάλτσες… Σε θερμοπαρακαλώ να μην το ξανακάνεις ποτέ πια αυτό΄ υποσχέσου μου, υποσχέσου το μου στο όνομα του πατέρα σου.
Η Ζουάνα την κοίταξε με περιέργεια:
- Αλλά, αφού εγώ λέω πως όλα τα μπορώ, πως… - Όλες οι εξηγήσεις αποδεικνύονταν άχρηστες.
– Ναι, το υπόσχομαι. Στο όνομα του πατέρα μου.
Αργότερα, ενώ περνούσε μπρος από το δωμάτιο της θείας, η Ζουάνα την άκουσε να μιλάει με χαμηλή φωνή και κομμένη την ανάσα. Η Ζουάνα κόλλησε τ’ αυτί στην πόρτα, εκεί όπου μόλις που διακρινόταν το σημάδι απ’ το κεφάλι της.
- Σα μικρός δαίμονας …Στην ηλικία μου και με την πείρα που έχω, έχοντας μεγαλώσει μια κόρη ήδη παντρεμένη, δεν ξέρω τι να κάνω με τη Ζουάνα… Ποτέ δεν είχα αυτές τις σκοτούρες με την Αρμάντα μας, που ο Θεός να την έχει καλά για τον άντρα της. Δεν μπορώ να φροντίζω πια αυτό το κορίτσι, Αλμπέρτου, στ’ ορκίζομαι πως… Όλα τα μπορώ, μου είπε αφού έκλεψε… Σκέψου, με άφησε κόκαλο. Το διηγήθηκα στον πατέρα Φελίσιου, ζήτησα τη συμβουλή του. Κι αυτός επίσης έμεινε κατάπληκτος. Μα είναι αδύνατον να συνεχίσουμε έτσι! Ακόμα κι εδώ στο σπίτι είναι πάντα σιωπηλή, σα να μη χρειάζεται κανέναν…κι όταν σε κοιτάζει καλά-καλά στα μάτια λες και σε συνθλίβει.
- Μάλιστα, είπε αργά ο θείος, το αυστηρό καθεστώς ενός οικοτροφείου μπορεί και να την δάμαζε. Δίκιο έχει ο πατέρας Φελίσιου. Είμαι βέβαιος ότι αν ζούσε ο αδερφός μου δε θα δίσταζε να βάλει εσωτερική τη Ζουάνα, αν την έβλεπε να κλέβει…Αυτό το κρίμα ακριβώς που περισσότερο προσβάλλει τον Θεό…Κατά βάθος, αυτό είναι που με πονάει πιο πολύ: έτσι αμελής που ήταν ο πατέρας της δεν θα τον ένοιαζε καθόλου αν στέλναμε την κόρη του και στο αναμορφωτήριο… Τη λυπάμαι την καημένη τη Ζουάνα… Ξέρεις πολύ καλά ότι εμείς δεν θα στέλναμε εσωτερική την Αρμάντα, ακόμα κι αν είχε κλέψει ολόκληρο το βιβλιοπωλείο.
- ‘Εχει διαφορά! Έχει διαφορά! Εξερράγη η θεία θριαμβευτικά. Ακόμα και κλέβοντας η Αρμάντα θα παρέμενε άνθρωπος! Αλλά αυτό το κορίτσι…Δεν πρέπει να λυπάται κανείς σ’ αυτή την περίπτωση, Αλμπέρτου! Εγώ είμαι το θύμα… Ακόμα κι όταν δεν είναι στο σπίτι η Ζουάνα εγώ είμαι νευρική. Θα σου φανεί τρελό αλλά έχω την εντύπωση ότι με καραδοκεί…σαν να γνωρίζει αυτό που σκέπτομαι… Πότε-πότε γελάω και ξάφνου κοντοστέκομαι και μένω ξερή. Σε λίγο, μες στο σπίτι μου, μες στο ίδιο μου το σπίτι, όπου ανάθρεψα την κόρη μου, θα πρέπει να ζητήσω και συγγνώμη, ούτε που ξέρω γιατί, απ’ αυτό το μυξιάρικο… Είναι οχιά. Ένα ψυχρό φαρμακερό φίδι, Αλμπέρτου. Δεν έχει ούτε αγάπη ούτε ευγνωμοσύνη μέσα της. Είναι ανώφελο να την αγαπάει κανείς και να προσπαθεί να της δώσει κάτι καλό. Προαισθάνομαι ότι αυτό το παιδί είναι ικανό να σκοτώσει…
_ Μη μιλάς έτσι! Εξανέστη τρομαγμένος ο θείος. Αν ο πατέρας της Ζουάνας είχε άλλον χαρακτήρα θα σηκωνόταν τώρα απ’ τον τάφο του!
- Συχώρα με, φέρομαι σαν ηλίθια, δικό της είναι το φταίξιμο που με κάνει να λέω τέτοια αιρετικά πράγματα…είναι σπάνιο πoυλί, Αλμπέρτου, δίχως φίλους και Θεό. Θεέ μου συγχώρα με!
Τα χέρια της Ζουάνας κινήθηκαν πάρα τη θέλησή της. Τα ατένισε για λίγο με απροσδιόριστη περιέργεια κι ύστερα τα ξέχασε εντελώς. Το ταβάνι ήταν λευκό, το ταβάνι ήταν λευκό. Μέχρι και οι ώμοι της πίστευε πάντα ότι ήσαν τόσο μακριά απ’ αυτήν την ίδια, πάλλονταν ζωντανοί, τρεμουλιαστοί. Ποια ήταν; Η οχιά. Ναι, ναι, κατά πού μπορούσε να το σκάσει; Δεν αισθανόταν αδύναμη, αντίθετα, ένιωθε κυριευμένη από μια σπάνια ρώμη, ανάμικτη με κάποια χαρά, ζοφερή και βίαιη. Υποφέρω, αναλογίστηκε ξαφνικά κι εξεπλάγη. Υποφέρω, της έλεγε μια συνείδηση από δίπλα. Κι αίφνης, αυτό το άλλο ον γιγαντώθηκε και κατέλαβε τον χώρο αυτού που υπέφερε. Τίποτα δε θα συνέβαινε αν συνέχιζε να περιμένει αυτό που επρόκειτο να συμβεί… Τα συμβάντα να μπορούσαν να παγώσουν κι αυτή να ηχεί στο κενό όπως τα δευτερόλεπτα στο ρολόι. Για κάποιες στιγμές παρέμεινε σαν άδειο σακί, καραδοκώντας με τεταμένη την προσοχή να γυρίσει ο πόνος. Όχι, δεν την αγαπούσε! Και για να ηρεμήσει από την φλόγα που την είχε κατακυριεύσει, χαστούκισε τον εαυτό της.
Κι έτρεξε και πάλι στον καθηγητή που δεν ήξερε ότι εκείνη ήταν οχιά…
Ο καθηγητής την υποδέχτηκε άλλη μια φορά υπέροχα. Και υπέροχα εισχώρησε στον σκοτεινό κόσμο της Ζουάνας κι εκειμέσα αυτή κινείτο ανάλαφρα, με λεπτότητα.
-Το ιδανικό δεν είναι να έχουμε αξία για τους άλλους. Το ιδανικό είναι να αξίζουμε για μας τους ίδιους. Με καταλαβαίνεις, Ζουάνα;
-Ναι, ναι.
Ο καθηγητής μιλούσε όλο το απόγευμα:
-Στο κάτω-κάτω, η ζωή των ζώων συνοψίζεται σ’ αυτή την αναζήτηση της απόλαυσης. Η ανθρώπινη ζωή είναι πιο πολύπλοκη: συνοψίζεται στην αναζήτηση της απόλαυσης, στο φόβο της και ιδίως στο ανικανοποίητο των διαλειμμάτων. Αυτά που λέω είναι λίγο απλοϊκά, αλλά δεν πειράζει. Με αντιλαμβάνεσαι; Κάθε αγωνία είναι αναζήτηση της απόλαυσης. Κάθε τύψη, συμπόνια, καλωσύνη, είναι ο φόβος της. Όλη η απελπισία και η αναζήτηση άλλων δρόμων είναι το ανικανοποίητο. Αυτό είναι σε γενικές γραμμές. Κατάλαβες;
- Ναι
- Όποιος απωθεί την απόλαυση, όποιος καλογερεύει, διαθέτει από πάσης απόψεως πελώρια ικανότητα να αισθανθεί την απόλαυση, επικίνδυνη ικανότητα, γιαυτό φοβάται ακόμη περισσότερο. Μόνο όποιος κρατάει τα όπλα κλειδωμένα φοβάται να πυροβολήσει τους άλλους.
- Ναι…
- Εγώ λέω: όποιος απωθεί…Διότι υπάρχουν τα χνάρια κάποιας γης που ποτέ δε θα καρπίσει χωρίς λίπασμα.
- Εγώ;
- -Εσύ; Όχι, για τ’ όνομα του Θεού… Εσύ είσαι απ’ αυτούς που θα σκότωναν για να καρπίσουν.
Η Ζουάνα συνέχισε να τον ακούει με προσοχή κι ήταν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ οι θείοι της, σαν να είχαν απομονωθεί ο καθηγητής κι εκείνη στο βάθος του απογεύματος, βαθιά χωμένοι στην κατανόηση.
- Όχι, ειλικρινά δεν ξέρω τι θα μπορούσα να σε συμβουλεύσω, είπε ο καθηγητής. Πρώτα απ’ όλα, για πες μου:
- Τι είναι καλό και τι κακό;
- -Δεν ξέρω…
- - Όχι, «δεν ξέρω» δεν είναι απάντηση. Μάθε να βρίσκεις όλα όσα έχεις μέσα σου.
- -Καλό είναι να ζεις…ψέλλισε η Ζουάνα- Κακό είναι…
- Είναι;…
- Κακό είναι να μην ζεις…
- Να πεθαίνεις; Ρώτησε εκείνος.
- Όχι, όχι, βόγκηξε η Ζουάνα.
- Τι είναι τότε; Πες μου.
- Κακό είναι να μη ζεις, μόνο αυτό. Να πεθαίνεις είναι άλλο. Να
πεθαίνεις είναι διαφορετικό από καλό και κακό.
- Ναι, έκανε αυτός χωρίς να καταλαβαίνει καλά. Για πες μου τώρα, για
παράδειγμα: Ποιος είναι ο σπουδαιότερος άνθρωπος της επικαιρότητας κατά τη γνώμη σου;
Η Ζουάνα σκεφτόταν, σκεφτόταν και δεν απαντούσε.
-Τι σ’ αρέσει περισσότερο; -την ρώτησε.
Το πρόσωπο της Ζουάνας φωτίστηκε, ετοιμάστηκε ν’ απαντήσει και, άξαφνα, ανακάλυψε πως δεν ήξερε τι να πει.
- Δεν ξέρω, δεν ξέρω, είπε απελπισμένη.
- Μα πώς; Γιατί γέλασες τότε από ευχαρίστηση; Ρώτησε έκπληκτος ο
καθηγητής.
-Δεν ξέρω.
Την κοίταξε αυστηρά:
-Να μην ξέρεις ποιος είναι ο σπουδαιότερος άνθρωπος της επικαιρότητας, παρότι γνωρίζεις πολλούς, εντάξει. Αλλά να μην ξέρεις το τι νιώθεις εσύ η ίδια, αυτό με δυσαρεστεί.
Τον κοίταξε στενοχωρημένη:
-Αυτό που μ’ αρέσει περισσότερο στον κόσμο…το νιώθω εδωμέσα, έτσι, ν’ ανοίγεται… Σχεδόν, σχεδόν μπορώ να το πω, μα δεν μπορώ…
-Προσπάθησε να το εξηγήσεις, είπε ο καθηγητής συνοφρυωμένος.
-Είναι σαν κάτι που θα είναι…είναι σαν…
-Είναι σαν;…ο καθηγητής έγειρε απαιτητικός και σοβαρός.
- Είναι σαν επιθυμία ν’ αναπνεύσω δυνατά, βαθιά κι επίσης ο φόβος…δεν ξέρω…Δεν ξέρω…σχεδόν πονάει. Είναι όλα…είναι όλα.
- Όλα;…παραξενεύτηκε ο καθηγητής.
Η Ζουάνα συγκατάνευσε με το κεφάλι, συγκινημένη, μυστηριώδης, με ένταση: όλα… Ο καθηγητής συνέχισε ν’ατενίζει μια στιγμή το πρόσωπό της, αγωνιώδες και θεληματικό:
-Καλώς.
Ο καθηγητής έδειχνε ικανοποιημένος αλλά η Ζουάνα δεν καταλάβαινε γιατί, αφού δεν είχε κατορθώσει να πει τίποτα σχετικά με «εκείνο». Μα αν αυτός έλεγε «καλώς», σκέφτηκε η Ζουάνα με ένταση, με την ψυχή λευτερωμένη, αν αυτός έλεγε «καλώς», τότε ήταν αλήθεια.
-Ποιόν θαυμάζεις περισσότερο; Εκτός από μένα, εκτός από μένα, θέλω να πω, είπε ο καθηγητής. Αν δεν με βοηθήσεις, δε θα καταφέρω να σε γνωρίσω και δε θα μπορέσω να σε καθοδηγήσω.
-Δεν ξέρω. Απάντησε η Ζουάνα στρίβοντας τα χέρια της κάτω από το τραπέζι.
-Γιατί δεν ανέφερες κάποιον από τους σπουδαίους ανθρώπους που έχουμε στην περιοχή μας; Ξέρεις τουλάχιστον καμιά δεκαριά απ’ αυτούς. Είσαι υπερβολικά ειλικρινής, υπερβολικά, ναι, είπε ο καθηγητής ενοχλημένος.
-Δεν ξέρω…
- Καλά, δεν πειράζει. Απάντησε ο καθηγητής ηρεμώντας την.
- Ποτέ να μην υποφέρεις για το ότι δεν έχεις γνώμη για κάποια θέματα. Ποτέ να μην υποφέρεις για το ότι είσαι κάτι και δεν είσαι κάτι άλλο. ΄Ετσι κι αλλιώς, υποθέτω ότι μόνο αυτή τη συμβουλή θα δεχόσουν. Κι αυτό που νιώθεις -γιαυτό που σ’ αρέσει περισσότερο στον κόσμο- ίσως και να οφείλεται μόνο στο ότι δεν έχεις συγκεκριμένη γνώμη για τους σπουδαίους ανθρώπους. Θα πρέπει να δώσεις πολλά πράγματα για να πάρεις άλλα. Σιωπή.
- Βαριέσαι με όλα αυτά;
Η Ζουάνα σκέφτηκε για λίγο, με το μελαχρινό κεφάλι χαμηλωμένο, τα μεγάλα μάτια ορθάνοιχτα.
-Αλλά, αν κάποιος έχει αυτό που βρίσκεται στο πιο πάνω σημείο -είπε αργά- θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν έχει πια εκείνα που βρίσκονται από κάτω;
Ο καθηγητής ένευσε αρνητικά.
-Όχι, είπε. - Όχι πάντα. Κάποτε κατέχουμε το υψηλότερο σημείο και στο τέλος της ζωής μας έχουμε την εντύπωση…-την κοίταξε με την άκρη του ματιού του- έχουμε την εντύπωση πως πεθαίνουμε παρθένοι. Κι ίσως τα πράγματα να μην είναι πιο ψηλά ή πιο χαμηλά, σπλώς έχουν διαφορετική ποιότητα. Καταλαβαίνεις;
Ναι, καταλάβαινε τα λόγια κι όλα όσα περιέκλειαν. Παρόλα αυτά είχε την αίσθηση ότι διέθεταν μια ψεύτικη πόρτα, μεταμφιεσμένη, απ’ όπου θα μπορούσε να βρει το αληθινό τους νόημα.
-Νομίζω ότι είναι περισσότερα απ’ όσα λέτε εσείς, είπε η Ζουάνα.
Με μια ξαφνική κίνηση, χωρίς καν να το αντιληφθεί, ο καθηγητής τής έδωσε το χέρι πάνω από το τραπέζι, η Ζουάνα σφίχτηκε από ευχαρίστηση και του έδωσε το δικό της, κατακόκκινη.
-Τι είναι αυτό; Είπε σιγανά. Αγαπούσε αυτόν τον άνθρωπο σαν να ήταν εύθραυστο στάχυ που το λύγιζε ο άνεμος, το χτύπαγε χάμω.
Εκείνος δεν απάντησε, μα τα μάτια του κοίταγαν έντονα κι ήσαν θλιμμένα. Τι; -άξαφνα η Ζουάνα αλαφιάστηκε:
-Τι θα μου συμβεί;
-Δεν το ξέρω -απάντησε αυτός μετά από μια σύντομη σιωπή- ίσως να ευτυχήσεις κάποτε, δεν το ξέρω, να βιώσεις μιαν ευτυχία που λίγοι θα ζήλευαν. Ούτε καν ξέρω αν θα μπορούσα να την ονομάσω ευτυχία. Ίσως και να μη συναντήσεις ποτέ κάποιον που να νιώθει όπως εσύ, όπως…
Η γυναίκα του καθηγητή μπήκε στο δωμάτιο, ήταν ψηλή και σχεδόν όμορφη με τα χαλκόχρωμα μαλλιά της, κοντά και ίσια και, ιδίως, μ ’εκείνα τα μακριά και ήρεμα μέλη να κινούνται στα τυφλά, μα με μια σιγουριά που τρόμαζε. Τι πήγαινε να πει ο καθηγητής, σκέφτηκε η Ζουάνα, πριν να μπει «εκείνη»; Ίσως και να μην καταφέρεις ποτέ να συναντήσεις κάποιον που να νιώθει όπως εσύ, όπως… Όπως εγώ; Αχ, εκείνη η γυναίκα! Την κοίταξε με φευγαλέο βλέμμα και χαμήλωσε τα μάτια γεμάτη θυμό. Ο καθηγητής βρισκόταν εκειπέρα απόμακρος και πάλι, έχοντας τραβήξει το χέρι του και σφίγγοντας τα χείλη προς τα μέσα, αδιάφορος, λες κι η Ζουάνα ήταν η «μικρή του φίλη»,καθώς έλεγε η γυναίκα του.
Η γυναίκα πλησίασε κι έβαλε το λευκό και μακρύ της χέρι, σαν κέρινο, μα τρομερά ελκυστικό, στον ώμο του συζύγου της. Κι η Ζουάνα είδε μ’ έναν πόνο που την εμπόδιζε σχεδόν να καταπιεί το σάλιο της, την ωραία αντίθεση ανάμεσα στα δύο αυτά πλάσματα. Τα ακόμα μαύρα μαλλιά εκείνου, το πελώριο σώμα του, σαν ζώου μεγαλύτερου από άνθρωπο.
-Θέλεις το βραδινό φαγητό τώρα;- τον ρώτησε η γυναίκα του.
Ο καθηγητής έπαιζε με το μολύβι ανάμεσα στα δάχτυλα.
-Ναι, θα φύγω νωρίτερα.
Η γυναίκα χαμογέλασε στη Ζουάνα κι αποσύρθηκε αργά-αργά.
Ακόμα αβέβαιη, η Ζουάνα σκέφτηκε ότι το νέο πέρασμα αυτής της ύπαρξης ξεδιάλυνε πως ο καθηγητής ήταν άντρας και πως αυτή δεν ήταν καν «ένα κορίτσι». Θα πρόσεχε εκείνος τουλάχιστον, θα πρόσεχε, Θεέ μου, εκείνος τουλάχιστον πόσο μισητή ήταν εκείνη η λευκή γυναίκα και πώς ήξερε να καταστρέφει οποιαδήποτε συζήτηση;
-Έχετε μάθημα απόψε; -ρώτησε δισταχτικά με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να συνεχίσει την κουβέντα. Έγινε κατακόκκινη όταν ξεστόμισε τα λόγια, τόσο λευκά, ειπωμένα τόσο χωρίς δικαίωμα… Όχι με τον τόνο που είχε πει η γυναίκα, χαριτωμένη και ήρεμη:
«Θα φας για βράδυ νωρίτερα;»
-Ναι, απάντησε ο καθηγητής ενώ μάζευε τα χαρτιά του πάνω από το τραπέζι.
Η Ζουάνα σηκώθηκε να φύγει αμέσως, αλλά προτού αντιληφθεί την ίδια της την κίνηση ξανακάθισε. ‘Εγειρε το κεφάλι πάνω στο τραπέζι κι άρχισε να κλαίει σκεπάζοντας τα μάτια της. Γύρω της ήσαν όλα σιωπηλά κι η Ζουάνα μπορούσε ν’ακούσει τα πνιχτά και σιωπηλά βήματα όποιου περπατούσε στο εσωτερικό του σπιτιού. Πέρασε μια ατελείωτη στιγμή πριν να αισθανθεί στο κεφάλι της ένα βάρος ανάλαφρο, απαλό, ήταν το χέρι. Το χέρι εκείνου. Άκουσε τον κενό ήχο της καρδιάς, έπαψε ν’ανασαίνει. Συγκεντρώθηκε εξολοκλήρου στα ίδια της τα μαλλιά που ζούσαν τώρα ψηλά, στο κεφάλι της, πελώρια, νευρικά, χοντρά κάτω απ’ αυτά τα ξένα και ζωντανά δάχτυλα. Ένα άλλο χέρι τής ανασήκωσε το πηγούνι κι Ζουάνα αφέθηκε να την εξετάσουν υποταγμένη και τρέμοντας.
-Τι συνέβη; Την ρώτησε ο καθηγητής χαμογελώντας.
- Οφείλεται στην κουβέντα μας;
Η Ζουάνα δε μπορούσε να μιλήσει, κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.
-Τότε, τι συμβαίνει; Επέμεινε ο καθηγητής με σταθερή φωνή.
-Είναι που είμαι άσκημη -απάντησε υπάκουα με υπόκωφη φωνή.
Ο καθηγητής εξεπλάγη. Άνοιξε περισσότερο τα μάτια του, τα κάρφωσε πάνω της με έκπληξη.
- Άντε από ‘δω- έκανε ο καθηγητής σκάζοντας στα γέλια μετά μια στιγμή- τελικά είχα σχεδόν ξεχάσει ότι μίλαγα με ένα κοριτσάκι… Ποιος σου είπε ότι είσαι άσκημη; -ξαναγέλασε-. Σήκω πάνω.
Η Ζουάνα σηκώθηκε με βαριά καρδιά, βέβαιη όπως πάντα ότι τα γόνατά της ήσαν σταχτιά και διάφανα.
-Για να δούμε, όχι και πολλές καμπύλες ακόμα, σύμφωνοι, αλλά θα φτιάξει, μην ανησυχείς, είπε.
Η Ζουάνα τον κοίταξε ανάμεσα από τα στερνά της δάκρυα. Πώς να του εξηγήσει; Δεν έψαχνε παρηγοριά, δεν την είχε καταλάβει…
Ο καθηγητής σούφρωσε το μέτωπο σ’ εκείνο το βλέμμα.
- Τι, τι; αναρωτήθηκε με αίσθημα δυσαρέσκειας.
Η Ζουάνα κράτησε την αναπνοή της:
-Μπορώ να περιμένω.
Μήτε κι ο καθηγητής ανάσαινε για λίγα δευτερόλεπτα. Ρώτησε με μονότονη φωνή, που έγινε ξάφνου ψυχρή:
- Να περιμένεις τι;
- Να γίνω όμορφη. Όμορφη σαν κι «εκείνη».
Το σφάλμα ήταν δικό του, ήταν η πρώτη του σκέψη, σα χαστούκι στο πρόσωπό του. Το σφάλμα ήταν δικό του γιατί είχε δώσει μεγάλη σημασία στη Ζουάνα, γιατί είχε επιζητήσει, ναι, επιζητήσει -μην το βάζεις στα πόδια, μην το βάζεις στα πόδια- αναλογιζόμενος ότι θα υπήρχε ατιμωρησία, τη δική του υπόσχεση της νεότητας, εκείνη τη φλεγόμενη κι εύθραυστη φιγούρα. Και προτού να κατορθώσει να συγκρατήσει τη σκέψη του -με τα χέρια του συσπασμένα κάτω από το τραπέζι- αναλογίστηκε με σκληρότητα: ο εγωισμός κι η εσχατολογία των γηρατειών που πλησιάζουν. Αχ! πώς μισούσε τον εαυτό του που το είχε σκεφτεί αυτό. «Εκείνη», η σύζυγος, ήταν ομορφότερη; Κι η «άλλη» ήταν επίσης. Μα, ποια διέθετε αυτή την έλλειψη σιγουριάς στο κορμί, πόδια νευρικά, στήθη ακόμα άγουρα; - Αχ θαύμα! ακόμα άγουρα, αναλογίστηκε σαστισμένος με θολωμένο βλέμμα, ποια ήταν σαν καθάριο και δροσερό νερό; Τα γηρατειά πλησίαζαν. Μαζεύτηκε τρομοκρατημένος, έξαλλος με τον εαυτό του, δειλιασμένος.
Ξαναμπήκε η γυναίκα του. Το βράδυ είχε αλλάξει ρούχα και το δυνατό και καλοφτιαγμένο κορμί της ήταν τώρα τυλιγμένο με ένα μάλλινο μπλε φόρεμα. Ο άντρας της την κοίταξε για πολύ, με απροσδιόριστη έκφραση, λίγο χαζή. Η γυναίκα άντεξε το σοβαρό, αινιγματικό βλέμμα με μισό χαμόγελο στο πρόσωπο. Η Ζουάνα ένιωσε μικρή, ένιωθε μικρή και σκοτεινή μπρος σ’ αυτό το λαμπερό δέρμα. Ένιωσε πως η ντροπή της σκηνής που είχε προηγηθεί την κατελάμβανε και την μετέτρεπε σε κάτι φριχτά γελοίο.
-Εγώ να πηγαίνω, είπε.
Η γυναίκα –ή μήπως λάθευε;- η γυναίκα την κοίταξε στα μάτια έχοντας καταλάβει, έχοντας καταλάβει! Κι αμέσως σήκωσε το κεφάλι, με μάτια φωτεινά και γαλήνια από τη νίκη, ίσως και με λίγη συμπάθεια:
-Πότε θα ξανάρθεις, Ζουάνα; Πρέπει να κουβεντιάζεις συχνότερα με τον καθηγητή…
Με τον καθηγητή συνέχισε να λέει, παίζοντας με την οικειότητα κι ήταν λευκή και λεία. Όχι κακομοίρα και μες στην άγνοια, όχι εγκαταλελειμμένη, όχι με βρόμικα γόνατα σαν της Ζουάνας. Σαν της Ζουάνας! Η Ζουάνα σηκώθηκε, ήξερε ότι η φούστα της ήταν κοντή, ότι η μπλούζα της κόλλαγε στο μικροσκοπικό κι ασχημάτιστο στήθος της. Να το σκάσει, να τρέξει στην παραλία, να ριχτεί μπρούμυτα πάνω στην άμμο, να κρύψει το πρόσωπό της, ν’ ακούσει το θόρυβο της θάλασσας.
Έσφιξε το απαλό χέρι της γυναίκας, έσφιξε το μεγάλο χέρι εκείνου, χέρι μεγαλύτερο από ενός άντρα.
-Δεν θέλεις να πάρεις το βιβλίο;
Η Ζουάνα γύρισε και τον είδε. Είδε το βλέμμα του. Έλαμψε μέσα της η ανακάλυψη, ένα βλέμμα σαν ένα σφίξιμο χεριών, ένα βλέμμα που ήξερε πως εκείνη επιθυμούσε να πάει στην παραλία. Μα, γιατί έτσι αδύναμα, χωρίς νεύρο; Τι είχε συμβεί στο τέλος; Λίγες ώρες πριν την είχαν αποκαλέσει οχιά, ο καθηγητής έφευγε, η γυναίκα στεκόταν εκεί, περιμένοντας. Τι συνέβαινε; Όλα υποχωρούσαν… Και ξάφνου, το περιβάλλον διαγράφηκε στο ενσυνείδητο της σαν κραυγή, μεγεθύνθηκε με όλες τις λεπτομέρειες, πνίγοντας τα πρόσωπα σ’ ένα μεγάλο κύμα…Τα ίδια της τα πόδια δεν την κρατούσαν…Το δωμάτιο όπου είχε περάσει τόσα απογεύματα σπινθηροβόλαγε με το κρεσέντο μιας ορχήστρας, βουβά, σαν εκδίκηση για τον περισπασμό της. Άξαφνα, η Ζουάνα ανακάλυψε τη δύναμη εκείνου του ήσυχου χώρου φιλοξενίας που δεν υποψιαζόταν. Ήταν παράξενος, σιωπηλός, απών, λες και κανένας δεν τον είχε πατήσει, λες και ήταν μία ανάμνηση. Τα πράγματα είχαν παραμείνει κρυμμένα μέχρι τότε και τώρα πλησίαζαν, την κύκλωναν, λάμποντας στο μισοσκόταδο του λυκόφωτος. Μπλεγμένη, είδε πάνω στην κρυσταλλοθήκη που έλαμπε το γυμνό αγαλματάκι με γραμμές που έσβηναν απαλά σαν το τέλος μιας κίνησης. Η σιωπή από τις ακίνητες και κομψές καρέκλες μεταδόθηκε στον εγκέφαλό της και τον άδειασε σιγά-σιγά… Άκουσε βιαστικά βήματα στο δρόμο, είδε την ψηλή και σοβαρή γυναίκα να την κοιτάζει επίσης κι εκείνο τον δυνατό άντρα με τους σκυφτούς ώμους. Τι περίμεναν απ’ αυτήν; Τρόμαξε. Αισθάνθηκε το σκληρό κάλυμμα του βιβλίου ανάμεσα στα δάχτυλά της, μακριά, μακριά λες και μια άβυσσος τη χώριζε από τα ίδια της τα χέρια. Τότε, τι; Γιατί είχε κάτι να της πει ο καθένας; Γιατί, γιατί; Και τι απαιτούσαν κρίνοντάς την πάντα; Ο ίλιγγος, γοργός σαν ανεμοστρόβιλος, κατέλαβε το κεφάλι της κι έκανε τα πόδια της να χάσουν την ισορροπία τους. Στεκόταν όρθια, εμπρός τους εδώ και κάποια λεπτά, σιωπηλή, νιώθοντας το σπίτι, μα γιατί οι άνθρωποι αυτοί δεν εκπλήσσονταν με τη συμπεριφορά της, ανεξήγητη γιαυτούς; Όλα μπορούσαν να τα περιμένουν απ’ αυτήν, βέβαια, την οχιά, ακόμα κι αυτό που φαινόταν παράξενο, αχ! ο πόνος, η χαρά που πονούσε. Κι οι δυο τους ξεχώριζαν από τις σκιές, ήρεμοι μπροστά της και μόνο στο βλέμμα τού καθηγητή διακρινόταν κάποια έκπληξη.
-Αποβλακώθηκα –είπε με μισή φωνή- και η κρυσταλλοθήκη έλαμπε σαν άγιος.
Μόλις μίλησε, με την όραση ακόμα σκοτεινιασμένη, η Ζουάνα αντελήφθη μια κίνηση της γυναίκας του καθηγητή, σχεδόν αδιόρατη. Κοιτάχτηκαν και κάτι κακό, αδηφάγο και ταπεινωτικό στη γυναίκα άφησε εμβρόντητη τη Ζουάνα που άρχισε να καταλαβαίνει… Ήταν ο δεύτερος ίλιγγος εκείνης της μέρας! Ναι, ήταν ο δεύτερος ίλιγγος εκείνης της μέρας! Σα σάλπιγγα. Τους κοίταξε με ένταση! Φεύγω τώρα αμέσως απ’ αυτό τα σπίτι!, φώναξε αναστατωμένη. Όλο και περισσότερο κλεινόταν η σάλα, από την μια στιγμή στην άλλη θα ξύπναγε η οργή του άντρα και της γυναίκας! Σαν τη βροχή που ξεσπάει, σαν τη βροχή που ξεσπάει…
Τα πόδια της βυθίζονταν στην άμμο και ξαναβγαίνανε στην επιφάνεια και πάλι βαριά. Ήταν πια νύχτα, η θάλασσα κυλούσε σκοτεινή, νευρική, τα κύματα έτρωγαν την παραλία. O άνεμος είχε φωλιάσει στα μαλλιά της και κούναγε τρελά τις κοντές της αφέλειες. Η Ζουάνα δεν αισθανόταν πια εκείνη την αποβλάκωση, ένα βαρύ μπράτσο βάραινε στο στήθος της, ήταν ένα ευχάριστο βάρος. Της πέρασε γοργά μια σκέψη: σύντομα κάτι θα μου συμβεί. Ήταν ο δεύτερος ίλιγγος μέσα σε μία μόνο μέρα! Το πρωί όταν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και τώρα… είμαι όλο και περισσότερο ζωντανή, ένιωσε συγκεχυμένα. Άρχισε να τρέχει. Ξάφνου ένιωσε πιο λεύτερη, με περισσότερο θυμό για όλα, ένιωσε θριαμβευτικά. Δεν ήταν όμως θυμός παρά αγάπη. Μια αγάπη τόσο ισχυρή που το μόνο που κατάφερνε ήταν να εξαντλεί το πάθος της στη δύναμη του μίσους. Τώρα είμαι μια μοναχική οχιά. Θυμήθηκε ότι πράγματι είχε αποχωριστεί τον καθηγητή, μετά από κείνη την κουβέντα ποτέ δε θα μπορούσε να γυρίσει…Τον ένιωθε μακριά, σ’εκείνη την ατμόσφαιρα που θυμόταν τώρα με τρόμο και ξένη προς αυτήν. Μόνη της…
Ο θείος κι η θεία κάθονταν στο τραπέζι. Μα σε ποιόν απ’ τους δυο θα μπορούσε να πει: έχω ολοένα και περισσότερη δύναμη, μεγαλώνω, είμαι πια γυναίκα; Ούτε σ’ αυτούς ούτε σε κανέναν άλλο μπορούσε να το πει. Διότι δε μπορούσε να ρωτήσει κανέναν: πες μου, πώς είναι τα πράγματα; και ν’ ακούσει ένα «δεν ξέρω» όπως της είχε απαντήσει ο καθηγητής. Ο καθηγητής ξαναήρθε στη μνήμη της όπως σ’ εκείνη την τελευταία στιγμή, σκυμμένος προς αυτήν, τρομαγμένος ή φοβερός και τρομερός, δεν ήξερε, μα υποχωρώντας, αυτό είναι, υποχωρώντας. Κατάλαβε ότι η απάντηση δεν την ένοιαζε και πολύ. Ό,τι άξιζε είναι πως η ερώτηση είχε γίνει αποδεκτή, μπορούσε να υφίσταται. Η θεία της θα της απαντούσε κατάπληκτη: Ποιά πράγματα; Κι αν κατάφερνε να το αντιληφθεί, θα της έλεγε είναι έτσι κι έτσι κι έτσι. Με ποιόν θα μπορούσε να μιλήσει τώρα για τα πράγματα που υπάρχουν με την ίδια φυσικότητα με την οποία μίλαγε για τα άλλα, γιαυτά που μετά βίας υφίστανται;
Πράγματα που υπάρχουν, άλλα που μετά βίας υφίστανται...
Εξεπλάγη μ’ αυτή τη νέα σκέψη, ανέλπιστη, ότι από δω και μπρος θα ζούσε σαν τα λουλούδια στον τάφο. Ότι θα ζούσε, θα ζούσε, άλλες σκέψεις θα γεννιούνταν και θα ζούσαν κι η ίδια ακόμη ήταν ζωντανή. Η χαρά τής παράλυσε την καρδιά, άγρια, της φώτισε το κορμί. Έσφιξε το ποτήρι ανάμεσα στα δάχτυλά της, ήπιε νερό με τα μάτια κλειστά σα να ‘ταν κρασί, αιμάτινο και καθαγιασμένο, το αίμα του Χριστού. Ναι, σε κανέναν τους δεν θα εξηγούσε ότι όλα άλλαζαν σιγά-σιγά... Ότι διατηρούσε το χαμόγελό της σαν κάποιος που σβήνει πια τη λάμπα κι αποφασίζει να ξαπλώσει. Οι άνθρωποι δεν ήσαν αποδεκτοί τώρα, μέσα της να γίνονται ένα μαζί της. Οι σχέσεις με τους ανθρώπους διαφοποιούνταν ολοένα και περισσότερο από τις σχέσεις που διατηρούσε με τον ίδιο της τον εαυτό. Εξαφανίζονταν και τα τελευταία χαρακτηριστικά από τη γλυκύτητα της παιδικής ηλικίας, κάποια πηγή έκλεινε την πόρτα προς τα έξω κι ό,τι πρόσφερε στους ξένους που διάβαιναν ήταν στεγνή κι άχρωμη άμμος. Μα βάδιζε μπροστά, πάντα μπροστά, όπως περπατάμε στην παραλία, σαν ο άνεμος χαϊδεύει το πρόσωπο και σπρώχνει προς τα πίσω τα μαλλιά.
Πώς να τους πει: είναι ο δεύτερος ίλιγγος σε μια μέρα, καιγόταν απ’ την επιθυμία να εμπιστευτεί το μυστικό της σε κάποιον. Διότι κανένας άλλος, κανένας άλλος σε όλη της τη ζωή, ίσως κανένας άλλος δεν θα της έλεγε όπως ο καθηγητής: ζούμε και πεθαίνουμε. Όλοι το λησμονούσαν αυτό, μόνο να περνάνε καλά ξέρανε. Τους κοίταξε. Η θεία της πέρναγε καλά με το να διατηρεί ένα σπιτικό, να ‘χει μια μαγείρισσα, ένα σύζυγο, μια παντρεμμένη κόρη και επισκέψεις. Ο θείος πέρναγε καλά δουλεύοντας, με το αγρόχτημα, παίζοντας σκάκι, με τις εφημερίδες. Η Ζουάνα προσπάθησε να τους αναλύσει νιώθοντας ότι έτσι θα τους διέλυε στα εξ ων συνετέθησαν. Ναι, αγαπιόντουσαν, με τρόπο απόμακρο και γερασμένο. Πότε-πότε, απασχολημένοι με τα παιχνίδια τους, αντάλλασαν ανήσυχες ματιές, για να σιγουρευτούν ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Ύστερα, διατηρούσαν και πάλι τη βαρετή απόσταση που μειωνόταν με την ευκαιρία κάποιου κρυολογήματος ή κάποιας επετείου. Κοιμόντουσαν μαζί, φυσικά, σκέφτηκε η Ζουάνα, χωρίς να βρει την παραμικρή ευχαρίστηση σ’αυτή την πονηρή σκέψη.
Η θεία τής άπλωσε σιωπηλά το καλαθάκι με το ψωμί. Ο θείος δε σήκωνε τα μάτια από το πιάτο.
Το φαϊ ήταν μία από τις σημαντικότερες έγνοιες του σπιτιού, συνέχισε τη σκέψη της. Την ώρα του φαγητού, με τους βραχίονες ακουμπισμένους βαριά πάνω στο τραπέζι, ο άντρας έτρωγε κοντανασαίνοντας ελαφρά, γιατί υπέφερε από την καρδιά του κι ενόσω μασούσε, λίγο φαγητό τού ξέφευγε απ’ το στόμα, το βλέμμα του καρφωνόταν απλανώς σε κάποιο σημείο, με την προσοχή στραμμένη στις εσώτερες αισθήσεις που προκαλούσε η τροφή. Η θεία σταύρωνε τα πόδια κάτω απ’ την καρέκλα και συνοφρυωμένη έτρωγε με το πρόσωπο αναζωογονημένο και καινούργιο. Μα γιατί δε σηκώνονταν σήμερα από την καρέκλα; Γιατί προσπαθούσαν να μην μεταχειρίζονται τα μαχαιροπήρουνα με θόρυβο, λες κι υπήρχε νεκρός ή κάποιος που κοιμόταν; Εγώ είμαι η αιτία, μάντεψε η Ζουάνα. Γύρω από το σκούρο τραπέζι, κάτω από το φως που έφτανε φιλτραρισμένο από τις βρώμικες λωρίδες της λάμπας, η σιωπή έκανε επίσης αισθητή την παρουσία της εκείνο το βράδυ. Ήσαν στιγμές που η Ζουάνα στεκόταν ν’ ακούσει τον θόρυβο των στομάτων που μασούσαν και το ελαφρύ και νευρικό τικ-τακ του ρολογιού. Τότε η γυναίκα άνοιγε τα μάτια κι ακίνητη, με το πιρούνι μετέωρο, περίμενε με αγωνία και ταπεινότητα. Η Ζουάνα παρεξέκλινε το βλέμμα της νικηφόρα, χαμήλωνε το κεφάλι με χαρά μέχρι τα τρίσβαθά της, ανεξήγητα αναμειγμένη μ’ ένα επίπονο πνίξιμο στο λαιμό, αδυνατώντας να ξεσπάσει σε γοερό κλάμα.
-Η Αρμάντα δεν ήρθε;
Η φωνή της Ζουάνας έσβυσε το τικ-τακ του ρολογιού και προκάλεσε μια ξαφνική και γοργή κίνηση στο τραπέζι.
Οι θείοι κρυφοκοιτάχτηκαν. Η Ζουάνα ανάσανε δυνατά: Την φοβόντουσαν λοιπόν;
-Ο άντρας της Αρμάντας δεν έχει βάρδια σήμερα, γιαυτό κι εκείνη δεν ήρθε για το δείπνο, απάντησε η θεία. Άξαφνα, ικανοποιημένη, άρχισε να τρώει. Ο θείος μασούσε βιαστικότερα. Επανήλθε η σιωπή, χωρίς να διαλύει το μακρινό μουρμουρητό της θάλασσας. Ανθρωπάκια, αυτό ήταν.
-Πότε θα πάω στο οικοτροφείο;- ρώτησε η Ζουάνα.
Το πιάτο με τη σούπα έπεσε από τα χέρια της θείας, το σκουρόχρωμο κι αδιάντροπο ζεστό υγρό απλώθηκε γρήγορα στο τραπέζι. Ο θείος απίθωσε τα μαχαιροπήρουνα στο πιάτο με αγωνιώδη έκφραση.
- Πώς ξέρεις ότι... –ψέλλισε μπερδεμένος...
Εκείνη είχε ακούσει πίσω από την πόρτα...
Το λεκιασμένο τραπεζομάντηλο άχνιζε γλυκά σαν τα αποκαϊδια πυρκαγιάς. Ακίνητη και γοητευμένη, καθώς μπρος σε κάτι αθεράπευτο, η γυναίκα ατένιζε τη χυμένη σούπα που κρύωνε γρήγορα.
Το νερό που δεν έβλεπε και δεν άκουγε μα δεν ήταν βουβό, έλαμπε κι έκανε έναν χαρούμενο θόρυβο χτυπώντας στο ανοιχτόχρωμο σμάλτο της μπανιέρας. Το δωμάτιο ήταν μες στην αχλύ των ατμών, θαμπώνοντας τούς καθρέφτες, η αντανάκλαση του ήδη γυμνού σώματος μιας νεαρής κοπέλας αντιφεγγιζόταν στα υγρά πλακάκια των τοίχων.
Το κορίτσι αχνογελάει από τη χαρά του κορμιού. Τα αδύνατα, ίσια πόδια της και τα μικρά της στήθη αναδύονται από το νερό. Μόλις που γνωρίζει τον ίδιο της τον εαυτό, ακόμα δε μεγάλωσε καθόλου, μόλις που ξέφυγε από την παιδική ηλικία. Απλώνει το ένα από τα δύο πόδια, κοιτάζει την πατούσα από μακριά, την κουνάει αργά σαν να είναι αδύναμη φτερούγα. Σηκώνει τα μπράτσα πάνω από το κεφάλι, προς το ταβάνι, μες στο ημίφως, με τα μάτια σφαλιστά, χωρίς κανένα αίσθημα, μόνο κίνηση. Το σώμα επιμηκύνεται, τεντώνεται, αστράφτει υγρό μες στο μισοσκόταδο, μια γραμμή τεταμένη και τρεμουλιαστή. Όταν αφήνει τα μπράτσα της να πέσουν, συρρικνώνεται και πάλι, λευκή και σίγουρη. Γελάει σιγαλά, κινεί τον μακρύ λαιμό της δεξιά κι αριστερά, γέρνει το κεφάλι προς τα πίσω, το χορτάρι είναι πάντα δροσερό, κάποιος πρόκειται να την φιλήσει, απαλά κουνελάκια στριμώχνονται τα μεν δίπλα στα δε με τα μάτια κλειστά. Ξαναγελάει, με ελαφρύ μουρμουρητό σαν του νερού. Σηκώνει τη μέση, την περιφέρεια, τη ζωή της.
Βγαίνει απ’ την μπανιέρα όπως από τη θάλασσα. Ένας κόσμος βαρύς κλείνει γύρω της σιωπηλά, ήσυχα. Μικρές μπουρμπουλήθρες γλιστρούν απαλά μέχρι να διαλυθούν πάνω στο σμάλτο. Το κορίτσι αισθάνεται το νερό να βαραίνει πάνω στο κορμί της, στέκεται μια στιγμή σαν να του είχαν αγγίζει απαλά τον ώμο. Αφουγκράζεται προσεκτικά αυτό που νιώθει, την παλίρροια να σηκώνεται. Τι να συμβαίνει; Σοβαρεύει, οι κόρες των ματιών της επιμηκύνονται και βαθαίνουν. Μόλις που ανασαίνει. Τι να συμβαίνει; Τα μάτια των πραγμάτων ανοιχτά και βουβά συνεχίζουν να γυαλίζουν μέσα από τους ατμούς. Πάνω στο ίδιο κορμί που μάντεψε την χαρά υπάρχει νερό, νερό. Όχι, όχι… Γιατί; Πλάσματα που ήρθαν στον κόσμο όπως το νερό. Κουνιέται, προσπαθεί να ξεφύγει. Όλα, λέει αργά σα να παραδίδει κάτι εξετάζοντάς το χωρίς να καταλαβαίνει. Όλα. Κι αυτή η λέξη είναι ειρήνη, σοβαρή κι ακατάληπτη σαν τελετουργία. Το νερό καλύπτει το κορμί της. Τι να συμβαίνει; Μουρμουρίζει χαμηλόφωνα, συλλαβές βαριές, έχοντας γίνει ένα μεταξύ τους.
Το μπάνιο είναι αβέβαιο, σχεδόν νεκρό. Τα πράγματα και οι τοίχοι υποχωρούν, χαλαρώνουν και διαλύονται σε σύννεφα καπνού. Το νερό κρυώνει λίγο πάνω στο δέρμα της κι η Ζουάνα ριγεί από φόβο και κρύο.
Όταν βγαίνει από τη μπανιέρα είναι μια άγνωστη που δεν ξέρει τι να αισθανθεί. Τίποτα δεν την περιτριγυρίζει κι αυτή δε γνωρίζει τίποτα. Είναι ανάλαφρη και λυπημένη, κινείται αργά, δίχως να βιάζεται, για κάμποση ώρα. Το κρύο διατρέχει τη ράχη της μέχρι τα παγωμένα της πόδια μα δε θέλει να κινηθεί, σφίγγει τον κορμό πληγωμένη, δυστυχής. Σκουπίζεται άπονα, ταπεινωμένη και μίζερη, τυλίγεται στο μπουρνούζι σα να βρίσκει καταφύγιο σε ζεστή αγκαλιά. Κλεισμένη στον εαυτό της, χωρίς να θέλει να κοιταχτεί, αχ, χωρίς να θέλει να κοιταχτεί, γλιστράει στο διάδρομο –μακρύς άλικος λαιμός, σκοτεινός και διακριτικός, απ’ όπου θα φτάσει στα έγκατα, στο «τα πάντα»-. Τα πάντα, τα πάντα, επαναλαμβάνει μυστηριώδης. Κλείνει τα παραθυρόφυλλα του δωματίου, να μη βλέπει, να μην ακούει, νο μη νιώθει. Ρίχνεται στο κρεβάτι σιωπηλή, κυματίζοντας στο σκοτάδι σα στη χαμένη μήτρα και ξεχνάει. «Τα πάντα» είναι διάχυτο, ανάλαφρο και βουβό.
Πίσω της στοιχίζονταν τα κρεβάτια τού κοιτώνα στο οικοτροφείο. Και μπροστά της το παράθυρο άνοιγε στη νύχτα.
