-αντιγραμμένη φωτό από το τότε φέις του αδερφού, εφόσον το ον που εκείνος επέμεινε να έχει σύζυγο, συνεχίζει να παρακρατεί πολλά όσα οικογενειακά μας αντικείμενα και κειμήλια... υπάρχει μία φωτό με τον πατέρα μου, στον καλό φωτογράφο της εποχής, στο ωραίο ακόμη σαλόνι της Πυθίας, στην Κυψέλη. Δυστυχώς, κάποια την παρακρατεί κι αυτήν μαζί με τόσα άλλα κειμήλια, λες και σ' εκείνην λένε κάτι, απλώς και μόνον διότι μπορεί, ακόμη...
καμιά φορά, κοιτάζω το τελευταίο νυχτικό που της φορούσαμε στην κλινική, σε λίγο, θα σαπίσω εγώ, θα σαπίσει κιαυτό. 37 χρόνια από τότε που κείνο το ηλιολουστότατο πρωϊνό, στις 10.10 το πρωΐ ημέρα Σάββατο, τους είχα βγάλει όλους έξω, την αδερφή της Ζωρζέττα, τον γιό της Μάκη, την Ο και τον Πέτρο, ακόμη παντρεμμένοι κι οι δυο.
Το χέρι ήταν πρησμένο, το κεφάλι απίστευτο, σαν νεροκολοκύθα, της έλεγα "αγάντα, μαμά, να τα καταφέρουμε", ένας συριγμός απαντούσε, ως που σταμάτησε κι αυτός.
Πάντα θα θυμάμαι τα σκαλιά στο σπίτι, απάνου στην Κηφισιά, κρατούσα αγκαλιά μια πορτοκαλί κουβέρτα που την σκέπασε τελευταία, η Ζωρζέττα μου έλεγε "πάμε να ανεβούμε, κοριτσάκι μου", κοιτούσα το άπειρο. Ακόμη και μετά την κηδεία της, παρ' όλες τις λογικές κινήσεις, τα χρώματα μόνο αλλάζαν, γίναν μπλε σκούρα και γκρί σουρί, κοιτούσα το άπειρο. Η μέρα της κηδείας της, την επαύριον, ήταν ένα παγερό σύμπαν τόσο, που κι ο Κόλπος τ' Αναπλιού στέναξε....
Βάζοντας μαζί το άθλιο, λερό σεντόνι, στο οποίο είχαν περιλάβει σώμα που κάποτε υπήρξε ο αδερφός μου, Παρασκευή, 8.30 π.μ 15 Φεβ.2019, λέω πως χαλάλι τα γενέθλια των μικρών, αλλά, η ηλικία βαραίνει προς τα κάτω, κι εγώ, πρέπέι να θάβω πάλι και πάλι τους πιο δικούς μου νεκρούς.