Πάνω από τη βροχή ανακάλυψα ένα θαύμα – σκεφτόταν η Ζουάνα- ένα θαύμα χωρισμένο σε αστέρια μεγάλα, σοβαρά και λαμπερά, σαν ανακοίνωση που στέκει εκεί σα φανάρι. Τι προσπαθούν να πουν; Διαισθάνομαι σ’ αυτά το μυστικό, αυτή η λάμψη είναι το ατάραχο μυστικό που αντιλαμβάνομαι να κυλάει εντός μου, να κλαίει σε ψηλές νότες, απελπισμένες και ρομαντικές. Θεέ μου, κάνε με τουλάχιστον να επικοινωνήσω μαζί τους, πραγματοποίησε την επιθυμία μου να τα φιλήσω. Να νιώσω το φως τους στα χείλη, να το νιώσω να φωτοβολεί μέσα στο σώμα μου, κάνοντάς το αστραφτερό και διάφανο, δροσερό και υγρό, σαν τα λεπτά που προηγούνται από το ξημέρωμα. Γιατί αναβλύζει από μέσα μου αυτή η παράξενη δίψα; Η βροχή και τ’ αστέρια, αυτό το κρύο και συμπαγές ανακάτωμα με ξύπνησε, άνοιξε τις πόρτες τού σκιερού και πράσινου δάσους μου με μυρωδιά αβύσσου απ΄όπου τρέχουν νερά. Κι έγινε ένα με τη νύχτα. Εδώ, δίπλα στο παράθυρο, ο αέρας ημερεύει. Αστέρια, αστέρια, προσεύχομαι. Γιατί δεν έρχεται η βροχή εντός μου; Θέλω να είμαι αστέρι. Θα εξαγνιστώ για λίγο και θα έχω τη μάζα εκείνων που κρατιούνται πίσω από τη βροχή. Εκείνη τη στιγμή η έμπνευσή μου πονάει όλο μου το κορμί. Μια στιγμή μονάχα και θα χρειαστεί να ’ναι πιότερο από έμπνευση. Κι αντί γιαυτή την ευτυχία που ασφυκτιά, σαν περίσσευμα του αέρα, θα νιώσω ευκρινώς την αδυναμία να έχω παραπάνω από μία έμπνευση, να την ξεπεράσω, να κατέχω την ουσία του πράγματος και να είμαι πραγματικά ένα αστέρι. Πού οδηγεί η τρέλα; Στην τρέλα. Και παρόλα αυτά είναι αλήθεια. Τι πειράζει που δείχνει να συνεχίζω να βρίσκομαι εγώ αυτή τη στιγμή στον κοιτώνα, ενώ τα άλλα κορίτσια κείτονται νεκρά στα κρεβάτια τους με το κορμί ακίνητο; Η αλήθεια είναι πως βρίσκομαι γονατισμένη γυμνή σαν ένα ζώο, δίπλα στο κρεβάτι κι η ψυχή μου απελπίζεται όπως μόνο το κορμί μιας παρθένας μπορεί ν΄απελπιστεί. Το κρεβάτι εξαφανίζεται, οι τοίχοι του δωματίου απομακρύνονται, πέφτουν νικημένοι. Κι εγώ βρίσκομαι στον ελεύθερο κι οξυδερκή κόσμο σα ζαρκάδι στην πεδιάδα. Σηκώνομαι απαλή σαν αεράκι, ορθώνω το κεφάλι σα μίσχος και, νυσταγμένη, αλαφροπατώντας, διασχίζω κάμπους πιο πέρα κι απ’ τη γης, τον κόσμο, το χρόνο, το Θεό. Κάνω βουτιά κι ύστερα αναδύομαι, σα μέσα από τα σύννεφα, χωράφια αδιάβατα, αδιάβατα ακόμα. Αυτά που εγώ ακόμα δεν έμαθα να φαντάζομαι, μα που θα κραυγάζουν. Πορεύομαι, προχωράω, συνεχώς, συνεχώς…Πάντα, χωρίς αναπαμό, διασκεδάζοντας την αποκαμωμένη μου δίψα που θέλει ν’ αναπαυθεί σ’ ένα τέλος. Πότε ήταν που είδα ένα φεγγάρι ψηλά στον ουρανό, λευκό και σιωπηλό; Με ρούχα ωχρά να κυματίζουν στον άνεμο. Ο ιστός χωρίς σημαία, στητός και βουβός, καρφωμένος στο διάστημα… Όλα, περιμένοντας τα μεσάνυχτα… -Σφάλλω, πρέπει να γυρίσω πίσω. Δε βλέπω τρέλα στην επιθυμία να δαγκώσω αστέρια, αλλά υπάρχει ακόμα η γη. Διότι η πρώτη αλήθεια βρίσκεται στη γη και στο κορμί. Αν με πονάει η λάμψη των αστεριών, αν είναι μπορετή αυτή η μακρινή επικοινωνία, οφείλεται στο ότι ριγεί μέσα μου κάτι που μοιάζει με αστέρι. Έχω γυρίσει πίσω στο κορμί. Όταν με συλλαμβάνω εξ απήνης στο βάθος τού καθρέφτη τρομάζω. Δε μπορώ να πιστέψω πως έχω όρια, ότι είμαι περιχαρακωμένη και ορισμένη. Νιώθω διασκορπισμένη στον αέρα, σκέφτομαι στο εσωτερικό των ανθρώπων, ζώντας στα πράγματα που βρίσκονται πιο πέρα από μένα την ίδια. Όταν με βλέπω στον καθρέφτη δεν τρομάζω γιατί με βρίσκω άσκημη ή ωραία. Ανακαλύπτω τον εαυτό μου με άλλη ποιότητα. Μετά ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που δεν με έχω δει, σχεδόν ξεχνάω ότι είμαι από σάρκα και οστά, ξεχνάω το παρελθόν μου και διαθέτω την ίδια ελευθερία για το οποιοδήποτε τέλος και συνείδηση ενός και μοναδικού ζωντανού πράγματος. Εκπλήσσομαι ακόμα με τα μάτια ανοιχτά προς τον χλομό καθρέφτη ότι υπάρχουν τόσα πράγματα μέσα μου πιο πέρα από όσα είναι γνωστά, τόσα πράγματα πάντα σιωπηλά. Γιατί να σωπαίνω; Αυτές οι καμπύλες κάτω από την μπλούζα ζουν ατιμώρητα; Γιατί να τις αποσιωπήσω; Το στόμα μου, σχεδόν παιδικό, τόσο βέβαιο για το πεπρωμένο του, εξακολουθεί να είναι το ίδιο παρόλη τη γενική μου αφηρημάδα. Πότε-πότε, τις ανακαλύψεις μου συναντάει η αγάπη μου για τον εαυτό μου, ένα διαρκές κοίταγμα στον καθρέφτη, ένα χαμόγελο γεμάτο κατανόηση γι’ αυτούς που με κοιτάνε. Περίοδος ερωτημάτων προς το σώμα μου, λαιμαργίας, ύπνου, μακρινών περιπάτων στον καθαρό αέρα. Μέχρι που μια φράση, μια ματιά –όπως ο καθρέφτης- μού υπενθυμίζουν με έκπληξη άλλα μυστικά, που με κάνουν χωρίς όρια. Γοητευμένη, βυθίζω το κορμί μου στο βάθος τού πηγαδιού, υποβάλλω ερωτήσεις σε όλες του τις πηγές και υπνοβατώντας τραβάω άλλο δρόμο. Να αναλύσω στιγμή τη στιγμή, να αντιληφθώ τον πυρήνα κάθε στοιχείου από το χρόνο και το διάστημα. Να κατέχω το κάθε λεπτό, η συνείδησή μου να γίνει ένα μαζί τους, σα λεπτές ίνες σχεδόν αδιόρατες μα δυνατές. Κι η ζωή; Ακόμα κι έτσι μου διαφεύγει. Άλλος τρόπος να την συλλάβω θα ήταν να ζήσω. Μα το όνειρο είναι πληρέστερο από την πραγματικότητα, ετούτη με πνίγει στο ασυνείδητο. Στο τέλος της γραφής τι μετράει περισσότερο: να ζεις ή να ξέρεις ότι ζεις αυτή την στιγμή; Λέξεις διαυγέστατες, κρυστάλλινες σταγόνες. Νιώθω την απαστράπτουσα και υγρή μορφή να χτυπιέται μέσα μου. Μα πού να ‘ναι κείνο που θέλω να πω, πού να΄ναι κείνο που πρέπει να πω; Φωτίστε με, τα έχω σχεδόν όλα’ έχω το περίγραμμα περιμένοντας την ουσία’ αυτό είναι; Τι πρέπει να κάνει κάποιος που δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει μ’ αυτόν τον ίδιο; Να χρησιμοποιήσει τον εαυτό του σαν σώμα και ψυχή προς όφελος του σώματος και της ψυχής; Ή να μετατρέψει τη δύναμή του σε άλλη δύναμη ξένη; Ή να περιμένει να γεννηθεί η λύση από μόνη της, σα συνέπεια; Δεν μπορώ να πω τίποτα, ακόμα κι αν είμαι στο εσωτερικό της μορφής. Όλα όσα κατέχω βρίσκονται πολύ βαθιά μέσα μου. Μια μέρα, αφού μιλήσω επιτέλους, θα ‘χω ακόμα με τι να ζήσω; Ή όλα όσα αρθρώσω θα βρίσκονται πιο δω ή πιο κει απ’ τη ζωή; Όλα όσα είναι μορφή ζωής φροντίζω να τα απομακρύνω. Προσπαθώ να απομονωθώ για να βρω τη ζωή μέσα στην ίδια τη ζωή. Εντούτοις, στηρίχτηκα πιότερο απ’ ότι θα ’πρεπε στο παιχνίδι που διασκεδάζει και παρηγορεί και σαν απομακρύνομαι απ’ αυτό, βρίσκομαι απότομα απροστάτευτη. Τη στιγμή που κλείνω την πόρτα πίσω μου, αυτόματα αποχωρίζομαι από τα πράγματα. Όσα έφυγαν απομακρύνονται από μένα, βυθίζονται δίχως ήχο στα μακρινά μου νερά. Την ακούω την πτώση. Χαρούμενη κι απλή περιμένω τον ίδιο μου τον εαυτό, περιμένω ότι θα ορθωθώ και θ’ αναδυθώ αληθινή μπρος στα μάτια μου. Αντί να καταφέρω να με αποκτήσω με τη φυγή, με βλέπω απροστάτευτη, μοναχική, αιχμαλωτισμένη σ’ ένα κουβούκλιο χωρίς διαστάσεις, όπου το φως κι η σκιά είναι ήσυχα φαντάσματα. Στο εσωτερικό μου συναντώ την αναζητούμενη σιωπή. Μα μέσα του μένω τόσο χαμένη από οποιανδήποτε ανάμνηση οποιουδήποτε ανθρώπινου όντος κι εμένα της ίδιας, που μεταμορφώνω την εντύπωση αυτή σε βεβαιότητα σωματικής μοναξιάς. Αν έμπηγα μια κραυγή –φαντάζομαι πια μες στη θολούρα- η φωνή μου θα ήταν αποδέκτης της ισότιμης και αδιάφορης ηχούς των τοίχων της γης. Χωρίς να βιώσω τα πράγματα δε θα βρω λοιπόν τη ζωή; Μα ακόμα κι έτσι, μέσα στη λευκή και περιορισμένη μοναξιά όπου πέφτω, είμαι ακόμα φυλακισμένη ανάμεσα σε περίκλειστα βουνά. Φυλακισμένη, φυλακισμένη. Πού να ‘ναι η φαντασία; Πορεύομαι σε αόρατα μονοπάτια. Φυλακή, ελευθερία. Αυτά είναι τα λόγια που μου ‘ρχονται. Αν και νιώθω πως δεν είναι τα αληθινά, μοναδικά κι αναντικατάστατα. Ελευθερία είναι λίγο να πω. Κείνο που επιθυμώ δεν έχει ακόμα όνομα. Είμαι λοιπόν σαν παιχνιδάκι γιο-γιο που το αμολάνε και σαν τερματίσει το λάστιχο γίνεται άνευρο, δίχως δική του βαθύτερη ζωή. Να δεχτώ ψύχραιμα ότι ίσως να το συναντήσω αν το αναζητήσουν στις μικρές πηγές. Αν όχι, θα πεθάνω της δίψας. Ίσως και να μην είμαι φτιαγμένη για τα καθαρά κα απλωτά νερά παρά για τα λίγα που τα φτάνεις εύκολα. Κι ίσως και να επιθυμώ άλλη πηγή, εκείνη την αγωνία που με χτυπάει κατά πρόσωπο ένας αέρας κάποιου που κυνηγάει για τροφή, ίσως αυτή η αγωνία να ‘ναι μια ιδέα και τίποτ’ άλλο. Παρόλα αυτά, στις σπάνιες στιγμές που βρίσκω κάποια αυτάρκεια, τυφλή ζωή, χαρά τόσο έντονη και τόσο ειρηνική σαν το τραγούδι ενός οργάνου, δεν αποδεικνύουν ίσως αυτές οι στιγμές πως είμαι ικανή να ικανοποιήσω την αναζήτησή μου και πως αυτή είναι η δίψα όλου μου του είναι κι όχι μοναχά μια ιδέα; Κι ακόμη καλύτερα, η ιδέα είναι η αλήθεια! Το φωνάζω στον ίδιο μου τον εαυτό. Είναι σπάνιες αυτές οι στιγμές. Μόλις χτες, στην τάξη, σκέφτηκα αίφνης, σχεδόν χωρίς προηγούμενο, σχεδόν χωρίς σύνδεση με τα πράγματα: η κίνηση εξηγεί τη φόρμα. Η αμιγής έννοια της τελειότητας, της αιφνίδιας ελευθερίας που ένιωσα… Κείνη τη μέρα, στο χτήμα του θείου, όταν έπεσα στο ποτάμι. Πριν ήμουν κλειστή, αδιαφανής. Μα σα σηκώθηκα ήταν σα να είχα γεννηθεί από το νερό. Βγήκα βρεμένη, με τα ρούχα κολλημένα στο δέρμα μου, τα μαλλιά γυαλιστερά, λεύτερα. Κάτι με αναστάτωνε και ήταν με βεβαιότητα μονάχα το ξύπνημα του κορμιού μου. Μα λες από γλυκό θαύμα όλα γίνονται διάφανα κι αυτό ήταν με βεβαιότητα επίσης η ψυχή μου. Εκείνη τη στιγμή εγώ βρισκόμουν αληθινά βυθισμένη μέσα μου κι επικρατούσε σιωπή. Μόνο που η σιωπή μου, κατάλαβα, ήταν ένα κομμάτι από τη σιωπή της εξοχής. Και δεν ένιωθα απροστάτευτη. Το άλογο απ΄ όπου είχα πέσει με περίμενε δίπλα στο ποτάμι. Το καβαλίκεψα και πέταξα κατά τις πλαγιές που κυρίευε και δρόσιζε ήδη η σκιά. ΤράΒηξα τα γκέμια, πέρασα το χέρι από τον ζεσταμένο και παλλόμενο λαιμό του ζώου. Συνέχισα με αργό καλπασμό, ακούγοντας μέσα μου την ευτυχία, γιγαντωμένη και ξάστερη σαν καλοκαιρινός ουρανός. Πέρασα το χέρι μου πάνω από τα μπράτσα μου, απ’ όπου κύλαγε ακόμα το νερό. ‘Ενιωθα το άλογο ζωντανό σ’ επαφή μ’ εμένα, σα συνέχεια του κορμιού μου. Ανασαίναμε κι οι δυο παλλόμενοι και νιόκοποι. Ένα χρώμα βαθύσκουρο είχε κατακάτσει πάνω στα χωράφια υπνωμένα από τα υπολείμματα του ήλιου και το ελαφρύ αεράκι πετούσε πράο. Πρέπει να μην ξεχάσω, σκέφτηκα, ότι υπήρξα ευτυχής, ότι συνεχίζω να είμαι ευτυχής, πιότερο απ’ όσο γίνεται. Αλλά το ξέχασα, πάντα ξεχνάω.
Καθόμουνα στη Μητρόπολη, αναμονή αφηρημένη και χαλαρή. Ανάπνεα καταπιεσμένη το άλικο και κρύο χρώμα των εικόνων. Κι άξαφνα, προτού να καταλάβω καλά-καλά τι συνέβαινε, σαν κατακλυσμός, το αόρατο όργανο ξέσπασε σε γεμάτους, τρεμουλιαστούς και καθαρούς ήχους. Χωρίς μελωδία, σχεδόν χωρίς μουσική, σχεδόν μονάχα δόνηση. Οι γεροί τοίχοι κι οι ψηλοί θόλοι της εκκλησίας δέχονταν τις νότες και τις επέστρεφαν ηχηρά, απογυμνωμένες και έντονες. Με διαπερνούσαν, διασταυρώνονταν μέσα μου, τέντωναν τα νεύρα μου από ανατριχίλα, τον εγκέφαλό μου από ήχους. Δε σκεφτόμουν με σκέψεις αλλά με μουσική. Αδιόρατα, υπό το βάρος της καντάτας, γλίστρησα από το στασίδι, γονάτισα χωρίς να προσευχηθώ, εκμηδενισμένη. To όργανο σώπασε με την ίδια ταχύτητα με την οποία είχε ξεκινήσει, σαν έμπνευση. Συνέχισα ν’ ανασαίνω απαλά, με το σώμα να δονείται ακόμα από τους τελευταίους ήχους που παρέμεναν στον αέρα μ’ ένα βουητό θερμό και διαφώτιστο. Κι ήταν τόσο τέλεια η στιγμή που δε φοβόμουνα τίποτα, δεν ευχαρίστησα για τίποτα και δεν έπεσα στην παγίδα να επικαλεστώ τον Θεό. Θέλω να πεθάνω τώρα, φώναζε κάτι μέσα μου, πιο λευτερωμένη παρά υποφέροντας. Οποιαδήποτε άλλη στιγμή κι αν συνέβαινε αυτό θα ήταν ευτελέστερη και κενή. Ήθελα να υψωθώ και μονάχα ο θάνατος σαν τέλος θα μου πρόσφερε το απόγειο χωρίς την πτώση. Οι άνθρωποι σηκώνονταν γύρω μου, κινούνταν. Σηκώθηκα, κατευθύνθηκα προς την έξοδο, εύθραυστη και χλωμή.
Η γυναίκα της
φωνής κι η Ζουάνα
Η
Ζουάνα δεν την είχε κοιτάξει προσεκτικά μέχρι που άκουσε τη φωνή της. Ο χαμηλός
και καμπύλος τόνος, χωρίς δονήσεις, την ξύπνησε. Κοίταξε τη γυναίκα με
περιέργεια. Πρέπει να ‘χε ζήσει κάτι που εκείνη δεν γνώριζε ακόμη. Δεν
καταλάβαινε αυτή τη χροιά, τόσο μακριά από τη ζωή, τόσο μακριά από τις μέρες…
Η Ζουάνα θυμήθηκε μια φορά, λίγους μήνες μετά από το γάμο της, ότι είχε απευθυνθεί στον άντρα της ρωτώντας τον κάτι. Βρίσκονταν στο δρόμο. Και πριν να τελειώσει καλά-καλά τη φράση της, εκπλήσσοντας τον Οτάβιου, είχε κοντοσταθεί με το κεφάλι γερμένο και το βλέμμα να το διασκεδάζει. Μόλις είχε ανακαλύψει ότι η φωνή της ήταν σαν εκείνη που είχε ακούσει τόσες φορές σαν ήταν ανύπαντρη, πάντα συγκεχυμένα αμήχανη. Ήταν η φωνή μιας νέας γυναίκας δίπλα στον άντρα της. Όπως η δική της η φωνή, ακριβώς όπως είχε ηχήσει κείνη τη στιγμή για τον Οτάβιου΄ οξεία, κενή, παίρνοντας ύψος, με νότες ίσες σε αξία και καθαρές. Κάτι ημιτελές, εκστατικό, κάπως κορεσμένο. Δοκίμασε να φωνάξει...Διαφανείς μέρες, ξάστερες και στεγνές, φωνή και μέρες άφυλες, παιδάκια της χορωδίας σε λειτουργία στην ύπαιθρο. Και κάτι χαμένο, οδεύοντας προς μια μαλακή απελπισία...Κείνη η χροιά της νιόπαντρης είχε την ιστορία της, μια ιστορία εύθραυστη που πέρναγε απαρατήρητη απο τη γυναίκα της φωνής, μα όχι από αυτή την ίδια.
Από κείνη τη μέρα η Ζουάνα άκουγε τις φωνές, τις καταλάβαινε ή δεν τις καταλάβαινε. ‘Ισως στο τέλος της ζωής της κάθε χροιά τής φωνής που θα ‘χε ακουστεί θ’ ακολουθούσε ένα κύμα από θύμησες που θα ‘ρχονταν στη μνήμη της κι αυτή θα έλεγε: πόσες φωνές δεν είχα...Έσκυψε πάνω στη γυναίκα. Είχε φτάσει μέχρις εκείνη αναζητώντας ένα σπίτι για να μείνει και θα ΄θελε να μην είχε πάει με τον άντρα της, διότι μόνη της ήταν πιο ελεύθερη να παρατηρήσει. Κι εκειπέρα, εκειπέρα, υπήρχε κάτι που δεν το περίμενε, μια παύση. Η άλλη ούτε που την κοίταγε. Προσπαθώντας να σκεφτεί σα να ήταν ο Οτάβιου, η Ζουάνα μάντεψε πως αυτός θα θεωρούσε σχεδόν πρόστυχη τη γυναίκα, μ’ εκείνη τη μεγάλη μύτη, χλωμή και ήμερη. Η γυναίκα μίλαγε για τα προτερήματα και τις ελλείψεις του σπιτιού και της τοποθεσίας και, παράλληλα, το βλέμμα περιπλανιόταν στο πάτωμα, στο παράθυρο, στο τοπίο, δίχως ανυπομονησία, δίχως ενδιαφέρον.
Σώμα καθαρό, μαλλιά σκούρα. Ψηλή, δυνατή. Κι η φωνή, γήινη φωνή. Δεν συγκρουόταν με κανένα αντικείμενο, απαλή και τραβηγμένη λες κι είχε διατρέξει χιλιόμετρα και χιλιόμετρα κάτω από το έδαφος μέχρι να φτάσει στο λαρύγγι της.
-Είστε παντρεμένη; Τη ρώτησε η Ζουάνα σκύβοντας προς το μέρος της.
-Χήρα, με ένα γιο. Και συνέχισε να στάζει το τραγούδι της πάνω στα πατώματα ένα γύρω.
-Όχι. Νομίζω ότι το σπίτι δεν μ’ ενδιαφέρει, είναι πολύ μεγάλο για ένα ζευγάρι μόνο, είπε βιαστικά η Ζουάνα, λίγο ξερά. Αλλά –γλύκανε στον υπέρτατο βαθμό τα λόγια της για να κρύψει τη σφοδρότητά της- Θα μπορούσα να έρχομαι να σας βλέπω πότε-πότε για να τα λέμε λιγάκι;
Η άλλη δεν εξεπλάγη. Ίσιωσε με το ένα της χέρι τη μέση της, ανοιγμένη από τη μητρότητα κι από την αργή κίνηση:
-Λίγο δύσκολο αυτό...Αύριο πάω να δω το γιο μου. Είναι παντρεμένος. Φεύγω ταξίδι..
Χαμογελούσε χωρίς χαρά, χωρίς συγκίνηση. Μόνο: φεύγω ταξίδι. Τι την ένοιαζε εκείνη τη γυναίκα; αναρωτιόταν η Ζουάνα. Ίσως να είχε εραστή...
-Μόνη σας ζείτε; Τη ρώτησε.
-Η μικρότερη αδερφή μου μπήκε σε μοναστήρι. Ζω με την άλλη μου αδερφή.
-Δεν είναι θλιβερό να ζει κανείς χωρίς άντρα μες στο σπίτι; Συνέχισε να λέει η Ζουάνα.
-Γιατί; -απάντησε η γυναίκα.
-Λέω αν είναι θλιβερό για σας. Εγώ είμαι παντρεμένη, πρόσθεσε η Ζουάνα, προσπαθώντας να δώσει ένα τόνο οικειότητας στην κουβέντα.
-Όχι, δεν το βρίσκω θλιβερό. Όχι. Χαμογελούσε αχνά.
–Θα με συγχωρήσετε αν σας πω αντίο, αφού δεν σας ενδιαφέρει το σπίτι. Πρέπει να πλύνω κάτι ρούχα πριν να κάτσω στο παράθυρο να δροσιστώ.
Η Ζουάνα πήρε δρόμο ταπεινωμένη. Με
αδυναμία στο μυαλό, αναμφίβολα... Αλλά η φωνή; Δεν κατόρθωσε να λευτερωθεί απ’
αυτήν όλο το υπόλοιπο βράδυ. Η φαντασία της κάλπαζε αναζητώντας το χαμόγελο της
γυναίκας, το σώμα της, μακρύ και ήσυχο. Δεν είχε ιστορία, ανακάλυψε λίγο-λίγο η
Ζουάνα. Διότι αν της συνέβαιναν διάφορα, αυτά δεν ήσαν εκείνη και δεν αναμιγνύονταν
με την πραγματική της ύπαρξη. Το βασικό
-
περιλαμβανομένων του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος- είναι ότι
ήταν ζωντανή. Αυτή ήταν η ουσία του ζητήματος κατά βάθος. Αυτό το βάθος έδειχνε
σβησμένο πότε-πότε, με τα μάτια σφαλιστά, σχεδόν ανύπαρκτο. Αρκούσε όμως μια
μικρή παύση, λίγη σιωπή, για να θεριέψει και ν’ αναδυθεί στην επιφάνεια, με τα
μάτια ανοιχτά, το ανάερο και συνεχές κελάρυσμα, όπως του νερού ανάμεσα στις
πέτρες. Γιατί να συνεχίζει με το ίδιο θέμα; Αληθεύει ότι της συνέβαιναν
γεγονότα που προέρχονταν από τον έξω κόσμο. Έχασε τις ψευδαισθήσεις, έπαθε
πνευμονία. Της συνέβαιναν διάφορα. Μα μόλις που δυνάμωναν ή χαμήλωναν το κελάρυσμα
του κέντρου της. Γιατί να διηγηθεί γεγονότα και λεπτομέρειες αφού τίποτα δεν
την κυρίευε στο τέλος; Κι αν αυτή ήταν μόνο η ζωή που έτρεχε στο σώμα της χωρίς
αναπαμό;
Ποτέ οι ερωτήσεις της δεν ανησυχούσαν να βρουν απάντηση, συνέχισε ν’ ανακαλύπτει η Ζουάνα. Γεννιούνταν νεκρές, χαμογελαστές, σωρεύονταν χωρίς επιθυμία ή ελπίδες. Δεν αποτολμούσε καμία κίνηση έξω απ’ αυτήν.
Ξόδεψε πολλά χρόνια της ύπαρξής της στο παράθυρο, κοιτάζοντας αυτά που πέρναγαν κι αυτά που κοντοστέκονταν. Μα η αλήθεια ήταν ότι περισσότερο αφουγκραζόταν παρά έβλεπε τη ζωή εντός της. Τη γοήτευε ο θόρυβός της, σαν αυτόν που κάνει η ανάσα ενός τρυφερού μωρού, η γλυκιά της λάμψη, σαν αυτή ενός νιόφυτου βλαστού. Δεν είχε ακόμα κουραστεί να υπάρχει και αρκείτο τόσο πολύ στον εαυτό της που, κάποτε, από μεγάλη ευτυχία, ένιωθε να την καλύπτει η θλίψη σαν τη σκιά ενός μανδύα, αφήνοντάς την δροσερή και σιωπηλή σαν ηλιοβασίλεμα. Δεν περίμενε τίποτα. Ήταν στραμμένη προς το εσωτερικό της, το ίδιο το τέλος.
Κάποτε, ανασηκώθηκε, ανήσυχη, άρχισε
να βγαίνει και ν’ αναζητεί. Πήγε σε μέρη που σύχναζαν άντρες και γυναίκες. Όλοι
έλεγαν: ευτυχώς ξύπνησε, η ζωή είναι σύντομη, πρέπει να επωφεληθεί κανείς, πριν
ήταν σβησμένη, τώρα ναι, είναι άνθρωπος. Κανείς δεν ήξερε ότι ακριβώς τότε
ένιωθε δυστυχής μέχρι σημείου να έχει ανάγκη ν’ αναζητήσει τη ζωή. Τότε ήταν
που γνώρισε έναν άντρα, τον αγάπησε κι η αγάπη τής πάγωσε το αίμα και της
κάλυψε το μυστήριο. Έφερε στο φως ένα γιο, ο άντρας της πέθανε αφού τη
γονιμοποίησε. Συνέχισε να τα φέρνει βόλτα μια χαρά. Συγκέντρωσε όλα της τα
κομμάτια και δεν ξαναναζήτησε τους ανθρώπους. Ξαναγύρισε στο παράθυρο όπου
θρονιαζόταν με συντροφιά τον εαυτό της. Και ποτέ δεν ξαναείδε πράγμα ή άνθρωπο
ευτυχέστερο και πληρέστερο. Παρότι πολλοί τη βλέπανε με συμπόνοια και τη βρίσκανε
αδύνατη. Μα η ψυχή της ήταν τόσο δυνατή
που ποτέ δεν παρέλειπε να τρώει καλά μεσημέρι-βράδυ, αν και χωρίς πολύ όρεξη.
Καθόλου δεν την ενδιέφερε ό,τι λέγαν οι άλλοι κι ούτε και την ένοιαζαν τα
συμβάντα κι όλα γλιστρούσαν από πάνω της και πήγαιναν να χαθούν σε άλλα νερά
που δεν κυλούσαν εντός της.
Μια μέρα, αφότου είχε ζήσει χωρίς ανία πολλές ίδιες μέρες, είδε τον εαυτό της διαφορετικά. ‘Ηταν κουρασμένη. Είχε πάει από το ένα άκρο στο άλλο. Κι αυτή η ίδια δεν ήξερε τι ήθελε. Βάλθηκε να σιγοτραγουδάει με το στόμα κλειστό. Ύστερα κουράστηκε κι έπιασε να σκέφτεται άλλα πράγματα. Μα δεν τα κατάφερνε ολότελα. Μέσα της κάτι προσπαθούσε να σταματήσει. Έκατσε να περιμένει και δεν ερχόταν τίποτα από κείνη για κείνη. Συγκεχυμένα ένοιωσε θλίψη, μια θλίψη ανεπαρκή και για τούτο διπλά θλίψη. Συνέχισε να περπατάει για μέρες, τα βήματά της ηχούσαν σαν να πέφτουν ξερά φύλλα καταγής. Εσωτερικά ήταν επενδυμένη με στάχτη και μέσα της εύρισκε μονάχα μιαν αντανάκλαση, σαν ασπρουλιάρικες σταγόνες που κυλούσαν, μιαν αντανάκλαση του παλιού της ρυθμού και για πρώτη φορά υπέφερε, διότι όντως είχε χωριστεί στα δύο, το ένα κομμάτι στεκόταν μπρος από το άλλο, καραδοκώντας την, επιθυμώντας πράγματα που αυτή δε μπορούσε να δώσει. Η αλήθεια είναι πως πάντα ήταν δύο κομμάτια, αυτό που ήξερε ότι ήταν σε γενικές γραμμές και το άλλο που πράγματι ήταν κατά βάθος. Ίσαμε τότε και τα δύο λειτουργούσαν ενωμένα και συγχέονταν. Τώρα εκείνο που ήξερε ότι ήταν λειτουργούσε αυτόνομα, γεγονός που σήμαινε ότι εκείνη η γυναίκα γινόταν δυστυχής κι αφυπνισμένη. Σε μια ύστατη προσπάθεια, δοκίμασε να επινοήσει κάτι, μια σκέψη, που να της γυρίζει αλλού το μυαλό. Άδικος κόπος. Ήξερε μόνο να ζει.
‘Ωσπου η απουσία του ίδιου της του εαυτού την έκανε να πέσει καταμεσής της νύχτας και, ησυχασμένη, σκοτεινιασμένη και δροσερή, πήρε να πεθαίνει. Ύστερα, πέθανε γλυκά, σαν φάντασμα. Καθόλου δεν ξέρουμε γιατί πέθανε. Μόλις που μαντεύουμε ότι στο τέλος ακόμη κι αυτή ήταν ευτυχής όπως μπορεί να είναι ένα πράγμα ή ένας άνθρωπος. Διότι είχε γεννηθεί για τα ουσιαστικά, για να ζήσει και να πεθάνει. Και το ενδιάμεσο ήταν το μαρτύριο. Η ύπαρξή της ήταν τόσο πλήρης και τόσο συνδεδεμένη με την αλήθεια που πιθανώς, την ώρα της τελικής παράδοσης, θα είχε σκεφτεί, αν είχε τη συνήθεια να σκέφτεται: εγώ δεν υπήρξα ποτέ. Ούτε και ξέρουμε τί απέγινε. Μια ωραία ζωή όφειλε να ακολουθήσει ένας ωραίος θάνατος. Σήμερα έχει μετατραπεί με κάθε βεβαιότητα σε κόκκους άμμου. Ατενίζει κατά πάνω, κατά τον ουρανό, ολοχρονίς. Πότε-πότε βρέχει, εκείνη παραμένει πλήρης και ολοστρόγγυλη στον κόκκο της. Μετά στεγνώνει σιγά-σιγά με το καλοκαιράκι και το παραμικρό αεράκι τη σκορπίζει. Είναι αιώνια τώρα.
Αφού παρέμεινε μια στιγμή απορροφημένη, η Ζουάνα αντελήφθη ότι είχε ζηλέψει εκείνο το μισοπεθαμένο πλάσμα που της είχε χαμογελάσει και μιλήσει σ’ έναν αγνώριστο τόνο φωνής. Πάνω απ’ όλα, σκέφτηκε, καταλαβαίνει τη ζωή διότι δεν είναι αρκετά έξυπνη για να μην την καταλαβαίνει. Αλλά και τι άξιζε οποιαδήποτε αιτιολόγηση... Αν θεωρούσε τον εαυτό της ικανό να την καταλάβει χωρίς να τρελαθεί, δε θα μπορούσε να διατηρήσει τη γνώση σα γνώση αλλά να την μετατρέψει σε στάση, σε στάση ζωής, μοναδικό τρόπο να κατέχει τη γνώση εκφράζοντας το εξολοκλήρου. Κι η στάση αυτή δε θα ήταν και πολύ διαφορετική από εκείνη που υιοθετούσε η γυναίκα της φωνής. Ήσαν τόσο λίγοι οι δρόμοι της δράσης.
Έκανε μια γοργή κίνηση με το κεφάλι, ανυπόμονα, έπιασε ένα μολύβι, ένα φύλλο χαρτί και έγραψε με γράμματα σκόπιμα σταθερά: «η προσωπικότητα που αγνοεί η ίδια τον εαυτό της, πραγματώνεται με μεγαλύτερη πληρότητα». Αλήθεια ή ψέματα; Κατά κόποιον τρόπο είχε εκδικηθεί πετώντας πάνω σ’ εκείνη τη γυναίκα με την ανύπαρκτη ζωή την ψυχρή κι έξυπνη σκέψη του.
Ο Οτάβιου
«ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ». Η Ζουάνα ήλπιζε να γινόταν καθαρότερη η ιδέα, να ‘χε περισσότερη αχλύ εκείνη η αστραφτερή κι ανάλαφρη μπάλα που ήταν ο σπόρος μιας σκέψης. «Εκ βαθέων». Την ένιωθε στο μεταίχμιο, σχεδόν να χάνει την ισορροπία της και να βυθίζεται για πάντα σε άγνωστα νερά. Κι αν δεν ήταν έτσι, κατά στιγμές, να παραμερίζει τα σύννεφα και να θεριεύει η τρεμούλα, αναδυόμενη σχεδόν ολοκληρωτικά... Η σιωπή κατόπιν.
Έκλεισε τα μάτια, αναπαυόταν
χαλαρά. Όταν τα άνοιξε υπέστη ένα μικρό σοκ. Και για μεγάλα και βαθιά
δευτερόλεπτα γνώριζε πως αυτό το κομμάτι ζωής ήταν ένα συνονθύλευμα αυτού που είχε ήδη ζήσει κι εκείνου που θα
ζούσε, όλα το ένα μέσα στο άλλο, αιώνια. Παράξενο, παράξενο. Το πορτοκαλόχρωμο
χρώμα στις 9 η ώρα, εκείνη η εντύπωση
διαλείμματος, ένα πιάνο μακρινό να επιμένει στις ψηλές νότες, η καρδιά της να
χτυπάει βιαστικά με τη ζέστη του πρωινού και, πίσω απ’ όλα, τρομερή,
απειλητική, η σιωπή να πάλλει στιβαρά και να μη μπορείς να την ψαύσεις. Όλα
διαλύθηκαν. Το πιάνο διέκοψε την επιμονή στις τελευταίες νότες και μετά από μια
στιγμή ανάπαυλας ξανάρχισε να μαζεύει απαλά μερικούς κεντρικούς ήχους μιας
μελωδίας καθάριας κι εύκολης. Πολύ σύντομα δεν θα μπορεί να πει αν η εντύπωση
από το πρωινό υπήρξε πραγματική ή ήταν μόνο μια ιδέα. Στάθηκε κι αφουγκράστηκε
για να την αναγνωρίσει... Μια ξαφνική κούραση την άφησε μπερδεμένη για μια
στιγμή. Με χαλαρωμένα τα νεύρα και το πρόσωπο, αισθάνθηκε ένα ανάερο κύμα
τρυφερότητας για αυτή την ίδια, σχεδόν ευγνωμοσύνη, αν και δεν ήξερε γιατί. Για
ένα λεπτό της φάνηκε πως είχε ήδη ζήσει και πως βρισκόταν στο τέλος. Και αμέσως
μετά της φάνηκε πως μέχρι τότε όλα ήσαν λευκά, σαν κενός χώρος κι ότι άκουγε
μακριά, χωρίς ήχο, τον κρότο της ζωής να πλησιάζει, σκοτεινή, πλούσια και
βίαιη, τα ψηλά κύματα να γρατζουνίζουν τον ουρανό, να πλησιάζουν, να πλησιάζουν…για
να την καταποντίσει, να την καταποντίσει, πνίγοντάς την, κάνοντάς την να ασφυκτιά…
Περπάτησε προς το παράθυρο, άπλωσε
τα χέρια της έξω και περίμενε μάταια να ‘ρθει λίγο αεράκι να τα χαϊδέψει.
Παρέμεινε έτσι, έχοντάς τα όλα ξεχάσει, για μεγάλο διάστημα. Κράταγε την ακοή
μισάνοιχτη εξαιτίας μιας σύσπασης των μυών του προσώπου, τα μάτια της σφαλιστά,
αφήνοντας μόλις να περνάει το φως και το κεφάλι να προβάλει προς τα μπρος. Μετά
από μερικά λεπτά κατόρθωσε να απομονωθεί πραγματικά. Βρισκόταν σε μια
μισο-υποσυνείδητη κατάσταση, βαθύτατα βυθισμένη σε αέρα βαρύ, σταχτή… Στήθηκε
μπροστά στον καθρέφτη και μέσα από τα δόντια της, με τα μάτια φλογισμένα από
μίσος, είπε:
-Και τώρα τι γίνεται;
Δεν μπορούσε να πάψει να
παρατηρεί το ίδιο της το πρόσωπο, μικρό και ξαναμμένο. Αφαιρέθηκε μ’ αυτό μια
στιγμή, ξεχνώντας το θυμό της. Πάντοτε συνέβαινε κάτι ελάχιστο που την έκανε να
ξεστρατίσει από τον κυρίως χείμαρρο. Ήταν τόσο ευάλωτη. Μισούσε τον εαυτό της
γιαυτό; Όχι, θα τον μισούσε περισσότερο
αν ήταν ένας κορμός αμετάβλητος ίσαμε το θάνατο, ικανός μόνο να καρπίζει μα όχι
να αναπτύσσεται εντός της. Επιθυμούσε κι άλλα επίσης: να ξαναγεννιέται πάντα,
ν’αποκοπεί από όλα όσα είχε μάθει, κείνα που έβλεπε και να ξαναρχίσει σε νέα
γης όπου και η παραμικρή πράξη να ‘χει νόημα, όπου θ’ ανάσαινε τον αέρα λες και
ήταν η πρώτη φορά. Είχε την αίσθηση πως η ζωή κυλούσε μέσα της πηχτά και
τεμπέλικα, βγάζοντας καυτές φυσαλίδες σαν ένα πυρακτωμένο σεντόνι από λάβα.
Ίσως αν αγαπούσε…Μια βαθιά σκέψη λες κι άξαφνα, ένα κλαρινέτο έκοβε με τον οξύ
του ήχο την καλύπτρα της νύχτας κι άφηνε την ύπαιθρο λεύτερη, πράσινη κι εκτεταμένη…
Και τότε, άσπρα και νευρώδη άλογα κινώντας εξεγερμένα το λαιμό και τις οπλές,
πετώντας σχεδόν, να διασχίζουν ποτάμια, όρη και κοιλάδες… Με τη σκέψη σ’
εκείνα, ένιωθε να κυκλοφορεί μέσα της ο δροσερός αέρας λες κι είχε βγει από
κρυφή σπηλιά, υγρή και δροσερή καταμεσής της ερήμου.
Αλλά σύντομα ξαναγύρισε στον εαυτό της, με κάθετη πτώση. Εξέτασε τα χέρια
και τα πόδια της. Εκειπέρα βρισκόταν, εκειπέρα βρισκόταν. Αλλά χρειαζόταν ν’
αφαιρεθεί, αναλογίστηκε με σκληρότητα και ειρωνεία. Επειγόντως. Θα πέθαινε; Γέλασε δυνατά και
κοιτάχτηκε γρήγορα στον καθρέφτη για να δει την επίδραση του γέλιου στο πρόσωπό
της. Όχι, δεν το καταλάβαινε. Σαν
αγριόγατα έμοιαζε, με τα μάτια φλογισμένα και τα μάγουλα ξαναμμένα,
στιγματισμένα από σκούρες φακίδες από τον ήλιο, τα καστανά μαλλιά ανακατωμένα
πάνω απ’ τα φρύδια. Έβλεπε την πεμπτουσία του σκούρου και θριαμβευτικού
πορφυρού. Τι προκαλούσε τόση λάμψη; Η πλήξη… Ναι, εκτός από όλα τα άλλα έκαιγε
φλόγα από κάτω του, έκαιγε φλόγα ακόμη
κι όταν εκπροσωπούσε το θάνατο. Ίσως αυτή να είναι η ευχαρίστηση να ζεις.
Και την ξανάπιασε ανησυχία,
ξεκάθαρη, χωρίς εκλογίκευση. Αχ, ίσως και να ‘πρεπε να πάει, ίσως… Έκλεισε τα
μάτια για μια στιγμή, επιτρέποντας τη γένεση μιας κίνησης ή μιας φράσης χωρίς
λογική. Πάντα το έκανε αυτό, είχε εμπιστοσύνη στο ότι κατά βάθος, κάτω από τη
λάβα, θα υπήρχε μία επιθυμία που θα
όδευε πια προς το τέλος. Κάποτε, όταν θαρρείς εξαιτίας κάποιου ειδικού μηχανισμού, όπως σκάει κανείς
κάτω στο πάτωμα, έκλεινε τις πόρτες τις συνείδησης κι έπαυε να λέει ή να κάνει
κάτι, δεχόταν έκπληκτη –διότι η αντίληψη της κίνησης μόλις που έφθανε σ’αυτήν
τη στιγμή τής εκτέλεσής της- ένα χαστούκι κατά πρόσωπο από τα ίδια της τα
χέρια. Κάποτε άκουγε παράξενα και τρελά λόγια από το ίδιο της το στόμα. Ακόμα
κι αν δεν τα καταλάβαινε την άφηναν ελαφρύτερη, πιο λεύτερη. Επανέλαβε την εμπειρία με τα μάτια κλειστά.
Κι από κει, από τα τρίσβαθά της, σε
μια στιγμή σιωπής κι εγκατάλειψης, αναδύθηκε, χλωμό κι αβέβαιο στην αρχή, ολοένα και πιο ισχυρό κι επίπονο ύστερα: από
τα βάθη σε καλώ…από τα βάθη σε καλώ…από τα βάθη σε καλώ… Παρέμεινε ακόμη
μερικές στιγμές ακίνητη, με πρόσωπο ανέκφραστο, κουρασμένο, λες κι είχε
γεννήσει παιδί. Σε λιγάκι ξαναζωντάνεψε, άνοιξε τεμπέλικα τα μάτια κι επέστρεψε
στο φως της ημέρας. Εύθραυστη, ανασαίνοντας ελαφρά, ευτυχής σαν άνθρωπος σε
ανάρρωση που δέχεται το πρώτο αεράκι.
Βάλθηκε τότε να σκέφτεται ότι ίσως και να είχε προσευχηθεί. Όχι εκείνη. Κάτι έξω απ’ αυτήν, κάτι που δεν είχε πια συνείδηση είχε προσευχηθεί. Μα δεν ήθελε να πει προσευχές, είπε στον εαυτό της ειλικρινά. Δεν ήθελε γιατί ήξερε ότι αυτό θα ήταν το φάρμακο. ‘Ένα φάρμακο, όμως, σαν τη μορφίνη που καταπραϋνει κάθε είδους πόνο. Όχι, δεν ήταν ακόμη τόσο εξαντλημένη που να θέλει άνανδρα να προσευχηθεί αντί ν’ ανακαλύψει τον πόνο, να τον υπομείνει, να τον κατακτήσει στο ακέραιο για να γνωρίσει όλα του τα μυστήρια κι ακόμα κι αν προσευχόταν… Θα κατέληγε σε κανένα μοναστήρι, αφού για την πείνα της σχεδόν όλη η μορφίνη θα έπεφτε λίγη. Κι αυτός θα ήταν ο ύστατος εξευτελισμός, η διαστροφή. Εν τούτοις, μέσω μιας φυσικής οδού, αν δεν αναζητούσε έναν εξωτερικό Θεό θα κατέληγε στην αυτοθεοποίησή της, αφού θα εξερευνούσε τον ίδιο της τον πόνο, αγαπώντας το παρελθόν της, αναζητώντας καταφύγιο και ζεστασιά στις ίδιες της τις σκέψεις, γεννημένες με θέληση αριστουργήματος για να χρησιμοποιηθούν κατόπιν σαν παρακαταθήκη τροφής σε άγονες περιόδους. Διέτρεχε τον κίνδυνο να σταθμεύσει επί μακρόν στην οδύνη και να οργανωθεί στο εσωτερικό της, πράγμα που θα ήταν επίσης διαστροφή και κατευνασμό
Τι να κάνει, τότε; Τι να
κάνει για να διακόψει αυτή τη διαδρομή, να κάνει ανακωχή ανάμεσα σ’ εκείνη και
στον εαυτό της, για να μπορέσει αργότερα να ξανασυναντηθεί με τον εαυτό της
ακίνδυνα, καινούργια και καθαρή;
Τι να κάνει;
Κάτω απ’ τα χέρια της το πιάνο άρχισε να ηχεί εσκεμμένα από σκάλες δυνατές
και μονότονες. Ασκήσεις, αναλογίσθηκε. Ασκήσεις…Ναι, ανακάλυψε διασκεδάζοντας…
Και γιατί όχι; Γιατί να μην επιχειρήσει ν’αγαπήσει; Γιατί να μην επιχειρήσει να
ζήσει;
Καθαρή μουσική που
αλωνίζει σε έδαφος δίχως ανθρώπους, ονειρευόταν ο Οτάβιου. Κινήσεις ακόμα χωρίς
επίθετα. Ασυνείδητες σαν την πρωτόγονη ζωή που πάλλει στα τυφλά και κουφά
δέντρα, στα μικρά έντομα που γεννιούνται, πετάνε, πεθαίνουν και ξαναγεννιούνται
χωρίς μάρτυρες. Ενόσω η μουσική φτερουγίζει και ξεδιπλώνεται, ζει η αυγή, το
μεσημέρι ή η νύχτα, με μια σταθερή νότα στη συμφωνία, τη νότα της μεταμόρφωσης.
Είναι η μουσική που δε στηρίζεται στα πράγματα, στο χώρο ή στο χρόνο, έχει το
ίδιο χρώμα με τη ζωή και το θάνατο. Ζωή και θάνατος στις ιδέες, ξέχωρα από την
ευχαρίστηση και τον πόνο. Τόσο μακριά από τις ανθρώπινες ιδιότητες που θα
μπορούσαν να συγχέονται με τη σιωπή. Τη σιωπή, γιατί αυτή η μουσική θα ήταν η
αναγκαία, η μόνη δυνατή, πάλλουσα προβολή της ύλης. Και με τον ίδιο τρόπο που
δεν καταλαβαίνουμε την ύλη και δεν την συλλαμβάνουμε μέχρι να συγκρουστούν οι
αισθήσεις μ’ αυτήν, έτσι δεν ακούγεται και η μουσική της.
Και ύστερα; Σκέφτηκε. Να
κλείσω τα μάτια και ν’ ακούσω τη δικιά μου που κυλάει τεμπέλικα και θολά σαν
ποτάμι λασπωμένο. Η δειλία είναι πολύ βαριά κι εγώ δεν ενδίδω σ’ εκείνη,
καταθέτω όλα τα όπλα τού ήρωα που μου παραχώρησαν εικοσιεπτά χρόνια σκέψης. Τι
είμαι σήμερα, αυτή τη στιγμή; Ένα επίπεδο φύλλο, βουβό, πεσμένο καταγής. Μόλις
ανασαίνοντας, για να μην ξυπνήσω. Μα, γιατί, κυρίως, γιατί να μην χρησιμοποιήσω
τα δικά μου λόγια και μπλέκομαι και μπερδεύομαι σε εικόνες; Γιατί ν’ αποκαλέσω
τον εαυτό μου ξερό φύλλο ενώ είμαι μονάχα ένας άπρακτος άντρας;
Και πάλι, εν μέσω της
μάταιης εκλογίκευσης, παρατήρησε μια κούραση, ένα αίσθημα κατάπτωσης. Να
προσευχηθεί, να προσευχηθεί. Να γονατίσει μπρος στο Θεό και να παρακαλέσει.
Γιατί; Για την άφεση αμαρτιών. Τόσο
μακριά φράση, τόσο γεμάτη νόημα. Δεν είχε αμαρτήσει ή μήπως είχε; Γιατί πράγμα;
γνώριζε πως ναι, συνέχισε τη σκέψη του, δεν είχε αμαρτήσει αλλά θα του άρεσε
πολύ να δεχτεί άφεση αμαρτιών. Να νιώσει πάνω στο κεφάλι του τα μεγάλα και
μακριά δάχτυλα του Θεού να τον ευλογεί σαν καλός πατέρας, ένας πατέρας
φτιαγμένος από γη και σύμπαν, που να τα περιέχει όλα, όλα χωρίς να πάψει να
έχει στην κατοχή του και το παραμικρό μόριο και που αργότερα θα μπορούσε να του
πει: ναι, αλλά εγώ δε σε συγχώρεσα! Θα
έπαυε τότε κείνη η βουβή κατηγόρια που σώρευαν όλα τα πράγματα εις βάρος του.
Τι σκεφτόταν στο κάτω-κάτω; Πόσος καιρός δεν πήγαινε που έπαιζε με τον ίδιο του τον εαυτό ακίνητος; Έκανε μια οποιαδήποτε κίνηση
Μπήκε η ξαδέρφη του η
Ιζαμπέλ. «Ευλογημένος, ευλογημένος, ευλογημένος» έλεγε η βιαστική και μυωπική
της ματιά, μες στο άγχος ν’ αποσυρθεί. Εγκατέλειπε κείνο το αποξενωμένο ύφος
μόνο όταν καθόταν στο πιάνο. Ο Οτάβιου μαζευόταν σα μικρό παιδάκι. Εκείνη
χαμογέλαγε, τότε, γινόταν ανθρώπινη, μέχρι που έχανε το ερευνητικό της ύφος.
Αποκτούσε ιδιότητα επίπεδη, ευκολότερη. Καθόταν στο πιάνο, με χείλη βαμμένα και
πολυκαιρισμένα, έπαιζε Σοπέν, Σοπέν, ιδίως τα βαλς.
-Τα δάχτυλα σκληραίνουν,
έλεγε περήφανη που έπαιζε από μνήμης. Ενώ μιλούσε, κουνούσε το κεφάλι προς τα
πίσω με μια κίνηση κοκέτικη αίφνης, σα μπαλαρίνα. Ο Οτάβιου τη συνόδευε σιγοτραγουδώντας. Πουτάνα,
σκεφτόταν κι αμέσως έσβηνε τη λέξη με μια επώδυνη κίνηση. Μα πώς τολμούσε; Θυμόταν το πρόσωπό της να ‘ναι σκυμμένο πάνω
του με προσοχή, ανησυχώντας για τους πόνους στο στομάχι του. Την απεχθάνομαι
γιαυτό ακριβώς, σκεφτόταν χωρίς καμιά λογική. Κι ήταν πάντα αργά: η σκέψη του
προέτρεχε. Πουτάνα, σαν να μαστίγωνε τον εαυτό του. Εντούτοις, ακόμα κι αν το
μετάνοιωνε ξαναμάρταινε. Πόσες φορές σαν παιδί, λίγες μόνο στιγμές πριν να τον
πάρει ξαφνικά ο ύπνος, δεν
συνειδητοποιούσε πως η θεία του η Ιζαμπέλ κειτόταν άυπνη στο κρεβάτι, ίσως και
να ήταν καθισμένη, με τα γκρίζα της μαλλιά πλεξούδες, το νυχτικό της από χοντρό
ύφασμα, κουμπωμένο ως απάνω σαν της παρθένας. Ένιωθε τότε τις τύψεις να
διατρέχουν το εσωτερικό του σώματός του σαν οξύ. Κάθε φορά όμως τη μισούσε
περισσότερο διότι δε μπορούσε να την αγαπήσει.
Δεν τα κατάφερνε πια να
προσδώσει κείνη την παλιά απαλότητα ανάμεσα στις νότες, σα σβήσιμο. Ο ένας ήχος
γραπωνόταν από τον άλλο, τραχύς, συγκεκομμένος και τα βαλς ακούγονταν ελάχιστα
μπριόζικα, δισταχτικά και στα κουτουρού. Πότε-πότε, οι διαλείποντες και κενοί
χτύποι του παλιού ρολογιού χώριζαν τη μουσική σε ασύμμετρους ρυθμούς. Ο Οτάβιου
καθόταν και περίμενε τον επόμενο χτύπο με την καρδιά σε εγρήγορση. Λες και
επίσπευδαν όλα τα πράγματα σ’ ένα χορό βουβό και γλυκά παλαβό. Κείνοι οι χτύποι
που έκοβαν αλύπητα τη μουσική, πάντα στον ίδιο τόνο, κρύο και χαμογελαστό, χιμούσαν
μέσα του σαν ένα κενό χωρίς στήριξη. Κατασκόπευε τα τεντωμένα πλευρά τής θείας
του, τα χέρια της –δυο σκοτεινά ζώα να συρρέουν στα κιτρινισμένα πλήκτρα του
πιάνου. Εκείνη έστρεφε και του έλεγε, χαρίζοντάς του τη φράση από καθαρή
ευφορία, ανάλαφρα, σαν κάποιος που παίζει με τα λουλούδια:
- Τι σε φοβίζει ακριβώς; Θα παίξω κάτι πιο
χαρούμενο...
Άρχιζε αμέσως ένα από κείνα τα βαλς του σαλονιού, αθώα και νευρικά, που δε θυμόταν να είχε ακούσει, αλλά που παντρεύονταν μυστηριωδώς με σπαράγματα μνήμης
-Αυτό όχι, θεία, αυτό όχι…
Αποδεικνυόταν αρκετά κωμικό. Φοβόταν. Έπρεπε να της ζητήσει συγγνώμη που δεν εκστασιαζόταν από τη μουσική της, να ζητήσει συγγνώμη που την είχε βρει ανυπόφορη από μικρός, μ’ αυτή τη μυρωδιά από πολυκαιρισμένα ρούχα και φυλαγμένα κοσμήματα, συγγνώμη για όταν την έβλεπε να ετοιμάζει το «ματζούνι για τους πόνους» ή όταν του υποσχόταν να παίξει κάτι πολύ όμορφο αν της έδινε το λόγο του πως θα διαβάσει καλά τα μαθήματά του. Τη θυμήθηκε να βγαίνει από το σπίτι με τη λευκή πούδρα να της καλύπτει το σταχτί της δέρμα, με το μεγάλο στρογγυλό της ντεκολτέ που αποκάλυπτε το λαιμό όπου οι φλέβες πέταγαν τραγικά. Ίσια παπούτσια, την ομπρέλα να την χρησιμοποιεί με τρομακτική ανεμελιά, σα μπαστούνι. Θα έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη γιατί είχε ευχηθεί –όχι, όχι- να πεθάνει πια. Σφίχτηκε κι άρχισε να ιδρώνει. Μα δε φταίω εγώ! Ένιωσε αμέσως την παρόρμηση να πάει να κάνει την περίληψη του αστικού δικαίου, έπρεπε ν’ απομακρυνθεί από αυτόν τον φριχτό κόσμο, απωθητικά οικείο κι ανθρώπινο.
-Θα παίξω το «Κελάιδισμα της Άνοιξης»…, έλεγε η ξαδέρφη Ιζαμπέλ.
Ναι, ναι. Μ’ αρέσει η άνοιξη… Βοήθα με. Πνίγομαι. Η ηλίθια η άνοιξη ήταν ακόμα περισσότερο άνοιξη και χαρά.
-Αυτή η μουσική μοιάζει με γαλάζιο τριαντάφυλλο, του έλεγε γυρίζοντας ελαφρά κατά το μέρος του, μισοχαμογελώντας πονηρά. Σε κείνο το στεγνό πρόσωπο με τις απανωτές ρυτίδες, σαν όαση στην έρημο, δυο μικρά μπριγιάν σφίγγονταν πάνω στα μαραμένα της αυτιά, δυο υγρές σταγονίτσες, λαμπυρίζοντας. Ήσαν υπερβολικά δροσερές κι αισθησιακές… Η γριά ήταν πλούσια. Αλλά αν φόραγε σκουλαρίκια ήταν για ένα λόγο που δεν ήξερα εγώ: είχε αγοράσει τις πέτρες μόνη της, τις είχε δώσει να τις δέσουν και τις φόραγε τώρα σα δυο φαντάσματα κάτω από τα γκρίζα και κατσαρά μαλλιά της.
Αυτή η μουσική μοιάζει με γαλάζιο τριαντάφυλλο, είχε πει, έχοντας συναίσθηση ότι μονάχα αυτή μπορούσε να καταλάβει. Από πείρα ήξερε πως έπρεπε να την ρωτήσει τη σημασία της φράσης κι υπομονετικά να της δώσει την ευχαρίστηση να απαντήσει, δαγκώνοντας το κάτω χείλος:
-Έλα εδώ κοντά μου.
Αυτή τη φορά εντούτοις το παλιό συγκινητικό παιχνίδι δεν έγινε. Απέφυγε να κοιτάξει προς το μέρος τής γριάς και να συναπαντηθεί με τη διάψευσή του. Σηκώθηκε και πήγε να φωνάξει την αρραβωνιαστικιά του από την κρεβατοκάμαρα.
‘Εραβε κοντά στο παράθυρο. Άνοιξε την πόρτα, κλείδωσε με το κλειδί και γονάτισε δίπλα της. Ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος της κι ανάσανε πάλι αυτό το βαρύ και γλυκό άρωμα από μαραμένα τριαντάφυλλα. Εκείνη συνέχιζε να χαμογελάει απούσα, σχεδόν μυστηριώδης, σα να τέντωνε το αυτί στο απαλό πέρασμα ενός ποταμιού μέσα στο στήθος της.
-Οτάβιου, Οτάβιου – έκανε με τη γλυκιά κι απόμακρη φωνή της.
Κανένας από τους κατοίκους αυτού του σπιτιού δε ζούσε, ούτε η γεροντοκόρη ξαδέρφη, ούτε η Λίντια, ούτε το υπηρετικό προσωπικό,
αναλογίστηκε ο Οτάβιου. Ψέματα, διόρθωσε τον εαυτό του: μόνο αυτός ήταν νεκρός. Συνέχισε να λέει: φαντάσματα, φαντάσματα. Φωνές μακρινές, χωρίς αναμονή, η ευτυχία.
-Λίντια, είπε, συχώρα με
-Για ποιο πράγμα; Είπε αυτή λίγο έκπληκτη.
-Για όλα.
Συγκεχυμένα, αντελήφθη ότι έπρεπε να συμφωνήσει και σώπασε. Οτάβιου, Οτάβιου. Μου είναι ευκολότερο να μιλάω με τους άλλους. Αν δεν τον αγάπαγε τόσο τι δύσκολο που θα της ήταν ν’ αντέξει όλη αυτή την έλλειψη κατανόησης από τη μεριά του. Καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο μόνο όταν φιλιόντουσαν, όταν ο Οτάβιου ακουμπούσε το κεφάλι του στο στήθος της. Μα η ζωή τράβαγε σε μάκρος, σκεφτόταν τρομαγμένη. Θα υπήρχαν στιγμές που θα τον κοίταζε κατά πρόσωπο χωρίς να μπορεί να φτάσει το χέρι της το δικό του. Θα ήταν πάντα χώρια της και μόλις που θα επικοινωνούσαν τις στιγμές που ανέφερε, τις ώρες με πολλή ζωή και τις ώρες της απειλής του θανάτου. Μα δεν ήταν αρκετό, δεν ήταν αρκετό… Ήταν απαραίτητη η κοινή ζωή για να ζήσουν τις άλλες στιγμές, σκεφτόταν τρομαγμένη, μόλις και μετά βίας εκλογικεύοντας. Στον Οτάβιου μπορούσε να πει μόνο τα αναγκαία λόγια λες κι ήταν ένας Θεός που βιαζόταν. Αν ξεκίναγε μια από εκείνες τις συζητήσεις, γενικές και χωρίς αντικείμενο, που τόση ευχαρίστηση της προκαλούσαν, παρατηρούσε την ανυπομονησία του ή αν όχι αυτή, το πρόσωπό του υπερβολικά στωικό, ηρωικό. Οτάβιου, Οτάβιου… Τι να κάνει; Η εγγύτητα ήταν μαγικό άγγιγμα, την μεταμόρφωνε σ’ ένα ον πράγματι ζωντανό, που η κάθε ίνα του ανάσαινε γεμάτη αίμα. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν την τάραζε. Την αποκοίμιζε σα να είχε έρθει απλώς και σιωπηλά για να την τελειοποιήσει.
Ήξερε ότι ήταν ανώφελο ν’ αποφασίσει σχετικά με την ίδια της τη μοίρα. Αγαπούσε τον Οτάβιου από τη στιγμή που την είχε αγαπήσει εκείνος, από παιδιά, κάτω από το εύθυμο βλέμμα της ξαδέρφης. Και πάντα θα τον αγαπούσε. Ήταν μάταιο ν’ ακολουθήσει άλλα μονοπάτια, αφού τα βήματά της την οδηγούσαν μονάχα σε ένα. Ακόμα κι όταν αυτός την ενοχλούσε, εκείνη σ΄αυτόν εύρισκε καταφύγιο και εναντίον του. Ήταν τόσο αδύναμη. Αντί να υποφέρει ή να αναγνωρίσει την αδυναμία της, χαιρόταν: ήξερε συγκεχυμένα χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει ότι ακριβώς από αυτή την αδυναμία προερχόταν η στήριξη του Οτάβιου. Παρατηρούσε ότι εκείνος υπέφερε, ότι έκρυβε κάτι ζωντανό και πονεμένο στην ψυχή του κι ότι μόνο αυτή μπορούσε να τον βοηθήσει χρησιμοποιώντας όλη την παθητικότητα που κοιμόταν μέσα της. Πότε-πότε αποκαλυπτόταν με ασάφεια: η ζωή τραβάει σε μάκρος... ‘Ετρεμε τις μέρες, η μία πίσω από την άλλη, χωρίς εκπλήξεις, μόνο με την αφοσίωσή της στον άντρα. Σ΄έναν άντρα που διέθετε τη δύναμη τής γυναίκας στην ίδια του τη φωτιά, ειρηνική κι ασύνειδη θυσία όλων όσων δεν ήταν η ίδια του η προσωπικότητα. Ψεύτικη επανάσταση, απόπειρα ελευθερίας που έφτανε πάνω απ’ όλα με πολύ φόβο νίκης. Για λίγες μέρες κατάφερνε να υιοθετήσει μια στάση ανεξαρτησίας, πράγμα που κατόρθωνε με κάποια επιτυχία το πρωί, σαν ξύπναγε χωρίς να έχει δει ακόμα τον άντρα. Αρκούσε και μόνο η παρουσία του, που μόλις και την διαισθανόταν, για να πάει περίπατο αυτή η στάση και να περάσει σε κατάσταση αναμονής. Τη νύχτα, μόνη της στο δωμάτιό της, τον επιθυμούσε. Όλα της τα νεύρα, όλοι της οι μυς πονούσαν. Υποτασσόταν. Η υποταγή ήταν γλυκιά και δροσερή. Είχε γεννηθεί για κείνη.
Ο Οτάβιου κοίταξε τα σκούρα της μαλλιά, μαζεμένα ταπεινά πίσω από τα μεγάλα κι άσκημα αυτιά. Κοίταξε το σώμα της, ρωμαλέο και στιβαρό σαν κορμός, τα χέρια της γερά και όμορφα. Και πάλι, σαν το ρεφρέν ενός τραγουδιού που επαναλαμβάνεται, επανέλαβε: Τι με δένει μαζί της; Του προξενούσε πόνο η Λύδια, ήξερε πως, ακόμα και χωρίς αιτία, ακόμα και χωρίς να γνωρίσει άλλη γυναίκα, ακόμα κι αν ήταν η μοναδική, κάποια στιγμή θα την εγκατέλειπε. Ακόμα και την επομένη. Γιατί όχι;
- Ξέρεις κάτι; -της είπε- Τη νύχτα σε ονειρεύτηκα.
Αυτή άνοιξε τα μάτια, όλο φως:
-Α, ναι; Και τι;
Ονειρεύτηκα ότι περνάγαμε οι δυο μας ένα χωράφι μες στα λουλούδια’ εγώ έκοψα κρίνα για σένα κι εσύ ήσουν ντυμένη στα κατάλευκα.
-Τι όμορφο όνειρο...
- Ναι, πολύ όμορφο...
- Οτάβιου.
- Ναι;
- Δεν θα σε πειράξει αν σε ρωτήσω; Πότε θα παντρευτούμε; Τίποτα δεν μας εμποδίζει... Πρέπει να το ξέρω για τα προικιά.
- Μόνο γιαυτό;
Κοκκίνισε, ευχαριστημένη που μπορούσε να μιλήσει για κάτι που της έδινε χαρά. Επιχείρησε αδέξια να είναι οξεία:
- Γιαυτό και γιατί δε θέλω να περιμένω. Είναι τόσο δύσκολο.
- Το καταλαβαίνω. Αλλά δεν ξέρω πότε.
- Και γατί όχι αμέσως; Θάπρεπε να το αποφασίσεις. Πάει τόσος καιρός που...
Άξαφνα, ο Οτάβιου σηκώθηκε και είπε:
- Ξέρεις; Είναι ψέματα, δεν σε ονειρεύτηκα.
Τον κοίταξε τρομαγμένη, χλωμή.
- Με κοροϊδεύεις;
- Όχι, σοβαρά μιλάω. Δε σε ονειρεύτηκα.
- Ποιόν ονειρεύτηκες τότε;
- Κανέναν. Κοιμήθηκα μονορούφι, χωρίς όνειρα.
Εκείνη ξανάρχισε να ράβει.
Η Ζουάνα πέρασε το χέρι της από την φουσκωμένη κοιλιά τής σκύλας, χαϊδεύοντάς την με τα λεπτά της χέρια. Στάθηκε ελαφρά προσεκτική.
- Είναι γκαστρωμένη, είπε.
Κι υπήρχε κάτι στο βλέμμα της, στα χέρια της.
Γύρισε στιγμιαία με το χέρι πάνω στο κεφάλι και τα μάτια εκτροχιασμένα από πόνο και τρομάρα. Η Ζουάνα συνέχιζε να κάθεται στην ίδια στάση. Εντάξει, σκεφτόταν, είχε χάσει τώρα εκείνο το ύφος της αποστροφής. Ένας γέρος άνθρωπος μόνο να υποφέρει θα έπρεπε.
Η Ζουάνα είπε με τη φωνή υψωμένη και συμπαθητική:
- Με συγχωρείτε. Βρισκόταν μια μικρή σαύρα εκεί, πάνω από την πόρτα. Μικρή παύση.
–Αστόχησα.
Ο γέρος συνέχισε να την κοιτάζει χωρίς να καταλαβαίνει. Ύστερα, ένας συγκεχυμένος τρόμος τον κατέλαβε μπρος σ’αυτό το χαμογελαστό πρόσωπο:
-Στο καλό...Δεν έγινε τίποτα... Θεέ μου! Στο καλό...
Όταν έκλεισε την πόρτα το χαμόγελο στο πρόσωπο της Ζουάνας παρέμεινε για λίγο. Μάζεψε λίγο τους ώμους.
- Ίσως να έπρεπε ν’ ακούσω μουσική.
- Ναι, αλήθεια είναι, του πέταξα ένα βιβλίο, στην κυριολεξία Απάντησε η Ζουάνα στην ερώτηση του Οτάβιου.
Ο Οτάβιου ήθελε να θριαμβεύσει:
- Δεν του το ΄πες όμως, έτσι, του γέρου!
- ‘Οχι, είπα ψέματα.
Ο Οτάβιου την κοίταξε και προσπάθησε μάταια να βρει σ΄αυτήν τύψεις, κάποιο σημάδι εξομολόγησης.
- Μόνο αφού ζήσω περισσότερο ή καλύτερα, θα κατορθώσω να υποβαθμίσω τα ανθρώπινα, του έλεγε πότε-πότε η Ζουάνα. Ανθρώπινα, εγώ. Ανθρώπινα, οι άνθρωποι εξατομικευμένα χωριστά. Οφείλω να τους ξεχάσω γιατί οι σχέσεις μου μαζί τους μπορούν να είναι μονάχα συναισθηματικοί. Ναι, τους αναζητώ, απαιτώ ή τους χαρίζω το αντίστοιχο από τις αρχαίες λέξεις που ακούμε πάντα, «αδελφότητα», «δικαιοσύνη». Αν είχαν μια πραγματική αξία, η αξία τους δεν θα συνίστατο στο να βρίσκονται στην κορυφή αλλά στη βάση του τριγώνου. Θα ήταν η προϋπόθεση κι όχι το γεγονός αυτό καθεαυτό. Καταλήγουν να καταλαμβάνουν όλο τον διανοητικό και συναισθηματικό χώρο ακριβώς διότι είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν κόντρα στη φύση. Είναι μοιραίες και πάνω απ’ όλα σε κατάσταση συγχρωτισμού, όπου και ζούμε. Σ΄αυτή την κατάσταση το μίσος μετατρέπεται σε αγάπη, γεγονός που δε συμβαίνει ποτέ στην πραγματική αναζήτηση της αγάπης, που την βρίσκουμε μόνο στη θεωρία, όπως για παράδειγμα στο χριστιανισμό.
Αχ, σώπα πια! Φώναζε ο Οτάβιου. Η Ζουάνα θα ‘θελε να είχε συγκρατηθεί, μα η κούραση κι η διέγερση από την παρουσία τού άντρα όξυναν το πνεύμα της και τα λόγια διαδέχονταν αδιάκοπα.
-Είναι δύσκολη μια παρόμοια υποβάθμιση των ανθρώπινων -συνέχισε να λέει- δύσκολο να το σκάσεις από αυτή την ατμόσφαιρα της αποτυχίας, της επανάστασης, η εφηβική ηλικία, αλληλεγγύης από τους ανθρώπους στην ίδια την αδυναμία να το πετύχεις. Και, αναμφίβολα, τι ωραία που θα ήταν να χτίσεις κάτι αγνό, απελευθερωμένη από την ψεύτικη αγάπη μες στην έξαρση, απελευθερωμένη από το φόβο να μην αγαπάς...Φόβος να μην αγαπάς, χειρότερος από το φόβο να μην αγαπιέσαι...
Αχ, άγγιξέ με! Άκουγε η Ζουάνα στη σιωπή τού Οτάβιου. Μα την ίδια στιγμή της άρεσε της Ζουάνας να σκέφτεται με δυνατή φωνή, ξεδιπλώνοντας μια απρογραμμάτιστη λογική, με στοιχειώδη συνέπεια. Κάποτε, επιπλέον, από καθαρή ευχαρίστηση, εφεύρισκε σκέψεις: αν πέσει μια πέτρα, αυτή η πέτρα υπάρχει, υπήρξε μια δύναμη που την έκανε να πέσει, ένα μέρος απ’ όπου έπεσε, ένα μέρος όπου έπεσε, ένα μέρος απ’ όπου πέρασε και έπεσε, τίποτα δεν ξέφυγε από τη φύση του συμβάντος. Τώρα όμως μίλαγε ακόμα ενώ χάιδευε το σώμα της σκύλας, που την ένωνε κατευθείαν με την πραγματικότητα, απογυμνώνοντάς την. Λες κι οι δυο τους σχημάτιζαν μία αδιάσπαστη ενότητα, χωρίς ασυνέχεια. Το κορίτσι κι η σκύλα κείτονταν εκειπέρα, ζωντανές κι απογυμνωμένες, υπήρχε κάτι το τρομερό σ’ αυτή τη συνάφεια. Μιλάει με τέτοια ακρίβεια όρων που προξενεί φρίκη, σκέφτηκε ο Οτάβιου ενοχλημένος, νιώθοντας, ξάφνου, άχρηστος και θηλυπρεπής. Και την έβλεπε μόνο για πρώτη φορά.
Υπήρχε μια ιδιότητα κρυστάλλινη και σκληρή σ΄ εκείνη που τον έλκυε και, παράλληλα, τον απωθούσε, σκέφτηκε. Ακόμα κι ο τρόπος που περπατούσε. Χωρίς τρυφερότητα ούτε όρεξη για το ίδιο της το κορμί, αλλά δείχνοντάς το σαν προσβολή στα μάτια όλων, ψυχρά. Ο Οτάβιου την κοίταγε να κινείται κι έλεγε στον εαυτό του ότι ούτε εμφανισιακά ήταν ο τύπος της γυναίκας που του άρεσε. Προτιμούσε μικροσκοπικά σώματα, ολοκληρωμένα, χωρίς πρόθεση. Ή ψηλά, σαν της αρραβωνιαστικιάς του, σταθερά, βουβά. Θάπρεπε να τους αρκεί ό,τι τους έλεγε εκείνος. Οι γραμμές της Ζουάνας, εύθραυστες, σαν πρόχειρο σκίτσο, αποδεικνύονταν άβολες. Γεμάτες αίσθημα, με τα μάτια ορθάνοιχτα, πυρακτωμένα. Δεν ήταν όμορφη. Παραήταν αδύνατη. Επιπλέον η αισθησιακότητά της πρέπει να ήταν διαφορετική από τη δική του, υπερβολικά φωτεινή.
Από τη στιγμή που τη γνώρισε, ο Οτάβιου
προσπαθούσε να μη χάσει καμιά από τις λεπτομέρειές της, λέγοντας στον εαυτό
του: να μην αποκρυσταλλώσει μέσα μου κανένα τρυφερό συναίσθημα’ πρέπει να την
ανακαλύψω καλά-καλά. Αλλά λες και μάντευε την εξέτασή του, η Ζουάνα έστρεφε
προς αυτόν τη συγκεκριμένη στιγμή, χαμογελαστή, ψυχρή, τοσοδά παθητική. Κι
εκείνος, τρελαμένος, κινιόταν, μιλούσε, μπερδεμένος και θέλοντας να την
υπακούσει. Αντί να την αναγκάσει ν’ αποκαλυφθεί και να καταστρέψει έτσι τη
δύναμή της. Κι ας εξαιρέσουμε εκείνο το ύφος λες κι αγνοούσε τα στοιχειωδέστερα
πράγματα. Από την πρώτη στιγμή, πώς τον είχε κάνει να σπεύσει προς τον ίδιο του
τον εαυτό! Τον είχε κρίνει στα πιο
ενδόμυχα σημεία του, λησμονώντας ψυχρά τούς πολύ λίγους κι εξυπηρετικούς
τρόπους που τον στήριζαν και διευκόλυναν την επικοινωνία του με τους ανθρώπους.
Η Ζουάνα του διηγήθηκε…
-Ο γέρος πλησίασε, ταλαντεύοντας το παχύ του σώμα, το ίσιο του κρανίο. Ήρθε κοντά της με τα χείλη μισάνοιχτα, μάτια διεσταλμένα, κλαψιάρικη φωνή. Είπε, μιμούμενος την παιδική ομιλία:
-Χτύπησα εδώ…Μπουμ…έβαλα φάρμακο και τώρα γιατρεύεται…
Κινήθηκαν τα μάτια του και μια δεδομένη στιγμή τα πάχη του πήγαν κι ήρθαν, η λάμψη στα υγραμένα και χαλαρωμένα του χείλη άστραψε γλυκά. Η Ζουάνα έσκυψε λίγο κι είδε τα φαφούτικα ούλα του.
- Δεν θα μου πείτε ότι σας προκαλώ λύπηση;
Τον κοίταγε σοβαρή. Εκείνος δεν παραξενεύτηκε.
- Ούτε καν θα με πείτε «κακομοίρη μου»;
Ήταν ή να λυθείς στα γέλια ή να νιώσεις μπερδεμένος βλέποντάς τον εκειπέρα τόσο κοντούλη, με τον κώλο του να πετάει προς τα πίσω και τα μεγάλα του μάτια συγκεντρωμένα σε μια τρεμουλιαστή εγκράτεια διαρκείας. Παρέμεινε σιωπηλή. Κατόπιν, πρόσθεσε στον ίδιο τόνο, αργά:
- Κακομοίρη.
Εκείνος γέλασε, θεωρώντας ότι το αστείο είχε τελειώσει και στράφηκε κατά την πόρτα. Η Ζουάνα τον συνόδεψε με το βλέμμα, έγειρε λίγο για να τον βλέπει από πάνω προς τα κάτω, αλλ’ αυτός απομακρύνθηκε από το τραπέζι. ‘Ορθωσε το κορμί της και με ύφος παγωμένο τον παρατηρούσε με μάτια ανοιχτά και φωτεινά. Κοίταξε κατά το τραπέζι κι έπιασε ένα βιβλίο, μικρό και χοντρό. Τη στιγμή που εκείνος έβαζε το χέρι στο χερούλι της πόρτας, του ‘ρθε κατευθείαν στο σβέρκο και με όλη τη δύναμη, γιατί δεν ήξερε να συγκρατήσει τον εαυτό της και, κυρίως, γιατί προαισθανόταν μονάχα, χωρίς να καταλαβαίνει, πως ο Οτάβιου μπορούσε να την αγκαλιάσει και να της χαρίσει την ειρήνη.
Μια νύχτα, μόλις είχα ξαπλώσει –είπε η Ζουάνα- ένα από τα πόδια του κρεβατιού έφυγε κι έπεσα στο πάτωμα. Μετά από μια πρώτη κίνηση θυμού, γιατί ούτε που νύσταζα αρκετά για να παραλείψω κι αυτή την παρηγοριά, σκέφτηκα ξαφνικά: γιατί πρέπει νάναι ολόκληρο το κρεβάτι κι όχι σπασμένο; Ξάπλωσα και σε λίγα λεφτά κοιμόμουνα ήδη...
Δεν ήταν όμορφη. Πότε-πότε, όταν για μια στιγμή φαινόταν ότι η εξυπνάδα την είχε εγκαταλείψει, αποκαλυπτόταν αυτό που, από μια υπεράνθρωπη επαγρύπνηση –φανταζόταν ο Οτάβιου- ποτέ δε θα ανακάλυπτε. Στο πρόσωπο που μπορούσε να παρατηρήσει τότε τα περιορισμένα και κακομοίρικα χαρακτηριστικά δεν είχαν δική τους ομορφιά. Δεν έμενε τίποτα από το παλιό μυστήριο, μόνο το χρώμα του δέρματος, σταρένιο, σκούρο, φευγαλέο. Αν παρατείνονταν οι στιγμές της εγκατάλειψης και διαδέχονταν η μία την άλλη, τότε ο Οτάβιου, τρομαγμένος, έβλεπε την ασκήμια της και πάρα πέρα από την ασκήμια, ένα είδος πρωτόγονης ποταπότητας, κάτι τυφλό κι αμετάκλητο που κυριαρχούσε στο κορμί της Ζουάνας, σα σε αποσύνθεση. Ναι, ναι, ίσως και να ‘ρχόταν τότε στην επιφάνεια κάτι απελευθερωμένο από το φόβο να μην αγαπήσει.
-Ναι, το ξέρω –συνέχιζε η Ζουάνα- γνωρίζω την απόσταση που χωρίζει τα συναισθήματα από τις λέξεις. Το έχω ήδη σκεφτεί. Και το πιο περίεργο είναι πως τη στιγμή που προσπαθώ να μιλήσω, δεν ξέρω, δεν κατορθώνω να εκφράσω αυτό που αισθάνομαι, ούτε κι αυτό που αισθάνομαι μετατρέπεται σιγά-σιγά σ’ αυτό που λέω. Ή τουλάχιστον ό,τι με κάνει να δρω δεν είναι, σίγουρα, αυτό που αισθάνομαι, αλλά αυτό που λέω.
Είχε μιλήσει για το γέρο, είχε μιλήσει για την εγκυμοσύνη της σκύλας κι άξαφνα, τρομαγμένος αυτός, είχε νιώσει σα μετά από εξομολόγηση, σα να είχε διηγηθεί ολόκληρη τη ζωή του σ’ αυτή την ξένη. Ποια ζωή; Αυτή που φιλονικούσε μέσα του και δεν ήταν τίποτα, επανέλαβε με φόβο να δειχτεί στα ίδια του τα μάτια όλο μεγαλείο και γεμάτος υπευθυνότητες. Αυτός δεν ήταν τίποτα, τίποτα δεν ήταν και δεν ήταν ανάγκη να κάνει τίποτα, έλεγε στον εαυτό του, με τα μάτια νοητικά κλειστά. Σα να είχε διηγηθεί στη Ζουάνα αυτό που δεν ένιωθε παρά στο σκοτάδι. Και το καταπληκτικότερο απ’ όλα: σα να είχε ακούσει εκείνη κι ύστερα να είχε γελάσει, συγχωρώντας –όχι σαν τον Θεό μα σαν τον Διάβολο- ανοίγοντάς του διάπλατα τις πόρτες να διαβεί.
Κυρίως τη στιγμή που την άγγιξε, κατάλαβε: ό,τι κι αν υπήρχε κατόπιν μεταξύ τους θα ήταν αγιάτρευτο. Γιατί όταν την αγκάλιασε την ένιωσε να ζει ξαφνικά στην αγκαλιά του σαν τρεχούμενο νερό. Και βλέποντάς την τόσο ζωντανή είχε καταλάβει, αβάσταχτα και μυστικά ευχαριστημένος, πως αν τον αγαπούσε εκείνη αυτός δε μπορούσε να κάνει τίποτα… Τη στιγμή που τη φίλησε, τελικά, ένιωσε ξάφνου ελεύθερος, συχωρεμένος ακόμη περισσότερο για όσα ήξερε για τον ίδιο του τον εαυτό, συχωρεμένος για ό,τι βρισκόταν κάτω από όλα όσα ήταν…
Από δω κι εμπρός δεν υπήρχε περίπτωση να επιλέξει. Είχε πέσει ιλιγγιωδώς από τη Λίντια στη Ζουάνα. Με τη γνώση αυτού, έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να την αγαπήσει. Δεν ήταν δύσκολο. Μια φορά είχε αφαιρεθεί κοιτάζοντας μέσα από το τζάμι του παραθύρου με τα χείλη μισάνοιχτα, χαμένη στον εαυτό της. Αυτός τη φώναξε κι ο απαλός κι αδύναμος τρόπος που εκείνη είχε στρέψει το κεφάλι κι είχε πει: «τι»… τον έκανε να βυθιστεί μέσα του, σε ένα παράλογο και σκοτεινό κύμα αγάπης. Τότε ο Οτάβιου γύρισε λίγο το πρόσωπο στο πλάι. Δεν ήθελε να τη δει.
Μπορούσε να την αγαπήσει, μπορούσε να δεχτεί την καινούργια κι ανεξήγητη περιπέτεια που του πρόσφερε εκείνη. Συνέχιζε, όμως, να είναι γραπωμένος στην πρωταρχική παρόρμηση που τον είχε ρίξει σ’ αυτήν. Δεν ήταν σα γυναίκα, δεν ήταν έτσι, παραδομένη, όπως την ήθελε… Την χρειαζόταν ψυχρή και σίγουρη. Για να μπορεί να πει σαν παιδάκι παρηγορημένο και σχεδόν θριαμβευτικά: το σφάλμα δεν είναι δικό μου…
Θα παντρεύονταν, θα βλέπονταν λεπτό το λεπτό, κι αυτή θα ήταν χειρότερα απ’ αυτόν. Και δυνατότερη, για να του διδάξει να μη φοβάται. Ούτε καν ο φόβος να μην αγαπάει… Αυτός την ήθελε, όχι για να φτιάξει τη ζωή του μαζί της, παρά για να του επιτρέψει αυτή να ζήσει. Να ζήσει υπεράνω αυτού του ίδιου, υπεράνω του παρελθόντος του, υπεράνω των μικρών ατολμιών που είχε διαπράξει άνανδρα και με τις οποίες συνέχιζε να είναι δεμένος άνανδρα. Ο Οτάβιου σκεφτόταν πως στο πλάι της Ζουάνας θα μπορούσε να συνεχίσει να αμαρτάνει.
Όταν τη φίλησε ο Οτάβιου του άρπαξε τα χέρια και, σφίγγοντάς τα πάνω στο στήθος της, η Ζουάνα στην αρχή δάγκωσε τα χείλη γεμάτη ντροπή, διότι δεν ήξερε ακόμα με ποια σκέψη να ντύσει εκείνη την αίσθηση, βίαιη σαν κραυγή, που της ανέβαινε στο στήθος μέχρι να την αποβλακώσει. Τον κοίταξε χωρίς να τον βλέπει, με τα μάτια θολωμένα και το σώμα πονεμένο. Έπρεπε να χωριστούν. Τραβήχτηκε βίαια κι έφυγε αμέσως χωρίς να γυρίσει πίσω, χωρίς νοσταλγία.
Μόλις βρέθηκε στο δωμάτιό της, γυμνή πάνω στο κρεβάτι, δεν κατάφερνε να κοιμηθεί. Τη βάραινε το κορμί της που υπήρχε πέρα απ’ αυτήν λες και δεν ήταν το δικό της. Το ένιωθε να πάλλεται, φλογισμένο. Έσβησε το φως κι έκλεισε τα μάτια, προσπάθησε να διαφύγει, να κοιμηθεί. Μα συνέχισε να αυτοεξετάζεται για πολλές ώρες, καραδοκώντας το αίμα της, που έτρεχε άφθονο στις φλέβες της σα μεθυσμένο ζώο. Δε γνώριζε τον εαυτό της μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αυτή η μορφή, λεπτή κι ανάλαφρη, αυτές οι λεπταίσθητες κι εφηβικές γραμμές. Ανοίγονταν, ανάπνεαν ασφυκτιώντας και γεμάτες από το ίδιο τους το είναι μέχρις ορίων.
Το ξημέρωμα, το δροσερό αεράκι χάιδεψε το κρεβάτι και σήκωσε τις κουρτίνες. Η Ζουάνα ειρήνεψε γλυκά. Η δροσιά της αυγής χάιδεψε το πονεμένο της κορμί. Η κούραση την κυρίευε σιγά-σιγά κι άξαφνα αποκαμωμένη παραδόθηκε σε βαθύ ύπνο.
Ξύπνησε αργά κι ευχαριστημένη. Αντιλαμβανόταν πως καθένα από τα κύτταρά της άνοιγε ανθίζοντας. Σαν από θαύμα, ένιωθε όλη της την ενέργεια σε εγρήγορση, έτοιμη για τη μάχη. Όταν σκεφτόταν τον Οτάβιου ανάπνεε προσεκτικά σαν να της προξενούσε κακό ο αέρας.
Τις επόμενες μέρες δεν τον είδε ούτε και το επεδίωξε. Τον απέφευγε μάλιστα, λες κι η παρουσία του δεν της ήταν απαραίτητη.
Κι ήταν τόσο σώμα όσο και σκέτο πνεύμα. Διέσχιζε τα συμβάντα και τις ώρες άυλα, κυλώντας ανάμεσά τους με την αλαφράδα μιας στιγμής. ‘Ετρωγε άσκημα κι ο ύπνος της ήταν αλαφροϊσκιωτος σαν πέπλο. Ξύπναγε πολλές φορές μες στη νύχτα, χωρίς να την τρομάξει κάτι και προετοίμαζε τον εαυτό της να σκεφτεί να χαμογελάσει. Ξανακοιμόταν χωρίς ν’ αλλάξει στάση, απλά κλείνοντας τα μάτια. Παρατηρούσε πολύ τον εαυτό της στον καθρέφτη, αγαπώντας τον χωρίς ματαιοδοξία. Το δέρμα γαληνεμένο, τα χείλη ζωντανά την έκαναν να γυρίζει την πλάτη της στην εικόνα της σχεδόν ντροπαλά, δίχως δύναμη ν’ αντέξει το βλέμμα της απέναντι στο βλέμμα εκείνης της γυναίκας, δροσερό και υγραμένο, τόσο μαλακά φωτεινό και σίγουρο.
Ύστερα, έπαψε η ευτυχία.
Η πληρότητα έγινε επώδυνη και τη βάραινε κι η Ζουάνα ήταν ένα σύννεφο έτοιμο ν’ αφήσει να πέσει η βροχή. Ανάσαινε δύσκολα λες και μέσα της δεν υπήρχε χώρος για τον αέρα. Πήγε από το ένα άκρο στο άλλο, όντας σε σύγχυση με την αλλαγή. Πως -αναρωτιόταν κι αισθανόταν ότι γινόταν αφελής- εκείνο είχε δύο όψεις; Θα υπέφερε για τον ίδιο λόγο που την έκανε τρομακτικά ευτυχή;
Κουβάλησε πάνω της το πονεμένο σώμα, πληγή άβολη, για μέρες. Η αλαφράδα είχε αντικατασταθεί από μιζέρια και κούραση. Κορεσμένη, σαν το ζώο που σβήνει τη δίψα του πλημμυρίζοντας το κορμί του με νερό. Μα νιώθοντας αγωνία και δυστυχία, λες και, παρόλα αυτά, παρέμεναν ακόμα χωράφια αμούσκευτα, στέρφα και διψασμένα. Υπέφερε πάνω απ’ όλα από έλλειψη κατανόησης, μόνη, κατάπληκτη. Μέχρι που στηρίζοντας το κεφάλι στο τζάμι του παραθύρου –ο δρόμος ήσυχος, το βράδυ που έπεφτε, ο κόσμος εκεί έξω μακριά- ένιωσε μουσκεμένο το πρόσωπό της. Έκλαψε με την καρδιά της λες κι αυτή να ‘ταν η λύση. Τα δάκρυα έτρεχαν χοντρά χωρίς να συσπάσει η Ζουάνα ούτε ένα μυ του προσώπου της. Έκλαψε τόσο που δε μπόρεσε να υπολογίσει πόσο. Ύστερα ένιωσε ότι επέστρεψε στις πραγματικές της διαστάσεις, αδύνατη, μαραμένη, ταπεινή, ειρηνικά αδειασμένη. Ήταν έτοιμη.
Τότε τον αναζήτησε. Κι η νέα δόξα και το νέο βάσανο ήσαν πιο έντονα κι είχαν την ιδιότητα του ανυπόφορου.
Παντρεύτηκε.
Η αγάπη ήρθε να επιβεβαιώσει όλα τα παλιά πράγματα που λίγο γνώριζε την ύπαρξή τους, δίχως να τα έχει ποτέ δεχτεί και νιώσει. Ο κόσμος γύριζε κάτω από τα πόδια της, ανάμεσα στους ανθρώπους υπήρχαν δύο φύλα, μια γραμμή ένωνε την πείνα με τον κορεσμό, την αγάπη των ζώων, τα νερά της βροχής διοχετεύονταν προς τη θάλασσα, τα παιδιά ήσαν πλάσματα που έπρεπε να μεγαλώσουν, στη γης ο σπόρος να γενεί φυτό. Δε μπορούσε ν’ αρνείται πλέον... τι; -αναρωτιόταν σε αναμονή. Το φωτεινό κέντρο των πραγμάτων, η επιβεβαίωση που κοιμόταν κάτω από όλα, η αρμονία που υπήρχε κάτω από ό,τι δεν καταλάβαινε.
Σηκωνόταν για ένα καινούργιο πρωινό, γλυκά ζωντανή. Κι ευτυχία της ήταν καθαρή σαν την αντανάκλαση του ήλιου στο νερό. Κάθε περιστατικό έπαλλε στο σώμα της σα μικρές κρυστάλλινες βελόνες που θρυμματίζονταν. Μετά από σύντομες και βαθιές στιγμές ζούσε γαλήνια για πολύ καιρό, καταλαβαίνοντας, αποδεχόμενη, υποτασσόταν σε όλα. Της φαινόταν ότι αποτελούσε μέρος του αυθεντικού κόσμου κι ότι κατά παράξενο τρόπο είχε πάρει αποστάσεις από τους ανθρώπους. Παρότι εκείνη την περίοδο κατάφερνε να τους απλώνει το χέρι με μια αδελφικότητα που εκείνοι ένιωθαν τη ζωντανή της προέλευση. Της ανιστορούσαν τους πόνους τους και, αν και δεν άκουγε, δε σκεφτόταν ή δε μίλαγε, διατηρούσε ένα βλέμμα καλοσυνάτο, λαμπερό και μυστηριώδες σαν εγκυμονούσας.
Τότε τι συνέβαινε; Σαν από θαύμα ζούσε λυτρωμένη από όλες τις αναμνήσεις. Ολόκληρο το παρελθόν είχε εξανεμιστεί. Και το παρόν επίσης ήταν ομίχλη, γλυκιά και δροσερή ομίχλη, που τη χώριζε από την στέρεη πραγματικότητα, εμποδίζοντάς την να την αγγίξει. Αν προσευχόταν, αν σκεφτόταν, το ‘κανε για να ευχαριστήσει που είχε ένα κορμί φτιαγμένο για την αγάπη. Η μοναδική αλήθεια μεταβλήθηκε σ’ εκείνη την τρυφερότητα στην οποία βυθιζόταν. Το πρόσωπό της ήταν ανάλαφρο και ανακριβές, πλέοντας ανάμεσα στα άλλα πρόσωπα, αδιαφανή και σίγουρα, σα να μην μπορούσε αυτό να βρει ακόμα στήριγμα σε κάτι ακριβές. ‘Ολο της το σώμα κι η ψυχή έχαναν τα όρια, αναμειγνύονταν, συγχωνεύονταν σ’ ένα και μόνο χάος, απαλό κι άμορφο, αργό και με συγκεχυμένες κινήσεις σαν ύλη απλά ζωντανή. Ήταν η τέλεια ανανέωση, η δημιουργία.
Κι ο σύνδεσμός της με τη γη ήταν τόσο βαθύς κι η βεβαιότητά της τόσο σταθερή –για τι πράγμα, για τι πράγμα;- που μπορούσε τώρα να ψεύδεται χωρίς να παραδίνεται. Όλα αυτά της επέτρεπαν μερικές φορές να σκεφτεί:
- Αχ Θεέ μου, μήπως κάνω μ’ αυτό κάτι περισσότερο από αγάπη;
Σε λίγο καιρό συνήθισε τη νέα κατάσταση, συνήθισε να ανασαίνει, να ζει. Σε λίγο καιρό γέρασε μέσα της, άνοιξε τα μάτια κι ήταν και πάλι ένα άγαλμα, όχι πλαστικό αλλά καθορισμένο. Πολύ μακριά ξαναγεννιόταν η ανησυχία. Τη νύχτα, μέσα στα σεντόνια, μια οποιαδήποτε κίνηση ή μια ανέλπιστη σκέψη την ξυπνούσαν. Ελαφρώς έκπληκτη άνοιγε τα μάτια, αντιλαμβανόταν το σώμα της βυθισμένο σε μια καλοβολεμένη ευτυχία. Δεν υπέφερε, αλλά, πού βρισκόταν;
-Ζουάνα...Ζουάνα...-φώναζε γλυκά στον εαυτό της. Και το σώμα
της, σιγά-σιγά, απαντούσε: Ζουάνα.
Περνούσαν οι μέρες κι εκείνη επιθυμούσε ν’ανακαλύψει κι άλλο τον εαυτό της. Φώναζε τον εαυτό της με δύναμη και δεν της αρκούσε ν’αναπνέει. Η ευτυχία την έσβηνε, την έσβηνε... Ήθελε να ξανανιώσει κι ας ήταν και σωματικός πόνος. Μα βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο. Το πρωί, έλεγε, το πρωί θα με δω. Εντούτοις, η καινούργια μέρα συνέχιζε να γλιστράει πάνω στην επιφάνειά της, ανάλαφρη σαν καλοκαιρινό βράδυ, κουρελιάζοντας τα νεύρα της.
Δε συνήθιζε στον ύπνο. Να κοιμάται κάθε νύχτα ήταν περιπέτεια,
να πέφτει από την εύκολη φωτεινότητα όπου ζούσε στα κατάβαθα του μυστηρίου, σκοτεινού και δροσερού, να διασχίζει το σκοτάδι. Να πεθαίνει και ν’ ανασταίνεται.
Ποτέ δεν θα ‘χω μέτρο, σκεφτόταν μήνες αφότου παντρεύτηκε. Γλιστράω από τη μιαν αλήθεια στην άλλη, ξεχνώντας πάντα την πρώτη, πάντα ανικανοποίητη. Η ζωή της αποτελούνταν από μικρές πλήρεις ζωές, από πλήρεις κύκλους, κλειστούς, που απομονώνονταν οι μεν από τους δε. Μόνο που στο τέλος τού καθένα τους, αντί να πεθαίνει η Ζουάνα και ν΄ αρχίζει τη ζωή σε άλλο επίπεδο, ανόργανο ή κατώτερο οργανικό, άρχιζε από το ίδιο ανθρώπινο επίπεδο. Διέφεραν μονάχα οι θεμελιώδεις σημειώσεις. Ή μήπως ήσαν διαφορετικές μόνο οι συμπληρωματικές και οι βασικές αιώνια ίδιες;
Ήταν ανώφελο να έχει υπάρξει ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη. Να έχει, επίσης, αγαπήσει. Καμιά ευτυχία ή δυστυχία δεν υπήρξε τόσο ισχυρή που να μεταβάλλει τα στοιχεία της ύλης της, δίνοντάς της τη μοναδική διέξοδο, όπως πρέπει να είναι η αληθινή διέξοδος. Συνεχίζω πάντα να εγκαινιάζω, ανοίγοντας και κλείνοντας κύκλους ζωής, πετώντας τους σε μιαν άκρη, μαραμένους, γεμάτους από παρελθόν. Γιατί τόσο ανεξάρτητοι, γιατί δε συγχωνεύονται σε μια μόνο ενότητα, που να μου χρησιμέψει για σαβούρα; Διότι είναι υπέρ του δέοντος ακέραιοι. Στιγμές τόσο έντονες, άλικες, συμπυκνωμένες σ’αυτές τις ίδιες που δεν είχαν ανάγκη ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον για να υπάρξουν. Έφερναν μια γνώση που δε χρησίμευε σαν εμπειρία, μιαν άμεση εμπειρία, περισσότερο σαν αίσθηση και λιγότερο σαν αντίληψη. Η αλήθεια που αποκαλυπτόταν τότε ήταν μια αλήθεια που δε γινόταν να υφίσταται παρά μόνο μέσα στο κέλυφός της, στο ίδιο το γεγονός που την είχε προκαλέσει. Τόσο αληθινό, τόσο μοιραίο, που ζει μόνο σε σχέση με τη μήτρα του. Μόλις τελειώσει η στιγμή τής ζωής, η αντίστοιχη αλήθεια εξαντλείται επίσης. Δε μπορώ να την βάλω σε καλούπι, να την κάνω να εμπνεύσει κι άλλες ίδιες στιγμές. ‘Αρα, τίποτα δε με δεσμεύει.
Κι όμως, ίσως η δικαιολογία της σύντομης δόξας της να μην είχε άλλη αξία παρά να της δώσει μια κάποια ευχαρίστηση εκλογίκευσης, όπως: αν μια πέτρα πέφτει, αυτή η πέτρα υπάρχει, αυτή η πέτρα έπεσε σε ένα μέρος, αυτή η πέτρα...
Απατάτο.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Ο γάμος
Η Ζουάνα θυμήθηκε ξαφνικά, απροειδοποίητα, εκείνη όρθια, ψηλά στη σκάλα. Δεν θυμόταν να είχε σταθεί ποτέ στο πάνω μέρος μιας σκάλας, κοιτάζοντας προς τα κάτω, κατά κείνον τον κόσμο, μες στο σατέν, με μεγάλες βεντάλιες. Πολύ πιθανόν να μην είχε ζήσει ποτέ κάτι τέτοιο. Οι βεντάλιες, για παράδειγμα, δεν είχαν συνεκτικότητα στη μνήμη της. Αν ήθελε να τις σκεφτεί, δε θα έβλεπε στην πραγματικότητα βεντάλιες, αλλά λαμπερούς λεκέδες να κολυμπάνε από τη μεριά στην άλλη ανάμεσα σε λέξεις στα γαλλικά, που μουρμουρίζανε προσεκτικά σφιγμένα χείλη, τεντωμένα προς τα μπρος, σαν φιλί σταλμένο από μακριά. Η βεντάλια ξεκίναγε σα βεντάλια και κατέληγε στις λέξεις στα γαλλικά. Παράλογο. Ψέματα ήταν, λοιπόν.
Μα, πάνω απ’ όλα, η εντύπωση συνέχιζε να θέλει να πάει προς τα μπρος, λες και το βασικό βρισκόταν πέρα από τη σκάλα και τις βεντάλιες. Συγκράτησε για λίγο τις κινήσεις της και μόνο τα μάτια κινούνταν γρήγορα, αναζητώντας την αίσθηση. Κατέβηκε τη μαρμάρινη σκάλα, νιώθοντας στις πατούσες των ποδιών τον κρύο φόβο μήπως γλιστρήσει, στα χέρια ζεστόν ιδρώτα, στη μέση μια σφιχτή ζώνη, που την έσπρωχνε σα μικρός γερανός προς την κορυφή. Ύστερα, η μυρωδιά από τα καινούργια ρούχα, το λαμπερό και περίεργο βλέμμα ενός άντρα που την διαπερνούσε και την άφηνε, λες κι είχε πατήσει ένα κουμπί στο σκοτάδι, με το σώμα φωτισμένο. Το σώμα της Ζουάνας το διέτρεχαν μακρείς, ολόκληροι μύες. Οποιαδήποτε σκέψη κατέβαινε από κείνα τα στιλβωμένα σκοινιά ίσαμε να σταθεί τρεμουλιάζοντας εκεικάτω, στους αστραγάλους, όπου το δέρμα ήταν τρυφερό σαν του κοτόπουλου.
Σταματούσε στο τελευταίο σκαλοπάτι, φαρδύ κι ακίνδυνο, απίθωνε την παλάμη του χεριού στην κρύα και λεία κουπαστή. Και δίχως να ξέρει γιατί ένιωθε μια αιφνίδια ευτυχία, σχεδόν επίπονη, μια βλάβη στην καρδιά, λες κι ήταν μια μαλακή μάζα και κάποιος είχε χώσει τα δάχτυλά του μέσα της στριφογυρίζοντάς την απαλά. Γιατί; Σήκωσε ελαφρά το χέρι σε μια κίνηση απώθησης. Δεν ήθελε να ξέρει. Μα τώρα πια είχε ήδη προκύψει η ερώτηση και σαν παράλογη απάντηση τής ήρθε η κουπαστή να λάμπει, ριγμένη μ’ανεμελιά από ψηλά σα γυαλιστερή σερπαντίνα μια μέρα καρναβαλιού. Μόνο που δεν ήταν καρναβάλι, γιατί επικρατούσε σιωπή στο σαλόνι, μπορούσε κανείς να τα δει όλα μέσα από ΄κει.Τις υγρές αντανακλάσεις από τις λάμπες πάνω στους καθρέφτες, τις καρφίτσες των κυριών και τις αγκράφες στις ζώνες των ανδρών να επικοινωνούν κατά διαλείμματα με τη λάμπα με λεπτές ακτίνες φωτός.
Καταλάβαινε τον περίγυρο ολοένα και καλύτερα. Ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες δεν υπήρχαν σκληρά διαστήματα, όλα αναμειγνύονταν απαλά. Από κάποια αθέατη θερμάστρα ερχόταν υγρός και συγκινητικός ατμός. Και πάλι την ξαναπόνεσε ελαφρά η καρδιά της και χαμογέλασε, σουφρώνοντας λιγάκι τη μύτη της και κοντανασαίνοντας.
Μια μικρή στιγμή ανάπαυλας. Αμέσως επανάκτησε, παρόλες τις προσπάθειές της για το άκρως αντίθετο, τη θέαση της πραγματικότητας’ και ξαναπαρατήρησε το σώμα αναίσθητο, αδιαφανές και ρωμαλέο, σαν κάτι ζωντανό από πολύ καιρό. Μισοείδε το δωμάτιο, τις κουρτίνες να κινούνται ειρωνικά, το κρεβάτι πεισματικά ακίνητο, άχρηστο. Ανήσυχη, επιχείρησε να ξανανέβει στο πάνω μέρος της σκάλας, να την ξανακατέβει. Έκανε μερικά βήματα, αλλά δεν ένιωσε να της τρέμουν τα πόδια, ούτε ιδρώτα στα χέρια. Είδε τότε πως η ανάμνηση είχε εξαντληθεί.
Παρέμεινε περιμένοντας δίπλα στη βιβλιοθήκη, είχε πάει να ψάξει...Τι; Χαμήλωσε το κεφάλι χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον. Τι; Φρόντισε να βρει διασκεδαστική εκείνη την εντύπωση, ότι στο κέντρο του κεφαλιού υπήρχε τώρα μια τρύπα, ένα μέρος απ’ όπου είχαν αφαιρέσει την ιδέα του τι είχε πάει να ψάξει.
Έγειρε λίγο κατά την πόρτα και ρώτησε με δυνατή φωνή και τα μάτια κλειστά:
-Τι ήθελες Οτάβιου;
-Το βιβλίο του Δημοσίου Δικαίου, είπε ο Οτάβιου και πριν να συγκεντρώσει και πάλι την προσοχή του στο τετράδιο, της έριξε μια γοργή, έκπληκτη ματιά.
Του πήγε το βιβλίο, απούσα, με νωχελικές κινήσεις. Ο Οτάβιου περίμενε με το χέρι απλωμένο, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι. Παρέμεινε ένα λεπτό με το βιβλίο τεντωμένο σε μικρή απόσταση από κείνον. Ο Οτάβιου δεν πρόσεξε την καθυστέρηση και με μια μικρή κίνηση των ώμων, η Ζουάνα του το ‘βαλε ανάμεσα στα δάχτυλα.
Μισόκατσε σε μια καρέκλα δίπλα του, σα να έπρεπε να σηκωθεί στη στιγμή. Σαν πέρασαν μερικά λεπτά, βλέποντας πως δεν είχε συμβεί τίποτα, ακούμπησε την πλάτη της στη ράχη του καθίσματος κι αφέθηκε να χαλαρώσει, με τα μάτια άδεια, χωρίς να σκέφτεται.
Ο Οτάβιου συνέχισε με το Δημόσιο Δίκαιο, σταματώντας σε κάποια γραμμή και μετά, ανυπόμονα, έτρωγε το νύχι του και, παράλληλα, γύριζε γρήγορα σελίδες. Μέχρι να ξανασταματήσει, αφηρημένος, περνώντας τη γλώσσα από την άκρη των δοντιών, ενώ με το ένα του χέρι χτένιζε με τρυφερότητα τις τρίχες των φρυδιών. Μια λέξη τον ακινητοποίησε, έμεινε με το χέρι στον αέρα και το στόμα ανοιχτό σα νεκρό ψάρι. Ξαφνικά, παραμέρισε το βιβλίο απότομα. Με λαμπερό και θριαμβευτικό βλέμμα έγραψε βιαστικά στο τετράδιο, σταματώντας μια στιγμή για ν’ ανασάνει θορυβωδώς και, με μια κίνηση που την έκανε να πεταχτεί απάνω, χτύπησε τα δόντια του με τη γροθιά του.
Τι ζώο, αναλογίστηκε η Ζουάνα. Ο Οτάβιου σταμάτησε να γράφει και την κοίταξε τρομοκρατημένος λες κι η Ζουάνα του ‘χε κάνει κάτι. Η Ζουάνα εξακολούθησε να τον κοιτάζει αδύναμα κι ο Οτάβιου κουνήθηκε λιγάκι στην καρέκλα, αναλογιζόμενος απλώς ότι δεν ήταν μόνος του. Χαμογέλασε δειλά και δυστυχισμένα και της άπλωσε το χέρι πάνω από το τραπέζι. Η Ζουάνα ξεκόλλησε την πλάτη της από τη ράχη της καρέκλας και του πρόσφερε την άκρη των δαχτύλων της. Ο Οτάβιου τα πίεσε βιαστικά, χαμογελώντας κι έπειτα, πριν καλά-καλά βρει χρόνο να τραβήξει το χέρι της, αυτός επέστρεψε και πάλι ορμητικά στο τετράδιο με τη μούρη χωμένη μέσα του, γράφοντας με το μολύβι στο χέρι.
Αυτός αισθανόταν τώρα, σκέφτηκε η Ζουάνα. Κι άξαφνα, ίσως από ζήλεια, χωρίς καν να το καλοσκεφτεί, τον μίσησε με μια τόσο πρωτόγονη δύναμη που τα χέρια της κλείστηκαν στα μπράτσα της πολυθρόνας και τα δόντια της σφίχτηκαν. Για κάποιες στιγμές, έκανε μπρος-πίσω το σώμα της ξαναζωντανεμένη. Με το φόβο μήπως ο άντρας της το αντιληφθεί, αναγκάστηκε να το καμουφλάρει και να μειώσει έτσι την ένταση του συναισθήματος.
Το σφάλμα είναι δικό του, σκέφτηκε ψυχρά, ενώ περίμενε το νέο κύμα θυμού. Το σφάλμα είναι δικό του. Η παρουσία του και περισσότερο από την παρουσία του: το να ξέρει πως εκείνος υπάρχει της στερούσε την ελευθερία της. Τώρα μόνο σπάνιες φορές και φευγαλέα κατόρθωνε να νιώθει. Αυτό είναι: το σφάλμα είναι δικό του. Πώς δεν το είχε ανακαλύψει πρωτύτερα;
Αναρωτήθηκε θριαμβευτικά. Εκείνος τής τα έκλεβε όλα, όλα. Και καθώς η φράση αποδεικνυόταν ακόμα φτωχή, σκέφτηκε με ένταση, με τα μάτια κλειστά: όλα! Ένιωσε καλύτερα’ σκέφτηκε με περισσότερη διαύγεια.
Πριν να ‘ρθει εκείνος βρισκόταν πάντα με τα χέρια απλωμένα και πόσες, ω! πόσες εκπλήξεις δε δεχόταν! Βίαιες εκπλήξεις, όπως η ακτίνα του ήλιου, γλυκιές εκπλήξεις, όπως η βροχή από φωτάκια... Τώρα όλος της ο χρόνος ήταν αφιερωμένος σ’ εκείνον και τα λεπτά που ήταν δικά της η Ζουάνα τα ένιωθε σαν παραχωρημένα, χωρισμένα σε μικρά κυβάκια πάγου, που έπρεπε να καταπιεί γρήγορα-γρήγορα, πριν να λιώσουν. Και να αυτομαστιγώνεται για να καλπάσει! Κοίτα, κείνος ο χρόνος είναι ελευθερία’ σκέψου γρήγορα, μπες σε κατάσταση βιασύνης, κοίτα…τελείωσε! Τώρα, μόνο αργότερα, και πάλι η παγοθήκη κι εσύ μπροστά της, γοητευμένη, βλέποντας τα ρυάκια του νερού να κυλάνε.
Είχε φτάσει. Και τώρα ξεκουραζόταν, επιτέλους, με έναν αναστεναγμό, βαριά. –Μα δεν ήθελε να ξεκουραστεί!- Το αίμα έρεε πιο αργά, με οικείο ρυθμό, σα ζώο που πειθαρχεί το τρεχαλητό του για να χωρέσει μέσα στο κλουβί.
Θυμήθηκε τότε που πήγε να ψάξει –τι, α, ναι, το Δημόσιο Δίκαιο- στο ράφι πάνω από τη σκάλα, ανάμνηση από το πουθενά, τόσο λεύτερη, σχεδόν σα να την είχε φανταστεί… Τι νέα που ήταν τότε. Καθαρό νερό που έτρεχε και μέσα και έξω. Νοστάλγησε κείνη την αίσθηση, είχε ανάγκη να νιώσει και πάλι. Κοίταξε με αγωνία προς τη μια μεριά και προς την άλλη, ψάχνοντας κάτι. Μα όλα βρίσκονταν εκειπέρα όπως εδώ και πολύ καιρό. Παλιοκαιρισμένα. Θα τον αφήσω, είπε στον εαυτό της, κάνοντας μια πρώτη σκέψη, χωρίς να προηγηθεί κάτι. Άνοιξε τα μάτια, εν αναμονή του ίδιου της του εαυτού. Ήξερε ότι εκείνη η σκέψη εγκυμονούσε συνέπειες. Τουλάχιστον, πριν, όταν οι αποφάσεις της δεν είχαν ανάγκη από μεγάλα συμβάντα, μονάχα από μιαν ελάχιστη ιδέα, ένα ασήμαντο όραμα, για να γεννηθούν, έτσι συνέβαινε. Θα τον αφήσω, επανέλαβε και, τότε, από τη σκέψη ξεπηδούσαν λεπτά νήματα φυλακίζοντάς την. Στο εξής εκείνος βρισκόταν μέσα της και τα νήματα γίνονταν ολοένα και πιο χοντρά μέχρι να γίνουν ρίζες.
Πόσες φορές ακόμη θα πρότεινε στον εαυτό της το ίδιο πράγμα και θα τον άφηνε; Κουράστηκε προκαταβολικά από τους μικρούς αγώνες που θα έπρεπε ν’ αντέξει ακόμη, εξέγερση κι άμεση υποχώρηση, μέχρι τέλους. Σημειώθηκε μια γοργή κι ανυπόμονη εσωτερική κίνηση που εξωτερικεύτηκε μόνο αδιόρατα σ’ ένα σήκωμα του χεριού. Ο Οτάβιου λοξοδρόμησε για λίγα λεπτά τα μάτια του προς αυτήν και συνέχισε να γράφει σαν υπνοβάτης. Τι ευαίσθητη που ήταν, σκέφτηκε σε μιαν ανάπαυλα. Εξακολούθησε να σκέφτεται, αλλά: Γιατί να τής το προσάψει; Ναι, γιατί να τής το προσάψει; -αναρωτήθηκε. Κι η ερώτηση είχε στερεό έρεισμα, απαιτούσε σοβαρή απάντηση. Κουνήθηκε στην καρέκλα, πήρε επίσημη στάση, λες και θα άκουγε αυτό που είχε να πει. Τότε ο Οτάβιου αναστέναξε δυνατά, έκλεισε με πάταγο το βιβλίο και το τετράδιο, τα πέταξε σε μια γωνιά, με υπερβολικό τρόπο και τέντωσε τα πόδια του, όσο χωράγανε, στην καρέκλα. Εκείνη τον κοίταξε τρομαγμένη, προσβεβλημένη. -Λοιπόν… - άρχισε να λέει ειρωνικά. Μα δεν ήξερε πώς να συνεχίσει και περίμενε, κοιτώντάς τον επίμονα.
Αυτός είπε με κωμικό ύφος αυστηρότητας:
- Καλώς, κυρία μου, κάντε μου τη χάρη να πλησιάσετε και να αναπαύσετε την κεφαλή σας σε τούτο το γενναίο στέρνο, το έχω ανάγκη.
Αυτή γέλασε, μόνο για να του δώσει ικανοποίηση. Αλλά μες σ’ εκείνο το γέλιο εύρισκε ήδη κάτι χαριτωμένο. Εξακολούθησε να κάθεται προσπαθώντας να κάνει το επόμενο βήμα: τότε, αυτός… και με τα χείλη έκανε μια περιφρονητική και θριαμβευτική κίνηση, σαν κάποιος που έχει τις αναμενόμενες αποδείξεις. Τότε, αυτός… Ήταν έτσι; Έλπιζε πως ο Οτάβιου θα έβλεπε τη στάση της, μαντεύοντας την απόφασή της να μην το κουνήσει από την καρέκλα. Εντούτοις, εκείνος, όπως πάντα, δε μάντευε τίποτα και, ακριβώς τις στιγμές όπου θα έπρεπε να κοιτάξει, αφαιρούνταν με οτιδήποτε. Τώρα, τώρα ακριβώς θυμήθηκε να μαζέψει το βιβλίο και το τετράδιο που είχε πετάξει πάνω στο τραπέζι. Δεν κοίταγε κατά τη μεριά της, ήταν βέβαιος ότι θα έφευγε; Γέλασε μ΄ένα πελώριο χαμόγελο, αναλογιζόμενη πόσο πολύ απατάτο ο Οτάβιου και πόσες σκέψεις ξεπηδούσαν από μέσα της που εκείνος ούτε καν θα μπορούσε να φανταστεί. Ναι. Γιατί να το αναβάλει;
Αυτός σήκωσε τα μάτια, λιγάκι έκπληκτος από την αργοπορία. Και καθώς εκείνη εξακολουθούσε να κάθεται, έμειναν να κοιτάζονται από μακριά. Ο Οτάβιου τά ‘χε χάσει.
Λοιπόν; -έκανε ανόρεχτα - το γενναίο μου…
Η Ζουάνα τον διέκοψε με μία κίνηση, γιατί δε μπορούσε να υποφέρει τη συμπόνια που την είχε πλημμυρίσει ξαφνικά και την εντύπωση του πόσο γελοία ήταν η φράση, όταν εκείνη ήταν τόσο καθαρά αποφασισμένη να μιλήσει. Αυτός δεν τρόμαξε από την κίνησή της κι η Ζουάνα χρειάστηκε να καταπιεί προσεκτικά το σάλιο της για να σπρώξει μέσα της τη βλακώδη διάθεση να κλάψει που άρχιζε να γεννιέται απαλά στο στέρνο της.
Τώρα η συμπόνια της την άγγιζε και την ίδια. Και οι δυο τους θα πέθαιναν, αυτός ο άντρας που είχε χτυπήσει τα δόντια του με τη γροθιά του με μια βίαιη κίνηση. Κι η εκείνη, με την άκρη της σκάλας κι όλη της την ικανότητα να αισθάνεται. Τα σημαντικότερα πράγματα την κατακυρίευαν σε ανύποπτο χρόνο, ακόμη και στις κενές στιγμές, γεμίζοντάς τες με νόημα. Πόσες φορές δεν είχε δώσει υπερβολικό πουρμπουάρ στο γκαρσόνι, μόνο και μόνο γιατί σκέφτηκε ότι εκείνος θα πέθαινε και δεν το ήξερε.
Τον κοιτούσε όλο μυστήριο, σοβαρή και τρυφερή. Και τώρα προσπαθούσε να συγκινηθεί αναλογιζόμενη τους δύο μελλοντικούς νεκρούς.
Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του
κι εκειπέρα χτυπούσε μια καρδιά. Σκέφτηκε: ακόμα κι έτσι, παρόλο τον θάνατο,
κάποια μέρα θα τον αφήσω. Γνώριζε καλά τη σκέψη που θα μπορούσε να της έρθει,
κάνοντάς την δυνατότερη, αν πριν να τον αφήσει συγκινιόταν:
«Απόδιωξα
όλα όσα θα μπορούσα να έχω. Δεν τον μισώ, δεν τον περιφρονώ. Γιατί να τον
αναζητήσω αν και δεν τον αγαπάω; Δεν μ’ άρέσει ο εαυτός μου μέχρις ότου να μ’
αρέσουν τα πράγματα που μου αρέσουν. Αγαπάω περισσότερο εκείνο που θέλω απ’
ό,τι εμένα την ίδια». Μολονότι ήξερε πως
η αλήθεια μπορούσε να βρίσκεται μια χαρά στον αντίποδα αυτού που
σκεφτόταν. Έσκυψε το κεφάλι, το στήριξε
στο άσπρο πουκάμισο του Οτάβιου. Σε ελάχιστα λεπτά, πολύ απαλά έσβησε η ιδέα
του θανάτου και δεν εύρισκε πλέον με τι να γελάσει. Η καρδιά της αισθανόταν να
βρίσκεται σε γλυκό κέλυφος. Με τ’ αυτί, ήξερε ότι εκείνη, αδιάφορη για όλα, θα
συνέχιζε το μοιραίο της δρόμο με τους κανονικούς παλμούς της. Η θάλασσα.
-Να
το αναβάλω, μονάχα να το αναβάλω- σκέφτηκε η Ζουάνα πριν να σταματήσει να
σκέφτεται. Γιατί και τα τελευταία παγάκια είχαν λιώσει και τώρα ήταν θλιμμένα μια γυναίκα
ευτυχισμένη.
Η προστασία του
καθηγητή
Η Ζουάνα θυμόταν ότι λίγες μέρες πριν παντρευτεί είχε πάει να δει τον καθηγητή.
Είχε νιώσει ξαφνικά την ανάγκη να τον συναντήσει, να τον αισθανθεί σταθερό και ψυχρό. Κατά κάποιον τρόπο της φαινόταν ότι με τον γάμο πρόδιδε όλη της την περασμένη ζωή. Ήθελε να ξαναδεί τον καθηγητή, να νιώσει να την στηρίζει.
Κι όταν της πέρασε απ’ το μυαλό η ιδέα να πάει να τον δει, ηρέμησε ανακουφισμένη.
Εκείνος θα της έλεγε τα σωστά λόγια. Ποια λόγια; Τίποτα, απαντούσε στον εαυτό της
μυστικιστικά, με μια ξαφνική επιθυμία για πίστη κι ελπίδα, θέλοντας να φυλάξει
τον εαυτό της για να τον ακούσει απολύτως καινούργιο, χωρίς την παραμικρή ιδέα
για το τι θα ‘βγαζε μ’ αυτό. Μια μέρα της είχε συμβεί κάτι παρεμφερές: όταν
ετοιμαζόταν να πάει για πρώτη φορά στο τσίρκο, όταν ήταν ακόμα παιδί’ το
καλύτερο μέρος ήταν η ετοιμασία. Κι όταν
πλησίασε στον μεγάλο χώρο όπου άσπριζε η τεράστια και στρογγυλή τέντα, σαν
αυτούς τους σκεπαστούς δίσκους που κρύβουν μέχρι μια συγκεκριμένη στιγμή το
ωραιότερο φαγητό του τραπεζιού, όταν πλησίασε με την υπηρέτρια να την κρατάει
από το χέρι, ένιωσε φόβο κι αγωνία και χαρά να τρεμουλιάζουν στην καρδιά της.
Ήθελε να γυρίσει, να το σκάσει. Της είπε τότε η υπηρέτρια: Ο πατέρας σου μου
έδωσε λεφτά για μπαστουνάκια καλαμποκιού. Η Ζουάνα κοίταξε κεραυνοβολημένη τα
πράγματα, το ηλιόλουστο απόγευμα, σαν να ήσαν τρελά.
‘Ηξερε πως ο καθηγητής είχε αρρωστήσει, η γυναίκα του τον είχε εγκαταλείψει. Μα, αν εξαιρέσουμε ότι είχε γεράσει, τον βρήκε πιο χοντρό και με βλέμμα λαμπερό. Φοβόταν στην αρχή μήπως το τελευταίο τους κοινό δείπνο, όταν το είχε σκάσει τρομαγμένη στην εφηβεία, θα ήταν ικανό να δυσκολέψει την επίσκεψη και να τους αφήσει κακή διάθεση στην ίδια εκείνη παράξενη και υποκριτική σάλα, όπου η σκόνη είχε νικήσει τη λάμψη.
Ο καθηγητής την υποδέχτηκε με ήρεμο κι αφηρημένο ύφος, Με τα σκούρα γυαλιά φάνταζε σαν παλιά φωτογραφία. Της έκανε ερωτήσεις, μα, καθώς αυτή ξεκίναγε ν’ απαντήσει, εκείνος έπαυε να την ακούει, αφηρημένος. Διέκοπτε πολλές φορές με την προσοχή στραμμένη στο ρολόι ή στο κομοδίνο με τα φάρμακα. Κοίταζε γύρω της και το μισοσκόταδο ήταν υγρό κι ασφυκτικό. Ο καθηγητής έμοιαζε σαν πελώρια ευνουχισμένη γάτα-βασιλιάς του υπογείου.
-Μπορείς ν’ανοίξεις τα παράθυρα, της είχε πει ο καθηγητής. Κοίτα, Ζουάνα, λίγο σκοτάδι στην αρχή κι ύστερα, ξαφνικά, να δέχεσαι μπόλικο αέρα, να κάτι που κάνει καλό στον οργανισμό, του δίνει ζωή. Το ίδιο συμβαίνει και μ’ ένα παιδί στερημένο όταν τα έχει όλα ξαφνικά, αντιδρά τότε, ξαναγεννιέται, καμιά φορά καλύτερα από τα πράγματα.
Η Ζουάνα άνοιξε τις πόρτες και τα παράθυρα κι ο φρέσκος αέρας μπήκε σαν θριαμβευτική πλημμύρα. Λίγος ήλιος έμπαινε επίσης από την πόρτα πίσω του. Ο καθηγητής άνοιξε λίγο περισσότερο τον γιακά της πιτζάμας και εκτέθηκε στον άνεμο.
-Αυτό συμβαίνει- είπε.
Κοιτάζοντάς τον, η Ζουάνα ανακάλυπτε πως ήταν μόνο ένας χοντρός γέρος που λιαζόταν, ένας γέρος που τα λίγα του μαλλιά δεν αντιστέκονταν στο αεράκι, με το πελώριο σώμα του χυμένο σε μια καρέκλα. Και το χαμόγελο, Χριστέ μου, το χαμόγελο.
Όταν χτύπησαν τρεις, άξαφνα, φάνηκε αναστατωμένος, σταμάτησε στα μισά μιας φράσης και με μετρημένες κινήσεις, με πρόσωπο άπληστο και σοβαρό, μέτρησε είκοσι σταγόνες από ένα μπουκαλάκι και τις έριξε σ’ ένα ποτήρι νερό. Το σήκωσε στο ύψος των ματιών, παρατηρώντας το με τα χείλη σφιγμένα, απόλυτα απορροφημένος. Ήπιε άφοβα το σκούρο υγρό, ύστερα κοίταξε το ποτήρι με πρόσωπο πικραμένο κι ένα μισό χαμόγελο που δε μπόρεσε να εξηγήσει η Ζουάνα. Το απίθωσε μετά πάνω στο τραπέζι, χτύπησε αρκετές φορές τα χέρια για να φωνάξει τον υπηρέτη, ένα λιγνό κι αφηρημένο νεγράκι. Περίμενε να φτάσει σιωπηλά, με βλέμμα προσεκτικό, σα να ήθελε να τον ακούσει από μακριά. Μόνο όταν δέχτηκε το ποτήρι πλυμένο κι αφού το εξέτασε καλά-καλά και το τοποθέτησε ανάποδα σ’ ένα δίσκο έβγαλε έναν ελαφρύ αναστεναγμό:
- Μάλιστα, τι λέγαμε;
Η Ζουάνα εξακολουθούσε να μην προσέχει τα λόγια του αυτά καθεαυτά’ αρκείτο να τον παρατηρεί. Κανένα χαρακτηριστικό του προσώπου εκείνου του άντρα δε μαρτυρούσε ότι τον είχε εγκαταλείψει η γυναίκα του. Φευγαλέα, η Ζουάνα ξανάβλεπε εκείνη την πάντα βουβή φιγούρα, με πρόσωπο ατάραχο και υπεροπτικό, που τόσο την είχε φοβηθεί και μισήσει. Και παρόλη την απώθηση που ακόμα της ενέπνεε, λίγο σαν αναπόληση, η Ζουάνα ανακάλυψε με έκπληξη ότι όχι μόνο τότε, αλλά ίσως πάντα, ένιωθε και είχε νιώσει ενωμένη μαζί της, λες κι είχαν κοινό κάτι μυστικό και κακό.
Τίποτα δεν άφηνε να μαντέψεις στη φυσιογνωμία του το αίσθημα που του είχε προξενήσει το φευγιό της γυναίκας του. Στη στάση και το βλέμμα του παρατηρούσε μια ηρεμία οριστικά κατακτημένη, μια χαλαρότητα που ποτέ πριν δεν είχε δει. Τον κοιτούσε σχεδόν με αγωνία, όπως κοιτάμε τα νερά που ο όγκος τους έχει αυξηθεί από τη βροχή και που είναι αδύνατον να μετρήσουμε το βάθος τους. Να τον δει, να τον ακούσει και να νιώσει τη διαύγειά του σαν σταθερό σημείο!
- Ο πόνος ενός υγιούς ανθρώπου είναι μεγαλύτερος απ’ αυτόν ενός αρρώστου, έκανε προσπάθεια για να τον κάνει να μιλήσει.
Η Ζουάνα μόλις είχε σηκώσει το βλέμμα της. Η φράση της αιωρείτο στον αέρα, ζαβλακωμένη και δειλή. Θα εξακολουθήσω, στο φυσικό μου δεν ταιριάζει να αισθάνομαι γελοία, ρίχνομαι πάντα στην περιπέτεια, χωράω σε όλα τα σενάρια. Ο Οτάβιου, αντίθετα, είναι τόσο εύθραυστος που αρκεί ένα οξύτερο γέλιο για να τον ταρακουνήσει και να τον κάνει δυστυχή. Θα με άκουγε τώρα ανήσυχος ή χαμογελαστός. Σκεπτόταν μέσα της τώρα ο Οτάβιου; Είχε πλέον μεταβληθεί σε μια γυναίκα που αφουγκράζεται και περιμένει τον άντρα; Κάτι υποχωρούσε μέσα της...Ήθελε να σωθεί, ν’ ακούσει τον καθηγητή, να τον συγκινήσει. Είναι δυνατόν να μη θυμάται κείνος ο γέρος που καθόταν απέναντί της αυτά που της είχε πει; «Να αμαρτάνεις ενάντια στον ίδιο σου τον εαυτό...»
«Ο άρρωστος φαντάζεται τον κόσμο κι ο υγιής τον έχει» , έλεγε η Ζουάνα. Ο άρρωστος σκέφτεται πως η αδυναμία κινείται μόνο από τον πόνο και ο δυνατός νιώθει ανώφελη τη δύναμή του.
-Ναι, ναι –ο καθηγητής κουνούσε δειλά το κεφάλι του. Η Ζουάνα αντιλαμβανόταν πως το ότι εκείνος ένιωθε άβολα οφειλόταν μονάχα στη δυσφορία κάποιου που δεν επιθυμεί να τον διακόψουν. Παρόλα αυτά, συνέχισε μέχρι το τέλος, επαναλαμβάνοντας με κουρασμένη φωνή τη σκέψη που είχε περάσει από το μυαλό του πολύ νωρίτερα.
-Για τούτο η ποίηση των ποιητών που υπέφεραν είναι γλυκιά και τρυφερή, ενώ εκείνη των άλλων, αυτών που δεν στερήθηκαν τίποτα, είναι φλογερή και ρέμπελη.
-Ναι, -έλεγε ο καθηγητής, φτιάχνοντας τα γυρισμένα πέτα της πιτζάμας.
Η Ζουάνα έβλεπε, ταπεινωμένη και σε σύγχυση, τον σκούρο του ζαρωμένο λαιμό. Ναι, έλεγε πότε-πότε ο καθηγητής, χωρίς να αποσπάσει την προσοχή του από το ρολόι, αναζητώντας ένα σημείο να στηριχτεί. Πώς να του πει ότι θα παντρευόταν;
Στις τέσσερις η ώρα, επανάληψη του τελετουργικού. Αυτή τη φορά ο μαύρος αναγκάστηκε να κάνει μια πιρουέτα στις άκρες των ποδιών΄ παραλίγο ν’ αφήσει να του πέσει το μπουκαλάκι με το φάρμακο. Σ’ αυτή την αποτυχημένη προσπάθεια, η παντόφλα τού καθηγητή είχε πετάξει μακριά από την καρέκλα και το πόδι του, με νύχια γαμψά και κιτρινωπά, εμφανίστηκε γυμνό μπροστά τους. Ο μικρός πλησίασε την παντόφλα στη Ζουάνα, γελώντας και με φόβο. Μόλις φυλάχτηκε το ποτήρι, η Ζουάνα τόλμησε ν’ αναφερθεί για πρώτη φορά στην αρρώστια του, ντροπιασμένη, γιατί ποτέ άλλοτε μέχρι τότε δεν είχε διεισδύσει στην οικειότητα των δικών του ζητημάτων, μιλούσαν πάντοτε για πράγματα άλλα απ’ αυτούς τους ίδιους.
Δεν ήταν απαραίτητο να επιδιώξει μεγαλύτερη προσέγγιση... Ο καθηγητής είχε αναλάβει να διευθύνει την υπόθεση, την προσέγγιζε σιγά-σιγά, της εξηγούσε καταλεπτώς όλες τις λεπτομέρειες με ηρεμία και ηδονή. Στην αρχή πήρε ύφος καλόβολο και μυστηριώδες, σαν να του φαινόταν αδύνατο ότι εκείνη θα κατάφερνε να εισδύσει στον κόσμο του. Μα ύστερα από κάποιες στιγμές, ξεχνώντας την παρουσία της, σίγουρος για τον εαυτό του, άρχισε να μιλάει ανοιχτά.
-Ο γιατρός λέει ότι πάω καλύτερα. Αλλά θα γιάνω’ εγώ ξέρω περισσότερα απ’ όλους τους γιατρούς: θα καλυτερέψω. Εγώ είμαι ο ασθενής...
Η Ζουάνα ανακάλυπτε μόλις τότε, με κατάπληξη, πως εκείνος ήταν ευτυχής...
Σε λίγο θα ήταν πέντε η ώρα. Αντελήφθη ότι εκείνος περίμενε από κείνη να φύγει. Μα δεν θα τον άφηνε έτσι, τόσο εύκολα’ προσπάθησε να προχωρήσει λίγο παραπάνω. Τον κοίταξε στα μάτια, άσπλαχνα. Ο καθηγητής τής επέστρεψε το βλέμμα στην αρχή βαρύ κι αδιάφορο, μετά το έστρεψε αλλού με θυμό, ενοχλημένος.
Η μικρή οικογένεια
Πριν ν’ αρχίσει να γράφει, ο Οτάβιου τακτοποιούσε σχολαστικά τα χαρτιά του πάνω στο τραπέζι και φόραγε τα πιο άνετα ρούχα του. ‘Εβρισκε ευχαρίστηση να κάνει μικρές κινήσεις, του άρεσαν τα παλιά κοστούμια και τα φθαρμένα σακάκια, μέσα στα οποία κινείτο με σοβαρότητα και άνεση. Από φοιτητής πάντα έτσι ετοιμαζόταν για να κάνει μια δουλειά. Αφού εγκαθίστατο μπρος στο γραφείο, το τακτοποιούσε λιγάκι και με τη συνείδηση ζωντανεμένη από την έννοια των πραγμάτων που τον περιτριγύριζαν, δεν πρέπει να χάνομαι στις μεγάλες ιδέες, κι εγώ ακόμα ένα πράγμα είμαι, άφηνε να τρέξει η πένα του για λίγο ελεύθερα για να αποδεσμευτεί από κάποια εικόνα ή επίμονη σκέψη που ίσως να ήθελε να τον συντροφέψει και να εμποδίσει την πορεία της κύριας σκέψης.
Για τούτο, το να δουλεύει μπροστά στους άλλους ήταν μαρτύριο γιαυτόν. Τον ενοχλούσε η γελοιότητα της μικρής τελετουργίας, αλλά δε μπορούσε να την αποχωριστεί. Βασιζόταν σ΄αυτήν όπως σε μια δεισιδαιμονία κι ακόμα και για να ζήσει περιστοιχιζόταν από ταμπού, από τύπους και παραχωρήσεις. Όλα γίνονταν τότε ευκολότερα, σα να είχε μάθει το μάθημά του. Αυτό που τον γοήτευε και τον τρομοκρατούσε στη Ζουάνα ήταν ακριβώς το καθεστώς ελευθερίας στο οποίο ζούσε, αγαπώντας, άξαφνα, ορισμένα πράγματα και παραμένοντας τυφλή σε άλλα, χωρίς καν να κάνει χρήση τους. Εκείνος ένιωθε ευγνώμων για αυτό που υπήρχε. Είχε κερδίσει τη Ζουάνα λέγοντας πως είχε ανάγκη να είναι κτήμα κάποιας... Πιάνεις τα λεφτά με μιαν οικειότητα...,του είχε πει η Ζουάνα κάποτε που εκείνος πλήρωνε το λογαριασμό σε κάποιο εστιατόριο τόσο αφηρημένος μέχρι σημείου να τα χάσει μπρος στο γκαρσόνι, που τον κοίταγε ειρωνικά. Του είχαν ξεφύγει τα χαρτονομίσματα και τα νομίσματα από τα χέρια και είχαν πέσει χύμα στα πόδια του. Καμιά ειρωνική φράση δεν ακολούθησε τη σκηνή -οφείλουμε να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, η Ζουάνα δεν είχε γελάσει- αλλά από τότε είχε τη φράση στο τσεπάκι: τι να τα κάνουμε τότε τα λεφτά αν δεν τα φυλάμε για να τα ξοδεύουμε; Γινόταν έξαλλος, ντροπιασμένος. Σημείωνε πως το επιχείρημα δεν εύρισκε ανταπόκριση στη Ζουάνα.
Η αλήθεια είναι ότι αν δεν είχε χρήματα, αν δεν αγαπούσε την τάξη, αν δεν υπήρχε το νομικό περιοδικό, το βιβλίο του Αστικού Δικαίου, αν η Λίντια δεν ήταν θυμωμένη με τη Ζουάνα, αν η Ζουάνα δεν ήταν γυναίκα κι αυτός άντρας, αν... αχ Παναγία μου!. Αν όλα... Τι να έκανε; Όχι, όχι. Τι να έκανε; Σε ποιόν να στραφεί; Πώς να κινηθεί; Ήταν αδύνατο να ξεγλιστρήσει ανάμεσα από αυτά τα εμπόδια, χωρίς να τα βλέπει, χωρίς να τα χρειάζεται...
Ήρθε σε αντίθεση με τον κανόνα του περί δουλειάς –οποία παραχώρηση- κι έπιασε χαρτί και μολύβι χωρίς να είναι εξολοκλήρου έτοιμος. Αλλά έδωσε στον εαυτό του άφεση αμαρτιών, δεν ήθελε να χάσει αυτή τη σημείωση, ίσως κάποια μέρα να του χρησίμευε: «Είναι αναγκαίο να διαθέτει κανείς ορισμένο βαθμό τύφλωσης για να μπορέσει ν’ ανακαλύψει κάποια πράγματα». Ίσως αυτό και να είναι το σημάδι του καλλιτέχνη. Οποιοσδήποτε μπορούσε να γνωρίζει περισσότερα απ’ αυτόν και να εκλογικεύει ασφαλώς, ακολουθώντας την αλήθεια. Αλλά ακριβώς αυτά τα πράγματα διαφεύγουν από το εκτυφλωτικό φως. Στο σκοτάδι ξαναφωσφορίζουν. Έμεινε για λίγο σκεφτικός. Παρατήρησε κατόπιν: «Η εξυπνάδα δεν ξεχωρίζει από την ιδιοφυϊα ως προς τον βαθμό αλλά ως προς την ποιότητα. Η ιδιοφυϊα δεν είναι μόνο ζήτημα διανοητικής δύναμης αλλά μορφής με την οποία παρουσιάζεται αυτή η δύναμη. Κατ΄αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να είμαστε πιο έξυπνοι από έναν ιδιοφυή. Αλλά αυτός είναι ο ιδιοφυής. Ακούγεται παιδικό αυτό το «αυτός είναι ο ιδιοφυής». Να κοιτάξει μετά αν σε σχέση με τον Σπινόζα έχει εφαρμογή αυτή η ανακάλυψη»- Ήταν δική του; Για κάθε ιδέα που του πέρναγε από το μυαλό, κι όσο να εξοικειωθεί μ’ αυτήν σε κλάσμα δευτερολέπτου, του ξαναρχόταν ο φόβος μήπως και την είχε κλεμμένη.
Και τώρα τάξη. Να πιάσω το μολύβι,
είπε στον εαυτό του, να λυτρωθώ από τις έμμονες ιδέες. Ένα, δύο, τρία! Λυπάμαι πολύ που υποφέρω όπως υποφέρω,
ανάμεσα στα μπαμπού, στα βορειοανατολικά της πόλης, άρχισε να λέει. Κάνω αυτό
που θέλω –συνέχισε να λέει- και δε μ’ υποχρεώνει κανένας να γράψω τη Θεία
Κωμωδία. Δεν έχουμε άλλο τρόπο να υπάρξουμε παρά να είμαστε αυτό που είμαστε’
τα υπόλοιπα είναι παραγεμίσματα, άχρηστα και τόσο άβολα όπως εκείνα τα
κεντήματα, όλο αγγελάκια και λουλουδάκια, που κένταγε η ξαδέρφη Ιζαμπέλ στις
μαξιλαροθήκες μου. Όταν ήμουν αφηρημένος, ερχόταν εκείνη σαν ηλίθιο κόκκινο
σύννεφο, σαν τη σκέψη μου. Πες ποιο, ποιο,
αλλά τέσσερις φορές, ποιο, ποιο, ποιο, ποιο. Έτσι, έτσι, μην
υπεκφεύγεις: Τι; Ακόμα ζωντανή είσαι; Ακόμα δεν πέθανες; Ναι, ναι, αυτό είναι,
να μη δραπετεύω από τον ίδιο μου τον εαυτό, να μη δραπετεύω από τον γραφικό μου
χαρακτήρα, όσο απαλός και φριχτός κι αν είναι, ιστός αράχνης, να μη δραπετεύω
από τα ελαττώματά μου, η αρνητική μου πλευρά είναι όμορφη και κοίλη σαν
άβυσσος. Ό, τι δεν είμαι θα έκανε μια πελώρια τρύπα στο έδαφος. Δε μιμούμαι λάθη,
παρ’ όλα αυτά η Ζουάνα δε λαθεύει, αυτή είναι η διαφορά. Εντάξει, εντάξει, πες
και τίποτα, βρε αγόρι μου. Οι γυναίκες
με κοιτάνε, οι γυναίκες κοιτάνε το στόμα μου, έχω ξαναφήσει μουστάκι κι αυτές
πεθαίνουν από χαρά κι αγάπη, αγάπη παραγεμισμένη με δαμάσκηνα και σταφίδες. Τις
αγοράζω, τα αγοράζω όλα χωρίς λεφτά, τα λεφτά μου τα φυλάω, αν κάποια τους
σκοντάψει σε κανένα χαντάκι, εκεί στο δρόμο, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι
να ντραπεί. Τίποτα δε χάνεται, τίποτα δε
δημιουργείται. Όποιος αισθάνεται έτσι, ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνει, ενώ
πιστεύει τυφλά, είναι τόσο ευτυχής σα να πιστεύει στον Θεό. Στην αρχή πονάει
λιγάκι, αλλά μετά οι άνθρωποι συνηθίζουν. Αυτός που γράφει αυτή τη σελίδα
γεννήθηκε μία ωραία ημέρα. Τώρα είναι ακριβώς περασμένες επτά το πρωϊ. Έχει
ομίχλη εκεί έξω, πέρα από το παράθυρο, το Ανοιχτό Παράθυρο, το μέγα σύμβολο. Η
Ζουάνα θα έλεγε: νιώθω πως βρίσκομαι τόσο πολύ χωμένη μέσα στα εγκόσμια που
θαρρώ πως δε σκέφτομαι, αλλά πως εφαρμόζω έναν νέο τρόπο ν’ αναπνέω. Αντίο.
Αυτός είναι ο κόσμος, αυτός είμαι εγώ, αυτή τη στιγμή βρέχει στον κόσμο,
ψέματα, εγώ είμαι ένας πνευματικός εργάτης, η Ζουάνα κοιμάται στο δωμάτιο,
κάποιος πρέπει να ξυπνάει αυτή τη στιγμή, η Ζουάνα θα έλεγε: άλλος πεθαίνει,
άλλος ακούει μουσική, άλλος πάει να πλυθεί στη μπανιέρα, αυτός είναι ο κόσμος.
Θα τους συγκινήσω όλους, ειδοποίησέ τους να γίνουν τρυφεροί μαζί μου. Ζω με μια
γυναίκα γυμνή και κρύα, δε μπορώ να το σκάσω, δε μπορώ να το σκάσω, με κοιτάζει
σταθερά στα μάτια, δε μπορώ να το σκάσω, με κατασκοπεύει, ψέματα, ψέματα,
ψέματα, αλλά αλήθεια είναι. Τώρα είναι ξαπλωμένη και κοιμάται, κοιμάται
νικημένη από τη νύστα, νικημένη, νικημένη. Είναι ένα λεπτεπίλεπτο πουλί μέσα
σ’ένα άσπρο νυχτικό. Θα τους συγκινήσω όλους, δεν κανακεύω τα λάθη μου αλλά
θέλω να με κανακεύουν όλοι τους.
Σήκωσε το κορμί του, ίσιωσε τα μαλλιά
του και παρέμεινε σοβαρός να κοιτάζει. Τώρα θα στρωνόταν στη δουλειά. Λες και
όλοι συγκατάνευαν και ενέκριναν με το κεφάλι, κλείνοντας τα μάτια, εγκρίνοντας
σιωπηλά: αυτό, αυτό ακριβώς, πολύ ωραία.
Κάτι αληθινό τον ξεβόλευε και μόνος του ένιωθε νευρικότητα. «Όλοι»
λοιπόν τον βοηθούσαν. Έβηξε ελαφρά. Έφερε προσεκτικά κοντά του το μελανοδοχείο
κι άρχισε να γράφει: «Η σύγχρονη τραγωδία είναι η μάταιη προσπάθεια του
ανθρώπου να προσαρμοστεί στην κατάσταση των πραγμάτων που ο ίδιος δημιούργησε».
Απομακρύνθηκε λιγάκι, έριξε μια ματιά στο
τετράδιο, έστρωσε την πιτζάμα του. «Η φαντασία είναι η βάση του ανθρώπου –και
πάλι η Ζουάνα- μέχρις ότου όλα όσα έχτισε να βρουν τη δικαίωσή τους στην
ομορφιά της δημιουργίας κι όχι της χρησιμότητάς τους, να μην είναι το
αποτέλεσμα ενός σχεδίου σκοπών προσαρμοσμένων στις ανάγκες. Για τούτο βλέπουμε
να πολλαπλασιάζονται τα μέσα που σκοπό έχουν να ενώσουν τον άνθρωπο με τις
ιδέες και τους υπάρχοντες θεσμούς –την εκπαίδευση, φερ΄ειπείν, τόσο δύσκολο
θέμα- και τον βλέπουμε να συνεχίζει πάντα έξω από τον κόσμο που εκείνος
δημιούργησε. Ο άνθρωπος κατασκευάζει σπίτια για να τα κοιτάζει κι όχι για να
ζει σ΄αυτά. Διότι όλα ακολουθούν το δρόμο της έμπνευσης. Ο ντετερμινισμός δεν
είναι ένας ντετερμινισμός σκοπών αλλά ένας περιορισμένος ντετερμινισμός αιτιών.
Να παίζεις, να επινοείς, ν΄ακολουθείς το μυρμήγκι ίσαμε τη φωλιά του,
ν΄ανακατεύεις νερό με ασβέστη για να δεις το αποτέλεσμα, αυτό κάνουμε όταν
είμαστε μικροί κι όταν γίνουμε μεγάλοι. Είναι μέγα σφάλμα να θεωρήσουμε πως φτάνουμε
σε υψηλό βαθμό πραγματισμού και υλισμού. Στην πραγματικότητα, ο πραγματισμός –το
σχέδιο που προσανατολίζεται προς ένα καθορισμένο πραγματικό τέλος- θα μπορούσε να
είναι η κατανόηση, η σταθερότητα, η ευτυχία, η μέγιστη νίκη προσαρμογής που θα
ήταν δυνατόν να επιτύχει ο άνθρωπος. Στο
μεταξύ, «ποιώ» «για να» μού εμφανιστεί, μπρος στην πραγματικότητα, μια
τελειότητα που είναι αδύνατον να απαιτήσει ο άνθρωπος. Η απαρχή κάθε κατασκευής του είναι το
«γιατί». Η περιέργεια, το παραλήρημα, η φαντασία, είναι όλα αυτά που
συγκρότησαν τον σύγχρονο κόσμο.
Ακολουθώντας την έμπνευσή του,
ανακάτεψε υλικά και δημιούργησε συνδυασμούς. Η τραγωδία του: να πρέπει
να τραφεί με αυτά. Είχε εμπιστοσύνη πως μπορούσε να φανταστεί μια ζωή και να
βρεθεί σε μιαν άλλη, ξέχωρη. Πράγματι, η άλλη ζωή συνεχίζεται, μα ο εξαγνισμός
της ως προς το φαντασιακό κομμάτι λειτουργεί αργά κι ένας άνθρωπος από μόνος
του δε συναντάει την ηλίθια σκέψη αφενός και την ειρήνη της αληθινής ζωής
αφετέρου. Δεν είναι δυνατόν να σκεφτόμαστε ατιμώρητα».Η Ζουάνα σκεφτόταν άφοβα
κι ατιμώρητα. Τρελαινόταν; Ο Οτάβιου δε μπορούσε να το μαντέψει. Ίσως να ήταν
μόλις μαρτύριο.
Σταμάτησε,
ξαναδιάβασε. Να μη βγω από αυτό το περιβάλλον, σκέφτηκε με κάποιο πάθος. Να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσω όλα τα άλλα. Μόνο
να σκέφτομαι, να σκέφτομαι και να γράφω. Ας του ζητούσαν επιτακτικά άρθρα για
τον Σπινόζα, μα να μη χρειάζεται να συζητάει, να κοιτάει και να λογοφέρνει
μ΄εκείνους τους ανθρώπους, ανθρώπινους έως προσβολής, που παρελαύνουν, εκτιθέμενοι
ξεδιάντροπα.
Ξαναδιάβασε τις
προηγούμενες σημειώσεις. Ο αμιγής διανοούμενος παύει να πιστεύει σε όσα του
αρέσουν, μα δε μπορεί ν΄αποφύγει να του αρέσει αυτό στο οποίο πιστεύει. Η
ανάγκη να αρέσουμε: σημείο του ανθρώπου. Να μην ξεχάσει: «η διανοητική αγάπη
προς τον Θεό» είναι η αληθινή γνώση κι αποκλείει οποιονδήποτε μυστικισμό ή
λατρεία.
-
Στις
καταφάσεις του Σπινόζα βρίσκονται πολλές απαντήσεις. Στην ιδέα ότι δε μπορεί να
υπάρξει συλλογισμός χωρίς επέκταση, για παράδειγμα (τρόπος ύπαρξης του Θεού)
και αντίστροφα, δεν επιβεβαιώνεται ότι η ψυχή είναι θνητή; Είναι καθαρό: θνητότητα ως ψυχή ξέχωρη και
σκεπτόμενη, καθαρή αδυναμία του αγνού σχήματος των αγγέλων του Αγίου Θωμά. Θνητότητα σε σχέση με το ανθρώπινο. Αθανασία
δια της μεταμορφώσεως στη φύση. – Μέσα στον κόσμο δεν υπάρχει χώρος για άλλα
δημιουργήματα. Μόλις που υπάρχει η
δυνατότητα της επανενσωμάτωσης και της συνέχειας. Όλα όσα θα μπορούσαν να
υπάρχουν, υπάρχουν ήδη. Τίποτα άλλο δε
μπορεί να δημιουργηθεί, μόνο να αποκαλυφθεί.
–Εφόσον ο άνθρωπος, όσο πιο εξελιγμένος είναι, τόσο περισσότερο
προσπαθεί να κάνει σύνθεση, αφαίρεση και να θεσπίσει αρχές και νόμους για τη
ζωή του, πώς θα μπορούσε ο Θεός –με οποιαδήποτε έννοια, ακόμη κι αυτής ενός
Θεού με επίγνωση των θρησκειών-να μην έχει απόλυτους νόμους για την ίδια του
την τελειότητα; Ένας Θεός με ελεύθερη βούληση είναι ήσσονος σημασίας από ένα
Θεό που διαθέτει έναν και μόνο νόμο.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όσο πιο αληθινή είναι μια αντίληψη, τόσο
περισσότερο είναι μία και μοναδική και δεν έχει ανάγκη μετατροπής της μπρος σε
κάθε ιδιαίτερη περίπτωση. Η τελειότητα του Θεού αποδεικνύεται καλύτερα με την
ανυπαρξία δυνατότητας ενός θαύματος παρά με την ύπαρξη δυνατότητας. Το να κάνει
θαύματα ένας εξανθρωπισμένος Θεός των θρησκειών σημαίνει να είναι άδικος
–χιλιάδες άνθρωποι έχουν ανάγκη το ίδιο και την ίδια στιγμή αυτό το θαύμα- ή να αναγνωρίζει ένα σφάλμα διορθώνοντάς το –
πράγμα που, περισσότερο κι από καλοσύνη ή «απόδειξη χαρακτήρα», σημαίνει να
έχει λαθέψει. –Ούτε η κατανόηση ούτε η θέληση ανήκουν στη φύση του Θεού, λέει ο
Σπινόζα. Αυτό με κάνει ευτυχέστερο και με αφήνει πιο ελεύθερο. Διότι η ιδέα
ενός Θεού με συνείδηση μας αφήνει φριχτά ανικανοποίητους.
Στην κορυφή
της επιστήμης θα τοποθετούσα αυτολεξεί μεταφρασμένο αυτό τον στοχασμό του
Σπινόζα: «Τα σώματα διακρίνονται τα μεν
από τα δε σύμφωνα με την κίνηση και την ανάπαυλα, την ταχύτητα και την αργή
κίνηση και όχι σύμφωνα με την ουσία». Έδειξε την πρόταση στη Ζουάνα: Γιατί;
Μάζεψε τους ώμους δίχως να προσπαθήσει να βρει μια βαθύτερη εξήγηση. Η Ζουάνα
ένιωσε περιέργεια και εκδήλωσε επιθυμία να διαβάσει το βιβλίο.
Ο Οτάβιου άπλωσε
το χέρι και το έπιασε. Βρήκε ένα φύλλο τετραδίου ανάμεσα στις σελίδες του. Του ‘ριξε μια ματιά κι ανακάλυψε τον ασταθή
γραφικό χαρακτήρα της Ζουάνα. Έσκυψε με απληστία: «Η ομορφιά των λέξεων: αφηρημένη
φύση του Θεού. Είναι σα να ακούς Μπαχ». Γιατί θα ήθελε να μην είχε γράψει η
Ζουάνα αυτή τη φράση; Η Ζουάνα τον έπιανε πάντα εξ απήνης. Ντρεπόταν ο Οτάβιου,
σα να του είχε πει εκείνη καθαρά ψέματα
κι αυτός να είχε αισθανθεί υποχρεωμένος να την ξεγελάσει λέγοντάς της πως
πίστευε σ΄εκείνην...
Το να διαβάσει
αυτό που είχε γράψει εκείνη ήταν σαν να
στεκόταν μπροστά στη Ζουάνα. Τη
θυμήθηκε, να κρύβεται απ΄το βλέμμα του, την είδε σε μια από τις στιγμές της
όπου αφαιρείτο, με το πρόσωπό της χλωμό, αδιαμόρφωτο κα εύθραυστο. Ένιωσε
ξαφνικά να κυριεύεται από μια βαθιά μελαγχολία. Τι στο καλό κάνω στο κάτω-κάτω
της γραφής; -αναρωτήθηκε΄ δεν κατόρθωνε να καταλάβει γιατί ξαφνικά τα ΄βαζε με
τον ίδιο του τον εαυτό. Όχι, σήμερα δε
θα γράψω. Και καθώς αυτό ήταν μια παραχώρηση, μια εντολή που δεν σήκωνε
κουβέντα, αναρωτήθηκε: ειλικρινά, αν ήθελα, θα μπορούσα να δουλέψω; Η απάντηση
ήταν ορθή κοφτή: Όχι, και καταλαβαίνοντας πως εκείνη η απόφαση ήταν ισχυρότερη
από τον ίδιο, ένιωσε σχεδόν χαρούμενος. Σήμερα
κάποιος θα του χάριζε ένα διάλειμμα. Όχι ο Θεός. Ο Θεός όχι, μα κάποιος.
Κάποιος πολύ δυνατός.
Θα ήταν καλύτερα
να σηκωθεί, να μαζέψει τα χαρτιά του, να φυλάξει το βιβλίο, να ντυθεί, να βάλει το παλτό του και να πάει να δει τη
Λίντια. Τι βολική που είναι η Τάξη! Πώς θα τον υποδεχόταν η Λίντια; Μπρος στο ανοιχτό παράθυρο, ενώ κοίταγε τα
πιτσιρίκια που πήγαιναν σχολείο, σταύρωσε τα μπράτσα κι άξαφνα ένιωσε θυμωμένος,
ίσως λίγο ζορισμένα μπρος στην ίδια εκείνη ερώτηση: Τι στο καλό κάθομαι και
κάνω στο κάτω-κάτω της γραφής;
-Δε φοβάσαι; της είχε σχεδόν
φωνάξει.
Η Λίντια
παρέμεινε ατάραχη.
– Δεν φοβάσαι για το μέλλον σου,
για το μέλλον μας, για εμένα;
Μην και δεν ξέρεις πως
...πως...με το να είσαι μόνο η ερωμένη μου....έχεις μόνο μία θέση δίπλα μου;
Η Λίντια κούνησε το κεφάλι,
έκπληκτη και κλαμένη:
- Έ, λοιπόν, όχι...
Την έπιασε από τους ώμους και
την ταρακούνησε, νιώθοντας ντροπή για κείνη την επίδειξη δύναμης, ενώ σκεφτόταν
πως με τη Ζουάνα πάντα σώπαινε.
-
Δεν
φοβάσαι μήπως σε αφήσω; Δεν ξέρεις πως
αν σ΄αφήσω θα είσαι μία γυναίκα δίχως άντρα, χωρίς τίποτα... Ένας φτωχοδιάβολος...Μια γυναίκα εγκατελειμμένη από τον αρραβωνιαστικό που υπήρξε εραστής της
και που παντρεύτηκε με άλλην...;
-
Δεν
θέλω να μ΄αφήσεις...
-
Α!...
-
...μα
δε φοβάμαι...
Ο Οτάβιου την κοίταξε
θορυβημένος. Αντιλήφθηκε ότι είχε αδυνατίσει πολύ. Διατηρούσε όμως ακόμα την
υγιή εμφάνισή της΄εντούτοις, ήταν νευρικότερη, έκλαιγε με μεγαλύτερη ευκολία,
κι ακόμα είχε αυξηθεί η ευσυγκινησία της. Ξαφνικά άρχισε να γελάει.
- Δε σε καταλαβαίνω΄ σού τ΄ ορκίζομαι πως δε σε καταλαβαίνω.
Η Λίντια γέλασε
ευχαριστημένη που όλα είχαν τελειώσει. Ο Οτάβιου
είχε θορυβηθεί από εκείνο το φωτεινό βλέμμα και την τράβηξε
προς το μέρος του για να μη βλέπει τα μάτια της. Έμειναν για μια στιγμή
αγκαλιασμένοι, γεμάτοι από διαφορετικές επιθυμίες.
Και τώρα; Η Λίντια θα τον δεχόταν όπως πάντα. Έγραψε ένα
σημείωμα για τη Ζουάνα, όπου της ανακοίνωνε πως δε θα γύριζε στο σπίτι για
φαγητό. Κακόμοιρη Ζουάνα... θα μπορούσε να αναφωνήσει. Η Ζουάνα δε θα το μάθαινε ποτέ. Εκείνη, τόσο
ακέραιη μες στην έπαρση τής άγνοιάς της...Θα της τόκρυβε οπωσδήποτε. Καλά,
αύριο θα έγραφε κάτι οριστικό για κείνο το άρθρο.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη πριν να βγει, με τα μάτια
μισόκλειστα παρατήρησε εκείνο το καλοσχηματισμένο πρόσωπο, την ίσια μύτη και τα
σαρκώδη χείλη. Στο κάτω-κάτω, δεν ήταν ένοχος για τίποτα, είπε στον εαυτό του.
Άξαφνα, δεν καταλάβαινε γιατί ένιωθε υπεύθυνος, γιατί ένιωθε εκείνο το μόνιμο
βάρος πάντοτε. Ήταν ελεύθερος...Πότε-πότε, όλα απλοποιούνταν με καταπληκτικό
τρόπο.
Βγήκε στο δρόμο
και διάλεξε προσεκτικά ένα κουτί με καραμέλες. Αγόρασε τελικά ένα κουτί αρκετά
μεγάλο, με επένδυση δαμασκηνού μεταξιού. Όταν έστριψε στη γωνία, άρχισε να
τρώει την πρώτη καραμέλα ήσυχα-ήσυχα με τα χέρια στις τσέπες. Τα μάτια του
μισόκλεισαν σαν το σκέφτηκε αυτό. Γιατί
όχι, αναρωτήθηκε ξαφνικά τσαντισμένος.
Ποιος είπε ότι οι μεγάλοι άνδρες δεν τρώνε καραμέλες; Αυτό που συμβαίνει
είναι πως στις βιογραφίες κανείς δεν θυμάται να το αναφέρει αυτό. Κι αν η
Ζουάνα μάθαινε τι σκεφτόταν; Όχι, η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν είχε δείξει
ειρωνεία με...Για ένα λεπτό του ήρθε θυμός και βίασε το βήμα του.
Πριν να στρίψει
στη γωνία, άδειασε το κουτί με τις καραμέλες και τις έριξε στον υπόνομο. Με
αποστροφή, είδε πώς ανακατεύονταν με τη λάσπη και κύλαγαν μέχρι μια σκοτεινή
τρύπα που έβριθε από ιστούς αράχνης.
Συνέχισε αργά το δρόμο του, ανατριχιασμένος. Έκανε κρυάκι.
Τώρα θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένος, σκέφτηκε με σοβαρότητα. Σαν μια
τιμωρία, μια εξομολόγηση.
-Ακόμα και στους
μεγάλους άνδρες, τους αναγνωρίζονται πραγματικά τα προτερήματά τους μετά
θάνατον, μόνο τότε τους αποδίδονται οι οφειλόμενες τιμές. Γιατί; Διότι αυτοί
που τους εγκωμιάζουν έχουν ανάγκη να νιώσουν κατά κάποιον τρόπο ανώτεροι από
τον εγκωμιαζόμενο, έχουν ανάγκη να κάνουν μια παραχώρηση. Ύστερα...γεννιέται
μια εμφανής ανωτερότητα...καταφέρνει να
διατηρείται...έχει ακόμη, ακόμη, κάποια καταδεχτικότητα, σεβασμό, της
έλεγε ο Οτάβιου.
Η Λίντια τον
κοιτούσε σε μία από τις άσκημες στιγμές του.
Με τα χείλια σφιγμένα, το μεσόφρυδο συνοφρυωμένο και το βλέμμα
αποβλακωμένο. Ο Οτάβιου σκεφτόταν. Κι εκείνη τη στιγμή τον αγαπούσε. Η ασκήμια
του δεν την ενοχλούσε ούτε και της προκαλούσε λύπηση. Την ένωνε, απλούστατα,
περισσότερο μαζί του και με μεγαλύτερη χαρά. Χαρά να αποδεχτεί ολότελα, να
νιώσει πως ένωνε με κάποιον εκείνο που ήταν αληθινό και πρωτόγονο από μόνο του,
άσχετα από τις ιδέες που έχουμε για την ομορφιά. Θυμόταν τις παλιές της
φιλενάδες –εκείνες τις μικρούλες τις τόσο ζωντανές που τα ήξεραν όλα, που
μιλούσαν πάντα για σινεμά, για βιβλία, για
αγάπες, για ρούχα, εκείνες τις κοπελίτσες που ποτέ της δε μπόρεσε να τις
νιώσει αληθινά φίλες της, αφού αυτή ήταν τόσο σιωπηλή και δεν ήξερε τι να
πει. Τις θυμήθηκε και ήξερε πως εκείνη
τη στιγμή θα είχαν βρει άσκημο τον Οτάβιου. Αντίθετα εκείνη τον αποδεχόταν και θα
’θελε να τον αποδεχτεί ακόμη περισσότερο για να αποδείξει καλύτερα την αγάπη
της αμαχητί.
Τον άκουγε χωρίς
να δίνει προσοχή στα λόγια του. Ήταν γλυκό και ωραίο να ξέρει πως μεταξύ τους
υπήρχαν μυστικά που ύφαιναν μια ζωή λεπτή κι ανάλαφρη πάνω από την άλλη ζωή,
την πραγματική. Κανείς δεν θα μάντευε ποτέ ότι ο Οτάβιου την είχε φιλήσει στα
βλέφαρα, ότι είχε νιώσει στα χείλη του τις βλεφαρίδες της κι είχε χαμογελάσει
για τούτο. Και, ω! του θαύματος, εκείνη τα είχε καταλάβει όλα χωρίς περιττές
κουβέντες. Κανείς δεν θα μάθαινε πως μια μέρα είχαν θελήσει τόσο ο ένας την
άλλη που είχαν μείνει άλαλοι, σοβαροί, ακίνητοι. Μέσα στον καθένα τους σωρεύονταν
γνώσεις που κανένας ξένος δε θα ανακάλυπτε κάποτε. Εκείνος ίσως και να έφευγε
μια μέρα. Δεν πείραζε. Εκείνη ήξερε πως
μεταξύ τους υπήρχαν «μυστικά», πως κι οι
δυο τους ήταν αθεράπευτα συνένοχοι. Αν έφευγε κι αν αγαπούσε άλλη, θα την
αγαπούσε, μα εκείνη θα ήταν συμμέτοχη σ΄αυτό, ακόμα κι αν εκείνος δεν έλεγε
τίποτα. Η Λίντια θα συμμετείχε στη ζωή του κατά κάποιον τρόπο. Μερικά πράγματα
δε συμβαίνουν χωρίς συνέπειες, σκεφτόταν ενώ τον κοιτούσε. Ακόμα κι αν
δραπετεύσει, ποτέ δεν θα είναι λεύτερος...Κάποτε, εκείνη ήταν έτοιμη να πέσει
κι αυτός την έπιασε και της έστρωσε τα μαλλιά με μια κίνηση αφηρημένη. Τον είχε
ευχαριστήσει σφίγγοντάς του ελαφρά το μπράτσο. Κοιτάχτηκαν μ΄ένα χαμόγελο κι
ένιωσαν, άξαφνα, τυφλωμένοι από την ευτυχία...Βάλθηκαν, ύστερα, να περπατάνε
γρηγορότερα, με τα μάτια ανοιχτά, όλο θάμπος.
Ίσως εκείνος να μην
το θυμόταν αυτό επακριβώς. Αυτή θυμόταν κυρίως κάτι τέτοια. Η αλήθεια είναι πως
ήταν τόση η ποιότητα αυτών των συμβάντων που δε μπορούσε να τα θυμηθεί
μιλώντας. Ούτε καν με το να σκέφτεται με λέξεις. Μόνο αν στεκόταν μια στιγμή
και τα ξανάνιωθε. Εκείνος μπορούσε να ξεχνάει. Μα μες στην ψυχή του θα
παρέμενε, αναμφίβολα, ένα σημάδι, ξεκάθαρο, χρώματος ροζ, που σηματοδοτούσε την
αίσθηση εκείνου του απογεύματος. Όσο
γιαυτήν, κάθε καινούργια μέρα τής έφερνε με τα φτερά της νέες αναμνήσεις για να
την θρέψουν. Και ορισμένες ακόμη και μια βεβαιότητα ευτυχίας, σκοπού που
επιτεύχθηκε, που ανέβαινε συγκεχυμένα στο σώμα της αφήνοντάς την ικανοποιημένη,
σχεδόν κορεσμένη, με αγωνία σχεδόν. Όταν
κοίταγε τώρα τον Οτάβιου τον έβλεπε χωρίς μεγάλη συγκίνηση, τον εύρισκε
κατώτερο απ΄ό,τι του είχε δώσει. Ήθελε να του μιλήσει για τη χαρά της. Έτρεμε, αόριστα,
μήπως τον πληγώσει, σα να ήταν να του διηγηθεί ότι τον είχε προδώσει με άλλον
άντρα. Ή σα να ήθελε να του πετάξει
κατάμουτρα την ευτυχία της -σ΄εκείνον
που ήταν χωρισμένος σε δύο σπίτια και δύο γυναίκες- να του δείξει ότι η δική
της ευτυχία ήταν ανώτερη από τη δική του.
Ναι, αναλογιζόταν με
ένταση, ενώ τον κοιτούσε, υπάρχουν πράγματα που δεν καταστρέφονται και
συνοδεύουν το σώμα μέχρι το θάνατο, σαν να είχαν γεννηθεί μαζί του. Και ένα από
αυτά είναι ό,τι αναπτύσσεται ανάμεσα σε έναν άντρα και μία γυναίκα που ζουν
μαζί κάποιες στιγμές.
Κι όταν θα
γεννιόταν ο γιος της –πέρασε το χέρι της πάνω από την κοιλιά της που έπαιρνε να
στρογγυλεύει- αυτοί οι τρεις θα ήταν μια μικρή οικογένεια. Αυτό επιθυμούσε. Σαν ένα ωραίο τέλος σε όλη της την
ιστορία. Ο Οτάβιου κι αυτή είχαν
μεγαλώσει μαζί, από τα μικράτα τους. Είχε ζήσει κοντά στον Οτάβιου. Στη ζωή της
δεν είχε υπάρξει κανένας άλλος. Σ΄εκείνον είχε ανακαλύψει τον άντρα πριν να
μάθει οτιδήποτε για άντρες και γυναίκες. Χωρίς λογική, συγκεχυμένα προσδιόριζε
το είδος στον Οτάβιου. Το ζούσε τόσο πολύ αυτό, που ένιωθε όλους τους
υπόλοιπους σαν κόσμους κλειστούς, παράξενους, επιφανειακούς. Πάντοτε, σε όλες
τις περιόδους, κοντά του. Ακόμα κι εκείνον τον καιρό που είχε γίνει υποκρίτρια,
εκείνη την εποχή που έκρυβε ό,τι μπορούσε, ακόμα κι αυτά που δε χρειαζόταν να
κρύβει.Το ίδιο και τότε, που την κοίταγαν στο δρόμο και οι συμμαθητές της
θαύμαζαν τα μαλλιά της, ωραία και πλούσια. Κι ο Οτάβιου την κοίταγε επίσης...κι
αυτή είχε τη βεβαιότητα ότι ποτέ πια δε θα χωριζόταν από κείνη, ότι ήταν
κάποιος... Τη στιγμή εκείνη κατάλαβε πως δεν ήταν φτωχή, πως είχε κάτι να δώσει
στον Οτάβιου, πως υπήρχε ένας τρόπος να παραδώσει τη ζωή της κι όλα όσα
ήταν...Το είχε περιμένει. Κι όταν το
κατάφερε, ήρθε η Ζουάνα κι εκείνος είχε φύγει. Είχε συνεχίσει να περιμένει.
Εκείνος είχε γυρίσει. Τώρα θα αποκτούσαν παιδί. Ναι, αλλά πριν να γεννηθεί,
εκείνη διεκδικούσε τα δικαιώματά της.
«Να διεκδικήσω τα δικαιώματά μου» ήταν μια φράση που της φαινόταν πως
κοιμόταν μέσα της από πάντα, ήταν εκεί και περίμενε. Περίμενε να έχει τη
δύναμη. Ήθελε να μεγαλώσει το παιδί ανάμεσα στους γονείς του. Στο βάθος-βάθος επιθυμούσε
για κείνη την ίδια τη «μικρή οικογένεια».
Χαμογέλασε ελαφρά
ακούγοντας τον Οτάβιου να μιλάει για κάτι που αγνοούσε ακόμα και πώς είχε
αρχίσει. Από τότε που το έμβρυο άρχισε να σχηματίζεται μέσα της είχε χάσει
μερικούς δρόμους κι είχε κερδίσει άλλους και τώρα τολμούσε να προχωράει
ακολουθώντας τον ρου κάποιων συλλογισμών. Της φαινόταν ότι μέχρι τότε είχε
ζήσει λέγοντας ψέματα. Οι κινήσεις της ήσαν πιο ελεύθερες κι αποσπασμένες από
το σώμα της, σα να υπήρχε περισσότερος χώρος τώρα στον κόσμο για την ύπαρξή
της. Θα είχε να φροντίζει τώρα το παιδί και τον Οτάβιου, τώρα που...Βολεύτηκε
καλύτερα στην πολυθρόνα΄ το κέντημα της έπεσε καταγής. Μισόκλεισε τα μάτια και η κοιλιά της
μεγάλωνε, τεντωνόταν, έλαμπε. Άφησε το κορμί της να χαλαρώσει σ΄εκείνη την
απολαυστική ευχαρίστηση. Τώρα την κυρίευε συχνά μια κάποια τεμπελιά. Δεν είχε
νιώσει αδιαθεσίες, ούτε καν στην αρχή. Και ήξερε ότι θα είχε εύκολη γέννα,
απλή, όπως όλα. Χάιδεψε τους γοφούς της που δεν είχαν «ανοίξει» ακόμα. Κατά κάποιον τρόπο, ένιωθε περιφρόνηση για
τις άλλες γυναίκες.
Ο Οτάβιου είδε
έκπληκτος την έκφρασή της και τρόμαξε. Σκληρή κι αφηρημένη μαζί. Την κοίταξε
χωρίς να κατορθώσει να αποκρυπτογραφήσει τις σκέψεις της και κατάλαβε μονάχα
πως ήταν αποκλεισμένος από εκείνο το μισό χαμόγελο. Διότι περί χαμόγελου
επρόκειτο, ενός σαρδόνιου χαμόγελου, ικανοποιημένου, παρότι η Λίντια διατηρούσε
σοβαρό το πρόσωπό της και τα μάτια της ήσαν διάπλατα ανοιχτά, ατενίζοντας
σταθερά μπροστά. Τον συνεπήρε ο τρόμος και σχεδόν της φώναξε:
-
Ούτε καν με άκουγες!
Η
Λίντια χώθηκε λίγο περισσότερο στο κάθισμα, αναπηδώντας, επανερχόμενη στην
πραγματικότητα και πάλι παραδομένη σ΄αυτόν:
-
Εγώ...
- Ούτε καν με κατάλαβες, επανέλαβε με κομμένη
την ανάσα ο Οτάβιου. Θα επαναλαμβανόταν
η σκηνή της τελευταίας φοράς;. Όχι, είχε
ένα παιδί μέσα της. Γιατί θ΄ αποκτήσω
παιδί; Γιατί εγώ; Εγώ ακριβώς; Παράξενο
που είναι...Μετά από ένα λεπτό αναρωτήθηκε:
Τι κάνω, να πάρει η ευχή; Όχι, όχι...
-
Κάνω περισσότερα από το να σε καταλαβαίνω –είπε η Λίντια βιαστικά- σε αγαπάω...
Ο Οτάβιου
μισαναστέναξε, είχε ακόμα λίγη τρομάρα από τη δραπέτευση της κοπέλας. Δεν την
ένιωθε δικιά του όπως πριν από την εγκυμοσύνη. Κι αυτός ο βλάκας τής είχε
παραχωρήσει την κυριαρχία, τι ηλίθιος...Εντάξει, μα σαν θα γεννούσε, σαν θα
ερχόταν το παιδί... Μετά από λίγα λεπτά,
γαληνεμένος πια, ο Οτάβιου αφέθηκε στη χαλαρότητα που χαρακτήριζε τις σχέσεις
του με τη Λίντια.
Η συνάντηση του
Οτάβιου
To πυκνό
σκοτάδι της νύχτας κόπηκε στη μέση, χωρισμένο σε δύο μαύρα μέρη ύπνου. Πού
βρισκόταν; Ανάμεσα στα δύο κομμάτια, βλέποντάς τα – το ένα που το είχε πάρει
ήδη ο ύπνος και το άλλο που ετοιμαζόταν να κοιμηθεί-, απομονωμένη στο άχρονο
και στο χωρίς διάστημα, σε ένα κενό διάλειμμα. Εκείνο το κομμάτι το είχε
αφαιρέσει από τα χρόνια της ζωής της.
Το ταβάνι και οι
τοίχοι ενώνονταν απρόσκοπτα, σιωπηλά, α λα μπρατσέτα κι εκείνη βρισκόταν μέσα
σ’ ένα μπουμπούκι. Η Ζουάνα κοίταζε
χωρίς να σκέφτεται, χωρίς συγκίνηση, το ένα πράγμα να κοιτάζει το άλλο πράγμα.
Μετά από λίγα λεπτά, κάνοντας μια κίνηση με το πόδι, άρχισε να αποκτάει
συνείδηση που ερχόταν από μακριά, ανακατεμένη με μια γεύση νύστας στο στόμα,
που απλωνόταν λίγο-λίγο σε όλο το σώμα. Το φεγγαρόφωτο ασήμωνε το δωμάτιο και
το κρεβάτι. Μια στιγμή, κι άλλη στιγμή, κι άλλη στιγμή, κι άλλη στιγμή, κι άλλη
στιγμή. Ξάφνου, σα μικρή αχτίδα, κάτι άναψε μέσα της’ είπε γρήγορα χωρίς να
κουνήσει ούτε ένα μυ του προσώπου της: κοίτα δίπλα σου. Συνέχισε να κοιτάζει το ταβάνι, προφανώς
χωρίς καν σύνδεση, μα με την καρδιά να αστραποβροντάει τρομοκρατημένη. Κοίτα
δίπλα σου. Μάντευε ότι στο τέλος θα κοιτούσε, ήξερε ασαφώς αυτό που βρισκόταν
δίπλα της, μα φερόταν σα να μην είχε την πρόθεση να κοιτάξει, σα να αγνοούσε το
υπόλοιπο του κρεβατιού. Κοίτα δίπλα σου. Νικημένη, τότε, απέναντι σε πλήθος από
πρόσωπα που ήσαν παρόντα στη σκηνή, πιο πέρα από το προσκήνιο, γύρισε αργά το
κεφάλι προς το μαξιλάρι και κοίταξε για πολύ. Εκεί βρισκόταν ένας άντρας. Κατάλαβε ότι αυτό ακριβώς περίμενε να βρει.
Με το στήθος
γυμνό, τα χέρια ανοιχτά, σταυρωμένος. Έστρεψε το κεφάλι στην προηγούμενη θέση
του. Ύστερα, σήκωσε το σώμα της και στηριγμένη στον αγκώνα τον κοίταξε για
πολλή ώρα, χωρίς ίσως περιέργεια, αλλά απαιτητικά, περιμένοντας μιαν απάντηση.
Ή μήπως κοίταζε εκείνα τα ειρηνικά πρόσωπα που περίμεναν αυτή την κίνηση; Εκεί
βρισκόταν ένας άντρας. Ποιος ήταν; Η ερώτηση γεννήθηκε ανάερη, χαμένη, ταρακουνημένη, σα φτωχό φύλλο σε
σκοτεινά κύματα. Μα πριν να την ξεχάσει ολότελα η Ζουάνα, γιγαντώθηκε η σημασία
της, εμφανίστηκε ολοκαίνουργια κι επείγουσα, με φωνή που τη μαστίγωνε. Ποιος
ήταν;
Ένιωσε
ανυπομονησία, κουρασμένη από την επιμονή του πλήθους των προσώπων που, αντί να
συμμετέχουν στο παιχνίδι, τώρα απαιτούσαν, τώρα απαιτούσαν. Ποιος ήταν; Ένας
άντρας, ένα αρσενικό. Αλλά άντρας της αυτός ο ξένος. Κοίταξε το πρόσωπό του,
ένα πρόσωπο κουρασμένο παιδιού που κοιμάται. Με τα χείλη μισάνοιχτα. Κάτω από
τα βαριά, κλειστά βλέφαρα, οι κόρες των ματιών γυρισμένες προς τα μέσα, νεκρές.
Τον άγγιξε ελαφρά στον ώμο και πριν καλά-καλά δει οποιαδήποτε αντίδραση έκανε
πίσω γρήγορα, τρομαγμένη. Στάθηκε μια στιγμή, νιώθοντας την ίδια της την καρδιά
να αντηχεί στο στήθος της. Έστρωσε το νυχτικό της, δίνοντας στον εαυτό της το
χρόνο να υποχωρήσει αν το ήθελε. Μα συνέχισε. Πλησίασε το λευκό της μπράτσο στο
γυμνό μπράτσο εκείνου του πλάσματος και, αν και προέβλεπε τη σκέψη που θα
επακολουθούσε, το σώμα της σφίχτηκε εντυπωσιασμένο από την βίαιη διαφορά χρώματος,
τόσο στιβαρή και θαρραλέα σαν κραυγή. Δύο σώματα περιορισμένα κείτονταν στο
κρεβάτι. Κι αυτή τη φορά δεν μπορούσε να παραπονεθεί πως πορευόταν προς την
τραγωδία με πλήρη συνείδηση: η σκέψη επιβλήθηκε μόνη της χωρίς εκείνη να το
επιδιώξει. Κι αν αυτός ξύπναγε ξαφνικά και την έπιανε στα πράσα να βρίσκεται
σκυμμένη πάνω του; Αν άνοιγε ξαφνικά τα μάτια, θα συναντιούνταν κατευθείαν με
τα δικά της, τα δικά του δυο φώτα θα διασταυρώνονταν με τα άλλα
δυο...Τραβήχτηκε γρήγορα, μαζεύτηκε στον εαυτό της, γεμάτη φόβο, εκείνο τον
ανομολόγητο τρόμο στις αλλοτινές νύχτες χωρίς βροχή, στο σκοτάδι χωρίς ύπνο.
Πόσες φορές δε θα ζήσω τα ίδια πράγματα σε διαφορετικές καταστάσεις; Φαντάστηκε
εκείνα τα μάτια σαν δυο χάλκινες πλάκες, να λάμπουν ανέκφραστα. Τι φωνή θα μπορούσε να βγει από κείνο το
κοιμισμένο λαρύγγι; Ήχοι σα δυνατές
σαϊτιές που πήγαιναν να καρφωθούν στα έπιπλα, στους τοίχους και σ’ αυτήν την
ίδια, απαλά. Κι όλοι, με τα χέρια σταυρωμένα, να κοιτάζουν διαπερνώντας τον
χώρο που κειτόταν μακριά τους. Αδυσώπητα.
Τα χτυπήματα του ρολογιού σταματάνε όταν σταματάνε, τίποτα δε μπορεί να
γίνει. Αν δεν γινόταν να το κάνει λιώμα με μια πέτρα, και μετά από το θόρυβο
των σπασμένων τζαμιών και την υποχώρηση των μαλακών μερών του η σιωπή ξεπηδούσε
από τα μέσα, σαν αίμα. Γιατί να μην
σκοτώσει τον άντρα; Τρελή, κείνη η σκέψη
ήταν ολότελα θελημένη. Τον κοίταξε.
Φόβος ότι «εκείνο», σα να πατάς ένα κουμπί –αρκούσε να το αγγίξει- θ’ άρχιζε να λειτουργεί με θόρυβο, μηχανικά,
γεμίζοντας το δωμάτιο με κινήσεις και θορύβους, ζώντας. Φοβήθηκε από τον ίδιο της το φόβο που την
εγκατέλειπε στην απομόνωση. Ατένισε μακριά, κοίταξε τη σβησμένη λάμπα, είδε τον
ίδιο της τον εαυτό, χαμένο και μικροσκοπικό, σκεπασμένο από το φεγγάρι, πλάι
στον άντρα που μπορούσε να ζει οποιαδήποτε στιγμή.
Κι άξαφνα,
προδοτικά, ο φόβος της έγινε
αληθινός, τόσο ζωντανός όπως αληθινά
είναι τα πράγματα που ζουν. Φοβήθηκε το
άγνωστο που ενυπήρχε σ΄εκείνο το ζώο που ήταν δικό της, σ΄ εκείνον τον άντρα που μόνο εκείνη ήξερε
ν΄αγαπάει! Φόβο στο σώμα, φόβο στο αίμα! Ίσως και να την στραγγάλιζε ή να την
δολοφονούσε... Και γιατί όχι;
Τρόμαξε, η τόλμη με την οποία προχωρούσε η ίδια της η σκέψη,
καθοδηγώντας την σαν ένα φωτάκι κινητικό και τρεμάμενο μες στο σκοτάδι. Κατά πού τραβούσε; Και γιατί δεν θα την στραγγάλιζε ο Οτάβιου; Δεν
βρίσκονταν μονάχοι τους; Κι αν εκείνος τρελαινόταν μες στον ύπνο του; Ρίγησε. Τα
πόδια της κινήθηκαν αθέλητα, παραμέρισε το σεντόνι, έτοιμη να υπερασπιστεί τον
εαυτό της, να το σκάσει. Αχ! αν φώναζε ο φόβος θα έφευγε μακριά με την κραυγή.
Ο Οτάβιου ανταποκρίθηκε στην κίνησή της υψώνοντας τα φρύδια, σφίγγοντας τα
χείλη, ξανανοίγοντάς τα και συνεχίζοντας να είναι ψόφιος! Εκείνη τον κοιτούσε, τον κοιτούσε...περίμενε...
Όχι, δεν ήταν
επικίνδυνος. Πέρασε την ανάποδη του
χεριού από τα μαλλιά της.
Επικρατούσε ακόμη
σιωπή, η ίδια σιωπή.
Ποιος ξέρει, ίσως
και να είχε βιώσει λίγο από όνειρο ανακατεμένο με την πραγματικότητα,
αναλογίστηκε. Προσπάθησε να θυμηθεί την προηγούμενη μέρα. Τίποτα σημαντικό, μόνο
το σημείωμα του Οτάβιου που την ειδοποιούσε ότι θα έτρωγε έξω, όπως συνέβαινε τακτικά τον τελευταίο καιρό.
Αυτός ο φόβος ήταν κάτι περισσότερο από μια παραίσθηση; Το δωμάτιο ήταν καθαρό και κρύο τώρα. Αναπαύτηκε με τα μάτια κλειστά. Ευτυχώς, λίγες ήσαν οι νύχτες με εφιάλτες.
Τι τρελή που
ήταν! Πλησίασε το χέρι της. Προσπάθησε
να τον αγγίξει. Απίθωσε την παλάμη του χεριού της ανοιχτή πάνω στο στήθος του,
στην αρχή απαλά, σχεδόν διστακτικά, ύστερα, με ολοένα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, την
άφησε εντελώς πάνω σ’ εκείνον τον ευρύ αγρό, καλυμμένον από αραιή βλάστηση.
Είχε τα μάτια ανοιχτά χωρίς να βλέπει, με όλη της την προσοχή στραμμένη προς
αυτή την ίδια κι όλα όσα ένιωθε. Σούρσιμο από ένα έπιπλο, οι σκιές γιγαντώθηκαν
πάνω στη ντουλάπα.
Της γεννήθηκε τότε
μια ιδέα. Μια ιδέα τόσο φλογερή που η
καρδιά της τη συνόδεψε με δυνατούς χτύπους.
Έτσι: τον πλησίασε και του έπιασε το κεφάλι βάζοντάς το στην αγκαλιά
της, φέρνοντάς το κοντά στο στήθος της. Παρέμεινε
ακίνητη, περιμένοντας. Σε λίγες στιγμές ένιωσε τη ζέστα εκείνου του άγνωστου να
διαπερνά το κορμί της, ξεκινώντας από τον αυχένα. Άκουσε τους χτύπους μιας
καρδιάς, ρυθμικούς, μακρινούς και σοβαρούς. Εξέτασε τον εαυτό της προσεκτικά.
Αυτό το ζωντανό πλάσμα ήταν δικό της. Αυτός ο άγνωστος, αυτός ο άλλος κόσμος
ήταν δικός της. Έβλεπε από μακριά, από το ύψος της λάμπας το γυμνό κορμί, χαμένο
κι αδύνατο. Αδύνατο. Πόσο εύθραυστες και λεπταίσθητες δεν ήσαν οι γραμμές του,
έχοντας αποκαλυφθεί, δίχως προστασία.
Αυτός, αυτός, ο άντρας. Από μια
κρυφή πηγή ανέβαινε στο κορμί της η αγωνία, γεμίζοντας όλα τα κύτταρά του,
ωθώντάς την απροστάτευτη προς το βάθος του κρεβατιού. Θεέ μου,
Θεέ μου. Μετά από μια επώδυνη
γέννα, με κομμένη την ανάσα, ένιωσε το ευκίνητο λάδι της απάρνησης να χύνεται
εντός της. Επιτέλους, επιτέλους, εκείνος
ήταν δικός της.
Θέλησε να τον
φωνάξει, να του ζητήσει βοήθεια, να του ζητήσει να της πει λόγια που να την
ηρεμήσουν. Μα δεν ήθελε να τον ξυπνήσει. Φοβόταν μήπως εκείνος δε μπορούσε να την
κάνει να νιώσει κάτι μεγαλειωδέστερο, για να πραγματοποιηθεί κάτι που τώρα ήταν
ακόμα σε γλυκιά εμβρυώδη κατάσταση. Γνώριζε
πως ακόμη κι εκείνη τη στιγμή ήταν μόνη της, πως ο άντρας θα ξυπνούσε και θα
ήταν μακρινός. Πως θα μπορούσε να την ανασχετήσει με την πρώτη, -μια λέξη
αφηρημένη κι αδιάφορη- το στενό και φωτεινό μονοπάτι όπου εκείνος έκανε
τρεκλίζοντας τα πρώτα του βήματα. Παρόλα αυτά, να φαντάζεται την άγνοια αυτού
που συνέβαινε μέσα της δε μείωνε την τρυφερότητά της. Την αύξανε, την έκανε μεγαλύτερη από το κορμί
και την ψυχή της, σαν να ισοφάριζε την απόσταση που θα τηρούσε ο άντρας.
Η Ζουάνα
χαμογέλαγε, μα δε μπορούσε να εμποδίσει το μαρτύριο να αρχίσει να πάλλει σ΄όλο
της το κορμί, σαν πικρή δίψα.
Περισσότερο κι από μαρτύριο, μια επιθυμία ν΄αγαπήσει θέριευε και την
κυρίευε. Εν μέσω μιας συγκεχυμένης κι ελαφριάς παραζάλης, σαν ίλιγγος που ήρθε
κι έφυγε γρήγορα, της ήρθε η συνειδητοποίηση του κόσμου, της ίδιας της τής
ζωής, του παρελθόντος της, της γέννησής της, του μέλλοντος πέρα απ΄το κορμί
της. Ναι, χαμένη σα σημείο, ένα σημείο χωρίς διαστάσεις, μιά φορά, μια
σκέψη. Είχε γεννηθεί, θα πέθαινε, η
γης...γοργή, βαθιά αίσθηση: τυφλό βύθισμα σ΄ένα χρώμα, κόκκινο, ειρηνικό και
μακρύ σα χωράφι. Η ίδια βίαιη κι αιφνίδια συναίσθηση που την κυρίευε πότε-πότε,
στις μεγάλες στιγμές της αγάπης, σαν πνίξιμο που βλέπει για τελευταία φορά.
- Δικός μου...
–ξεκίνησε να λέει με σιγανή φωνή.
Μα όλα όσα
μπορούσε να πει δεν ήσαν αρκετά.
Ζούσε, ζούσε. Τον κοίταξε εξεταστικά. Καθώς εκείνος
κοιμόταν. Καθώς υπήρχε. Ποτέ δεν τον
είχε νιώσει τόσο πολύ. Όταν ενωνόταν μ’
αυτόν, τον πρώτο καιρό του γάμου τους, το σάστισμα της ερχόταν από το ίδιο της
το γυμνωμένο κορμί. Δική της ήταν η αναγέννηση, δεν την μετάδιδε στον άντρα και
εξακολουθούσε να βρίσκεται απομονωμένη. Καταλάβαινε τώρα, άξαφνα, ότι η αγάπη
ήταν ικανή να τους κάνει να επιθυμήσουν ο ένας την άλλη τη στιγμή που έφθανε με
μια παρόρμηση που ήταν η ίδια η ζωή... Ένιωθε να πάλλει γλυκά ο κόσμος στο
στήθος της, την πονούσε το κορμί της, λες και μέσα σ΄αυτό υπέφερε η θηλυκότητα
όλων των γυναικών.
Ξανάπεσε στη
σιωπή, κοιτάζοντας μέσα της. Σκέφτηκε: είμαι το ανάλαφρο κύμα που δεν έχει άλλο
έδαφος παρά τη θάλασσα, στριφογυρίζω, γλιστράω, πηγαινοέρχομαι γελώντας, δίνω,
κοιμάμαι, μα πάντα μέσα μου, πάντα μέσα μου.
Από πότε ήταν εκείνο; Το είχα διαβάσει μικρή; Σκεφτεί; Άξαφνα το
θυμήθηκε: ακόμα και τώρα το σκέφτηκα, ίσως πριν να πλησιάσω το μπράτσο μου στο
μπράτσο του Οτάβιου, ίσως εκείνη τη στιγμή που είχα θελήσει να φωνάξω...Ολοένα
και πιο πολύ παρελθόν...Και το παρελθόν τόσο μυστηριώδες όσο το μέλλον.
Ναι...κι είδε επίσης, σε γοργή κίνηση, σαν
ένα αυτοκίνητο σιωπηλό που πάει με μεγάλη ταχύτητα, εκείνον τον άνθρωπο που
συναντούσε στο δρόμο...εκείνον τον άνθρωπο που την κοίταζε, βουβός, λιγνός κι
ακονισμένος σα μαχαίρι. Τον είχε ήδη νιώσει κείνη τη νύχτα της ξαγρύπνιας, καρφωμένο
στη συνείδησή της σαν καρφίτσα...σαν προαίσθηση...ναι, αλλά ποια στιγμή; Στον
ύπνο της; Στην ξαγρύπνια της; Ένα νέο
κύμα πόνου και ζωής θέριεψε μέσα της, την πλημμύρισε με την αγωνία της
φυλάκισης.
-Εγώ... Ξαναείπε ντροπαλά
κατά τη μεριά του Οτάβιου.
Το σκοτάδι είχε
πυκνώσει, δεν το έβλεπε παρά σαν σκιά. Ο Οτάβιου φαινόταν ολοένα και πιο
σβησμένος, ξεγλιστρούσε μέσα από τα δάχτυλά της, νεκρός στο πηγάδι του ύπνου. Κι εκείνη μοναχική σαν το τικ-τακ ενός
ρολογιού σ’ ένα άδειο σπίτι. Περίμενε καθισμένη πάνω στο κρεβάτι, με τα μάτια ορθάνοιχτα και το κρύο της αυγής
που πλησίαζε να διαπερνά το λεπτό της νυχτικό. Μονάχη της στον κόσμο,
καταπλακωμένη από το περίσσευμα της ζωής, νιώθοντας τη μουσική να πάλλει σε
τόνους υπερβολικά υψηλούς για ένα σώμα.
Μα η απελευθέρωση
έφτασε κι η Ζουάνα ρίγησε στο ερέθισμά της... Διότι, μαλακή και γλυκιά σαν το
ξημέρωμα σε δάσος, γεννήθηκε η έμπνευση... Εφηύρε τότε αυτό που θα έπρεπε να
πει. Με τα μάτια κλειστά, ξεστόμισε με σιγανή φωνή λόγια που γεννήθηκαν κείνη
τη στιγμή, που κανένας δεν είχε ακούσει μέχρι τότε, τρυφερά ακόμα από την
πρόσφατη δημιουργία τους, νιόφυτοι κι εύθραυστοι βλαστοί. Λιγότερο κι από
λόγια, μονάχα συλλαβές μεμονωμένες, χωρίς νόημα, ασύνδετες, που κυλούσαν και
διασταυρώνονταν, γονιμοποιούνταν κι αναγεννιούνταν σ΄ένα μόνο πλάσμα για να
διαμελιστούν στη συνέχεια, ανασαίνοντας, ανασαίνοντας...
Τα μάτια της
υγράνθηκαν από γλυκιά χαρά κι ευγνωμοσύνη.
Μιλούσε...Τα λόγια προέρχονταν από το πριν της γλώσσας, από την πηγή,
από την ίδια την πηγή. Τον πλησίασε παραδίνοντάς του την ψυχή της και νιώθοντας
εντούτοις γεμάτη, σα να είχε ρουφήξει ολόκληρο τον κόσμο. Ήταν σαν μια γυναίκα.
Τα σκοτεινά δέντρα
του κήπου καραδοκούσαν μυστικά τη σιωπή, αυτή το ήξερε, το ήξερε...Αποκοιμήθηκε.
Η Λίντια
Το επόμενο πρωί
ήταν πάλι σαν την πρώτη μέρα, αισθάνθηκε η Ζουάνα.
Ο Οτάβιου είχε
φύγει νωρίς κι η Ζουάνα τον ευλογούσε γιαυτό, λες και της είχε παραχωρήσει
σκόπιμα χρόνο για να σκεφτεί, για να
παρατηρήσει τον εαυτό της. Δεν ήθελε να βιαστεί και να υιοθετήσει μια
καθορισμένη στάση, σημείωνε ότι κάθε της κίνηση μπορούσε να φέρει ένα
αποτέλεσμα πολύτιμο κι επικίνδυνο.
Πέρασαν στιγμές ή
μπορεί και ώρες δραπέτευσης. Πήρε ένα σημείωμα της Λίντιας που την προσκαλούσε
να πάει να την δει.
Η ανάγνωσή του
προκάλεσε το χαμόγελο της Ζουάνας πριν να αρχίσει το δυνατό χτυποκάρδι. Κι
επίσης η κρύα λάμα ενός μαχαιριού που χωνόταν στα σπλάχνα του αδύναμου κορμιού
της. Σα να είχε αναστηθεί η νεκρή της θεία
κείνη τη στιγμή και να της
μιλούσε. Η Ζουάνα φαντάστηκε την τρομάρα
της κι ένιωσε τα μάτια της ανοιχτά ή
μήπως ήσαν τα δικά της, στα οποία η θεία δεν επέτρεπε εκπλήξεις; Άσχετα από σένα, Ζουάνα, ο Οτάβιου γύρισε στη
Λίντια;
Θα έλεγε η θεία.
Η Ζουάνα ίσιωσε
τα τσουλούφια της, κάνοντας μιαν αόριστη κίνηση, το κρύο μέταλλο του μαχαιριού
συνέχιζε να βρίσκεται καρφωμένο στη ζεστή της καρδιά, χαμογέλασε μόνο και μόνο
για να κερδίσει χρόνο. Και γιατί όχι,
παρακαλώ; Γιατί να μη συνεχίσει με τη
Λίντια; Απάντησε η νεκρή θεία. Μπρος σ΄ αυτή την ξεκάθαρη σκέψη, η λάμα τώρα
την καταπίεζε, σφίγγοντας τους πνεύμονες, παγωμένη. Γιατί να απωθήσει τα γεγονότα; Να έχει πολλά
πράγματα παράλληλα, να νιώθει με διάφορους τρόπους, ν΄αναγνωρίζει τη ζωή σε πολλές
πηγές...Ποιος μπορεί να εμποδίσει κάποιον να ζήσει προς διαφορετικές κατευθύνσεις;
Αργότερα έπεσε σε
μια παράξενη κι ελαφριά έκσταση, γλίστρησε από το κρεβάτι χωρίς να θέλει να
πάει κάπου συγκεκριμένα, έκλαψε κιόλας λιγάκι, χωρίς πολύ πόνο, έκλαψε μόνο για
το κλάμα –έπεισε τον εαυτό της- απλά, όπως κάνει κάποιος σήμα με το χέρι, όπως
κάποιος που κοιτάζει. -Υποφέρω; Αναρωτιόταν πότε-πότε και πάλι, σαν το
σκεφτόταν, γέμιζε από έκπληξη, περιέργεια και περηφάνεια και δεν υπήρχε χώρος
για πόνο. Αλλά η ανεπαίσθητη έξαρσή της δεν της επέτρεψε να συνεχίσει το ίδιο
βιολί για πολύ. Υιοθέτησε άλλη συμπεριφορά, έπαιξε λίγο πιάνο, ξέχασε το γράμμα
της Λίντιας. Όταν το θυμόταν, συγκεχυμένα, σαν πουλάκι που έρχεται και φεύγει,
δε μπορούσε ν’αποφασίσει αν θα θλιβόταν ή θα ένιωθε χαρούμενη, ήρεμη ή
αναστατωμένη. Θυμόταν συνέχεια την προηγούμενη νύχτα, την ψηλή κρυστάλλινη
βιτρίνα να λάμπει ειρηνικά κάτω από το φεγγαρόφωτο, το γυμνό στήθος του Οτάβιου
κι εκείνη την ίδια να κοιμάται βαθιά, για πρώτη σχεδόν φορά στη ζωή της, δίνοντας
την εμπιστοσύνη της σ’ έναν άντρα, που κοιμόταν στο πλάι της. Στην
πραγματικότητα, δεν είχε αποχωριστεί τη Ζουάνα, γεμάτη ακόμα από την
τρυφερότητα της προηγούμενης. Ντροπιασμένη, ταπεινωμένη και έχοντας βιώσει την
απόρριψη, η αλήθεια περιπλανιόταν μέχρι να επιστρέψει στη Ζουάνα, ολοένα και
σκληρότερη, πιο συγκεντρωμένη, κοντύτερα σ΄αυτή την ίδια, έκρινε. Για το καλύτερο. Μόνο που αυτό το κρύο του ατσαλιού πάντα
ανανεωνόταν, ποτέ δε θερμαινόταν. Στο βάθος οποιασδήποτε σκέψης ρίζωνε μια άλλη,
μπερδεμένη, μαγεμένη σχεδόν, σαν τη μέρα του θανάτου του πατέρα της: συνέβαιναν
πράγματα που δεν επινοούσε εκείνη...
Το απόγευμα
μπόρεσε επιτέλους να παρατηρήσει από κοντά τη Λίντια και κατάλαβε πως ήταν τόσο
μακριά της όσο κι η γυναίκα τής φωνής. Κοιτάζονταν και δεν ήσαν ικανές να
μισήσουν η μία την άλλη, ούτε καν να απορρίψουν η μία την άλλη. Η Λίντια μιλούσε, χλωμή και διακριτική, περί
παντός του επιστητού, θέματα αδιάφορα και για τις δύο. Η αρχόμενη εγκυμοσύνη
της κυμάτιζε σε ολόκληρη τη σάλα, την γέμιζε ολόκληρη και εισχωρούσε στη
Ζουάνα. Μέχρι κι εκείνα τα ψόφια έπιπλα,
όπως τα πλεχτά χαλάκια, έδειχναν να προασπίζουν το μυστικό τής αναμονής του παιδιού
που είχε αποκαλυφθεί σχεδόν. Τα ανοιχτά μάτια της Λίντιας ήσαν ανέφελα. Ήταν μια πολύ ωραία γυναίκα. Είχε σαρκώδη
αλλά ήρεμα χείλη, χωρίς γκριμάτσες, σαν κάποιου που δεν τρέφει ζήλια για την
απόλαυση, σαν κάποιου που τη δέχεται χωρίς τύψεις. Ποια ποίηση συνιστούσε η
βάση της ζωής της; Τι ήθελε να πει αυτό
το μουρμούρισμα που μάντευε η Ζουάνα στα σπλάχνα της Λίντιας; Η γυναίκα της
φωνής πολλαπλασιαζόταν σε αμέτρητες γυναίκες... Σε τι εδραζόταν, στο τέλος της
γραφής, η θεϊκότητά τους; Μέχρι και στις λιγότερο προικισμένες υπήρχε η σκιά
της γνώσης που δεν αποκτιέται με την εξυπνάδα. Εξυπνάδα τυφλών πραγμάτων. Η
δύναμη της πέτρας που πέφτοντας σπρώχνει μιαν άλλη που πέφτει στη θάλασσα και
αφήνει στον τόπο ένα ψάρι. Καμιά φορά, η ίδια δύναμη βρισκόταν σε γυναίκες που
μόλις είχαν γίνει μάνες και σύζυγοι, ντροπαλά θηλυκά του αρσενικού, όπως η
θεία, όπως η Αρμάντα. Και διέθεταν, εντούτοις, μεγάλη δύναμη, την ενότητα στην
αδυναμία... Ίσως και να τα παραέλεγε, ίσως η θεϊκότητα των γυναικών να μην ήταν
κάτι ιδιαίτερο και να ήταν απλά το γεγονός πως υπήρχαν. Ναι, ναι, εκεί ήταν η
αλήθεια: οι γυναίκες αυτές υπήρχαν περισσότερο από τους υπόλοιπους, ήσαν το
σύμβολο του πράγματος μες στο ίδιο το πράγμα. Κι η γυναίκα ανακάλυψε πως ήταν
ένα μυστήριο αυτό καθεαυτό. Υπήρχε σ’ αυτές μια ποιότητα ακατέργαστης πρώτης
ύλης, κάτι που θα μπορούσε να καταλήξει στην οριστική της μορφή, αλλά αυτό ποτέ
δεν γινόταν αφού η ίδια της η ουσία ήταν «η μετάλλαξη». Μήπως δι’ αυτής δεν ενωνόταν το παρελθόν με
το μέλλον και με όλους τους καιρούς;
Η Λίντια κι η
Ζουάνα σώπασαν για πολύ. Δεν τους φαινόταν πως βρίσκονταν μαζί, και δεν χρειάζονταν
λόγια, σα να είχαν βρεθεί στην πραγματικότητα μόνο για να δουν η μία την άλλη
κι έπειτα να φύγουν αμέσως. Η παράξενη
αυτή κατάσταση ξεκαθάρισε όταν οι δύο γυναίκες αντελήφθησαν πως δεν υπήρχε
μάχη. Δημιουργήθηκε και στις δύο μια ανυπόμονη κίνηση, έλειπε ακόμα η εκπλήρωση
μιας υποχρέωσης. Η Ζουάνα την
παραμέρισε, κουρασμένη από όλα αυτά.
-Ωραία –ο τόνος τής
φωνής τής φάνηκε δυσάρεστος-. Νομίζω ότι μπορούμε να δώσουμε τέλος στη
συνάντηση.
Η Λίντια
παραξενεύτηκε. Μα πώς! Ακόμα δεν είχαν πειω
τίποτα! Την απωθούσε ιδίως η ιδέα να αφήσει το πράγμα ημιτελές:
-Μα δεν είπαμε
τίποτα ακόμα...κι είναι αναγκαίο να μιλήσουμε...
Η Ζουάνα
χαμογέλασε. Κείνο το χαμόγελο άρχισε να
μπαίνει μπρος όχι με δύναμη η κούραση, αλλά αρκετά μεγάλο για να την
εντυπωσιάσει. Τι βλακεία σκέφτομαι;
-Δεν νιώθεις πως
απομακρυνόμαστε από την αιτία που μας έκανε να συναντηθούμε; Αν τώρα μιλούσαμε για κείνον, θα το κάναμε
χωρίς ενδιαφέρον ή πάθος... Ας το αφήσουμε για άλλη φορά.
Για μια στιγμή η μορφή του άντρα τούς
φάνηκε σβησμένη, άκαιρη. Μα η Λίντια ήξερε πως αν εξαφανιζόταν εκείνη η
γυναίκα, θα εξαφανιζόταν μαζί η αδράνεια και η νάρκη στην οποία θα την άφηνε,
αφαιρώντας της ακόμα και τη θέληση να
κινηθεί. Ξανά αφυπνισμένη, ήθελε το
παιδί. Η μικρή οικογένεια. Έκανε προσπάθειες για να ξυπνήσει από το
όνειρο, για ν΄ανοίξει τα μάτια και να παλέψει.
-Είναι παράλογο να χάσουμε αυτή την
ευκαιρία...
Ναι, ας πάει και το παλιάμπελο, ας πάει και
το παλιάμπελο. Η αδυναμία μου προέρχεται
από το γεγονός ότι ετοιμάστηκα υπέρ του δέοντος για τη γιορτή. Η Ζουάνα ξαναχαμογέλασε χωρίς ευχαρίστηση.
-
Ξέρω
πως δεν μπορώ να περιμένω τίποτα από σένα –συνέχισε να λέει με δύναμη άξαφνα η
έγκυος γυναίκα. Ένα σύννεφο αποκαλύπτει τον ήλιο, που ξαναστραφταλίζει, του
έχουν εμφυσήσει ζωή. Κι η Ζουάνα ξαστέρωσε, ένιωσε το σύννεφο ν΄αποκαλύπτει τον
ήλιο, όλα μέσα σε ανάλαφρες φυσαλίδες, πιασμένες χέρι-χέρι, σε μια γλυκιά
χορωδία, σαν τις παιδικές χορωδίες.
-
Σε
γνωρίζω καλά –συνέχισε η Λίντια. Οι
λέξεις έπεσαν ήσυχα-ήσυχα στη λίμνη, αποθέτονταν στον βυθό της χωρίς συνέπειες.
Αλλά ξαφνικά, σαν να έδωσε μια σπρωξιά το κορίτσι στον εαυτό
του και στην εγκυμοσύνη του, για να ξυπνήσει:
-Σε γνωρίζω, ξέρω
όσο ακλόνητη είναι η κακία σου.
Τώρα ξαναζούσε η
σάλα.
-Α, μπα, το ξέρεις;
Ναι, ξαναζούσε,
ξύπνησε κι η Ζουάνα. Τι λέω; Πώς τολμάω να έρθω εδώ; Είμαι μακριά, μακριά. Αρκεί να κοιτάξω αυτή τη γυναίκα για να
καταλάβω πως δε θα μπορούσα να της αρέσω. Το ατσάλι εισχώρησε ξαφνικά στην
καρδιά της. Αχ η ζήλια! Αυτό είναι ζήλια,
το κρύο χέρι που την μαλάζει αργά, ελαχιστοποιώντας την, σμικρύνοντας την ψυχή
της. Μ΄εμένα συμβαίνει το εξής, ή
μάλλον, απειλεί να συμβεί: από τη μια στιγμή στην άλλη, με μια καθορισμένη
κίνηση, μπορώ να μετατραπώ σε μια γραμμή.
Αυτό είναι! Σε μια φωτεινή γραμμή, έτσι που ο άλλος να μείνει μόνος του
δίπλα μου, χωρίς να μπορεί να με πιάσει, ούτε εμένα ούτε τις ελλείψεις
μου. Αντίθετα η Λίντια λειτουργεί σε
πολλά επίπεδα. Σε κάθε κίνηση αποκαλύπτεται άλλη πλευρά των διαστάσεών της.
Δίπλα της κανένας δε γλιστράει και κανένας δε χάνεται, γιατί στηρίζεται στα
στήθη της –σοβαρά, προκαλώντας απόλαυση,
λευκά, ενώ τα δικά μου είναι μηδαμινά- ή στην κοιλιά της, όπου χωράει μέχρι και
ένα παιδί. Ας μην υπερβάλλω με τη
σημασία της, σε κάθε γυναικεία κοιλιά μπορεί να γεννηθεί ένα παιδί. Τι ωραία και τι γυναίκα που είναι, ήσυχη
πρώτη ύλη, εκτός από όλες τις άλλες γυναίκες!
Τι κυκλοφορεί στον αέρα; Είμαι
μονάχη μου. Τα μεγάλα χείλη της Λίντιας, με ακαθόριστες γραμμές, τόσο
καλοβαμένα με ανοιχτό κραγιόν, ενώ εγώ βάζω σκούρο μολύβι, πάντα κόκκινο,
κόκκινο, κόκκινο, πρόσωπο λευκό κι αδύνατο. Αυτά τα μάτια της, καστανά,
πελώρια, ήμερα, ίσως να μην έχουν τίποτα να προσφέρουν, μα δέχονται τόσα που
κανείς δε μπορεί να αντισταθεί, ακόμη λιγότερο ο Οτάβιου. Εγώ είμαι ένα ζώο με τρίχωμα, η Λίντια με
μαλλιά, ο Οτάβιου χάνεται μεταξύ των δυο μας, ανυπεράσπιστος. Πώς να ξεφύγει από τη λάμψη μου και την
υπόσχεσή μου για φυγή και πώς να ξεφύγει από τη σιγουριά αυτής της γυναίκας; Εμείς
οι δυο θα ενωνόμασταν και θα προμηθεύαμε όλη την ανθρωπότητα, θα βγαίναμε νωρίς
το πρωί, από πόρτα σε πόρτα, θα χτυπάγαμε το κουδούνι: ποιο προτιμάτε, κυρία
μου, το δικό της ή το δικό μου; Και θα βάζαμε στην αγκαλιά της ένα παιδί. Καταλαβαίνω γιατί δεν αποχωρίστηκε τη Λίντια
ο Οτάβιου: αυτός είναι πάντα διατεθειμένος να ριχτεί στα πόδια όσων βαδίζουν
πάντα μπροστά. Ποτέ δεν κοιτάει ένα βουνό χωρίς να δει απλά και μόνο τη
σταθερότητά του, ποτέ δε βλέπει μια γυναίκα με μεγάλα στήθη χωρίς να σκεφτεί να
γύρει το κεφάλι του πάνω τους. Τι λίγη
που είμαι πλάι της, κι εκείνη, τόσο σίγουρη!
Ή λαμπαδιάζω ολόκληρη και είμαι υπέροχη, φευγαλέα υπέροχη, ή αλλιώς, σκοτεινή,
τυλίγομαι σε κουρτίνες. Η Λίντια, όπως κι αν είναι, παραμένει αμετάβλητη, πάντα
με την ίδια ξεκάθαρη βάση. Τα χέρια μου και τα δικά της. Τα δικά μου –διαγεγραμμένα, μοναχικά, σημάδια
χαραγμένα προς τα μπρος και προς τα πίσω, ατημελησιά και γρηγοράδα από πινέλο βουτηγμένο σε χρώμα λευκό-θλιμμένο,
φέρνω πάντα το χέρι στο κεφάλι μου, απειλώντας να τ’ αφήσω να κυματίζουν στον
αέρα. Μα τι τιποτένια που είμαι! Της
Λίντιας –κανονικά, όμορφα,
καλύπτονται από ελαστικό δέρμα, ροζ, κιτρινωπό, σαν ένα λουλούδι που είδα
κάπου, χέρια που αναπαύονται πάνω στα αντικείμενα, που έχουν συγκεκριμένη
κατεύθυνση και σοφία. Και κολυμπάει όλο μου το είναι, κυματίζω, διασχίζω ό,τι
υπάρχει με τα νεύρα, δεν είμαι τίποτα άλλο παρά η επιθυμία, ο θυμός, η ασάφεια,
άψαυστη, όπως η ενέργεια. Ενέργεια; Μα,
πού είναι η δύναμή μου; Στην ανακρίβεια,
στην ανακρίβεια, στην ανακρίβεια... Και την αναζωογονώ, όχι την πραγματικότητα,
παρά μόνο την ασαφή παρόρμηση προς τα μπρος. Θέλω να θαμπώσω τη Λίντια, να
μετατρέψω την κουβέντα σε κάτι παράξενο, λεπτό, που διαφεύγει, μα όχι, μα ναι,
όχι. Και γιατί όχι; Ξαφνικά θυμήθηκε τον
Οτάβιου, ν΄ανακατεύει και να φυσάει το φλιτζανάκι του καφέ, για να τον κρυώσει,
με σοβαρό ύφος, με προσήλωση, αθωότητα. Ναι, να καταπλήξει τη Λίντια, να την
παρασύρει... Όπως εκείνο τον καιρό στο οικοτροφείο, όταν ξαφνικά ένιωθε την
ανάγκη να βάλει σε δοκιμασία την εξουσία του, να αισθανθεί το θαυμασμό των συμμαθητριών
της, με τις οποίες μόλις που μιλούσε. Υποδυόταν, λοιπόν, ψυχρά, επινοώντας, υπερισχύοντας,
όπως σε περιπτώσεις εκδίκησης. Από το
σκοτάδι όπου κρυβόταν, αναδυόταν για τον αγώνα:
-Κοιτάξτε εκείνον
τον άντρα... Πίνει καφέ με γάλα το πρωί αργά-αργά, βουτώντας το ψωμί στο φλιτζάνι,
το αφήνει να τρέχει ζουμιά, το δαγκώνει κι ύστερα σηκώνεται, βαρύς,
λυπημένος...
Οι συμμαθήτριές
της την κοίταγαν, έβλεπαν έναν οποιονδήποτε άντρα και, παρόλα αυτά, αν και
εκπλήσσονταν κι έδειχναν να κρατάνε αποστάσεις σκόπιμα στην αρχή, παρόλα Αυτά....ως
εκ θαύματος ήταν έτσι ακριβώς! Έφταναν να δουν τον άντρα να σηκώνεται από το
τραπέζι...το φλιτζάνι άδειο...μερικές μύγες... Η Ζουάνα συνέχιζε να κερδίζει
χρόνο, προχωρώντας, με τα μάτια φλογισμένα:
-Κι εκείνος ο
άλλος... Τη νύχτα βγάζει με δυσκολία τα παπούτσια του, τα πετάει μακριά,
αναστενάζει, λέει: αυτό που έχει σημασία είναι να μην αποθαρρύνομαι, αυτό που
έχει σημασία είναι να μην αποθαρρύνομαι...
Οι πιο αδύναμες
μουρμούριζαν με ένα χαμόγελο, κατακτημένες: και πώς το ξέρεις; Οι άλλες
κλείνονταν στον εαυτό τους. Αλλά στο τέλος κλωθογύριζαν γύρω από τη Ζουάνα,
περιμένοντας να τους δείξει και κάτι άλλο. Εκείνη τη στιγμή οι κινήσεις της
γίνονταν ανάλαφρες, πυρετώδεις και γεμάτη έμπνευση εξέπληττε ολοένα και περισσότερο
τις άλλες:
-Κοιτάξτε τα μάτια
εκείνης της γυναίκας...στρογγυλά, διαυγή, τρεμουλιάζουν και, από τη μια στιγμή
στην άλλη, μπορούν να της πέσουν σα μια σταγόνα νερό...
-Κι εκείνο το
βλέμμα;
Πότε-πότε η Ζουάνα ήταν τολμηρότερη, συναντώντας μια ξαφνική
δειλία σ΄εκείνα τα κοριτσάκια που διάβαζαν συγκεκριμένα βιβλία στους διαδρόμους
του σχολείου. Κι εκείνο το βλέμμα; Κάποιου
που ψάχνει να βρει την απόλαυση όπου και να ναι...
Οι συμμαθήτριες γελούσαν, αλλά ύστερα από ένα λεπτό κάτι
ανήσυχο ξεπηδούσε στη σκηνή, επώδυνο και άβολο. Τελικά, γελάγανε με χαχανητά,
νευρικές, ανικανοποίητες. Η Ζουάνα ζωήρευε, ανελισσόταν από τα έγκατά τού είναι
της, υπότασσε τα κορίτσια στη θέλησή και στο λόγο της, γεμάτη χάρη, εγκάρδια και
κοφτερή σαν ελαφριά καμτσικιά. Μέχρις ότου, τυλιγμένες, ανάσαιναν τον πνιγηρό
και φωτεινό της αέρα. Με έναν ξαφνικό
κορεσμό, η Ζουάνα ανέκοπτε πορεία, με τα μάτια στεγνά και το σώμα να
τρεμουλιάζει στη νίκη. Απορυθμισμένες, νιώθοντας τη γοργή απομάκρυνση και την
περιφρόνηση της Ζουάνας, μαραίνονταν, σαν ντροπιασμένες. Έλεγε κάποια τους πριν
να σκορπίσουν, κουρασμένες οι μεν από τις δε:
- Η Ζουάνα είναι
ανυπόφορη όταν είναι χαρούμενη...
Η Λίντια
κοκκίνισε. Εκείνο το «α, μπα, το
ξέρεις;» της Ζουάνας είχε ηχήσει τόσο κοφτό, αφηρημένο και περίεργο, τόσο
μακριά από το συναίσθημα της Λίντιας...
- Δεν έχει σημασία, δεν έχει σημασία.
Προσπάθησε να την ηρεμήσει η Ζουάνα. Εσύ δε μπορείς να ξέρεις τι είναι η
κακία...Θα αποκτήσεις παιδί... –συνέχισε-.
Αγαπάς τον Οτάβιου, τον πατέρα. Είναι κατανοητό. Γιατί δε δουλεύεις για να συντηρήσεις το
μωρό; Θα περίμενες βέβαια από μένα μια κίνηση καλοσύνης, παρόλα όσα μόλις είπες
για την κακία μου. Μα η καλοσύνη μού προκαλεί ειλικρινά ναυτία. Γιατί δε
δουλεύεις; Έτσι, δεν θα είχες ανάγκη τον Οτάβιου. Δεν είμαι διατεθειμένη να στα
παραχωρήσω όλα. Πες μου όμως πρώτα για το ειδύλλιό σου με τον Οτάβιου, πες μου πώς τα κατάφερες να τον κάνεις να
ξαναγυρίσει σ΄εσένα. Ή καλύτερα, τι σκέφτεται για μένα; Τον κάνω πολύ
δυστυχισμένο;
- Δεν ξέρω. Δεν
μιλάμε ποτέ για σένα.
-Ήμουνα, λοιπόν,
μόνη μου; Κι η χαρά του πόνου, το ατσάλι να μου γδέρνει το δέρμα, αυτό το κρύο
που είναι ζήλια, όχι αυτό το κρύο που είναι έτσι: Μπα, μπα, είχες τόσο μακριά
διαδρομή; Ε, ώρα είναι να γυρίζεις. Αλλά αυτή τη φορά δε θα ξαναρχίσω, τ’
ορκίζομαι, δε θα ξαναχτίσω τίποτα, θα μείνω πίσω σαν μια πέτρα εκειπέρα μακριά,
στην αρχή του δρόμου. Κάτι κυλάει μαζί μου, κυλάει, κυλάει, με αποβλακώνει, με
αποβλακώνει και με αποθέτει ήσυχα στο ίδιο μέρος.
Στράφηκε στην έγκυο γυναίκα:
-
Δεν
είναι δυνατόν... Δε μπορεί να απελευθερωθεί τόσο εύκολα.
-
Μα,
κατά κάποιον τρόπο, εκείνος σε απεχθάνεται! Φώναξε η Λίντια.
- Α, καλά.
- Κι εσύ το νιώθεις; -ρώτησε η Ζουάνα- ναι, ναι... Δεν είναι μόνο μίσος, παρόλα αυτά. Χτες τη νύχτα, η τρυφερότητά μου, δεν έχει σημασία, κατά βάθος ήξερα ότι ήμουνα μόνη μου, ούτε που απατήθηκα, γιατί ήξερα, ήξερα. Κι αν ήταν ακόμα και φόβος;
- Φόβος; Δεν καταλαβαίνω. Εξεπλάγη η Λίντια.
- Φόβος για ποιο πράγμα;
- Ίσως γιατί είμαι δυστυχισμένη, φόβος να πλησιάσω τον ίδιο μου τον εαυτό. Ίσως αυτό να είναι: φόβος να πρέπει να υποφέρω επίσης...
- Είσαι δυστυχισμένη; Ρώτησε η άλλη με χαμηλή φωνή.
-Μην τρομάζεις, η έλλειψη ευτυχίας δεν έχει καμία σχέση με την κακία, γέλασε η Ζουάνα. Τι συνέβη ύστερα; Δεν είμαι παρούσα, δεν είμαι παρούσα, αυτό που έγινε, η κούραση, η επιθυμία να φύγω κλαίγοντας. Το ξέρω, το ξέρω: θα μου άρεσε, για μια μέρα τουλάχιστον, να σκεφτώ, να δω τη Λίντια από την κουζίνα στην τραπεζαρία, μετά να τρώω πλάι της σε μια ήσυχη τραπεζαρία –μερικές μύγες, μαχαιροπήρουνα να κάνουν θόρυβο- όπου δεν θα μπαίνει η ζέστη, ντυμένη με μια μακριά και παλιά λουλουδάτη ρόμπα. Μετά, το απόγευμα, καθισμένη και κοιτάζοντάς την να ράβει, να την βοηθάω κιόλας πότε-πότε, το ψαλίδι, περιμένοντας την ώρα του μπάνιου και του απογευματινού κολατσιού, θα τραβάει σε μάκρος και θα είναι δροσερά. Μπορεί γιατί μου έλειψε πάντα κάτι τέτοιο; Γιατί να είναι τόσο δυνατή εκείνη; Το γεγονός πως εγώ δεν έχω ζήσει απογεύματα να ράβω δεν με βάζει σε υποδεέστερη θέση απ’ αυτήν, υποθέτω. Ή μήπως με βάζει; Με βάζει, δεν με βάζει, με βάζει, δεν με βάζει. Ξέρω τι θέλω: μια γυναίκα άσκημη και καθαρή με μεγάλα στήθη να μου λέει; Τι είναι αυτά, τώρα, να επινοείς διάφορα; Άσε το θέατρο, έλα εδώ αμέσως! Και μου κάνει ένα ζεστό μπάνιο, μου φοράει ένα λινό, λευκό νυχτικό, πλέκει τα μαλλιά μου και με βάζει στο κρεβάτι, πολύ θυμωμένη, λέγοντας: Τι πράγματα είναι αυτά; Να είσαι μόνη σου εδώ, τρώγοντας όποτε σού ‘ρχεται, μέχρι που θ’ αρπάξεις καμιά παλιοαρρώστεια, σταμάτα να επινοείς ιστορίες, σκέψου ότι η ζωή είναι μεγάλη και ωραία, πιες το ζεστό σου. Μου σηκώνει το κεφάλι με το χέρι της, με σκεπάζει μ’ ένα μεγάλο σεντόνι, στρώνει μερικά τσουλούφια στα μαλλιά μου, ήδη λευκά και φρέσκα και μου λέει πριν να αποκοιμηθώ γλυκά: θα δεις τι γρήγορα που θα γεμίσει αυτό το προσωπάκι, ξέχνα τις σαχλαμάρες και μείνε εδώ, σαν καλό κοριτσάκι. Κάποιος που με περιμαζεύει σαν ταπεινό σκυλί, που μου ανοίγει την πόρτα, με μαλώνει, με τρέφει, με αγαπάει αυστηρά όπως ένα σκυλί, αυτό θέλω, σαν το σκυλί, σαν ένα παιδί.
- Θα ήθελες να είσαι παντρεμένη, αληθινά παντρεμένη μαζί του; ρώτησε η Ζουάνα.
Η Λίντια της έριξε μια γοργή ματιά. Προσπαθούσε ν’ ανακαλύψει αν υπήρχε σαρκασμός στην ερώτησή της:
- Ναι.
- Γιατί; -έδειξε έκπληξη η Ζουάνα- Δε βλέπεις πως δεν θα κέρδιζες τίποτα απ’ αυτό; Όλα όσα έχει ένας γάμος τα έχεις ήδη.
Η Λίντια κοκκίνισε αλλά εγώ το έκανα χωρίς πονηριά, γυναίκα άσκημη και καθαρή:
-Στοιχηματίζω ότι έχεις περάσει όλη σου τη ζωή επιθυμώντας να παντρευτείς.
Η Λίντια έκανε μια αδέξια κίνηση εξέγερσης: είχε βάλει το δάχτυλο πάνω στην πληγή, ψυχρά.
- Ναι. Κάθε γυναίκα...συμφώνησε.
- Δεν είναι
έτσι. Εγώ δε σκεφτόμουνα να
παντρευτώ. Το πιο ωραίο είναι ότι έχω
ακόμα τη βεβαιότητα πως δεν έχω παντρευτεί. Πίστευα πάνω-κάτω το εξής: ο γάμος
είναι το τέλος, αφού παντρευτώ τίποτα δε θα μπορέσει να μου συμβεί. Για
φαντάσου: να έχεις πάντα κάποιον στο πλευρό σου, να μην ξέρεις τι είναι η
μοναξιά. Χριστούλη μου! Να μην είναι
κανείς ποτέ μόνος του με τον εαυτό του, ποτέ. Το να είσαι μια γυναίκα παντρεμένη
σημαίνει να έχεις πεπρωμένο καθορισμένο. Και στο μέλλον να περιμένεις μόνο το
θάνατο. Αναλογιζόταν: ούτε η ελευθερία να είναι δυστυχισμένη δεν διατηρείται,
γιατί ακυρώνεται όταν είσαι με κάποιον άλλο. Υπάρχει πάντα κάποιος που σε παρατηρεί,
σε εξετάζει εξονυχιστικά, συνοδεύει όλες σου τις κινήσεις. Κι ακόμα κι η
κούραση από τη ζωή έχει κάποια ομορφιά όταν την υποφέρεις μόνη σου κι όντας
απελπισμένη, έλεγε με τον εαυτό της.
Αλλά επί δύο, να μοιράζονται καθημερινά το ίδιο άνοστο ψωμί, να είναι
παρόντες στην ίδια τους την ήττα μέσα από την ήττα του άλλου... Και τούτο,
χωρίς να συνυπολογιστεί το βάρος των συνηθειών που αντανακλώνται στις συνήθειες
του άλλου, το βάρος της κοινής κλίνης, του ομοτράπεζου, του κοινού βίου, που
προετοιμάζει κι απειλεί με τον κοινό θάνατο.
Εγώ πάντα το έλεγα: ποτέ. - Και γιατί παντρεύτηκες; Ρώτησε η Λίντια.
-Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτό το «δεν ξέρω» δεν
οφείλεται σε ιδιαίτερη άγνοια, σχετικά με αυτό, αλλά είναι η ουσία των πραγμάτων
–Βγαίνω σιγά σιγά από το τούνελ του ζητήματος’ σε λίγο το συγκεκριμένο θα
κάθεται και θα με κοιτάει έτσι καταπώς το γνωρίζω-. Τελοσπάντων, παντρεύτηκα διότι ήθελα να
παντρευτώ. Διότι ο Οτάβιου ήθελε να παντρευτεί μ’ εμένα. Αυτό είναι, αυτό είναι. Το βρήκα: αντί να μου
ζητήσει να ζήσουμε μαζί χωρίς γάμο, μου υπέβαλε άλλο πράγμα. Από την άλλη, το
ίδιο θα έκανε. Κι εγώ ήμουνα αποβλακωμένη. Δεν είναι όμορφος ο Οτάβιου; Ε, δεν
σκέφτηκα τίποτα άλλο. –Παύση.
- Εσύ πώς τον αγαπάς; Με το κορμί;
- Ναι, με το κορμί.
Ψέλλισε η Λίντια.
- Έρωτας είναι
αυτό.
- Κι εσύ; Τόλμησε
να ρωτήσει η Λίντια.
- ‘Οχι και τόσο.
- Μα, αυτός
αντίθετα μού έχει πει...
Η Λίντια σταμάτησε. Την κοίταξε με επιφύλαξη. Πόσο άπειρη φαινόταν η Ζουάνα! Μίλαγε για τον έρωτα με τόση απλότητα και
διαύγεια γιατί, προφανώς, τίποτα δεν της είχε αποκαλυφθεί ακόμα μέσα απ’ αυτόν. Δεν την είχαν βαρύνει οι σκιές του, δεν είχε
ακόμα νιώσει τις βαθιές και μυστικές του μεταμορφώσεις. Αλλιώς, όπως κι αυτή η
ίδια, θα ντρεπόταν από τόση ευτυχία, θα καραδοκούσε στην πόρτα της,
προστατεύοντας από το ψυχρό φως αυτό που δεν έπρεπε να καεί για να συνεχίσει να
ζει. Μα αυτή η ζωντάνια της Ζουάνας…όσο είχε καταλάβει από τον Οτάβιου, πως
είχε ζωή μέσα της… Όμως η αγάπη της δεν την προστάτευε ούτε καν την ίδια
τη Ζουάνα, αισθάνθηκε η Λίντια. Άπειρη, ακέραιη, άγγιχτη, λες κι είναι
παρθένα. Η Λίντια την κοίταγε και
προσπαθούσε να εξηγήσει τι μετέωρο και φωτεινό έκρυβε εκείνο το πρόσωπο. Ο
έρωτας δεν την ένωνε ούτε καν με τον έρωτα. Αλλά αυτή, η Λίντια, είχε αμέσως
μεταμορφωθεί σε γυναίκα αμέσως μετά το πρώτο φιλί.
- Μα, ναι, ναι, αλλά δεν αλλάζει τίποτα. Συνέχιζε να λέει ήσυχα η Ζουάνα. Κι εγώ αγαπάω, αλλά ψυχρά, όπως αγαπάω ένα
παιδί ή έναν άντρα. –Και τώρα θα την
κοιτάξει μ΄εκείνο τον φοβητσιάρικο τρόπο, κατάπληκτο, όλο σεβασμό: αχ, μα γιατί
μιλάς για πράγματα δύσκολα, γιατί ψάχνεις τεράστια θέματα σε στιγμές τόσο
απλές; Γιατί δεν είσαι επιεικής, γιατί δεν είσαι επιεικής; Αλλ’
αυτή τη φορά φταίω, γιατί, ειλικρινά, ούτε καν ξέρω αυτό που ήθελα να
πω. Έτσι όμως θα σε νικήσω-.
Δίσταζε η Λίντια:
-
Αυτό
δεν είναι περισσότερο και από αγάπη;
-
Μπορεί.
Είπε η Ζουάνα έκπληκτη. Αυτό που έχει σημασία είναι πως δεν είναι πια έρωτας. –
Κι έρχεται, ξαφνικά, η κούραση, το μεγάλο «γιατί» να με τυλίξει και ξέρω ότι θα
πω κάτι: -Κράτα τον Οτάβιου. Απόκτησε το
παιδί σου, αν είσαι ευτυχισμένη κι άσε με στην ησυχία μου!
-
Καταλαβαίνεις
τι λες; -φώναξε η Λίντια.
-
Φυσικά
και ξέρω.
-
Δεν
τον αγαπάς…
-
Τον
αγαπάω, αλλά ποτέ δεν ξέρω τι να κάνω με τα πράγματα και τους ανθρώπους που
αγαπάω, καταντάνε να με βαραίνουν, αυτό μου συνέβαινε από παιδί. ‘Ισως αν τον
αγαπούσα με το κορμί…Μπορεί και να δενόμουν περισσότερο…Χριστέ μου, αυτά είναι
εμπιστευτικά πράγματα. Τώρα θα πω αυτό:
-ο Οτάβιου φεύγει από μένα γιατί εγώ δεν φέρνω ηρεμία σε κανέναν, δίνω
πάντα στους άλλους το ίδιο, έτσι που να φτάσουν να πουν: τυφλός ήμουνα, δεν
είχα ηρεμία, τώρα είναι που την επιθυμώ.
-
Ακόμα
κι έτσι…νομίζω.. κανείς δε μπορεί να κλαίγεται…Ούτε ο Οτάβιου…υποθέτω πως ούτε
κι εγώ… Η Λίντια δεν μπορούσε να εξηγηθεί, έμεινε στα μισά, τα χέρια δεν ακουμπούσαν
πάνω στα αντικείμενα.
-
Τι;
-
Δεν
ξέρω Κοίταγε τη Ζουάνα και κάτι έψαχνε στο πρόσωπό της, μπερδεμένη, κουνώντας
το κεφάλι.
-
Τι
τρέχει; Επανέλαβε η Ζουάνα.
-
Δεν
καταφέρνω να το καταλάβω.
Η Ζουάνα κοκκίνισε ελαφρά:
- Ούτε κι εγώ. Ποτέ
δεν εισχώρησα στην καρδιά μου.
Κάποια πράγματα είχαν ειπωθεί.
Η Ζουάνα πήγε μέχρι το παράθυρο, κοίταξε τον κήπο όπου θα
έπαιζε το παιδί της Λίντιας, που βρισκόταν τώρα στην κοιλιά της Λίντιας, που θα
τρεφόταν από τους μαστούς της Λίντιας, που θα ήταν ίδιο η Λίντια. Ή ίσως ένας
πρώιμος Οτάβιου; Όχι, η Λίντια, αυτή που
μεταδίδει. Αν την άνοιγαν στη μέση –θόρυβος
από ξερά φύλλα που σπάνε- θα ΄δειχνε σαν
ανοιγμένο ρόδι, ρόδινη και συμπαγής, διάφανη με ανοιχτόχρωμα μάτια. Η βάση της
ζωής της ήταν ήμερη σαν αυλάκι
που χαράζει το χωράφι. Και σ’ αυτό το
χωράφι εκείνη κινιόταν σίγουρη και ήρεμη σαν ζώο που βοσκάει. Την συνέκρινε με
τον Οτάβιου, για τον οποίο η ζωή ποτέ δεν θα ήταν μια στενή, ατομική
περιπέτεια. Και μ΄αυτή την ίδια, που
χρησιμοποιούσε τους άλλους σαν ερεβώδες βάθος, απ΄όπου η μορφή της αναδυόταν
λαμπερή και ψηλή. Η ποίηση της Λίντιας:
μόνο αυτή η σιωπή είναι η προσευχή μου, Κύριε, και δε μπορώ να πω άλλα’ είμαι τόσο ευτυχισμένη όταν αισθάνομαι, τόσο,
που σιωπώ για να αισθανθώ κι άλλο΄ στη σιωπή γεννήθηκε μέσα μου ένας ιστός
αράχνης, τρυφερός κι ανάερος: αυτή η απαλή έλλειψη κατανόησης της ζωής που μου
επιτρέπει να ζω. Ή μήπως όλα ήσαν
ψέματα; Αχ, Θεέ μου, όσο περισσότερη ανάγκη έχω να δράσω, τόσο χάνομαι σε
ανώφελες σκέψεις. Σίγουρα, όλα είναι
ψέματα, μέχρι που είναι δυνατόν να είναι λιγότερο αγνή η Λίντια απ΄όσο
φανταζόμουνα. Ακόμα κι έτσι, όμως, θα φοβόμουν να σταθώ δίπλα της, να την
κοιτάζω αθέλητα με λίγη δύναμη, να την κάνω να αποκτήσει συνείδηση του εαυτού
της. Να την διατηρήσω, να μην μετατρέψω
το χρώμα της, την πανέμορφη φωνή της
- Ο Οτάβιου μου είπε
για τον γεράκο…του πέταξες το βιβλίο στο κεφάλι, τόσο γέρος….Πριν είχα
καταλάβει, μα τώρα δεν ξέρω πώς μπορώ… -ρώτησε η Λίντια.
-Ε, λοιπόν, αλήθεια είναι.
Η Λίντια την κοίταγε, με χείλη μισάνοιχτα, περιμένοντας. Κι
άξαφνα, ένιωσε ξεκάθαρα πως δεν ήθελε να τα βάλει μ΄αυτή τη γυναίκα. Κούνησε το
κεφάλι της, σα χαμένη. Το πρόσωπό της αλλοιώθηκε, έδειξε τρεμούλα, τα
χαρακτηριστικά της δίστασαν, αναζητώντας μιαν
έκφραση:
- Δεν το έκανα από αγάπη, καταλαβαίνεις; Δεν το έκανα… -Η
Λίντια συνέχισε να δείχνει ανήσυχη, στο πρόσωπό της διαγράφονταν γοργά διάφορες γκριμάτσες. –Γιατί να σε
κοροϊδέψω; Όχι, δε θέλω να πω αυτό, δεν
είναι αυτό…
Κι άξαφνα, χωρίς
να μπορέσει να το προβλέψει η Ζουάνα, ξέσπασε σε ένα κλάμα δυνατό και συνεχές. Περιμένει
παιδί, είναι νευρική, αναλογίστηκε η Ζουάνα.
Η άλλη σερνόταν με πόνο:
-Δεν θα με
ενοχλούσε αν τουμπάριζε τον Οτάβιου άλλη γυναίκα. Μα δεν ήξερα πως ήσουν εσύ..όχι μια οποιαδήποτε,
όπως εγώ, αλλά κάποια τόσο καλή…τόσο καλή…τόσο ανώτερη…
Η Ζουάνα
αναπήδησε. Α, μα το προσπάθησα πολύ αυτό: κατόρθωσα να γίνω ανώτερη…όπως στους
παλιούς καιρούς…Όχι, όχι, είναι όλως διόλου έτσι, δεν πίεσα την κατάσταση, πώς θα μπορούσα να το κάνω με το
ατσάλι να εισχωρεί στο κορμί μου και να το παγώνει; Ας μην με τοποθετούν κάτω
απ΄αυτό το φως, με το φωτοστέφανο στο κεφάλι σε περίοπτη θέση. Ν’ αναζητήσω τη διαβάθμιση του φωτός και της σκιάς,
όπου γίνομαι πολτός ξαφνικά, το κοκκινάδι των χειλιών σκουραίνει σαν παλιός λεκές από αίμα, το
πρόσωπο πελιδνό κάτω από τα μαλλιά… Μου ξαναμπήγουν στην καρδιά τη λάμα από
ατσάλι. Σαν φύγω εκείνη θα με
περιφρονήσει, είναι θαμπωμένη μόνο προς στιγμήν. Είμαι φευγαλέα υπέροχη…Θεέ μου, Θεέ μου,
περπατάω τρέχοντας, παραληρώντας, το σώμα μου πετάει, μετεωρίζεται…προς τα πού;
Μια τρομαγμένη κι ανάερη ουσία διαχέεται στον αέρα, εγώ κατόρθωσα να την
αιχμαλωτίσω, σαν τη στιγμή που προηγείται του κλάματος ενός παιδιού. Κείνη τη
νύχτα, δεν ξέρω πότε, υπήρχαν σκάλες, βεντάλιες που πηγαινοέρχονταν, τρυφερά
φώτα που χόρευαν, γλυκές αχτίδες σαν ανεκτικές μάνες, υπήρχε ένας άντρας που
κοίταγε προς το μέρος μου από την άκρη στο βάθος, εγώ ήμουνα μια ξένη μα
νικούσα παρόλα αυτά, αν και κάτι
περιφρονούσα. Όλα γλιστρούσαν απαλά, με
βουβή συνοχή. Δεν ήταν πια το τέλος -το τέλος ποιού πράγματος;- της σκάλας,
αριστοκρατικής κι ασθενικής, γερμένης, να χαιρετάει με το μακρύ της απαστράπτον
χέρι, ωραία και περήφανη κουπαστή, το τέλος της νύχτας – όταν γλίστρησα προς το
κέντρο της αίθουσας, ανάλαφρη σα φυσαλίδα αέρα. Κι άξαφνα, δυνατή σα νεροποντή,
μα βουβή σαν τρόμαγμα βουβό και, άξαφνα, ένα βήμα πίσω και δεν μπορούσα να
προχωρήσω. Η άκρη του φορέματος από τούλι τρεμούλιασε, σαν να έκανε μια
κοροϊδευτική κίνηση, αγωνίστηκε, έστριψε, πιάστηκε στην αιχμηρή άκρη του
επίπλου κι εκεί έμεινε, τρέμοντας κι ασθμαίνοντας, σαστισμένη κάτω από το
κεραυνοβολημένο μου βλέμμα. Κι αίφνης, τα πράγματα σκλήραναν, μια ορχήστρα ξέσπασε
σε σπαραξικάρδιους ήχους για σωπάσει αμέσως μετά, υπήρχε κάτι θριαμβευτικό και
τραγικό στον αέρα. Ανακάλυψα ότι κατά
βάθος δεν ένιωθα έκπληξη μέσα μου: όλα
όδευαν αργά προς εκείνο και τώρα είχαν σπεύσει προς το αληθινό τους
σχέδιο. Ήθελα να φύγω τρέχοντας, έκλαιγα
για το καημένο μου το φόρεμα χωρίς την άκρη του, σκισμένη και θλιβερή. Τώρα τα φώτα άστραφταν με δύναμη και
περηφάνια, οι βεντάλιες άφηναν να φανούν
πρόσωπα λαμπερά και μπαγαπόντικα, εκεικάτω, μακριά, στην άκρη, ο άντρας γελούσε
κατά τη μεριά μου, η κουπαστή αποτραβήχτηκε, έκλεισε τα μάτια. Κανένας δεν χρειαζόταν να συνεχίσει να
ψεύδεται τώρα που εγώ τα ήξερα όλα. Τώρα επίσης θα περάσω σε άλλη κατάσταση. Γιατί; Γιατί; Τώρα φεύγω από ‘δω, πάω σπίτι,
στα καλά καθούμενα, το σκίσιμο του φουστανιού, το ανησυχητικό άκουσμα της
ορχήστρας και ξαφνικά η σιωπή, όλοι οι μουσικοί πέσαν νεκροί πάνω στην εξέδρα,
στο μεγάλο σαλόνι, θυμωμένο και άδειο. Να
κοιτάξει κατάματα το σκίσιμο, μα πάντα φοβόταν να εκραγεί από οδύνη, όπως η
κραυγή της ορχήστρας. Κανένας δεν ξέρει
μέχρι πού μπορώ να φτάσω σχεδόν θριαμβευτικά, σαν να επρόκειτο για δημιουργία:
είναι μια αίσθηση υπεράνθρωπης δύναμης που την αποκτά κανείς με ορισμένο βαθμό
οδύνης. Αλλά μετά από ένα λεπτό δεν
ξέρεις πια αν οφείλεται στη δύναμη ή στην απόλυτη αδυναμία, ακριβώς όπως ν’
αγαπάς με το κορμί και το μυαλό, να κουνάς το μικρό σου δαχτυλάκι κι απλά να
μην το καταφέρνεις. Όχι απλά να μην το καταφέρνεις: αλλά και όλα τα πράγματα να
γελάνε και να κλαίνε παράλληλα. Όχι, σίγουρα δεν επινόησα αυτή την κατάσταση κι
αυτό με εκπλήσσει περισσότερο. Γιατί η επιθυμία μου για εμπειρίες δεν θα έφτανε
στο σημείο να προκαλέσει ένα κρύο σίδερο χωμένο στη μαλακή σάρκα, μαλακωμένη
τελικά από την τρυφερότητα του χτες. Κοίτα να δεις, μην παριστάνεις τη μάρτυρα:
ξέρεις καλά ότι δεν θα μπορούσες να συνεχίσεις στην ίδια κατάσταση για πολύ
καιρό: θα ξανάνοιγες και θα ξανάκλεινες κύκλους ζωής, βάζοντας τους στην άκρη,
μαραμένους… Και κείνη η στιγμή περαστική θα ήταν, ακόμη κι αν η Λίντια δεν
διεκδικούσε τον Οτάβιου, ακόμη κι αν εγώ δεν μάθαινα ποτέ πως ο Οτάβιου δεν την
είχε αφήσει, παρότι με είχε παντρευτεί. Μήπως αναμειγνύω την απειλή του πόνου
με κάποια γλυκιά κι ειρωνική χαρά; Μήπως με παραχαϊδεύω αυτή τη στιγμή; Μόνο όταν φύγω από δω θα μου επιτρέψω να
κοιτάξω το σκίσιμο στο φόρεμα. Δεν
τρέχει τίποτα, απλώς, χτες άρχισα την ανανέωση και τώρα συγκρατούμαι διότι αυτή
η γυναίκα είναι νευρική γιατί περιμένει παιδί από τον Οτάβιου. Πάνω απόλα, ουσιαστική μεταμόρφωση δεν
υπήρξε, όλα αυτά προϋπήρχαν, το μόνο νέο είναι το σκίσιμο του φορέματος που
καταδεικνύει τα πράγματα. Πράγματι, πράγματι,
πονοκέφαλος, κούραση, πράγματι, όλα κατά κει έβαιναν.
-
Κι
εγώ μπορώ ν’ αποκτήσω παιδί –είπα με δυνατή φωνή. Η φωνή
ήχησε όμορφα και δυνατά.
-
Ναι
-μουρμούρισε ξαφνιασμένη η Λίντια.
-
Κι
εγώ μπορώ. Γιατί όχι;
-
Όχι..
-
Όχι; Φυσικά και μπορώ… Θα δώσω ένα παιδί στον
Οτάβιου όταν εγώ θελήσω. Θα κάνω παιδί κι ύστερα θα σου επιστρέψω τον Οτάβιου.
-
Μα
αυτό είναι τερατώδες! Αναφώνησε η Λίντια.
-
Γιατί; Είναι τερατώδες να έχει κανείς δύο
γυναίκες; Ξέρεις καλά πως δεν είναι
έτσι. Υποθέτω ότι είναι ωραίο να είσαι έγκυος.
Αλλά από κει ίσαμε να περιμένει κάποια παιδί ή πάλι λίγο είναι;
-
Νιώθεις
ωραία, είπε η Λίντια, αποστομωμένη, με τα μάτια ανοιχτά.
-
Ωραία;
-
Κάπου-κάπου
φοβάσαι τη γέννα, απάντησε η άλλη μηχανικά.
-
Μην
τρομοκρατείσαι. Όλα τα ζωντανά του Θεού
αποκτούν παιδιά. Θα ‘χεις εύκολη
γέννα. Κι εγώ το ίδιο. ΄Εχουμε ανοιχτή
λεκάνη και οι δυο μας.
-
Έτσι
είναι…
-
Κι
εμένα μ΄αρέσουν τα ωραία πράγματα στη ζωή. Γιατί όχι; Νομίζεις ότι είμαι στείρα; Ούτε κατά διάνοιαν. Δεν έκανα παιδιά γιατί δεν το θέλησα.
Κρατάω ένα παιδί. Κοιμήσου, παιδάκι
μου, κοιμήσου, τού λέω, σκέφτηκε η Ζουάνα.
Το παιδί είναι ζεστό κι εγώ νιώθω θλιμμένη. Αλλά είναι η θλίψη της ευτυχίας, γαλήνεμα κι
αυτάρκεια που κάνουν το πρόσωπο να
δείχνει πράο, μακρινό. Και σαν μ’ αγγίζει το παιδί μου δεν μου κλέβει τις
σκέψεις μου, όπως κάνουν άλλοι. Μα,
μετά, σαν θα του δίνω γάλα με αυτά τα εύθραυστα και όμορφα στήθη, το παιδί μου
θα μεγαλώσει από τη δύναμή μου και θα με λιώσει με τη ζωή του. Θα φύγει από κοντά μου κι εγώ θα νιώσω μια
γριά μάνα κι άχρηστη. Δεν θα αισθανθώ
πως με κοροϊδέψανε. Αλλά θα νιώσω
νικημένη και θα πω μόνο: δε γνωρίζω τίποτα, μπορώ να γεννήσω ένα παιδί και δε
γνωρίζω τίποτα. Θα είμαι πιο κοντά του
και πιο κοντά στη γυναίκα της φωνής. Το παιδί μου θα κουνηθεί στην αγκαλιά μου
κι εγώ θα πω στον εαυτό μου: Ζουάνα,
Ζουάνα, αυτό είναι όμορφο. Δεν θα προφέρω άλλη λέξη γιατί αλήθεια θα είναι
αυτό που προσφέρει ευχαρίστηση στην αγκαλιά μου.
Ο άντρας
Ανάμεσα σε δυο στιγμές, ανάμεσα στο
παρελθόν και το μέλλον, η λευκή ασάφεια του διαλείμματος. Κενό, σαν την απόσταση του ενός λεπτού από το
άλλο στον κύκλο του ρολογιού. Το βάθος
των γεγονότων ορθώνεται σιωπηλό και νεκρό, λίγο από την αιωνιότητα.
Μόνο ένα ήσυχο δευτερόλεπτο, χωρίζοντας,
ίσως, ένα κομμάτι ζωής από το επόμενο. Ούτε ένα δευτερόλεπτο, δεν μπορεί να το
υπολογίσει σε χρονικό διάστημα, αλλά
μακρύ, σαν την ίσια, αέναη γραμμή. Βαθύ, να φτάνει από μακριά, -ένα μαύρο
πουλί, ένα σημείο να μεγαλώνει στον ορίζοντα,
να πλησιάζει από τη συνείδηση, σαν σφαίρα που ξέφυγε από το όπλο από το
τέλος προς την αρχή. Που εκρήγνυται μπρος στα συγχυσμένα μάτια σε ουσία σιωπής. Αφήνοντας πίσω της το
τέλειο διάλειμμα σαν ήχος μοναδικός που πάλλεται στον αέρα. Η αναγέννηση ύστερα, συγκράτηση της παράξενης
μνήμης του διαλείμματος, δίχως να γνωρίζει πώς να το αναμείξει με τη ζωή. Να κουβαλάει για πάντα το μικρό άδειο σημείο
–απαστράπτον και παρθένο- υπερβολικά φευγαλέο για να αφεθεί να εμφανιστεί.
Η Ζουάνα το ένιωσε ενώ διέσχιζε τον μικρό
κήπο της Λίντιας, χωρίς να ξέρει κατά πού να τραβήξει, ξέροντας μονάχα πως
άφηνε πίσω της όλα όσα είχε ζήσει. Όταν
έκλεισε την καγκελόπορτα, απομακρύνθηκε από τη Λίντια, τον Οτάβιου και, ξανά,
μόνη της με τον εαυτό της, συνέχιζε να περπατάει.
Μια αρχή καταιγίδας είχε ηρεμήσει κι ο
αέρας δροσερός κυκλοφορούσε γλυκά. Ξανανέβηκε τον λόφο κι η καρδιά της χτυπούσε
ακόμα άρρυθμα. Αναζητούσε την ειρήνη
εκείνων των μονοπατιών, εκείνης της ώρας του λυκόφωτος, ένα αόρατο τζιτζικάκι
που τιτίβιζε τον ίδιο σκοπό. Τα αρχαία ερειπωμένα
τείχη μες στην υγρασία είχαν κυριευθεί από κισσό κι αναρριχόμενα φυτά,
ευαίσθητα στον άνεμο. Σταμάτησε και χωρίς τα βήματά της η σιωπή ακουγόταν να
κινείται. Μόνο το κορμί της αναστάτωνε αυτή τη γαλήνη. Την φανταζόταν χωρίς την
παρουσία της και μάντευε τη φρεσκάδα κείνων των νεκρών πραγμάτων, ανακατεμένων
με τα άλλα, εύθραυστα ζωντανά, όπως στην αρχή της δημιουργίας.
Τα ψηλά κλειστά σπίτια, αποτραβηγμένα σαν
πύργοι. Έφτανε κανείς σε ένα από τα μεγάλα αυτά σπίτια από ένα φαρδύ δρόμο, σκοτεινό
και ήσυχο, το τέλος του κόσμου. Μόνο που
δίπλα του φαινόταν μια κατηφοριά, η απαρχή ενός άλλου δρόμου και καταλάβαινες
ότι δεν ήταν το τέλος. Το μεγάλο σπίτι,
χαμηλό και μακρύ, με σπασμένα τζάμια, κλειστά πατζούρια, καλυμμένα από στρώματα
σκόνης. Γνώριζε καλά εκείνον τον κήπο, όπου ανακατεύονταν πεσμένες τούφες
χορταριού, κόκκινα τριαντάφυλλα, οξειδωμένα τενεκεδάκια. Κάτω από τα ανθισμένα γιασεμιά θα εύρισκε
παλιές εφημερίδες πεταμένες, κομμάτια φουσκωμένου από την υγρασία ξύλου από
παλιά μπολιάσματα. Ανάμεσα στα βαριά και
γέρικα δέντρα, τα σπουργίτια και τα περιστέρια τσιμπολογούσαν το έδαφος όπως
πάντα. Ένας νεοσσός μια κούρνιαζε και
μια πετούσε, έκανε βόλτες μέχρι να πάει
να βυθιστεί σ’ένα ακρόριζο. Το μεγάλο
σπίτι περήφανο και γλυκό μες στα χαλάσματά του. Να πεθάνεις εκειπέρα. Σ΄εκείνο
το σπίτι μπορούσες να φτάσεις μόνο σαν ερχόταν το τέλος. Να πεθάνεις σ’ εκείνη την υγρή γης, τόσο
ωραία για να δεχτεί ένα νεκρό σώμα. Αλλά
αυτή δεν επιθυμούσε τον θάνατο, φοβόταν επίσης.
Μια γραμμούλα νερού κύλαγε ασταμάτητα από
τον σκούρο τοίχο. Η Ζουάνα σταμάτησε μια
στιγμή, το κοίταξε κενή, γαλήνια. Σε μία από τις βόλτες της είχε καθίσει δίπλα
στη σκουριασμένη καγκελόπορτα, ζουπώντας το πρόσωπό της ανάμεσα στα κρύα
κάγκελα’ βυθιζόταν στην υγρή και
σκοτεινή μυρωδιά του κήπου. Τούτη η
περίκλειστη ηρεμία, η μυρωδιά. Αλλά αυτά συνέβησαν εδώ και πολύ καιρό. Τώρα είχε απομακρυνθεί από το παρελθόν.
Συνέχισε να περπατάει. Δεν ένιωθε πια τη
ζέστη από τον πυρετό που της είχε προξενήσει η συνάντηση με τη Λίντια. Ήταν
χλωμή κι η υπερβολική κούραση την έκανε τώρα σχεδόν ανάλαφρη, τα χαρακτηριστικά
του προσώπου λεπτότερα, εξαγνισμένα. Και
πάλι περίμενε ένα τέλος. Το τέλος που
ποτέ δεν ερχόταν να συμπληρώσει τις στιγμές της. Ας έπεφτε πάνω της κάτι αναπόφευκτο, ήθελε να
υποχωρήσει, να παραδοθεί. Πότε-πότε τα
βήματά της λάθευαν κατεύθυνση, τη βάραιναν, τα πόδια της μόλις που
κουνιούνταν. Αλλά εκείνη ζόριζε τον
εαυτό της, σηκωνόταν για να πέσει πιο κει. Κοίταγε το έδαφος, τα ξανθισμένα
χορτάρια που ξαναγεννιόντουσαν ταπεινά αφού τα είχαν πατήσει.
Σήκωσε τα μάτια και τον είδε. Εκείνον τον ίδιο
άνθρωπο που την ακολουθούσε συχνά, χωρίς ποτέ να πλησιάζει. Τον είχε ήδη δει πολλές φορές στους ίδιους
αυτούς δρόμους, στην απογευματινή της βόλτα. Καμία έκπληξη. Κατά κάποιον τρόπο κάτι έπρεπε να συμβεί, το
ήξερε. Λεπτός σαν ακονισμένο
μαχαίρι. Ναι, ακόμα και την προηγούμενη
νύχτα, ξαπλωμένη δίπλα στον Οτάβιου, αγνοώντας τι θα συνέβαινε την επομένη, είχε θυμηθεί εκείνο τον άνθρωπο. Λεπτό, σαν
ακονισμένο μαχαίρι…Με έναν ελαφρύ ίλιγγο, προσπαθώντας να τον διακρίνει από
μακριά, τον είδε να πολλαπλασιάζεται σε αναρίθμητες σιλουέτες που γέμιζαν όλο
τον δρόμο, εικόνες τρεμουλιαστές και θολωμένες. Όταν πέρασε η στιγμή της
σκοτοδίνης στα μάτια της, με το κεφάλι μούσκεμα στον ιδρώτα, τον είδε να κάνει
αντίθεση με το μοναδικό και κακομοίρικο σημείο που προχωρούσε προς το μέρος
της, χαμένο στον φαρδύ, έρημο δρόμο. Εκείνος επρόκειτο μονάχα να την
ακολουθήσει, όπως τις άλλες φορές. Αλλά ήταν κουρασμένη και κοντοστάθηκε.
Όσο περισσότερο πλησίαζε και μεγάλωνε η φιγούρα του άντρα τόσο η
Ζουάνα ένιωθε να βυθίζεται σε κάτι ανεπανόρθωτο. Μπορούσε ακόμα να πισωπατήσει, μπορούσε ακόμα
να γυρίσει και να τον αποφύγει. Δεν έμπαινε θέμα να το βάλει στα πόδια, είχε
μαντέψει την ταπεινότητα αυτού του ανθρώπου.
Τίποτα δεν την κρατούσε εκειπέρα, ακίνητη, περιμένοντας να την
πλησιάσει. Τίποτα δεν την κρατούσε, ούτε καν ο φόβος. Ούτε αν τώρα πλησίαζε ο
θάνατος, η ασχήμια, η ελπίδα ή ο πόνος ξανά. Σταμάτησε, απλώς. Κομμένοι ήσαν οι
δεσμοί που την ένωναν με τα βιωμένα πράγματα, που έφτιαχναν μία μόνο μακρινή
ενότητα απαιτώντας μια λογική συνέχεια, μα παλιωμένα, νεκρά. Μόνο αυτή είχε
επιβιώσει, αν και ασθμαίνοντας. Κι απέναντί της ένας καινούργιος κάμπος, χωρίς
ακόμα χρώμα, στο ξημέρωμα που χάραζε. Να σκίσει την ομίχλη του για να το δει.
Δεν μπορούσε να υποχωρήσει, δεν ήξερε γιατί να υποχωρήσει. Ακόμα δίσταζε μπρος
στον ξένο, ολοένα πιο κοντά της, νιώθοντας φόβο για τη ζωή που πλησίαζε και
πάλι αμείλικτη. Προσπαθούσε να πιαστεί
από το διάλειμμα, να υπάρξει σε αυτό μετέωρη, σ’ εκείνο τον κρύο κι αφηρημένο
κόσμο, χωρίς να ανακατευτεί με το αίμα.
Πλησίαζε. Στάθηκε μερικά βήματα πέρα απ’
αυτήν. Έμειναν σιωπηλοί. Αυτή με τα μάτια να κοιτάνε σταθερά, μακριά,
κουρασμένα. Εκείνος τρέμοντας, διστάζοντας. Γύρω τους τα φύλλα πήγαιναν πέρα
δώθε από το αεράκι, ένα πουλί τιτίβιζε μονότονα.
Η σιωπή παρατεινόταν, περιμένοντας αυτό
που θα μπορούσε να ειπωθεί. Μα κανένας τους δεν ανακάλυπτε στον άλλο την αρχή
μιας λέξης. Συγχωνεύονταν στην ησυχία.
Λίγο αργότερα εκείνος έπαψε να τρέμει, τα μάτια του εισχωρούσαν βαθύτερα
στο σώμα της γυναίκας, το έκαναν δικό τους απαλά, όπως και την κούρασή της. Την
ατένιζε έχοντας ξεχάσει και τον εαυτό του και τη δειλία του. Η Ζουάνα ένιωσε να εισχωρεί μέσα της και τον
άφησε να το κάνει.
Όταν εκείνος μίλησε, αυτή όρθωσε
ανεπαίσθητα το κορμί της. Της φάνηκε
πολύ μακρύς ο χρόνος που είχε περάσει, όταν εκείνος πρόφερε τις πρώτες λέξεις,
χωρίς να προσπαθήσει να ανοίξει κουβέντα, ξέροντας πως στην πραγματικότητα είχε
απομακρυνθεί ασύγκριτα πολύ εξαρχής.
-
Ζω
εκεί, σ’ εκείνο το σπίτι, είπε εκείνος.
Αυτή συνέχισε να περιμένει.
-
Θέλετε
να ξεκουραστείτε;
Η Ζουάνα συγκατάνευσε κι αυτός κοίταξε βουβός το φωτεινό
φωτοστέφανο που χάραζαν τα
αχτένιστα μαλλιά της γύρω από το κεφάλι της.
Προπορεύτηκε κι εκείνη ακολούθησε πίσω του.
Όταν εκείνος μίλησε, αυτή όρθωσε
ανεπαίσθητα το κορμί της, έκλεισε τις κουρτίνες κι η σκιά απλώθηκε στο πάτωμα
μέχρι την κλεισμένη πόρτα. Πλησίασε προς το μέρος της μια παλιά και βαθιά
πολυθρόνα στην οποία βυθίστηκε η Ζουάνα μαζεύοντας τις γάμπες. Ο γέρος κάθισε
στην άκρη του στενού κρεβατιού, που ήταν καλυμμένο με ένα τσαλακωμένο
σεντόνι. Έμεινε ακίνητος με σταυρωμένα
χέρια, να την κοιτάζει.
Η Ζουάνα έκλεισε τα μάτια της. Άκουγε
μαλακούς θορύβους, μακρινούς, να έρχονται από το σπίτι, ένα παιδάκι να αναφωνεί
από την έκπληξη. Λες κι ερχόταν από
άλλον κόσμο, ακούστηκε από μακριά το καμπανιστό
κικιρίκου ενός κόκορα. Σαν φόντο ακουγόταν ελαφρά νερό να τρέχει, η κοντή
και ρυθμική ανάσα από τα δέντρα.
Μια κίνηση που ένιωσε δίπλα της την έκανε
να ανοίξει τα μάτια της. Δεν τον είδε στην αρχή, στο ημίφως του δωματίου. Τον
είδε μια στιγμή μετά, γονατισμένο δίπλα στο κρεβάτι, με το πρόσωπο διστακτικό
ανάμεσα στα χέρια του. Θέλησε να τον φωνάξει αλλά δεν ήξερε πώς. Δεν ήθελε να
τον αγγίξει. Αλλά η αγωνία πλησίαζε ολοένα και περισσότερο από τον άντρα προς
αυτήν κι Ζουάνα κουνήθηκε στο κάθισμά της, περιμένοντας το βλέμμα του.
Αυτός σήκωσε το κεφάλι κι η Ζουάνα
εξεπλάγη. Τα μισάνοιχτα χείλη του
έλαμπαν υγραμένα σαν να τον φώτιζε ένα φως εσωτερικά. Τα μάτια του αστραφτοβολούσαν, αλλά δεν μπορούσε να
ξέρει αν ήταν από πόνο ή από μυστηριώδη χαρά. Το κεφάλι του είχε επιμηκυνθεί
προς τα πάνω, το σώμα του μόλις που ισορροπούσε στην προσπάθειά του να
συγκρατηθεί, να μην τρέμει.
-
Τι
συμβαίνει; Ρώτησε η Ζουάνα γοητευμένη.
Εκείνος την κοίταγε.
-
Φοβάμαι,
είπε στο τέλος.
Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή. Κι εκείνη δε φοβήθηκε, παρά
ένιωσε μια
συμπαγή χαρά, πιο έντονη από τον
τρόμο, κατέχοντας και γεμίζοντας το κορμί της.
- Θα γυρίσω, είπε.
Αυτός την κοίταξε σταθερά, τρομοκρατημένος, δίχως ανάσα. Για
μια στιγμή, η Ζουάνα περίμενε ότι θα έβαζε τις φωνές ή ότι θα επινοούσε καμιά
παράλογη κίνηση που την απαρχή της ούτε που μπορούσε να μαντέψει εκείνη. Τα
χείλη του άντρα τρεμούλιασαν ένα δευτερόλεπτο. Απελευθερώθηκε με δυσκολία από
το βλέμμα της Ζουάνας, τράπηκε σε φυγή από κείνη σαν τρελός κι έκρυψε απότομα
το πρόσωπό του μες στα μακριά και κοκαλιάρικα δάχτυλά του.
Ο άντρας που πρόσφερε προστασία
Ζουάνα, Ζουάνα, αναλογιζόταν ο άντρας καρτερώντας τον ερχομό της Ζουάνας, όνομα γυμνό, αγία Ζουάνα, τόσο παρθενική. Τι αθώα κι αγνή. Έβλεπε τα παιδικά της χαρακτηριστικά, τα εύγλωττα χέρια της, σαν χέρια τυφλού. Δεν ήταν όμορφη’ από τότε τουλάχιστον που ανδρώθηκε, ποτέ δεν είχε ονειρευτεί μια τέτοια ύπαρξη, ποτέ δεν είχε ελπίσει κάτι τέτοιο. Ίσως γιαυτό να την είχε ακολουθήσει τόσες φορές στο δρόμο, ακόμα κι αν δεν έλπιζε σε ένα της βλέμμα, ακόμα κι αν…Δεν το ήξερε, του είχε αρέσει πάντα να την κοιτάει. Δεν ήταν όμορφη, ή μπορεί και να ήταν. Και πώς να το ξέρει; Ήταν τόσο δύσκολο να το ανακαλύψει, σαν να μην την είχε δει ποτέ του, σαν να μην την είχε αγκαλιάσει τόσες φορές. Μια απειλή μεταμόρφωσης στο πρόσωπο, στις κινήσεις, από στιγμή σε στιγμή. Ακόμη κι όταν η Ζουάνα αναπαυόταν ήταν σαν κάτι που ετοιμαζόταν να σηκωθεί. Κι αυτό που καταλάβαινε κι αισθανόταν τώρα σαν από θαύμα είναι λες και του είχε εξηγήσει εκείνη; Αναρωτιόταν. Έκλεισε τα μάτια με τα μπράτσα κατά μήκος του κρεβατιού. Μα μόνο μέχρι τη στιγμή που ακούστηκαν εκεί έξω τα βήματα της Ζουάνας. Γιατί ποτέ δεν είχε τολμήσει να αφεθεί μπροστά της. Έσκυβε προς το μέρος της, την περίμενε κάθε λεπτό, ρουφώντας τήν παρουσία της. Δεν κουραζόταν, παρόλα αυτά κι αυτή η συμπεριφορά δεν του αφαιρούσε κάτι από τη φυσικότητά του. Την εκτόξευε σε κάποια άλλη γυναίκα, άγνωστη μέχρι τότε. Ήταν διπλός τώρα, αλλά αμέσως μετά ένα νεογέννητο αναπτυσσόταν και κατακυρίευε το παρελθόν του. Έσφιξε τα χείλια. Του φαινόταν ότι, κατά μυστηριώδη τρόπο, υπήρχε μια κάποια λογική στο να έχει υποστεί βασανιστήρια, ειρηνικές κακοήθειες, μιάν ανέμελη έλλειψη κατεύθυνσης, για να υποδεχθεί τώρα, τελικά, τη Ζουάνα. Όχι ότι την είχε πετάξει κάποτε στον βούρκο και παρά τη θέλησή του, όχι ότι πέρναγε τον εαυτό του για μάρτυρα. Ποτέ δεν περίμενε λύση. Ακόμα και τις γυναίκες που κοίταγε, τις κοίταγε και το άφηνε να περάσει. Ακόμα κι εκείνη τη γυναίκα που στο σπίτι της είχε εγκατασταθεί με όλη του την τεμπελιά, παρόλο που μόλις και μετά βίας υπέφερε την παρουσία της, σκιά κουραστική και τρυφερή. Είχε σταθεί γερά στα πόδια του όσο περπατούσε, με το σώμα του να έχει επίγνωση, κάνοντας πειράματα και υποφέροντας χωρίς να λυπάται τον εαυτό του, παραχωρώντας τα όλα ψυχρά, απλοϊκά, στην περιέργειά του. Στο κάτω-κάτω, θεωρούσε ευτυχή τον εαυτό του. Και τώρα του είχε έρθει η Ζουάνα, αυτή, η Ζουάνα που… Θέλησε να προσθέσει στην συγκεχυμένη σκέψη κάποια παραπάνω λέξη, την αληθινή, τη δύσκολη, αλλά τον ξανακυρίευσε η ιδεα πως δε χρειαζόταν να σκέφτεται κι άλλο, δε χρειαζόταν τίποτα…τίποτα…αυτή θα’ ρχόταν από στιγμή σε στιγμή. Σ΄ένα λεπτό. Αλλά, να σου πω: σ΄ένα λεπτό… Έτσι ήταν: η Ζουάνα τον είχε λευτερώσει. Χρειαζόταν ολοένα και λιγότερα για να ζήσει…σκεφτόταν λιγότερο, έτρωγε λιγότερο, δεν κοιμόταν σχεδόν καθόλου. Αυτή ήταν πάντα. Και θα έφτανε σε λίγο.
Έκλεισε σφιχτότερα τα μάτια, δάγκωσε τα χείλια, υποφέροντας χωρίς να ξέρει γιατί. Τα ξανάνοιξε αμέσως και στο δωμάτιο –άδειο το δωμάτιο- δε βρήκε, ξαφνικά, κανένα ίχνος από το πέρασμα της Ζουάνας. Λες κι ήταν ψέμα η ύπαρξή της… Σηκώθηκε. Έρχεται, φώναξε μέσα του κάτι φλογερό και θνητό. Έρχεται, και επανέλαβε με χαμηλή φωνή, γεμάτη τρόμο, με το βλέμμα χαμένο. Έρχεται…
Βήματα σχεδόν σιωπηλά πατούσαν εκεί έξω τα ξερόφυλλα. Γύριζε η Ζουάνα…και πάλι τον άκουγε αυτή από μακριά.
Εκείνος έκατσε όρθιος δίπλα στο κρεβάτι, με τα μάτια απόντα, ένας τυφλός που ακούει μουσική κάπου από μακριά. Πλησίαζε, πλησίαζε… η Ζουάνα. Τα βήματά της γίνονταν ολοένα και περισσότερο πραγματικότητα, η μόνη πραγματικότητα. Η Ζουάνα. Σαν από αιφνίδια μαχαιριά, ο πόνος ξέσπασε στο κορμί του, το φώτισε από χαρά κι αμηχανία.
Όταν άνοιξε η πόρτα εκείνος έπαψε να υπάρχει. Είχε χωθεί στα κατάβαθα του εαυτού του, κρατιόταν στο ημίφως της ίδιας του της ανυποψίαστης ζούγκλας. Κινιόταν τώρα ανάλαφρα κι οι κινήσεις του ήσαν εύκολες και καινούργιες. Οι κόρες των ματιών σκουρυμένες και στενεμένες, ένα ζώο άξαφνα τρομαγμένο σα ζαρκάδι. Η ατμόσφαιρα είχε γίνει, εντούτοις, τόσο διαυγής που θα σημείωνε και την παραμικρή κίνηση οποιουδήποτε ζωντανού πράγματος γύρω του. Και το σώμα του ήταν μονάχα φρέσκια μνήμη όπου λες και καλουπώνονταν για πρώτη τους φορά οι αισθήσεις.
Το μικρό λευκό βαρκάκι τραμπαλιζόταν πάνω στα πελώρια κύματα, πράσινα, λαμπερά και κακοσχεδιασμένα, τα έβλεπε ξαπλωμένη, κοιτάζοντας τον πίνακα στον τοίχο.
Στις 3 του μήνα –συνέχισε η Ζουάνα με καθαρή φωνή, ελαφριά, που έκανε μικρά στρογγυλά διαλείμματα-, στις 3 του μήνα πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη πορεία με πανώ που κρατάγανε νεογέννητα. Ήταν πολύ διασκεδαστικό να βλέπεις τον κόσμο να τραγουδάει και να κρατάει σημαίες με ανύπαρκτα χρώματα. Σηκώθηκε τότε ένας άντρας αδύνατος και γρήγορος σαν τον άνεμο που φυσάει όταν είμαστε λυπημένοι και είπε από μακριά: εγώ. Κανένας δεν τον άκουσε αλλά εκείνος ήταν περίπου ικανοποιημένος. Σηκώθηκε τότε ο μέγας μαΪστρος και ρίχτηκε πάνω σε όλους με μεγάλα πύρινα πόδια. Επέστρεψαν όλοι σπίτι τους, κατηφείς, στεφανωμένοι με ζέστη. Πέταξαν τα παπούτσια τους, άνοιξαν τον γιακά του πουκαμίσου τους. Όλα τα αίματα έρεαν αργά, βαριά, στις φλέβες όλων. Κι ένα τεράστιο «δεν έχω τι να κάνω» σερνόταν στην ψυχή. Εκείνη τη στιγμή η γη συνέχιζε να περιστρέφεται. Γεννήθηκε τότε ένα παιδί που το είπαν όνομα. Ήταν πολύ όμορφο. Μεγάλα μάτια που βλέπανε, λεπτά χείλη που νιώθανε, αδύνατο πρόσωπο που ένιωθε, ψηλό κεφάλι που ένιωθε. Το κεφάλι μεγάλο. Περπάταγε σαν κάποιος που γνωρίζει επακριβώς το μέρος, ξεγλιστρώντας χωρίς κόπο ανάμεσα στο πλήθος. Αν κάποιος το ‘παιρνε στο κστόπι θα έφτανε στον προορισμό του. Όταν συγκινιόταν, όταν εκπλησσόταν, κουνούσε το κεφάλι, έτσι, αργά-αργά, κάνοντας μια κίνηση άρνησης, σαν κάποιος που δέχεται περισσότερα απ’ όσα περίμενε. Ήταν χαριτωμένο. Και, κυρίως, ζωηρό. Και πάνω απ’ όλα, εγώ το αγαπούσα. Εγώ ξαναγεννιόμουν, η καρδιά μου ξαναγινόταν νέα όταν το έβλεπα. Εγώ ξαναγεννιόμουν, ξαναγεννιόμουν, ξαναγεννιόμουν. Ένας στίχος τώρα. Αυτό που θέλω, καλό μου, είναι να σε βλέπω πάντα, καλό μου. Ακόμα κι αν πεθάνεις, καλό μου. Κι άλλος στίχος: Άκουσα μια μέρα να τραγουδάει ένα λουλούδι και ήσυχα έγινα χαρούμενη’ μετά πλησίασα και, ω του θαύματος! δεν τραγούδαγε το λουλούδι μα ένα πουλάκι καθισμένο στο λουλούδι.
Η Ζουάνα μιλούσε στο τέλος νυσταγμένη. Μέσα από τα μισόκλειστα μάτια της το βαρκάκι τραμπαλιζόταν στον πίνακα, τα αντικείμενα του δωματίου χάναν το σχήμα τους, φωτεινά, η άκρη του ενός έδινε το χέρι του στην αρχή του άλλου. Αφού εκείνη ήξερε πως «όλα είναι είναι ένα» γιατί να συνεχίζει να βλέπει και να ζει; Ο άντρας, με τα μάτια κλειστά, είχε ακουμπήσει το κεφάλι του στον ώμο της και την άκουγε, σαν να ονειρευόταν χωρίς να κοιμάται. Κατά διαστήματα, αυτή άκουγε μες στην έντονη σιωπή του καλοκαιρινού απογεύματος, πνιχτές και συγκεχυμένες κινήσεις στο ξεχαρβαλωμένο ξύλινο πάτωμα. Ήταν η γυναίκα, η γυναίκα, εκείνη η γυναίκα.
Τις πρώτες φορές που πήγε η Ζουάνα στο μεγάλο σπίτι θέλησε να ρωτήσει τον άντρα: τώρα είναι σαν να είναι η μητέρα σου; Δεν είναι πια
ερωμένη σου; Τώρα που υπάρχω εγώ σε θέλει ακόμα στο σπίτι της; Μα πάντα το ανέβαλε. Εντούτοις, ήταν τόσο ισχυρή η παρουσία τής άλλης στο σπίτι που έκαναν ένα ζευγάρι επί τρία. Και ποτέ δεν ένιωθαν ολότελα μόνοι τους η Ζουάνα κι άντρας. Η Ζουάνα θα ήθελε να την είχε ρωτήσει και την ίδια την άλλη: μα πού, μα πού ξετυλίγεται η ψυχή πίσω από μας; Αναμφίβολα, αυτό θα πρέπει να είναι μια αρχέγονη σκέψη. Γιατί μια μέρα την είχε δει απ’ το πλάι, με τις στιβαρές της πλάτες μαζεμένες σε έναν αδιάσπαστο όγκο αγωνίας κάτω από το μαύρο φόρεμα. Την είχε δει, επίσης, και άλλες στιγμές, ένα γρήγορο πέρασμα, περνώντας από ένα δωμάτιο στο σαλόνι, χαμογελώντας βιαστικά, σκάζοντας το φρικαλέα. Ανακάλυψε τότε η Ζουάνα πως ήταν κάποια ζωντανή και μαύρη. Μεγάλα αυτιά, θλιμμένα και βαριά, με βάθος σπηλαιώδες σκούρο. Βλέμμα τρυφερό, φευγαλέο και γελαστό, σαν άδοξης πόρνης. Χείλη υγρά, μαραμένα, μεγάλα, έντονα βαμμένα. Πόσο πολύ πρέπει να αγάπαγε τον άντρα. Τα μαλλιά μες στην ψαλλίδα, λεπτά και ξεθωριασμένα από τις βαφές. Και το δωμάτιο όπου κοιμόταν ο άντρας και δεχόταν τη Ζουάνα, εκείνο το δωμάτιο με τις κουρτίνες, με ανυπαρξία σκόνης, σίγουρα αυτή το είχε τακτοποιήσει. Σαν κάποιος που ράβει το σάβανο του παιδιού του, η Ζουάνα, αυτή η γυναίκα και η γυναίκα του καθηγητή. Τι τις ένωνε καθοριστικά; Οι τρεις διαβολικές χάριτες.
- Μύγδαλα... –είπε η Ζουάνα, στρέφοντας κατά τον άντρα. Το μυστήριο και η γλύκα των λέξεων: μύγδαλο...κοίτα να δεις, να το προφέρει προσεκτικά, η φωνή μες στο λάρυγγα, να ηχεί στα τρίσβαθα του στόματος. Δόνηση, με αφήνει μακριά και τεντωμένη σαν τόξο. Μύγδαλο πικρό, δηλητηριώδες και αγνό.
Οι τρεις πικρές χάριτες, δηλητηριώδεις, αγνές.
-Μέτρα το αυτό... –της είπε ο άντρας.
- Τι;
Αυτό για τον ναυτικό. Αν αγαπάς έναν ναυτικό είναι σαν να έχεις
αγαπήσεις τον κόσμο όλο.
- Φρικτό... –γέλασε η Ζουάνα. Ξέρω, είπα πως θα έπρεπε να είμαι τόσο αλήθεια που να γεννιέμαι με ρίμα. Αλλά δεν θυμάμαι άλλο.
- Τι έκανε την Κυριακή στην πλατεία. Η προκυμαία του λιμανιού... –τη βοήθησε ο άντρας.
Μια μέρα, σπάζοντας την ησυχία μες στην οποία καθόταν δίπλα στη Ζουάνα, είχε προσπαθήσει να μιλήσει:
- Ποτέ δεν ήμουνα κάτι
- Ναι –απάντησε αυτή
- Μα όσα είχαμε δεν θα τα άφηνα να φύγουν...
- Όχι
- Ούτε αυτή τη γυναίκα...αυτό το σπίτι...Διαφέρει, το ξέρεις;
- Το ξέρω
- Πάντα ήμουνα σαν ζήτουλας. Μα ποτέ δεν ζητούσα τίποτα, ούτε και χρειαζόμουνα, ούτε και ήξερα. Ήρθες εσύ, το ξέρεις; Εγώ έλεγα με τον νου μου πριν: τίποτα δεν είναι κακό. Μα τώρα...Μου λες πάντα τόσο παράλογα πράγματα που στ’ ορκίζομαι δε μπορώ...
Τότε αυτή ανασηκώθηκε και στηρίχτηκε στον αγκώνα της, σοβαρή ξάφνου, με το πρόσωπο γερμένο πάνω του:
-Με πιστεύεις;
-Ναι...απάντησε εκείνος, τρομαγμένος από τη βιαιότητά της.
-Ξέρεις ότι δε λέω ψέματα, ότι ποτέ δε λέω ψέματα, ούτε καν όταν…ούτε καν… Το ξέρεις; Πες μου, πες μου. Τότε τα υπόλοιπα καθόλου δεν ενδιαφέρουν, δεν ενδιαφέρουν καθόλου…Όταν λέω αυτά τα πράγματα…αυτά τα παράλογα πράγματα, όταν δε θέλω να ξέρω τίποτα για το παρελθόν σου και δε θέλω να μιλάω για το δικό μου, όταν επινοώ λέξεις…Όταν λέω ψέματα, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν λέω ψέματα;
-Ναι, ναι…
Αφέθηκε να ξαναπέσει στο κρεβάτι, με τα μάτια κλειστά, κουρασμένη. Δεν έχει σημασία αν ύστερα αυτός δεν το πιστεύει, αν το σκάσει από μένα όπως ο καθηγητής. Τουλάχιστον κοντά του μπορούσε να σκέφτεται. ‘Ανοιξε τα μάτια και του χαμογέλασε. Ένα παιδάκι, αυτό είναι. Πρέπει να είχε πολλές γυναίκες, πρέπει να είχε αγαπήσει πολύ, είναι ελκυστικός, με τις μακριές του βλεφαρίδες, τα ψυχρά μάτια. Πριν ήταν πιο σφιγμένος, εγώ τον έλυσα λίγο. Εκείνη η γυναίκα περιμένει ότι τελικά εγώ θα φύγω μια μέρα. Ότι αυτός θα γυρίσει.
- Τι έκανε την Κυριακή στην πλατεία; Η πλατεία είναι μεγάλη και μοναχική, είπε αργά-αργά, τελικά, προσπαθώντας να θυμηθεί και να ανταποκριθεί στο αίτημα του άντρα...Ναι.. Τόσος ήλιος κολλημένος στο έδαφος λες κι αναδυόταν από κειμέσα. Η θάλασσα, η κοιλιά της θάλασσας, σιωπηλή, ασθμαίνουσα. Τα κυριακάτικα ψάρια που κουνάνε γρήγορα την ουρά τους και, ειρηνικά, ανοίγουν δρόμο. Ένα ακίνητο πλοίο. Κυριακή. Οι ναυτικοί να κόβουν βόλτες στην προκυμαία, στην πλατεία. Ένα ροζ φόρεμα να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται απ’ τη γωνία. Τα δέντρα αποκρυσταλλωμένα την Κυριακή – η Κυριακή είναι κάτι σαν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα –λάμπουν σιωπηλά, κρατώντας έτσι, έτσι, την αναπνοή τους: ένας άντρας που περνάει μαζί με μια γυναίκα με καινούργιο φόρεμα. Ο άντρας θέλει να μην είναι κανένας, περπατάει στο πλευρό της κοιτάζοντάς την σχεδόν κατά πρόσωπο, ερευνώντας, ερευνώντας: πες, διάταξε, πάτησε. Αυτή δεν απαντάει, χαμογελάει, σκέτη Κυριακή.Ικανοποίηση, ικανοποίηση, σκέτη θλίψη χωρίς προσπάθεια. Θλίψη που μοιάζει να έρχεται από πίσω από την γυναίκα με το ροζ φόρεμα. Κυριακάτικη θλίψη στην προκυμαία του λιμανιού, οι ναυτικοί πατάνε προσωρινά στεριά. Αυτή η ελαφρά θλίψη είναι η απόδειξη ότι ζει. Καθώς δεν ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει αυτή την ξαφνική γνώση, έρχεται η θλίψη.
- Αυτή τη φορά η ιστορία ήταν διαφορετική, παραπονέθηκε εκείνος μετά από μια παύση.
- Οφείλεται στο ότι αφηγούμαι μόνο όσα είδα κι όχι όσα βλέπω. Δεν ξέρω πώς να επαναλαμβάνω, μόνο μια φορά ξέρω τα πράγματα, του εξήγησε η Ζουάνα.
- Ήταν διαφορετικά αλλά όσα βλέπεις εσύ είναι τέλεια.
Ο Οτάβιου φόραγε στο λαιμό μια αλυσιδίτσα μ’ ένα μικρό χρυσό μενταγιόν. Από τη μια πλευρά ήταν η Αγία Τερέζα κι από την άλλη ο Άγιος Χριστόφορος. Ήταν ταγμένος και στους δύο:
- Μα δεν με φυλάω τόσο από αυτές τις ιστορίες με αγίους. Μόνο πότε-πότε.
Η Ζουάνα του είχε πει κάποτε ότι, σαν ήταν μικρή, μπορούσε να παίζει ολόκληρα απογεύματα με μία λέξη. Της είχε τότε ζητήσει να επινοήσει καινούργιες λέξεις. Ποτέ δεν τον αγάπησε τόσο όσο εκείνες τις στιγμές.
-Έλα, ξαναπές τι είναι Λαλάντ, παρακάλεσε τη Ζουάνα.
-Είναι σαν δάκρυα αγγέλου. Ξέρεις τι είναι τα δάκρυα του αγγέλου; Είναι ένα είδος μικρούλη νάρκισσου, και το ελαφρότερο αεράκι τον κουνάει δώθε-κείθε. Η Λαλάντ είναι η θάλασσα το χάραμα, όταν κανένα βλέμμα δεν έχει κοιτάξει ακόμα την παραλία, όταν ο ήλιος δεν έχει γεννηθεί. Κάθε που λέω: Λαλάντ, πρέπει να νιώθεις τη δροσερή κι αλμυρή δόνηση της θάλασσας, πρέπει να περπατήσεις κατά μήκος της σκοτεινής ακόμηπαραλίας, αργά-αργά, γυμνός. Αυτόματα θα αισθανθείς τη Λαλάντ...Μπορείς να με πιστέψεις, είμαι από τους ανθρώπους που γνωρίζουν πολύ καλά τη θάλασσα.
Υπήρχαν στιγμές που δεν ήξερε ο Οτάβιου αν ζούσε ή αν ήταν νεκρός, αν όσα είχε ήταν λίγα ή υπερβολικά πολλά. Όταν αυτή μιλούσε, επινοούσε τρελά, τρελά. Η πληρότητα τον γέμιζε σαν ένα κενό κι η αγωνία του ήταν αυτή τής διαύγειας του ανοιχτού ορίζοντα πάνω από τα νερά. Γιατί στεκόταν έκπληκτος απέναντί της, κεραυνοβολημένος σαν τον λευκό τοίχο υπό το σεληνόφως; Ή μπορεί και να ξύπναγε ξαφνικά, φωνάζοντας: ποια είναι αυτή; Περισσεύει στη ζωή μου! Δεν μπορώ...θέλω να γυρίσω.. Μα δεν θα μπορούσε άλλο, ένοιωθε ξάφνου και τρόμαζε, χαμένος.
-Αγάπη μου, είπε εκείνη διακόπτοντας τον συλλογισμό του άντρα.
-Ναι, ναι... –έκρυψε το πρόσωπο σ΄αυτόν τον μαλακό ώμο κι αυτή παρέμεινε έτσι, να νιώθει την ανάσα του να την διατρέχει από πάνω μέχρι κάτω. Ήσαν δυο παιδιά. Τι σημασία έχει; Αναλογιζόταν η Ζουάνα. Εκείνος κουνήθηκε, βόλεψε το κεφάλι του στη σάρκα της σαν …σαν αμοιβάδα, σαν ένα πρωτόζωο που αναζητάει τυφλά τον πυρήνα, το έμβιο κέντρο. ‘Η σαν παιδί. Εκεί έξω γλίστραγε ο κόσμος και η μέρα, η μέρα, ύστερα η νύχτα, ύστερα η μέρα. Κάποια φορά θα έπρεπε να σηκωθεί και να φύγει, να ξαναποχωριστούν. Κι αυτός το ίδιο. Από κείνην; Ναι. Σύντομα θα του έπεφτε πολύ βαριά αυτή της η υπερβολή στο θαύμα. Με τους άλλους ανθρώπους, ανεξήγητα ντροπιασμένος για τον εαυτό του, θα αγωνιούσε να φύγει μια κι έξω. Μα, τι εκδίκηση: δεν θα λευτερωνόταν εντελώς. Θα κατάληγε να εντυπωσιαστεί από τον ίδιο του τον εαυτό, θα ένιωθε δεσμευμένος, γεμάτος ακαθόριστη κι αγωνιώδη υπευθυνότητα. Θα έφτανε να την μισήσει, λες κι απαιτούσε απ’ αυτόν κάτι. ‘Όπως η θεία και ο θείος της που παρόλα αυτά την σέβονταν, διαισθανόμενοι ότι δεν αγαπούσε τις ηδονές της. Συγκεχυμένα υπέθεταν ότι ήταν ανώτερή τους και την περιφρονούσαν. Αχ Θεέ μου, πάλι θυμόταν, διηγούμενη στον εαυτό της την ιστορία της, δικαιολογώντας τον εαυτό της… Θα μπορούσε να τον ρωτήσει: έτσι είμαι; Μα και τι να ήξερε αυτός; Βύθιζε το πρόσωπό του στον ώμο της, κρυβόταν ίσως ευτυχισμένος κείνη τη στιγμή. Να τον ταρακουνήσει, να του πει: η Ζουάνα έτσι ήταν κι έτσι έγινε γυναίκα και γέρασε. Θεωρούσε τον εαυτό της πολύ δυνατό κι ένιωθε δυστυχισμένη. Τόσο δυνατό που φανταζόταν να έχει διαλέξει τα μονοπάτια πριν καν να μπει κει μέσα -και μόνο με τη σκέψη. Τόσο δυστυχισμένη που, ενώ θεωρούσε τον εαυτό της δυνατό, δεν ήξερε τι να κάνει τη δύναμή της κι έβλεπε να χάνεται το κάθε λεπτό αφού δεν το είχε προσανατολίσει προς κάποιον σκοπό. Έτσι μεγάλωσε η Ζουάνα, λεπτή σαν πευκάκι, πολύ θαρραλέα επίσης. Το θάρρος της είχε μεστώσει μέσα στο δωμάτιο και με το φως σβηστό δημιουργούνταν κόσμοι φωτεροί δίχως φόβο και δίχως ντροπή. Από πολύ νωρίς έμαθε να συλλογάται και, καθώς δεν είχε δει από κοντά κανένα ανθρώπινο ον εκτός από κείνη την ίδια, είχε σαστίσει, είχε υποφέρει, είχε βιώσει μιαν επώδυνη περηφάνια, κάποτε ελαφρά αλλά σχεδόν πάντα δύσκολο να την αντέξει. Πώς να τελειώσει η ιστορία της Ζουάνας; Θα μπορούσε να προστεθεί η ματιά που είχε εκπλήξει τη Λίντια: κανείς δεν θα σε αγαπήσει… Ναι, ας τελειώσουμε έτσι: παρότι ήταν στον κόσμο μια από κείνες τις λεύτερες και μοναχικές υπάρξεις, κανείς δε σκέφτηκε να της δώσει τίποτα της Ζουάνας. Όχι αγάπη. Πάντα θα της έδιναν οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα. Έζησε τη ζωή της διψασμένη σαν μια παρθένα, αυτά για τα μετά θάνατον. Έθεσε πολλά ερωτηματικά αλλά ποτέ δε μπόρεσε να πάρει απάντηση: έκανε στάση για να αισθανθεί. Πώς γεννήθηκε ένα τρίγωνο; Πριν σε μορφή ιδέας ή η ιδέα επακολούθησε αφού σχεδιάστηκε η μορφή; Θα γεννιόταν μοιραία το τρίγωνο; Τα πράγματα διέθεταν πλούτο. Θα ήθελε να σταματήσει το χρόνο στην ερώτηση. Μα η αγάπη την κατέκλυζε. Τρίγωνο, κύκλος, ίσιες γραμμές…αρμονικό και μυστηριώδες σαν ανάσα. Πού κρύβεται η μουσική όταν δεν ηχεί; - αναρωτιόταν. Και, νικημένη, απαντούσε: να φτιάξουν άρπα με τα νεύρα μου όταν πεθάνω.
Το τέλος της διαύγειας στη Ζουάνα αναμείχθηκε με το πλοίο να γλιστράει πάνω στα κύματα, κινούμενο; Κινούμενο. Αρκούσε μια κίνηση του κεφαλιού της για να τη συνοδέψουν τα κύματα. Μα είχε αποκτήσει κάτι, το είχε αποκτήσει. Ένα σύζυγο, στήθη, έναν εραστή, βιβλία, κοντοκομμένα μαλλιά, μια θεία, έναν καθηγητή. Θεία, ακούστε με, γνώρισα τη Ζουάνα, για την οποία σας μιλάω τώρα. Ήταν μια γυναίκα αδύναμη απέναντι στα πράγματα, Όλα της φαίνονταν κάποτε υπερβολικά ακριβή, αδυνατούσε να τα αγγίξει. Και κάποτε, αυτό που χρησίμευε σαν αέρας ν’ αναπνέουμε ήταν βάρος θανάτου για κείνη. Για να δούμε αν καταλαβαίνετε την ηρωϊδα μου, θεία, ακούστε με. Είναι φευγαλέα και θαρρετή. Δεν αγαπάει, δεν αγαπιέται. Θα καταλήγατε να αντιληφθείτε όπως η Λίντια, μια άλλη γυναίκα – μια νεαρή γεμάτη από το ίδιο της το πεπρωμένο- το παρατήρησε. Εντούτοις, αυτό που υπάρχει μέσα στη Ζουάνα είναι κάτι ισχυρότερο από την αγάπη που παίρνουμε. Με καταλαβαίνετε, θεία; Δεν θα έλεγα ότι είναι μια ηρωϊδα, όπως υποσχέθηκα στον μπαμπά. Αφού μέσα της υπήρχε ένας πελώριος φόβος. Ένας φόβος που προηγείτο από οποιαδήποτε κρίση ή κατανόηση.
-Μου ήρθε αυτό τώρα: ποιος να ξέρει, ίσως η πεποίθηση πως στη μελλοντική επιβίωση θα γίνει κατανοητό ότι η ζωή μάς αφήνει πάντα άθικτους. –Καταλαβαίνετε, θεία μου; -ξεχάστε τη διακοπή της μελλοντικής ζωής, -καταλαβαίνετε; Βλέπω τα ανοιχτά σου μάτια να με κοιτάζουνε με φόβο, με έλλειψη εμπιστοσύνης, μα θέλοντας ακόμα κι έτσι, με τη γηραιά σου θηλυκότητα, τώρα νεκρή, είναι αλήθεια, τώρα νεκρή, θέλοντας να μου αρέσεις, περνώντας πάνω από την κατήφειά μου. Κακομοίρα μου, η μεγαλύτερη ταραχή που ένιωσα να έχεις, εκτός από κείνες που είχα προκαλέσει εγώ, ίσως και να μπορεί να συνοψισθεί σε κείνη την καθημερινή φράση που ακούω ακόμη και τώρα, αναμειγμένη με τη μυρωδιά σου, που δεν μπορώ να ξεχάσω: «δεν μπορείς να βγεις έτσι, μ΄αυτά τα ρούχα!» Τι άλλα μπορώ να σου διηγηθώ; Έχω μαλλιά κοντά, καστανά, πότε-πότε πέφτουν στο μέτωπο. Θα πεθάνω μια μέρα. Γεννήθηκα επίσης. Το δωμάτιο με τους δυο μας. Εκείνος ήταν όμορφος. Το δωμάτιο γύριζε λιγάκι. Γινόταν διάφανο και χλιαρό πέπλο που πλησίαζε ενώ ερχόταν. Αυτοί οι τρεις σχημάτιζαν ένα ζευγάρι και σε ποιόν να το διηγηθώ αυτό; Μπορούσε ν’ αποκοιμηθεί γιατί ο άντρας ποτέ δεν κοιμόταν και καραδοκούσε πώς έπεφτε η βροχή. Ο Οτάβιου ήταν επίσης όμορφος, μάτια. Εκείνος ήταν ένα παιδάκι, μια αμοιβάδα, λουλούδια, λευκότητα, χλιαρότητα, σαν ένα όνειρο ενώ υπάρχει ακόμα χρόνος, ενώ υπάρχει ακόμα ζωή αν και αργότερα… Όλα καθώς η γης, μια μικρούλα Λίντια, ένας μικρούλης Οτάβιου, γης εκ βαθέων…
Η οχιά
Διασχίζω κάτι μαλακά …
Ο Οτάβιου διάβαζε ενώ το ρολόι ξέσπαγε στα δευτερόλεπτα κι έσπαγε τη σιωπή της νύχτας με έντεκα ηχηρά χτυπήματα.
Διασχίζω κάτι μαλακά … Αυτή είναι η εντύπωση. Η αλαφράδα φτάνει σιγά-σιγά ούτε και ξέρω από πού. Κουρτίνες γέρνουν πάνω στην ίδια τους την ύπαρξη, νωχελικά. Αλλά και η μαύρη κηλίδα, ακίνητη, δυο μάτια ατενίζουν επίμονα και δίχως να μπορούν να πούνε τίποτα. Ο Θεός απιθώνεται σ’ ένα δέντρο τιτιβίζοντας με ευσέβεια κι ίσιες γραμμές κατευθύνονται ατέλειωτες, οριζόντιες και ψυχρές. Αυτή είναι η αίσθηση… Οι στιγμές στάζουν ωριμασμένες και μόλις πέφτει η μία σηκώνεται η άλλη, ανάλαφρα, με το πρόσωπο χλωμό και τόσο δα. Άξαφνα, και οι στιγμές τελειώνουν. Ο μη-χρόνος διαρρέει μέσα από τους τοίχους μου στριφογυριστά και τυφλά. Μετά από λίγο συγκεντρώνεται σε μια λίμνη σκoτεινή και ήρεμη κι εγώ αναφωνώ: έζησα!
Η νύχτα έκανε να σωπαίνουν τα πράγματα εκεί έξω, κάποιος περιπλανώμενος μουζικάντης έπαιζε το φλάουτό του κατά διαστήματα. Κάθε θάμνος ήταν ένας όγκος ακίνητος και ταπεινός.
Μακριά λάμπαν και τρεμοπαίζαν κοκκινωπά φωτάκια, άγρυπνα μάτια. Στο σκοτάδι όπως στο νερό.
Οι ψηλόλιγνοι ηλίανθοι χώριζαν τον κήπο τόπους-τόπους.
Τι να σκεφτεί κείνη τη στιγμή; Αυτή ήταν τόσο αγνή και λεύτερη που μπορούσε να διαλέξει και δεν το γνώριζε. Κοίταγε κάτι μα δεν κατόρθωνε να το ονοματίσει ούτε καν να το σκεφτεί, τόσο σπασμένη βρισκόταν η εικόνα στα σκοτεινά έγκατα του κορμιού της. Μόλις που ένιωθε κι ατένιζε μ΄αναμονή απ΄το παράθυρο σαν ν΄ατένιζε το ίδιο της το πρόσωπο μες στη νύχτα. Να΄ταν αυτό το περισσότερο που μπορούσε να καταφέρει; Να πλησιάσει, να πλησιάσει, σχεδόν ν΄αγγίξει αλλά να νιώσει πίσω της το κύμα να την καταπίνει στη σταθερή κι απαλή άμπτωτη, να την ρουφάει, αφήνοντας της ύστερα την έκπληξη της άπιαστης ανάμνησης ενός οράματος…Ακόμα κι εκείνη τη στιγμή που η νύχτα και οι σκέψεις της γίνονταν κουβάρι, αυτή εξακολουθούσε να στέκει χώρια τους, ένα μικρό σύνολο κλειστό πάντα, παρόν, παρόν. Το φωτάκι έλαμπε μες στη σιωπή, παραδίπλα, μοναχικό, χωρίς κανείς να το έχει κατακτήσει. Ποτέ δεν παραδινόταν.
Κοίταξε γύρω της, το δωμάτιο στριφογύριζε ελαφρά, αμυδρά φωτισμένο, όπως σε στιγμή ιλίγγου. Ανασήκωσε λίγο το κεφάλι, παραφύλαξε τον χώρο έχοντας συνείδηση τού υπόλοιπου τού σπιτιού που χανόταν στο σκοτάδι, με τα αντικείμενα μόλις να διαγράφονται και να κυματίζουν θολά στις γωνιές. Θα΄πρεπε να βαδίσει προσεκτικά μόλις πέρναγε την πόρτα. Και ιδίως, σαν να ήταν παιδάκι, στο σπίτι της θείας, ξυπνώντας τη νύχτα με το στόμα ξεραμένο και πηγαίνοντας να πιει νερό. Γνωρίζοντας ότι οι άλλοι ήσαν απομονωμένοι ο καθένας μες στο όνειρό του που ήταν μυστικό κι αδύνατον να μπει άλλος. Ιδίως σαν να ήταν αυτό το παιδάκι κι όπως εκείνη τη νύχτα ή εκείνες τις νύχτες που διέσχιζε το δωμάτιο και την ξάφνιαζε το φεγγαρόφωτο ακίνητο στον κήπο σα σε νεκροταφείο κι εκείνος ο άνεμος, λεύτερος κι αβέβαιος…Ιδίως σαν να ήταν κείνο το παιδάκι, σκιαγμένο, που θα σκόνταφτε μες στο σκοτάδι πάνω στα αβέβαια αντικείμενα και σε κάθε σκόνταμμα θα συνοψίζονταν ξάφνου σε καρέκλες και τραπέζια, σε εμπόδια, με τα μάτια ορθάνοιχτα, ψυχρά κι αμείλικτα. Αλλά και φυλακισμένα. Μετά το χτύπημα ο πόνος, το φεγγάρι να ξεγυμνώνει την τσιμεντένια βεράντα, η δίψα να έρχεται από το κορμί σαν ανάμνηση. Η βαθιά ησυχία του σπιτιού, οι γειτονικές στέγες ακίνητες κι αχνές…
Η Ζουάνα προσπάθησε και πάλι να γυρίσει στο δωμάτιο, στην παρουσία του Οτάβιου. Είχε λευτερωθεί από τα πράγματά της, από τα δικά της πράγματα, δημιουργημένα και ζωντανεμένα από την ίδια. Ακόμα κι αν την εγκατέλειπαν στην έρημο, στη μοναξιά των παγετώνων ή σ΄οποιοδήποτε άλλο σημείο της γης, θα εξακολουθούσε να έχει τα ίδια λευκά και χαλαρωμένα χέρια, την ίδια σχεδόν ήρεμη έλλειψη καλοσυναρμολογημένων αρθρώσεων. Να κάνει τα πράγματά της μπόγο και να φύγει, σιγά-σιγά, να πάει όπου να ‘ναι. Να μην το σκάσει, μα να φύγει. Αυτό, τόσο γλυκό: να μην το σκάσει, να φύγει… Ή να φωνάξει δυνατά, δυνατά και στα ίσια κι ατέλειωτα, με τα μάτια κλειστά, ήρεμα. Να πορευτεί ίσαμε να συναντήσει τα κόκκινα φωτάκια. Τόσο τρεμουλιαστά όπως σε αρχή ή σε τέλος. Κι αυτή πέθαινε, ή μήπως γεννιόταν; Όχι, να μην φύγει, να μείνει φυλακισμένη στη στιγμή, καθώς ένα βλέμμα απορροφημένο φυλακίζεται στο κενό, ήσυχο, καρφωμένο στον αέρα…
Η δόνηση ενός μακρινού λεωφορείου την διαπέρασε όπως διασχίζουμε ένα τούνελ. Αντίο. Όχι, όποιος ταξιδεύει νύχτα κοιτάει μόνο έξω απ’ το παράθυρο και δε λέει αντίο. Κανένας δεν ξέρει πού βρίσκονται τα καλύβια, τα χαμόσπιτα, τα βρώμικα κορμιά είναι σκοτεινά και δε χρειάζονται φως.
- Οτάβιου – είπε γιατί ήταν χαμένη.
Η φωνή της Ζουάνας έξυσε το δωμάτιο ανέκφραστη, ανάλαφρη, άμεση. Εκείνος σήκωσε το βλέμμα:
- Τι είναι; Ρώτησε. Κι η φωνή του ήταν αίμα και σάρκα, έσμιξε τη σάλα με τη σάλα, υπέδειξε και καθόρισε τα πράγματα. ‘Ένα φύσημα τ’ ανέμου που ξαναζωντανεύει τις φλόγες. Στην άδεια πλατεία είχε εισβάλει το πλήθος.
Πάλεψε μια στιγμή, τρεμούλιασε, ξύπνησε. ‘Όλα άστραφταν στον ήλιο κάτω από το φως της λάμπας, ήσυχα και χαρούμενα όπως σ’ ένα σπιτικό. Στο ημίφως του κορμιού της το μάταιο της αναμονής την διαπέρασε υπνοβάτη όπως ένα πουλί τη νύχτα.
- Οτάβιου – επανέλαβε.
Εκείνος περίμενε. Τότε, έχοντας και πάλι συναίσθηση τού δωματίου, του άντρα και του εαυτού της, οι ίδιες της οι φλόγες φούντωσαν λίγο, εκείνη κατάλαβε πως θα έπρεπε να δράσει λογικά, πως ο άντρας περίμενε μια συνέχεια. Προσπάθησε να βρει μιαν ειδοποίηση, ένα αίτημα, κάποιον ακριβή λόγο:
- Έχω την αίσθηση πως ήρθες μόνο για να μου κάνεις ένα παιδί- είπε και τότε μόνο είχε την ευκαιρία να τηρήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη Λίντια. Επιπλέον, το να συνεχίσει να επιθυμεί ένα παιδί σήμαινε να γίνει ένα με το μέλλον.
Ο Οτάβιου την κοίταξε μια στιγμή αλαφιασμένος, χωρίς τρυφερότητα:
- Αλλά –μουρμούρισε μετά από λίγο κι η φωνή του ήταν τρεμουλιαστή, δειλιασμένη και βραχνή –αλλά δεν νομίζεις πως έχουν τελειώσει όλα μεταξύ μας; Και σχεδόν από την αρχή….τόλμησε να ξεστομίσει.
-Θα τελειώσουν μόνο όταν θα έχω ένα παιδί, επανέλαβε πεισμωμένη εκείνη.
Ο Οτάβιου άνοιξε διάπλατα τα μάτια του κοιτώντας κατά το μέρος της, με κατάχλωμο πρόσωπο κι άξαφνα αποκαμωμένο στο φως της λάμπας του τραπεζιού, όπου κειτόταν ανοιχτό το βιβλίο.
- Λίγο βιασμένη η ιδέα, δε βρίσκεις; -ρώτησε με ειρωνεία.
Εκείνη δεν πρόσεξε το ειρωνικό ύφος.
- Ό,τι υπήρξε μεταξύ μας δεν αρκεί από μόνο του. Αν δεν στα έχω δώσει όλα μέχρι τώρα, ίσως να με αναζητήσεις κάποτε κι εγώ να νιώσω την έλλειψή σου. Ενώ, μετά από ένα παιδί δε μας μένει παρά ο χωρισμός.
- Και το παιδί; Θέλησε να διερευνήσει αυτός
- - Τι ρόλο θα παίξει αυτό το καημένο μέσα σ’ όλη αυτή την σοφή διευθέτηση;
- Α, μα αυτό θα ζήσει! Απάντησε.
- Αυτό μόνο; Συνέχισε εκείνος με σαρκασμό.
- Και σαν τι μπορεί να γίνει εκτός απ’ αυτό; Πέταξε εκείνη την ερώτηση στον αέρα, έτσι ανάλαφρα, χωρίς να περιμένει απάντηση.
Ο Οτάβιου, πιστεύοντας πως εκείνη βρισκόταν σε αναμονή, παρόλη τη δειλία της και τον θυμό που έπρεπε να τον υπακούσει, είπε συμπερασματικά με δισταγμό:
-Να είναι ευτυχισμένο, ας πούμε.
Η Ζουάνα σήκωσε τα μάτια και τον ατένισε από μακριά έκπληκτη και με κάποια ευθυμία –γιατί; Αναρωτήθηκε θορυβημένος ο Οτάβιου. Έγινε κατακόκκινος σαν να είχε πει καμιά βλακεία. Αυτή τον είδε θυμωμένο και μαζεμένο, χωμένο στην καρέκλα, προσβεβλημένο και διαλυμένο σαν να τον είχαν φτύσει κατά πρόσωπο. Ακίνητη, έγειρε, εντούτοις, προς το μέρος του, γεμάτη συμπόνια και πιότερο κι από συμπόνια –έσφιξε τα χείλη, σαστισμένη- γεμάτη από μιαν αγάπη που θρηνούσε. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της σε μια προσπάθεια να μην τον βλέπει πια, να μην τον αγαπάει πια. Κατά βάθος, μπορούσε ακόμα να ενωθεί με τον Οτάβιου κι εκείνος ούτε που φανταζόταν μέχρι ποιού σημείου. ‘Ισως να αρκούσε να του μιλήσει για τους φόβους του, για παράδειγμα, συνοψίζοντας σε λέξεις κείνη την αίσθηση ντροπής και δειλίας σαν φώναζε το γκαρσόνι με δυνατή φωνή, εις ευήκοον όλων και μόνο εκείνος δεν έπαιρνε χαμπάρι. Η Ζουάνα ξέσπασε σε γέλια. Θα του άρεσε του Οτάβιου να το μάθει αυτό. Θα επέστρεφε ακόμη σ΄αυτόν, ελαχιστοποιώντας την επιθυμία της να τραπεί σε φυγή, σαν έβλεπε τον εαυτό της ανάμεσα σε κόσμο χαμογελαστό κι εκείνη να μην ξέρει πού να τοποθετήσει τον εαυτό της και να διαπιστώσει ότι διαθέτει σαρκίο. ‘Η μπορεί και να έσφαλλε και η εξομολόγηση να μην τους τιμούσε με την παρουσία της. Το ίδιο, όπως όταν ήταν μικρή που φανταζόταν πως αν μπορούσε να διηγηθεί σε κάποιον το «μυστήριο του λεξικού» τότε θα γινόταν ένα με αυτόν τον κάποιο… Έτσι, μετά το λ ήταν μάταιο να ψάξει για το ι... Μέχρι το λ τα γράμματα ήσαν αδερφάκια, σαν χυμένα φασόλια στο τραπέζι τής κουζίνας. Αλλά μετά το λ προχωρούσαν ακάθεκτα σοβαρά, συμπαγή και ποτέ δε μπορούσες να βρεις ανάμεσά τους, για παράδειγμα, γράμμα εύκολο σαν το α. Χαμογέλασε, άνοιξε τα μάτια σιγά-σιγά και τώρα ήσυχη, πιο αδύναμη, μπορούσε να τον αντιμετωπίσει ψυχρά κατά μέτωπο.
- Ξέρεις πολύ καλά πως δεν πρόκειται για αυτό. Αχ! βρε Οτάβιου, Οτάβιου… -μουρμούρισε ύστερα από μια στιγμή, η φλόγα άξαφνα ζωντανεμένη- τι μας συμβαίνει στο κάτω-κάτω, τι είναι αυτό που μας συμβαίνει;
Η φωνή του Οτάβιου ήταν τραχιά και ο ρυθμός γοργός σαν απάντησε:
- Εσύ με άφηνες πάντα μόνο μου.
- Όχι…- έκανε αλαφιασμένη αυτή-. Είναι που όλα όσα έχω δεν δίνονται. Ούτε παίρνονται. Μπορώ να πεθάνω από δίψα μπρος στα ίδια μου τα μάτια. Η μοναξιά είναι συνάφεια της ίδιας μου της ύπαρξης...
- Όχι, έκανε εκείνος πεισματωμένος, με ανταριασμένα μάτια. Με άφηνες μόνο μου γιατί έτσι ήθελες, γιατί έτσι ήθελες.
- Δε φταίω, φώναξε η Ζουάνα, πίστεψε με… Είναι χαραγμένο μέσα μου πως η μοναξιά προέρχεται από το ότι κάθε κορμί διαθέτει αθεράπευτα το δικό του τέλος, είναι χαραγμένο μέσα μου πως η αγάπη υποχωρεί στο θάνατο… Η παρουσία μου υπήρξε πάντα αυτή η ένδειξη…
- Όταν εγώ ήρθα κοντά σου, είπε κείνος σαρδόνια, σκέφτηκα πως θα με δίδασκες κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Είχα ανάγκη, συνέχισε πιο σιγαλά, εκείνο που μάντευα σ’ εσέναν κι εσύ πάντα μου το αρνήθηκες.
-Όχι, όχι…μίλησε κείνη καταπτοημένη. Πίστεψε με Οτάβιου, οι πιο αληθινές μου γνώσεις διαπέρασαν το δέρμα μου, φτάνοντας με σχεδόν στην προδοσία… Όλα όσα ξέρω ποτέ δεν τα διδάχθηκα και ποτέ δε θα μπορούσα να τα διδάξω.
Έμειναν σιωπηλοί για λίγο. Μια σύντομη στιγμή η Ζουάνα είδε τον εαυτό της καθισμένο δίπλα στον πατέρα της, με έναν φιόγκο στα μαλλιά, σε μια αίθουσα αναμονής. Ο πατέρας ήταν αναμαλλιασμένος, λίγο βρώμικος, μες στον ιδρώτα, με χαρούμενη διάθεση. Εκείνη ένιωθε τον φιόγκο πάνω από όλα. Είχε παίξει ξυπόλητη στο χώμα κι είχε βάλει βιαστικά τα παπούτσια της χωρίς να πλύνει τα πέλματα που τώρα τρίζανε απελπιστικά μέσα στο δέρμα των παπουτσιών. Πώς μπορούσε να ‘ναι τόσο ανέμελος ο πατέρας της, σαν να μην είχε προσέξει ότι η κατάσταση και των δυο τους ήταν άθλια, πως ούτε καν τους κοιτούσε κανείς; Αλλά εκείνη ήθελε να δείξει σε όλους πως έτσι θα εξακολουθούσαν να φέρονται, πως ο πατέρας της ήταν δικός της, πως θα τον προστάτευε, πως ποτέ των ποτών δεν θα έπλενε τα πόδια της. Είδε τον εαυτό της καθισμένο δίπλα στον πατέρα της και δεν ήξερε τι είχε συμβεί μία στιγμή πριν από το δείπνο και μία στιγμή μετά. Μόνο μια σκιά κι αυτή αναδιπλώθηκε στον εαυτό της ακούγοντας τη μουσική της σύγχυσης να σιγοψιθυρίζει στα τρίσβαθά της, ανέγγιχτη, τυφλή.
- Εντούτοις, συνέχισε ο Οτάβιου, εσύ η ίδια το είπες: υπάρχει μια στιγμή στη χαρά της δύναμης που ξεπερνάει τον φόβο του θανάτου. Δύο άνθρωποι που ζουν μαζί -συνέχισε σιγανότερα- προσπαθούν, ίσως, να φτάσουν αυτή τη στιγμή. Εσύ δεν το θέλησες.
Εκείνη δεν απάντησε. Κάθε φορά που εκείνη δεν του απαντούσε, αυτός τρόμαζε, επέστρεφε στην παιδική του ηλικία, σε θυμωμένους ανθρώπους κι αυτός αναγκασμένος να υπόσχεται, να δείχνει ευχάριστος, γεμάτος τύψεις. Θυμήθηκε ένα παλιό του σφάλμα σε σχέση με την Ζουάνα και προσπάθησε να απελευθερωθεί απ’ αυτό αμέσως για να μην τον ξαναβαρύνει ποτέ πια. Κι ακόμα, αν και ήξερε ότι μιλούσε εκτός θέματος, δε μπόρεσε να συγκρατήσει τον εαυτό του:
- Δίκιο έχεις, Ζουάνα: ό,τι φτάνει ως εμάς είναι ακατέργαστη ύλη, τίποτα όμως δεν ξεφεύγει από τη μεταμόρφωση, ξεκίνησε να λέει κι αμέσως το πρόσωπό του καλύφθηκε από ντροπή μπρος στα σηκωμένα φρύδια της Ζουάνας. Πιέστηκε να συνεχίσει –Θυμάσαι που μου είπες μια μέρα: «ο σημερινός σου πόνος θα είναι η αυριανή σου χαρά’ τίποτα δεν ξεφεύγει από τη μεταμόρφωση». Δεν το θυμάσαι; ΄Ισως και να μην ήταν ακριβώς έτσι…
– Το θυμάμαι.
- Εντάξει… Εκείνη τη στιγμή δεν θεώρησα ότι ήσαν απλές κουβέντες. Μέχρι που θύμωσα, θαρρώ…
- Ναι… -έκανε η Ζουάνα.- Μου είπες ότι αν σε πόναγε το συκώτι σου θα ερχόμουν να καταθέσω στα πόδια σου την ίδια άχρηστη γενναιοδωρία.
- Ναι, ναι, έτσι ακριβώς, είπε με βιασύνη ο Οτάβιου, τρομαγμένος. Κι εσύ μου φάνηκε πως ούτε καν δείλιασες. Κοίτα να δεις, όμως, νομίζω ότι δε στο έχω πει: μετά κατάλαβα ότι δεν υπήρχε επιφανειακός πλούτος σε όσα είχες πει…Νομίζω ότι ποτέ δεν στο εξομολογήθηκα αυτό, ή όχι; Κοίταξε, μέχρι που έφτασα στο σημείο να υποθέσω πως σ’ αυτή τη φράση βρίσκεται η αλήθεια. Τίποτα δεν ξεφεύγει από τη μεταμόρφωση… -Κοκκίνισε-. Μπορεί να είναι εκεί το μυστικό, αυτό μπορεί να μάντεψα σ’ εσέναν… Υπάρχουν ορισμένες παρουσίες που επιτρέπουν τη μεταμόρφωση.
Καθώς εκείνη εξακολουθούσε να σωπαίνει, αυτός πήρε και πάλι θάρρος.
- Εσύ υπόσχεσαι πάρα πολύ….Όλες οι δυνατότητες που προσφέρεις στους ανθρώπους, μέσα σ’ αυτούς τους ίδιους, μ’ ένα σου βλέμμα…δεν ξέρω πια. Κι όπως εκείνη δεν έδειξε να παίρνει υπεροπτικό ύφος ή να καταβαραθρώνεται όταν ειρωνεύτηκε ο Οτάβιου για πρώτη φορά σχετικά με την άχρηστη γενναιοδωρία της, έτσι και τώρα δεν έδειξε να χαίρεται με την ταπεινοσύνη του. Αυτός την κοίταξε. Και ξανά δεν ήξερε τον τρόπο να βρει σημείο επαφής με εκείνη τη γυναίκα. Και πάλι τον νικούσε εκείνη.
Σιωπή επικρατούσε στο δωμάτιο και το φως και το κενό αναπαύονταν πάνω στα λευκά πλήκτρα του ανοιχτού πιάνου. Κάτι είχε πεθάνει, σιγά-σιγά, αληθινά. Θα ήταν μάταιη η προσπάθεια να ξαναστήσουν στα πόδια της τη χαρά να ξαναζήσουν εκείνη τη στιγμή.
- Και τώρα, τι κάνουμε; Μουρμούρισε ο Οτάβιου κι αυτή τη φορά υπέκυψε στο βάθος των πραγμάτων, παρασυρόμενος από την αλήθεια της Ζουάνας.
- Δεν ξέρω. Είπε.
Ο Οτάβιου την παρατήρησε εξονυχιστικά. Σε τι καθρεφτιζόταν εκείνη, τόσο απόμακρη; Έμοιαζε σαν να συγκρατιόταν στο κέντρο κάποιου πράγματος που κινιόταν, με το σώμα μετέωρο, δίχως στήριγμα, σχεδόν ανύπαρκτο. Όπως όταν άρχιζε να διηγείται γεγονότα του παρελθόντος κι αυτός μάντευε ότι έλεγε ψέματα. Τότε το κεφάλι της Ζουάνας ταλαντευόταν ανάλαφρο, έσκυβε σιγά- σιγά το κεφάλι, το ξανασήκωνε, ψέλλιζε, υπήρχε ένας σταθερός και μπαγαπόντης πυρήνας στην αρχή και ύστερα όλα γίνονταν ρευστά κι αθώα. Η έμπνευση καθοδηγούσε τις κινήσεις της. Κι Οτάβιου την κοιτούσε έχοντας ξεχάσει τον εαυτό του. Στο τέλος, η αγωνία έσφιγγε την καρδιά του γιατί αν ήθελε να την αγγίξει δεν θα μπορούσε, είχε φτιαχτεί γύρω από κείνη την ύπαρξη ένας κύκλος που του ήταν αδύνατο να διασχίσει, αψηλάφητος, απομονώνοντας την. Πίκρα τον κατάκλυζε τότε γιατί δεν την αισθανόταν σαν γυναίκα και η ιδιότητά του ως άντρα καταντούσε άχρηστη αφού εκείνος δεν μπορούσε να είναι παρά μόνο άντρας. Στον κήπο της ξαδέρφης Ιζαμπέλ άνθιζαν στο παρελθόν λευκά τριαντάφυλλα. Αυτός τα κοίταζε συχνά μπερδεμένος, αγνοώντας πώς να τα κόψει γιατί μπρος τους η μοναδική δύναμη που διέθετε, να είναι παιδί, ήταν μάταιη. Τα έφερνε κοντά στο πρόσωπό του, στα χείλια του, τα μύριζε. Εκείνα εξακολουθούσαν να τρέμουν λεπτεπίλεπτα μα ακμαία. Αν είχαν, τουλάχιστον, μεγάλα πέταλα –συνήθιζε να αναλογίζεται- αν ήταν, τουλάχιστον, σκληρά… αν πέφτοντας, τουλάχιστον, πατικώνονταν όχι μόνο μ’ έναν ξερό ήχο… Νιώθοντας να τον κατακλύζει η χάρη των λουλουδιών που ολοένα μεγάλωνε, όπως εκείνη της Ζουάνας, όπως εκείνη της Ζουάνας όταν έλεγε ψέματα, τον έπιανε ένας ανίσχυρος θυμός: τα έλιωνε με το χέρι, τα μασούσε, τα κατάστρεφε.
Κοιτάζοντας την τώρα, χωρίς να μπορεί να καθορίσει εκείνο το πρόσωπο, θέλησε να αναβιώσει την παλιά αίσθηση, να επιστρέψει στον κήπο της ξαδέρφης Ιζαμπέλ.
Αλλά αντί για οποιαδήποτε άλλη σκέψη, κατάλαβε ξαφνικά ότι η Ζουάνα επρόκειτο να φύγει. Ναι, αυτός θα συνέχιζε, υπήρχε η Λίντια, το παιδί, αυτός ο ίδιος. Εκείνη θα έφευγε, το ήξερε…Αλλά τι σημασία είχε, δε χρειαζόταν τη Ζουάνα. ‘Όχι, «δεν την χρειαζόταν» αλλά «δε μπορούσε». Κι άξαφνα, δεν αντιλαμβανόταν πώς είχε ζήσει τόσον καιρό στο πλάι της, κι είχε την αίσθηση ότι μετά το φευγιό της θα έπρεπε, απλώς, να ενώσει το παρόν με εκείνο το μακρινό παρελθόν, με το σπίτι της ξαδέρφης Ιζαμπέλ, τη Λίντια-αρραβωνιαστικιά, τα σχέδια για ένα σοβαρό βιβλίο, τα δικά του εύθραυστα βασανιστήρια, γλυκά και απωθητικά σα διαστροφή, με εκείνο το παρελθόν που είχε μόλις διακόψει η Ζουάνα. Θα ήταν ωραίο να λευτερωθεί από κείνην, να κάνει το προσχέδιο για το βιβλίο του Δημοσίου Δικαίου. ‘Εβλεπε ήδη τον εαυτό του να περπατάει ανάμεσα στα πράγματά του με οικειότητα.
Τον είδε, όμως, με παράξενη και κωμική διαύγεια, ένα ίσως βράδυ, να νιώθει στο στήθος έναν διαπεραστικό πόνο, μισοκλείνοντας τα μάτια, ξέροντας πως τα χέρια του ήσαν άδεια, χωρίς καν να τα κοιτάξει. Η ακαθόριστη αίσθηση του χαμού σαν η Ζουάνα θα τον άφηνε…Εκείνη θα αναδυόταν μέσα του, όχι στο μυαλό του σαν κοινή ανάμνηση, παρά στο κέντρο του κορμιού του, ασαφής και διαυγής, διακόπτοντας τη ζωή του σαν χαρμόσυνη κωδωνοκρουσία. Θα υπέφερε σαν να έλεγε απίστευτα ψέματα, μα και σαν να μην ήταν σε θέση να εξώσει την παραίσθηση και σαν να την επιζητούσε ολοένα και περισσότερο σαν αέρα που στο εσωτερικό του σώματος μπορεί να μετουσιωθεί ευλογημένα σε νερό. Θα ένιωθε τον χώρο μέσα στην καρδιά του ανοιχτό και διάφανο, όπου κανένας από τους σπόρους που θα έριχνε η Ζουάνα δεν θα μπορούσε να γίνει δάσος, αφού εκείνη ήταν ανίσχυρη σαν μελλοντική σκέψη. Μα, ήταν δική του, ναι, βαθύτατα, διάχυτα σαν μουσική που είχε ακουστεί. Δική μου, δική μου, μη φεύγεις! Εκλιπάρησε από τα κατάβαθά του.
Δε θα ξεστόμιζε, όμως, τέτοιες λέξεις γιατί επιθυμούσε διακαώς να φύγει εκείνη, δεν ήξερε τι να κάνει με τη Ζουάνα αν έμενε. Θα γύριζε στη Λίντια, εγκυμονούσα και ψηλή. Μετά από ένα λεπτό είχε αποκτήσει επίγνωση ότι είχε επιλέξει να απαρνηθεί εκείνο που ήταν το πολυτιμότερο πράγμα της ύπαρξής του, εκείνη την ελάχιστη αναλογία πόνου που κατάφερνε να ζήσει στο πλευρό της Ζουάνας. Και μετά ένα λεπτό πόνου, σαν να αφηνόταν στον εαυτό του, με τα μάτια του να καίνε από την κούραση, αισθάνθηκε την αδυναμία να επιθυμήσει κάτι μελλοντικό, κάτι παραπάνω. Σαστισμένος, παρευρισκόταν, εν κατακλείδι, στη βίαιη και παράδοξη κάθαρσή του, σαν να εισέδυε αργά-αργά σε ένα κόσμο ανόργανο.
-Θέλεις, στ’ αλήθεια, ένα παιδί; Ρώτησε τη Ζουάνα, γιατί, με φόβο μπρος στη μοναξιά όπου είχε εισχωρήσει, πεθύμησε ξάφνου να ενωθεί με τη ζωή, στηριζόμενος στη Ζουάνα μέχρι να μπορέσει να στηριχτεί στη Λίντια, σαν κάποιος που διασχίζει μιάν άβυσσο και πιάνεται από πετρούλες ίσαμε να φτάσει στην μεγαλύτερη.
- Δεν θα ξέραμε πώς να το ζήσουμε, έφτασε η φωνή της Ζουάνας.
- Ναι, δίκιο έχεις… -έκανε κείνος τρομαγμένος. Και πεθύμησε με ξαφνική βιαιότητα την παρουσία της Λίντιας. Να γυρίσει για πάντα. Κατάλαβε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία του νύχτα με τη Ζουάνα, η τελευταία, η τελευταία…
- Όχι… μπορεί και να ‘χεις δίκιο, συνέχισε η Ζουάνα. Δεν τα σκέφτεται ίσως κανείς αυτά πριν να κάνει ένα παιδί. Ανάβουμε ένα φως πολύ δυνατό, όλα είναι ξάστερα και βέβαια, πίνουμε τσάι κάθε βράδυ, κεντάμε, πάνω απ’ όλα ένα φως πιο δυνατό από τούτο δω. Και το παιδί ζει. Αληθεύει αυτό….όπως και ότι δεν θέλεις να φοβάσαι για τη ζωή του παιδιού της Λίντιας…
Ούτε ένας μυς δεν κουνήθηκε στο πρόσωπο του Οτάβιου, τα μάτια του ούτε καν βλεφάρισαν. Αλλά όλο του το είναι συμπυκνώθηκε κι η χλομάδα του έλαμψε σαν κερί αναμμένο. Η Ζουάνα συνέχιζε να μιλάει αργά, μα εκείνος δεν την άκουσε γιατί, ξαφνικά, χωρίς καν να το σκεφτεί, ο θυμός άρχισε να του ανεβαίνει από την βαριά του καρδιά, του βούλωσε τ’ αυτιά, του θόλωσε τα μάτια. Αυτό που…ξιφουλκούσε μέσα του, η οργή, αδέξια και λαχανιασμένα, έτσι, λοιπόν, ήξερε για τη Λίντια, για το παιδί…ήξερε και σώπαινε…Με εξαπατούσε… -Το ασφυκτικό βάρος βάραινε ολοένα και περισσότερο τα σώψυχά του.- Αποδεχόταν ήρεμα το όνειδός μου, συνέχιζε να κοιμάται στο πλευρό μου, να με υπομένει….από πότε; Γιατί; Για τ’ όνομα του Θεού, γιατί;
- Άτιμη.
Η Ζουάνα αναπήδησε, σήκωσε το κεφάλι.
-Άθλια.
Η φωνή του μόλις και συγκρατιόταν μες στον λάρυγγά του, οι φλέβες στον λαιμό του και στο κεφάλι του χτυπούσαν, χοντρές, με κόμπους, θριαμβεύτριες.
- Η θεία σου δεν σε είπε οχιά; Οχιά, ναι, οχιά, οχιά, οχιά!
Τώρα φώναζε υστερικά, χωρίς να μπορεί να κυριαρχήσει στον εαυτό του. Οχιά. Κάθε κραυγή, μόλις απελευθερωνόταν από την συγκλονισμένη της πηγή, έπαλλε στον αέρα σχεδόν χαρμόσυνα. Εκείνη τον παρατηρούσε να γρονθοκοπάει το τραπέζι με τις γροθιές του, τρελαμένος, κλαίγοντας από λύσσα. Για πόσο; Διότι η Ζουάνα είχε απόλυτη συνείδηση ότι, σαν μακρινή μουσική, όλα συνέχιζαν να υφίστανται κι οι κραυγές δεν ήσαν μεμονωμένες σαϊτιές, αλλά ότι συγχωνεύονταν σε ό,τι υπάρχει. Ίσαμε που, άξαφνα, εξαντλημένος και άδειος, έκατσε σε μια καρέκλα, αργά-αργά. Με το πρόσωπο χαλαρωμένο, τα μάτια αδειανά, βάλθηκε να παρατηρεί επίμονα ένα σημείο στο πάτωμα.
Βυθίστηκαν κι οι δυο τους σε μια σιωπή ήρεμη και μοναχική. Μπορεί και να περάσαν χρόνια. Όλα ήσαν ξάστερα, σαν αιώνιο αστέρι κι εκείνοι παρέμεναν τόσο ήσυχοι που μπορούσαν να νιώσουν τον μελλοντικό χρόνο να στριφογυρίζει τόσο ξεκάθαρα μέσα στα σώματά τους με το βάρος του παρελθόντος, που μακρύ και στιγμή την στιγμή είχαν μόλις βιώσει.
Μέχρι που το πρώτο γλαυκό φως της αυγής άρχισε να διαλύει τη νύχτα. Στον κήπο, το σκοτάδι σκιζόταν σαν πέπλο και οι ηλίανθοι τρεμούλιαζαν από το αεράκι που έπαιρνε να σηκώνεται. Τα φωτάκια, όμως, τρεμόσβυναν ακόμα στο βάθος μακριά, πέρα από τη θάλασσα.
Το φευγιό των αντρών
Την επομένη έλαβε ένα γράμμα από τον άντρα που την αποχαιρετούσε:
«Πρέπει να φύγω. Ήρθαν να με πάρουν, Ζουάνα, θα γυρίσω. Περίμενέ με. Ξέρεις ότι δεν είμαι τίποτα. Θα γυρίσω. Ούτε που θα μπορούσα να δω ή ν’ ακούσω χωρίς εσένα. Αν μ’ αφήσεις θα ζήσω όσο μπορεί να κρατηθεί στον αέρα ένα πουλί χωρίς να κουνήσει τις φτερούγες του, μετά θα πέσω. Θα πέσω και θα πεθάνω, Ζουάνα. Αν δεν πεθαίνω τώρα είναι γιατί θα γυρίσω, δε μπορώ να σου εξηγήσω άλλο, αλλά μπορώ να δω μέσα από σένα. Ο Θεός να με βοηθήσει και να σε βοηθήσει, μοναδική μου αγάπη. Θα γυρίσω. Ποτέ δε σου είχα μιλήσει τόσο πολύ όσο τώρα, μα δεν αθετώ την υπόσχεση, ή λαθεύω; Σε καταλαβαίνω τόσο καλά… Όλα όσα χρειάζεσαι από μέναν, πρέπει να τα τηρήσω. Ο Θεός να σ’ έχει καλά. Σου στέλνω το μενταγιόν μου με τον ΄Αγιο Χριστόφορο και την Αγία Τερέζα».
Δίπλωσε το γράμμα προσεκτικά. Θυμήθηκε το πρόσωπο τού άντρα της τις τελευταίες μέρες, τα υγρά του μάτια, αναστατωμένα, σαν άρρωστου γατιού. Και γύρω-γύρω τους το δέρμα σκούρο και κοκκινωπό, σαν ηλιοβασίλεμα. Κατά πού να είχε τραβήξει; Η ζωή του ήταν σίγουρα αναστατωμένη. Αναστατωμένη από τα γεγονότα. Και κατά κάποιον τρόπο της φαινόταν ότι εκείνος ήταν άσχετος με τα γεγονότα. Η γυναίκα που τον στήριζε, κείνη η αφηρημάδα για τον εαυτό του, σαν κάποιος χωρίς αρχή και χωρίς να περιμένει ένα τέλος… Πού να είχε πάει; Είχε υποφέρει πολύ τις τελευταίες μέρες. Θα έπρεπε να του είχε μιλήσει, το προσπάθησε κι όλας, αλλά ύστερα, αποστασιοποιημένη, κλεισμένη στον εγωισμό της, τον ξέχασε.
Πού να είχε πάει; Αναρωτήθηκε με τα χέρια αδειανά. Ο ανεμοστρόβιλος γύριζε, ολοένα γύριζε κι αυτή βρισκόταν και πάλι στην αρχή της διαδρομής. Κοίταξε το γράμμα, με τα μικρά κι αβέβαια γράμματα, με τις προτάσεις να έχουν γραφτεί με προσοχή και δυσκολία. Ξαναείδε το πρόσωπο του εραστή της και ξαναγάπησε κείνα τα καθαρά χαρακτηριστικά. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και ένιωσε και πάλι τη μυρωδιά που ερχόταν από τους διαδρόμους αυτού του ανεξερεύνητου σπιτιού, με ένα μόνο υπνοδωμάτιο σε κοινή θέα, όπου είχε ξαναγνωρίσει τον έρωτα. Μυρωδιά από σάπια μήλα, που ερχόταν από τους τοίχους, από τα βάθη του. Ξαναείδε το στενό κρεβάτι που είχαν αντικαταστήσει με ένα μεγάλο και μαλακό, η χαρούμενη αιδημοσύνη με την οποία είχε ανοίξει την πόρτα ο άντρας κείνη τη μέρα, κοιτάζοντας τη Ζουάνα, προκαταλαμβάνοντας την έκπληξή της. Το καραβάκι πάνω στα καταπράσινα κύματα, να βυθίζεται σχεδόν. Έκλειναν λίγο τα βλέφαρα και το καραβάκι κουνιόταν. Μα όλα γλιστρούσαν από πάνω της, τίποτα δεν την είχε υπό την κυριαρχία του… Στο τέλος – τέλος, μόνο μια παύση, μια μόνο νότα, αδύναμη και καθαρή. Αυτή που είχε βιάσει την ψυχή κείνου του άντρα, που την είχε γεμίσει με ένα φως του οποίου εκείνος δεν είχε ακόμη αντιληφθεί το κακό. Αυτή που μόλις και την είχαν αγγίξει. Μια παύση, μια ανάερη νότα, δίχως ηχώ…
Και ξανά τώρα ένας κύκλος ζωής που ολοκληρωνόταν. Κι εκείνη στο σπίτι, ήσυχη και τηρώντας σιωπή για τον Οτάβιου, νιώθοντας την απουσία του σε κάθε μέρος όπου την προηγούμενη μέρα ζούσαν ακόμα τα πράγματά του κι όπου τώρα βασίλευε ένα κενό σκεπασμένο ελαφρά από σκόνη. Ευτυχώς που δεν τον είχε δει να φεύγει. Ευτυχώς, τις πρώτες στιγμές, με το που αντελήφθη με πόνο το φευγιό του, πίστευε πως ο εραστής της ήταν ακόμα υπό την κατοχή της. «Με το που αντελήφθη το φευγιό του Οτάβιου»; Αναλογίστηκε. Μα, γιατί να πει ψέματα; Κείνη που είχε φύγει ήταν αυτή η ίδια κι ο Οτάβιου το ήξερε αυτό.
Έβγαλε
τα ρούχα που είχε φορέσει για να πάει να δει τον άντρα. Η γυναίκα με τα υγρά και χαλαρά χείλη θα
πρέπει να υποφέρει αυτή τη στιγμή, μόνη και γριά στο μεγάλο σπίτι. Η Ζουάνα
ούτε που ήξερε τ΄όνομά του… Δεν ήθελε να το ξέρει του είπε: θέλω να σε γνωρίσω από άλλες πηγές, ν’
ακολουθήσω την ψυχή σου από άλλους δρόμους, δεν επιθυμώ τίποτα απολύτως από την περασμένη σου ζωή,
ούτε το όνομά σου, ούτε τα όνειρά σου, ούτε την ιστορία του μαρτυρίου σου’ το
μυστήριο μαρτυράει περισσότερα από τη διαφάνεια. Ούτε και θα διερευνήσεις
οτιδήποτε για μένα’ είμαι η Ζουάνα, εσύ
είσαι ένα ζωντανό κορμί, τίποτα περισσότερο.
Αχ τρελή, τρελή, ίσως και να
είχες υποφέρει και αγαπήσει, αν ήξερες τ’ όνομά του, τις ελπίδες και τους
καημούς του. Αληθεύει πως η σιωπή
ανάμεσά τους ήταν πιο απόλυτη έτσι. Μα, σε τι χρησίμευε... Σώματα, μονάχα, που
ζούσαν. Όχι, όχι, καλύτερα έτσι: ο
καθένας με το σώμα του, να τον ωθεί προς τα μπρος, θέλοντας να ζήσει αδηφάγα.
Προσπαθώντας να μειώσει τον άλλο, με απληστία, ζητώντας ύπουλα και κιοτεύοντας
συγκινητικά να υπάρξει καλύτερα, καλύτερα. Είχε συνείδηση της μοναξιάς στην
οποία ήταν κλεισμένη, καταμεσής ενός άδειου σπιτιού. Ο Οτάβιου βρισκόταν με τη
Λίντια, το ένιωσε, πασχίζοντας στο πλάι της εγκύου, γεμάτης με σπόρους για την
ανθρωπότητα.
Πλησίασε στο παράθυρο, ένιωσε ψύχρα στους ξέσκεπους ώμους της. Κοίταξε στο έδαφος, όπου τα φυτά ζούσαν ήρεμα. Ο κόσμος κινιόταν κι εκείνη βρισκόταν πάνω του, όρθια. Δίπλα σ’ ένα παράθυρο κι ουρανός από πάνω, ατελείωτη διαύγεια. ‘Ηταν περιττό να καταφύγει στον πόνο τής κάθε περίπτωσης, να επαναστατήσει ενάντια στα γεγονότα, διότι τα γεγονότα ήσαν μόνο το σκίσιμο στο ρούχο, και πάλι από την αρχή η σιωπηλή σαϊτα να υποδεικνύει το βάθος των πραγμάτων, ένα ποτάμι που ξεραίνεται κι αφήνει να φανεί η απογυμνωμένη κοίτη.
Η δροσιά της νύχτας έκανε το δέρμα της να ριγήσει, η Ζουάνα δεν κατόρθωσε να σκεφτεί καθαρά, υπήρχε κάτι στον κήπο που την ξωπέταγε μακριά από το επίκεντρό του, την έκανε να αμφιταλαντεύεται… Αφυπνίστηκε. Κάτι προσπαθούσε να κινηθεί εντός της, ανταποκρινόμενο, και από τους σκοτεινούς τοίχους του κορμιού της αναδύονταν λιγνά κύματα, αρχέτυπα δροσερά. Σχεδόν αλαφιασμένη θέλησε να μεταφέρει αυτή την αίσθηση στο ορατό μέρος της συνείδησής της, μα ολοένα και περισσότερο απαλά δάχτυλα την παράσερναν βίαια σε έναν γλυκό ίλιγγο. Λες κι ήταν ξημέρωμα. Εξέτασε τον εαυτό της ενδελεχώς, εξαιρετικά προσεκτική, αίφνης, σαν να είχε προχωρήσει υπερβολικά. Ξημέρωμα;
Ξημέρωμα. Πού να είχε σταθεί, κάποτε, σε ποια γης αλλότρια και μεγαλειώδη είχε σταθεί για να αισθανθεί τώρα τη μυρωδιά της; Ξερά φύλλα σε νοτισμένο χώμα. Της βγήκε η ψυχή, καταπιέζοντας την σιγά-σιγά, άνοιξε, η Ζουάνα δεν ανάσανε για μια στιγμή, καρτερώντας… Ήταν ξημέρωμα, το ήξερε πως ήταν ξημέρωμα… Οπισθοχωρώντας, λες και την τράβαγε το εύθραυστο χεράκι ενός παιδιού, άκουσε, πνιχτά σαν σε όνειρο, κότες να ξεχώνουν το έδαφος. ‘Εδαφος ζεστό, ξηρό…το ρολόι να χτυπάει τιν-ταν…τιν-ταν…ο ήλιος να βρέχει κίτρινα και κόκκινα τριανταφυλλάκια πάνω από τα σπίτια… Αχ Θεέ μου, τι να ‘ταν αυτό αν δεν ήταν αυτή ή ίδια; Μα, πότε; Όχι πάντα…
Τα ρόδινα κύματα σκούραιναν σιγά-σιγά, ο ύπνος ξέφευγε. Τι να ‘ταν αυτό που έχασα; Τι να ‘ταν αυτό που έχασα; Δεν ήταν ο Οτάβιου, ξέμακρος πια, δεν ήταν ο εραστής, ο δυστυχισμένος άνθρωπος δεν υπήρξε ποτέ. Της ήρθε η ιδέα πως τον είχαν συλλάβει, απομάκρυνε τη σκέψη ανυπόμονα, σκάζοντας το, σπεύδοντας… Λες και όλα συμμετείχαν με την ίδια τρέλα, άκουσε, άξαφνα, έναν κόκορα να βγάζει τη βίαιη και μοναχική του κραυγή. Μα, δεν είναι η αυγή, είπε στον εαυτό της τρέμοντας, χαϊδεύοντας το κρύο κεφάλι της… Το κοκόρι δεν ήξερε ότι θα πέθαινε! Το κοκόρι δεν ήξερε ότι θα πέθαινε! Ναι, ναι, τι κάνω, μπαμπά; Α, μάλιστα, έχασα τον μπούσουλα ενός μενουέτου… Ναι,… το ρολόι είχε κάνει τιν-ταν, αυτή σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών και το σύμπαν στριφογύρισε πολύ πιο ανάλαφρα κείνη τη στιγμή. Υπήρχαν λουλούδια σε κάποια γωνιά της γης; Και μια πελώρια επιθυμία να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη ίσαμε να αναμειχθούν το πέρας της με την αρχή των πραγμάτων. Να διαμορφωθεί μία και μοναδική ουσία, ροδαλή και λευκή, αναπνέοντας ήρεμα σαν κοιλιά που ανεβοκατεβαίνει, ανεβοκατεβαίνει… Ή μήπως λάθευε και το αίσθημα αυτό ήταν τωρινό; Κείνο που υπήρχε εκείνη τη μακρινή στιγμή ήταν κάτι πράσινο κι ασαφές, η προσμονή τής συνέχειας, μια ανυπόμονη ή καρτερική; Χώρος κενός…. Σαν τι λέξη να μπορούσε να ξεστομίσει που κείνον τον καιρό κάτι δεν είχε συμπυκνωθεί και ζούσε πιο λεύτερη; Μάτια ανοιχτά, να ταλαντεύονται ανάμεσα σε φύλλα κίτρινα, σύννεφα πάλλευκα και, πολύ πιο κάτω, η πεδιάδα ν’ απλώνεται σαν να τυλίγει τη γης. Και τώρα… Ίσως και να είχε μάθει να μιλάει, αυτό μόνο. Μα οι λέξεις κολυμπούσαν πάνω από τη θάλασσά της, σκληρές, θάλασσα αδιάλυτη. Πρωτύτερα, ήταν η θάλασσα αυτή καθεαυτή. Κι από το παρελθόν έμενε μόνο, κυλώντας μέσα της, ανάλαφρο και τρεμάμενο, λίγο από το αρχέτυπο νερό ανάμεσα σε βότσαλα, φαιό, δροσερό κάτω από τα δέντρα, τα ποικιλόχρωμα φύλλα, νεκρά, στρώνοντας χαλί στις όχθες. Αχ Θεέ μου, τι γλυκά που βυθιζόταν στην απόλυτη έλλειψη κατανόησης του εαυτού της. Και πώς μπόραγε, ακόμη περισσότερο, ν’ αφεθεί στην άμπωτη, συμπαγή και χαλαρή. Και να γυρίσει. Μια μέρα θα ‘πρεπε ν’ αναδιπλωθεί, χωρίς λόγια σκληρά και μοναχικά… Θα ‘πρεπε να λιώσει στα εξ ων συνετέθη και να ξαναγίνει η θάλασσα, απότομη, κραταιή, πλατιά, ακίνητη, τυφλή, ζωντανή. Ο θάνατος θα την ένωνε με την παιδική της ηλικία.
Μα το κιγκλίδωμα της εισόδου είχε φτιαχτεί από άντρες’ κι εκεί στεκόταν, λάμποντας κάτω από τον ήλιο. Το αντελήφθη και, υπό το φως αυτής της αντίληψης ήταν και πάλι μια γυναίκα… Ο θάνατος… Κι άξαφνα, ο θάνατος ήταν μονάχα αναστολή… Όχι, φώναξε τρομαγμένη, όχι στο θάνατο!
Έτρεχε, τώρα, μπροστά από την ίδια, μακριά ήδη από τον Οτάβιου και τον άντρα που είχε εξαφανιστεί. Να μην πεθάνει. Διότι…στην πραγματικότητα, πού ήταν ο θάνατος μέσα της; Αναρωτήθηκε αργόσυρτα, με πονηριά. ‘Ανοιξε διάπλατα τα μάτια της δίχως ακόμα να πιστεύει στην ερώτηση, τόσο καινούργια και εκθαμβωτική που είχε μπορέσει να εφεύρει.
Πήγε στον καθρέφτη, κοιτάχτηκε, ακόμα ζωντανή! Ο λαιμός φωτεινός να αναδύεται από τους εύθραυστους ώμους’ ακόμα ζωντανή! Ψαχουλεύτηκε. Όχι, κοίτα να δεις, δεν υφίσταται η απαρχή του θανάτου μέσα σου! Και σαν να διέτρεχε βίαια το ίδιο της το κορμί, ψαχουλευτά, ένιωσε να βγαίνει από τα σωθικά της ένα αεράκι υγείας, ορθάνοιχτο στην ανάσα της…
Δε μπορούσε, λοιπόν, να πεθάνει, σκέφτηκε αργά-αργά. Μετά ένα λεπτό, η λεπταίσθητη σκέψη πήρε μια βαθιά ανάσα, θέριεψε, ξανάγινε συμπαγής και μονοκόμματη σαν τετράγωνο που προσαρμόζεται στα πλαίσιά του. Χώρος δεν υπήρχε για άλλη παρουσία,για αμφιβολίες. Η καρδιά πάλλουσα με δύναμη, ήχησε προσεκτικά. Γέλασε δυνατά, γέλιο τρεμάμενο και μες απ’ το λαρύγγι. Όχι… Μα ήταν τόσο καθαρό… Δεν θα πέθαινε διότι…διότι δε μπορούσε να σταματήσει. Αυτό είναι, αυτό είναι. Ένα σύντομο όραμα, κάποιου ηλικιωμένου, ίσως μιας γυναίκας, μια ανάμειξη αδιευκρίνιστων φυσιογνωμιών σε μία και μοναδική, κουνώντας το κεφάλι, με άρνηση, γεράζοντας. ‘Όχι, τους είπε απαλά από το βάθος της νέας αλήθειας, όχι… Οι φυσιογνωμίες σβήστηκαν, πάντα αυτή ήταν. Το κορμί της δεν είχε χρειαστεί ποτέ κανέναν, ήταν λεύτερη. Περπάταγε στους δρόμους. ‘Έπινε νερό, είχε διαγράψει το Θεό, τον κόσμο, τους πάντες. Δεν θα πέθαινε. Τόσο εύκολο. Άπλωσε τα χέρια δίχως να ξέρει τι να τα κάνει, από τη στιγμή που γνώριζε. Να χαϊδευτεί, ίσως, να φιλήσει τον εαυτό της, όλο περιέργεια κι ευγνωμοσύνη που αναγνώριζε τον ίδιο της τον εαυτό. Χωρίς να αφεθεί σε εκλογικεύσεις, της φάνηκε τόσο παράλογο να πεθάνει που στάθηκε τώρα κεραυνόπληκτη, γεμάτη τρόμο. Αιώνια; Βίαιη…Ταχύτατες και λαμπερές σκέψεις, σαν εκλάμψεις που διασταυρώνονταν ηλεκτρισμένα, συγχωνευμένες πιότερο σε αισθήσεις παρά σε σκέψεις. Άλλαζε δίχως μετάβαση, με αργόσυρτους πήδους, από μέρος σε μέρος, ολοένα και ψηλότερους, ξάστερους και έντονους. Και από στιγμή σε στιγμή βυθιζόταν ολοένα και βαθύτερα εντός της, σε σπηλιές με γαλακτόχρωμο φως, με ανάσα πάλλουσα, γεμάτη φόβο κι ευτυχία, όπως, ίσως, στη βύθιση όταν αποκοιμιέται κάποιος.
Η διαίσθηση ότι εκείνες οι στιγμές ήσαν εύθραυστες την έκανε να κινείται ανάλαφρα, από φόβο μήπως φθείρει, κουνήσει βίαια και διαλύσει εκείνο το θαύμα, την τρυφερή ύπαρξη από φως κι αέρα που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα τ
Ξαναπλησίασε στο παράθυρο, ανασαίνοντας προσεκτικά. Έχοντας καταδυθεί σε μια χαρμοσύνη τόσο λεπταίσθητη και έντονη όπως το κρύο του πάγου, σχεδόν όπως η αντίληψη της μουσικής. Με τα χείλη τρεμουλιαστά, σοβαρά. Αιώνια, αιώνια. Απαστράπτοντας και δίχως σχήμα διαδέχονταν απλωμένες γαίες στο χρώμα του κάστανου πρασινόχρωμα ποτάμια που σπίθιζαν κυλώντας με ορμή και ρυθμό. Υγρά αστραποβόλα σα φωτιές που χύνονται από το εσωτερικό τού διάφανου κορμιού της με πελώρια κανάτια… Αυτή να μεγαλώνει πάνω στην πνιγηρή γης, διαιρούμενη σε εκατομμύρια ζώντα μόρια, γεμάτα με τη σκέψη της, τη δύναμή της, την ασυνειδησία της… Διασχίζοντας την ασυννέφιαστη διαύγεια ανάλαφρα, περπατώντας, πετώντας…
Ένα πουλί, εκεί έξω, πέρασε πριονίζοντας τον αέρα.
Διάσχισε τον καθαρό αέρα κι εξαφανίστηκε στην πυκνότητα ενός δέντρου.
Η σιωπή έμεινε να σπαρταράει πίσω του με μικρά θροϊσματα.
Για πόσο το παρατηρούσε δίχως να το αντιληφθεί;
Αχ, θα πέθαινε!
Θα πέθαινε, ναι. Έτσι απλά, όπως είχε πετάξει το πουλί. Έγειρε το κεφάλι στη μια πάντα, απαλά, σαν ήσυχη τρελή: μα είναι εύκολο, τόσο εύκολο…ούτε καν έξυπνο… είναι ο θάνατος που θα ’ρθει, που θα ‘ρθει… Πόσα δευτερόλεπτα είχαν περάσει; ‘Ένα ή δύο. Ή και περισσότερα. Το κρύο. Κατάλαβε ότι από θαύμα είχε αντιληφθεί τώρα αυτές τις σκέψεις, που ήσαν τόσο βαθιές που είχαν γλιστρήσει κάτω από άλλες, υλικές και εύκολες, συγχρόνως. Ενόσω είχε ζήσει μες στον ύπνο της, είχε παρατηρήσει τα πράγματα γύρω της, τα είχε χρησιμοποιήσει νοητά, νευρικά, σαν κάποιον που γραπώνεται από την κουρτίνα ενώ κοιτάζει το τοπίο. Έκλεισε τα μάτια της, γλυκά ήρεμη και αποκαμωμένη, τυλιγμένη σε μακριά, σταχτόχρωμα πέπλα. Για ένα λεπτό ένιωσε την απειλή της ακατανοησίας να γεννιέται από τα μακρυσμένα σωθικά της σαν κύμα αίματος. Αιωνιότητα είναι να μην υπάρχεις, ο θάνατος είναι η αθανασία, ακόμα ανέμιζαν διάσπαρτα υπολείμματα θύελλας. Και δεν ήξερε πια με τι να τα συσχετίσει, τόσο αποκαμωμένη.
Η βεβαιότητα της αθανασίας είχε τώρα εξανεμιστεί για πάντα. Μία ή δύο φορές στη ζωή της –μία, ίσως, όταν έπεφτε το βράδυ, σε μια στιγμή έρωτα, τη στιγμή του θανάτου- θα είχε το εξαίσιο δημιουργικό ασυνείδητο, την οξεία και τυφλή διαίσθηση ότι ήταν αληθινά αθάνατη στο διηνεκές.
Το ταξίδι
Αδύνατο να το εξηγήσει. Απομακρυνόταν από κείνη την περιοχή όπου τα πράγματα είχαν μορφή καθορισμένη κι αιχμηρή, όπου όλα είχαν ένα κι αμετάβλητο όνομα. Βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο μέσα στη ρευστή περιοχή, ήρεμη και χαλαρή, όπου απάγκιαζε η ομίχλη αραιή και δροσερή όπως στο γλυκοχάραμα. Γλυκοχάραμα που αχνοφαίνεται στον κάμπο. Στη φυτεία του θείου της ξύπνησε μες στην άγρια νύχτα. Τρίζανε οι τάβλες του παλιού σπιτιού. Από ‘κει πάνω, στο πρώτο πάτωμα, ανοιχτό στον σκοτεινό ορίζοντα, βύθισε τα μάτια κάτω στο έδαφος, ψάχνοντας τα φυτά που συστρέφονταν σα φίδια. Κάτι καιροφυλαχτούσε μες στη νύχτα, παραμόνευε, παραμόνευε, μάτια σκύλου τεντωμένου που αγρυπνά. Η σιωπή χτυπούσε στο αίμα κι εκείνη αγκομαχούσε μαζί της. Ύστερα, η αυγή γεννήθηκε πάνω απ’ τα χωράφια, ροδαλή, υγρή. Τα φυτά ήσαν και πάλι πράσινα κι αγνά, οι μίσχοι τρεμάμενοι, ευαίσθητοι στο φύσημα τ’ ανέμου, γέννα από τον θάνατο. Κανένα σκυλί δεν αγρυπνούσε πια στη φυτεία, τώρα όλα ήσαν ένα κι ενιαίο σύμπαν, ανάλαφρο, δίχως συναίσθηση. Ήταν, λοιπόν, ένα άλογο λεύτερο στον ήσυχο κάμπο, μόνο να μαντέψουμε θα μπορούσαμε τη σβελτάδα των ποδιών του. Όλα ακαθόριστα, μα, ξάφνου, μες στην ασάφεια, βρήκε κείνη την διαύγεια που μόνο αυτή θα μπορούσε να μαντέψει και που δεν ήταν μπορετό να γίνει κτήμα της ολοκληρωτικά. Ξαφνιασμένη, σκέφτηκε: όλα, όλα. Οι λέξεις είναι βότσαλα που κυλάν στον ποταμό. Αυτό που ένιωσε τότε δεν ήταν ευτυχία, μα κάτι ρευστό, γλυκά άμορφο, στιγμή αστραφτερή, στιγμή σκοτεινή. Σκοτεινή, σαν το σπίτι που έστεκε μεσοστρατής καλυμμένο από δέντρα φυλλοσκεπή κι από τη σκόνη του δρόμου. Ζούσαν εκειπέρα ένας γέρος ξυπόλυτος και δυο γιοι ψηλοί κι ωραίοι επιβήτορες. Ο μικρότερος είχε μάτια, πάνω απ’ όλα μάτια, την είχε φιλήσει μια φορά, ένα απ’ τα καλύτερα φιλιά που είχε ποτέ νιώσει και κάτι ανάβλυζε από το βάθος των ματιών του όταν εκείνη τού έτεινε το χέρι. Το ίδιο αυτό χέρι που αναπαυόταν τώρα στην πλάτη της καρέκλας, σα μικρό κορμάκι, χώρια, χορτασμένο, αφημένο. Όταν ήταν μικρή συνήθιζε να την χορεύει, σαν πλασματάκι τρυφερό. Την είχε χορέψει ακόμα και για τον άντρα που είχε τραπεί σε φυγή ή είχε συλληφθεί, για τον εραστή… κι αυτός γοητευμένος κι ανήσυχος το είχε σφίξει, φιλήσει, σαν στην πραγματικότητα αυτό το χέρι να ήταν μια γυναίκα. Αχ, Θεέ μου, πόσο πολύ είχε ζήσει, η φυτεία, ο άντρας, η αναμονή. Καλοκαίρια ολάκερα με νύχτες αγρύπνιας, που την άφηναν χλωμή και με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Μες στην αγρύπνια πολλές αγρύπνιες. Είχε γνωρίσει μυρωδιές. Μυρωδιά χλόης νοτισμένης, χλόης φωτισμένης με φώτα, πού; Πάτησε τότε το βρεμένο χώμα των φυτωρίων, ενώ ο φύλακας κοίταγε αλλού. Φώτα κρεμασμένα σε καλώδια, χορεύοντας, έτσι, ρεμβάζοντας αδιάφορα, μουσική από την ορχήστρα στο κιόσκι’ οι νέγροι, ντυμένοι με μάλλινα κοστούμια, ιδρωμένοι. Τα δέντρα φωτισμένα, οι πόρνες με ύφος ψυχρό και φτιασιδωμένο. Και πέρα απ’ όλα υπήρχε αυτό που δε μπορεί να ειπωθεί: μάτια και στόμα πίσω από την κουρτίνα, σπιούνοι, μάτια σκύλου που παίζουν τα βλέφαρα κατά διαστήματα, ένα ποτάμι που κυλάει στη σιωπή και δεν το ξέρει.
Κι ακόμα, τα φυτά που μεγαλώνουν από σπόρο και πεθαίνουν. Κι ακόμα: πέρα μακριά, ένα σπουργίτι πάνω σ’ ένα κλαρί και κάποιος να κοιμάται εκειπάνω. Όλα διαλυμένα. Η φυτεία ήταν εκεί επίσης κι εκείνη την ίδια στιγμή η βελόνα του ρολογιού προχωρούσε ενώ η αμήχανη αίσθηση ξεπερνιόταν από το ρολόι.
Αισθάνθηκε και πάλι μέσα της να σωρεύεται ο βιωμένος χρόνος. Κυμαινόμενη αίσθηση καθώς η ανάμνηση ενός σπιτιού όπου έζησε κάποιος. Όχι ακριβώς του σπιτιού, αλλά της θέσης τού σπιτιού που φέρει εντός του κάποιος, σε σχέση με τον πατέρα να γράφει στη μηχανή, στην αυλή του γείτονα και στον ήλιο το μούχρωμα. Ασαφής, μακρινός, σιωπηλός. Μια στιγμή…τελείωσε. Και δε μπορούσε να ξέρει αν μετά απ΄αυτόν τον βιωμένο χρόνο θα ‘ρχόταν η συνέχεια, η ανανέωση ή το τίποτα, σαν εμπόδιο. Κανένας δεν εμπόδιζε να κάνει ακριβώς το αντίθετο από ό,τι θα μπορούσε να κάνει: κανένας, τίποτα…δεν ήταν υποχρεωμένη ν’ ακολουθήσει το ίδιο ξεκίνημα… αυτό την ενοχλούσε ή την ευχαριστούσε; Στο μεταξύ ένιωθε πως αυτή η παράξενη ελευθερία που ήταν η κατάρα της, που ποτέ δεν την είχε συσχετίσει με τον εαυτό της, αυτή η ελευθερία ήταν εκείνο που λάμπρυνε την ύλη της. Κι ήξερε ότι από κείνην προερχόταν η ζωή της κι οι στιγμές της δόξας της κι ότι από κει αναδυόταν η κάθε μελλοντική στιγμή.
Είχε επιβιώσει σα σπόρος ακόμη υγρός ανάμεσα σε βράχια καυτά και στεγνά, σκεφτόταν η Ζουάνα. Εκείνο το βράδυ περασμένο πια
-κύκλος ζωής κλεισμένος, δουλειά τελειωμένη- εκείνο το βράδυ που έλαβε το γράμμα του άντρα, διάλεξε καινούργιο δρόμο. Να μην το σκάσει, μα να φύγει. Να χρησιμοποιήσει τα λεφτά, άγγιχτα, του πατέρα της, κληρονομιά στην πάντα μέχρι τότε και να φύγει, να φύγει, να ‘ναι ταπεινή, να υποφέρει, να νιώσει αντάρα ως το μεδούλι, χωρίς ελπίδες, πάνω απ΄ όλα χωρίς ελπίδες.
Της άρεσε η επιλογή της κι η γαλήνη τής χάιδευε το πρόσωπο τώρα, άφηνε ν’αγγίζουν τη συνείδησή της στιγμές περασμένες, νεκρωμένες. Να ‘ναι ένα από κείνα τα πρόσωπα τα χωρίς περηφάνια και χωρίς ντροπή που την κάθε στιγμή ανοίγονται στο παράξενο. Έτσι, πριν από το θάνατο θα ενωνόταν με την παιδική ηλικία μέσα από το γύμνωμα. Να ταπεινωθεί μέχρι τέλους. Πώς να συνθλιβώ μέχρις εσχάτων, πώς ν’ ανοιχτώ στον κόσμο και στο θάνατο;
Το καραβάκι κυμάτιζε ελαφρά πάνω στη θάλασσα, λες μέσα σε ήρεμα χέρια ανοιχτά. Έγειρε πάνω από το παραπέτο της πρύμνης κι ένιωσε ν΄ανεβαίνει απαλά η τρυφερότητα και να την τυλίγει μες στη θλίψη.
Στην πρύμνη, οι ταξιδιώτες έκοβαν βόλτες από τη μια άκρη ως την άλλη, δύσκολα αντέχοντας την αναμονή του δείπνου, ενώνοντας εναγώνια τον χρόνο με τον χρόνο. Κάποιος είπε με φωνή που πλήγωνε: κοιτάξτε τι βροχή! Όντως, πλησίαζε το σύννεφο σταχτί, μάτια σφαλιστά. Λίγο μετά, σταγόνες φαίνονταν χοντρές να πέφτουν πάνω στις σανίδες του καταστρώματος, ο θόρυβος καρφιτσών που πέφτουν, και πάνω στο νερό, διατρυπώντας το ανεπαίσθητα. Κρύωσε ο αέρας, σηκώθηκαν τα πέτα στα πανωφόρια, τα βλέμματα ξάφνου ανήσυχα, δραπετεύοντας απ’ τη μελαγχολία, όπως ο Οτάβιου από το φόβο να μην υποφέρει. Εκ βαθέων…
Εκ βαθέων; Κάτι ήθελε να αρθρώσει…Εκ βαθέων… Ν’ ακουστεί! Ν’ αδράξει τη φευγαλέα ευκαιρία που χόρευε με τα πόδια στην άκρη της αβύσσου. Εκ βαθέων. Να κλείσει τις πόρτες στο ενσυνείδητο. Εν αρχή, να δει το νερό αλλοιωμένο, φράσεις κουτές, μα, ύστερα, εν μέσω συγχύσεως, το νήμα του καθαρού νερού τρέμοντας πάνω στον τραχύ τοίχο. Εκ βαθέων. Να πλησιάσει προσεκτικά. Ν’ αφήσει να γλιστρήσουν τα πρώτα κύματα. Εκ βαθέων… Έκλεισε τα μάτια μα είδε μόνο μισοσκόταδο. Έπεσε βαθύτερα στις σκέψεις της, είδε ακίνητη μια μορφή λιγνή, μέσα σε πλαίσιο ανοιχτοκόκκινο, το σχέδιο με δάχτυλο υγρό από αίμα πάνω στο χαρτί, σα να είχε γρατσουνιστεί κι ο πατέρας να είχε πάει να βρει ιώδιο. Στο σκούρο της κόρης του ματιού, οι σκέψεις στοιχισμένες γεωμετρικά, η μία πάνω από την άλλη σαν τις κυψέλες των μελισσών, μερικές άδειες, άμορφες, δίχως τόπο για μια σκέψη. Φόρμες πλαδαρές και σταχτιές, σαν εγκέφαλος. Εκτός απ’ αυτό, δεν έβλεπε τίποτα στην πραγματικότητα, προσπαθούσε να φανταστεί ίσως. Εκ βαθέων. Βλέπω ένα όνειρο: μπαλκόνι σκοτεινό, παρατημένο, πίσω από μια σκάλα. Αλλά τη στιγμή που σκέφτομαι « μπαλκόνι σκοτεινό, παρατημένο» με λόγια, το όνειρο εξαντλείται και μένει η κυψέλη κούφια. Η μαραμένη αίσθηση είναι μόνο διανοητική. Μέχρι οι λέξεις «μπαλκόνι σκοτεινό, παρατημένο» να ζήσουν αρκετά μέσα μου, στο σκοτάδι μου, στη μυρωδιά μου, σε σημείο να μεταβληθούν σε μισοσκότεινο όραμα, διαρρηγμένο κι αψηλάφητο, πίσω από τη σκάλα. Τότε θα έχω και πάλι μιαν αλήθεια, το όνειρό μου. Εκ βαθέων. Γιατί δεν έρχεται αυτό που θέλει να μιλήσει; Διαθέσιμη είμαι. Μάτια κλειστά. Γεμάτη λουλούδια να μετατρέπονται σε τριαντάφυλλα, καθώς το ζωντανό τρεμουλιάζει και προχωρεί κατά τον ήλιο, έτσι που το όραμα είναι ταχύτερο από τη λέξη, επιλέγω τη γέννηση από το έδαφος για να… Χωρίς λόγο. Εκ βαθέων, ύστερα θα έρθει το νήμα του καθαρού νερού. Είδα το χιόνι να τρέμει γεμάτο ροδαλά σύννεφα κάτω από το κυανό των εντοσθίων, καλυμμένων από μύγες στον ήλιο, η σταχτιά εντύπωση, το φως πράσινο και ημιδιαφανές και κρύο πίσω από τα σύννεφα. Να κλείσω τα μάτια και να νιώσω να κυλάει η έμπνευση σαν άσπρος καταρράκτης. Εκ βαθέων. Θεέ μου, σ’ Εσένα ελπίζω. Θεέ μου, έλα σ’ εμένα. Βλάστησε στο στήθος μου, δεν είμαι τίποτα κι η κακοτυχία πέφτει στο κεφάλι μου κι εγώ μόνο λέξεις ξέρω να χρησιμοποιώ κι οι λέξεις ψεύδονται κι εγώ συνεχίζω να υποφέρω, στο τέλος το νήμα πάνω στο σκοτεινό τοίχο. Θεέ, έλα σ’ εμένα και δεν έχω χαρά κι η ζωή μου είναι ζοφερή, σα νύχτα δίχως άστρα και, Θεέ, γιατί δεν υπάρχεις μέσα μου; γιατί με έπλασες ξέχωρα από σένα; Θεέ μου, έλα σ’ εμένα, εγώ δεν είμαι τίποτα, είμαι λιγότερο κι από τη σκόνη και σε καρτερώ όλες τις μέρες κι όλες τις νύχτες, βοήθα με, έχω μόνο μια ζωή κι αυτή η ζωή κυλάει μέσα απ’ τα δάχτυλά μου και πορεύεται ειρηνικά προς τον θάνατο και τίποτα δεν δύναμαι και μόνο παρευρίσκομαι στην εξουθένωσή μου την κάθε στιγμή που περνά, είμαι μονάχη στον κόσμο, όποιος με αγαπάει δεν με γνωρίζει, όποιος με γνωρίζει με φοβάται κι εγώ είμαι μικρή και φτωχή, σε λίγα χρόνια δεν θα ξέρω ότι υπήρξα, όσο μου μένει να ζήσω είναι λίγο και ό,τι μου μένει να ζήσω στο μεταξύ θα εξακολουθήσει να είναι άγγιχτο κι άχρηστο, γιατί δε με σπλαχνίζεσαι; δεν είμαι τίποτα, δόσμου αυτό που έχω ανάγκη. Θεέ μου, δόσμου αυτό που έχω ανάγκη και δεν ξέρω τι είναι, η οδύνη μου είναι βαθιά σαν πηγάδι κι εγώ δεν ξεγελάω τον εαυτό μου και τους ανθρώπους, έλα σ’ εμένα στη δυστυχία κι η δυστυχία είναι σήμερα, η δυστυχία είναι πάντα, φιλώ τα πόδια Σου και τη σκόνη των ποδιών Σου, θα ήθελα ν’ αναλυθώ σε δάκρυα, από τα βάθη σε αποζητώ, έλα προς βοήθειάν μου, δεν έχω διαπράξει ανομήματα, από τα βάθη σε καλώ και τίποτα δεν μου απαντά κι η απελπισία μου είναι στεγνή όπως η άμμος τής ερήμου κι η σύγχυσή μου με πνίγει, με ταπεινώνει, Θεέ μου τούτη η περηφάνια να ζήσω με φιμώνει, εγώ δεν είμαι τίποτα, από τα βάθη σε καλώ, από τα βάθη σε καλώ, από τα βάθη σε καλώ...
Τώρα οι σκέψεις δυνάμωναν κι εκείνη ανάσαινε σαν άρρωστος που έχει περάσει μεγάλο κίνδυνο. Κάτι ψέλλιζε ακόμα μέσα της, μα η κούρασή της ήταν μεγάλη, ηρεμούσε το πρόσωπό της, μάσκα λεία και μάτια άδεια. Εκ βαθέων η τελική παράδοση. Το τέλος...
Μα, εκ βαθέων, σαν απάντηση, σαν απάντηση, ναι, ζωντανεμένη από τον αέρα που εισχωρούσε ακόμα στο κορμί της, υψώθηκε η φλόγα καίγοντας καθαρή και άδολη... Εκ των ζοφερών βαθέων η ανελέητη παρόρμηση φλεγόμενη, η ζωή εκ νέου ορθωνόταν άμορφη, θαρρετή, μίζερη. Λυγμός ξερός, σα να την είχαν ταρακουνήσει, χαρά απέραντη αστράφτοντας στο στέρνο της, έντονη, αβάσταχτη, αχ, παραζάλη, η παραζάλη. Πάνω απ’ όλα ξεκαθάριζε κείνη η κίνηση η επίμονη στο βάθος του είναι της, τώρα θέριευε και παλλόταν. Κείνη η κίνηση η ζωντανή προσπαθούσε να λευτερωθεί και ν’ανασάνει. Ακόμα και σα να πετάει, ναι, σα να πετάει...να περπατάει στην παραλία και να δέχεται καταπρόσωπο τον άνεμο, τα μαλλιά στον άνεμο, η ύψιστη απόλαυση... Να υψωθεί, να υψωθεί, το σώμα ν’ ανοιχτεί στον αέρα, να παραδοθεί στον τυφλό χτύπο του ίδιου της του αίματος, στίγματα διάφανα σαν κρύσταλλο, κουδουνίζοντας, σπινθηροβολώντας στην ψυχή της... Η μαγεία δε χανόταν ακόμα και μπρος στα ίδια της τα μυστήρια, αχ Θεέ μου, Θεέ μου, Θεέ μου, έλα σ’ εμένα, όχι για να με σώσεις, η σωτηρία εντός μου βρίσκεται, μα για να με κάνεις να νιώσω ασφυξία με όλο το βάρος του χεριού σου, με την τιμωρία, με το θάνατο, γιατί είμαι αδύναμη και δειλιάζω να δώσω αυτό το μικρό χτύπημα που θα μεταμορφώσει όλο μου το σώμα σ’ αυτό το κέντρο που επιθυμεί να αναπνεύσει και που υψώνεται, υψώνεται...η ίδια παρόρμηση της παλίρροιας και της γένεσης, της γένεσης, το ελάχιστο άγγιγμα που στον τρελό μόλις που αφήνει να γεννηθεί η τρελή σκέψη, η φωτεινή πληγή που μεγαλώνει, πάλλεται, εξαπλώνεται. Ω! σε πόση αρμονία βρισκόταν με όσα σκεφτόταν κι όσα σκεφτόταν πόσο μεγαλοπρεπώς και συντριπτικά μοιραία ήσαν. Σε θέλω, Θεέ μου, για να με περιμαζέψεις σα σκυλί, σαν θα ‘ναι όλα και πάλι στιβαρά κι ακέραια, όταν η κίνηση να βγάζεις το κεφάλι απ’ το νερό δεν θα ‘ναι παρά ανάμνηση κι όταν μες στο είναι μου δε θα βρίσκεται παρά η γνώση, που χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται και μέσω αυτής και πάλι προσφέρονται και λαμβάνονται πράγματα, αχ, Θεέ μου!
Αυτό που είχε υψωθεί εντός της δεν ήταν η αξία, εκείνη ήταν μονάχα ουσία, λιγότερο κι από ανθρώπινη, πώς θα μπορούσε να είναι ηρωίδα και να θέλει να υπερνικήσει τα πράγματα; Δεν ήταν γυναίκα, υπήρχε κι ό,τι βρισκόταν μέσα της ήσαν κινήσεις που ορθώνονταν πάντα σε μεταβατική κατάσταση. Ίσως και να ’χε μεταβάλει κάποτε τον αέρα γύρω της με τη θηριώδη της δύναμη και κανείς δεν θα το είχε προσέξει, ίσως και να ‘χε επινοήσει με την ανάσα της μια νέα ύλη και δεν το ήξερε, μόνο αισθανόταν ό,τι το γυναικείο της μυαλουδάκι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί. Στρατιές από καυτές σκέψεις αναφύονταν και αποσπώνταν από το αλαφιασμένο της κορμί κι ό,τι άξιζε απ’αυτές ήταν ότι έκρυβαν μια ζωτική παρόρμηση, κι ό,τι άξιζε απ’αυτές ήταν ότι την ίδια τη στιγμή της γέννησής τους θέριευε η τυφλή κι αληθινή ουσία, ορθωνόταν, ξεχώριζε σαν μπουρμπουλήθρα αέρα στην επιφάνεια του νερού, διακόπτοντας σχεδόν τη συνέχειά του... Παρατήρησε ότι δεν είχε αποκοιμηθεί ακόμη, σκέφτηκε ότι θα ‘πρεπε να φουντώσει σα ζωηρή φωτιά. Ότι θα έπαιρνε οριστικά τέλος η μακρά κυοφορία της παιδικής ηλικίας κι ότι από την επίπονη αγουράδα της θα ξεπετιόταν το ίδιο της το είναι, επιτέλους, επιτέλους ελεύθερο! Όχι, κανένας Θεός, θέλω να μείνω μόνη μου. Και θα ‘ρθει μια μέρα, ναι, μια μέρα θα ‘ρθει μέσα μου η ικανότητα, τόσο άλικη κι επιβεβαιωτική, τόσο διάφανη κι απαλή, μια μέρα ό,τι κι αν κάνω θα γίνεται με κλειστά μάτια, με βεβαιότητα, ασυνείδητα, θα βασίζομαι μόνο σ’ εμένα, στην αλήθεια μου, τόσο ολοκληρωτικά δοσμένη σ’ ό,τι κάνω που θα είμαι ανίκανη να μιλήσω, πάνω απ’ όλα θα ‘ρθει μια μέρα όπου όλη μου η κίνηση θα ’ναι δημιουργία, γέννα, θα κάψω όλα τα πλοία που εδρεύουν εντός μου, θα αποδείξω στον ίδιο μου τον εαυτό ότι δεν υπάρχει τίποτα να φοβάμαι, πως όλα όσα κι αν είμαι θα βρίσκονται πάντα εκεί όπου αναπνέει μια γυναίκα με τις αρχές μου, μια μέρα θα υψώσω μέσα μου αυτό που είμαι, σ’ ένα μου νεύμα δυνατά κύματα θα σηκωθούν, καθαρό νερό που καταποντίζει την αμφιβολία, τη συνείδηση, θα είμαι ρωμαλέα σαν την ψυχή ενός ζώου και σα μιλήσω δε θα ‘ναι λόγια αργά και με παύσεις, που μόλις φτάνουν στ’ αυτιά, γεμάτα θέληση για ανθρωπιά, το παρελθόν που διαβρώνει το μέλλον’ ό,τι πω θα ηχήσει μοιραίο και πλήρες, κανένας κενός χώρος μέσα μου για να μάθω ότι υπάρχει ο χρόνος, οι άνθρωποι, οι διαστάσεις, κανένας κενός χώρος μέσα μου ούτε καν για να σημειώσω ότι θα δημιουργήσω στιγμή τη στιγμή, όχι στιγμή τη στιγμή: πάντα συγκεχυμένα, γιατί τότε θα ζήσω, μόνο τότε θα ζήσω πιότερο από την παιδική ηλικία, θα ‘μαι ακατέργαστη και κακοφτιαγμένη σαν μια πέτρα, θα ‘μαι ανάερη κι αβέβαιη σαν κάτι που το νιώθεις μα δεν το καταλαβαίνεις, θα υψωθώ σε κύματα, αχ Θεέ μου, κι ας έρθουν όλα να πέσουν πάνω μου, μέχρι κι η έλλειψη κατανόησης του εαυτού μου ορισμένες κενές στιγμές, γιατί αρκεί να πληρωθώ και τότε τίποτα δεν θα εμποδίσει το δρόμο μου προς τον άφοβο θάνατο, από οποιαδήποτε πάλη ή ανάπαυλα θα σηκωθώ κραταιή κι ωραία σαν νιόβγαλτο πουλάρι.