27/10/18

©ΑΡ

ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ

 «Η ποίηση είναι πεπρωμένο, όχι καρριέρα»

Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ γεννήθηκε τον Απρίλη του 1936 στο Μπουένος Άιρες από γονείς μετανάστες Ρωσοεβραίους και μεγάλωσε σε μια μικροαστική γειτονιά στην άκρη της μεγαλούπολης. Αυτοκτόνησε στην ίδια πόλη τον Σεπτέμβριο του 1972 σε ηλικία 36 χρονών.
Η Πισαρνίκ υπήρξε φυσιογνωμία και ποιήτρια εμβληματική για την Αργεντινή.
Ως παιδί μεταναστών, με έλλειψη εθνικών ριζών, βιώνει το αίσθημα της εξορίας, που αντανακλάται έντονα στην ποίησή της.
Είχε μοναχική και πολύ δύσκολη παιδική κι εφηβική ηλικία, η σχέση της με την μητέρα της υπήρξε πάντοτε προβληματική και απ’ τα 17 της άρχισε τις ουσίες και το αλκοόλ.
Ξεκίνησε σπουδές στην φιλολογία και στη συνέχεια σε φιλοσοφία και δημοσιογραφία, αλλά τις εγκατέλειψε για μαθήματα ζωγραφικής.
Στην απεικονιστική διάθεσή της οφείλεται ο τρόπος παρουσίασης των ποιημάτων της, συχνά σε μορφή σκίτσου. Εκατοντάδες σελίδων με σκαριφήματα ή ολοκληρωμένα σκίτσα βρίσκονται ανάμεσα στις σελίδες με τα ποιήματά της.
Στην μετεφηβεία της μπήκε στα βαθιά νερά της ψυχανάλυσης την οποία συνέχισε με διαλείμματα μέχρι τον θάνατό της, ενδεικτικά αναφέρουμε ένα από τα ωραιότερα και γνωστότερά της ποιήματα, «Το ξύπνημα», στη συλλογή «Οι χαμένες περιπέτειες», 1958, αφιερωμένο στον ψυχαναλυτή της, Λεόν Οστρόφ. Παράλληλα, μπαίνει στους κύκλους της διανόησης και γνωρίζεται με ποιητές της γενιάς της όπως ο Εδουάρδο Ρομάνο κι ο Οράσιο Σάλας, άλλους που θ΄αποτελέσουν την γενιά του ’60, όπως ο Ρουμπέν Βέλα, ο Αλμπέρτο Χίρι, η Όλγα Ορόσκο κι ο Ενρίκε Μολίνα. Συνεργάζεται τότε με το γνωστότερο όλων λογοτεχνικό περιοδικό Sur (1931-1992), που έφτιαξε η σπουδαία Αργεντινή ποιήτρια Βικτόρια Οκάμπο, Επιθεώρηση Γραμμάτων–θρύλος στη Λατινινοαμερικανική Λογοτεχνία του 20ού αιώνα.
Μεταξύ των χρόνων 1960 και 1964 μετακομίζει στο Παρίσι, όπου, παρόλη την εγγενή της κατάθλιψη,διασκεδάζει και γνωρίζεται με τους Οκτάβιο Πας και Χούλιο Κορτάσαρ. Με τον τελευταίο αναπτύσσεται στενή φιλία και ιδιαίτερη πνευματική σχέση.
Το Παρίσι, ως Μέκκα του πνεύματος και της Τέχνης, έχει παίξει ιδιαίτερο ρόλο στην συγκρότηση γενιών αργεντινών λογοτεχνών.
Αρθρογραφεί στα περιοδικά Καγιέ, Λέτρ Νουβέλ και Νουβέλ Ρεβύ Φρανσέζ’  κάνει παρέα με σημαντικούς ομότεχνούς της, όπως ο Υβ Μπονφουά κι ο Αρνί Μισό που τους μεταφράζει στη γλώσσα της καθώς και τους Αντονέν Αρτώ και Αιμέ Σεζαιρέ. Παρακολουθεί μαθήματα λογοτεχνίας κι Ιστορίας στη Σορβόννη.
Το Παρίσι λειτούργησε απελευθερωτικά  για τη ζωή και την ποίησή της. Πάμπτωχη αλλά ευτυχής, πέρασε εκεί την καλλίτερη περίοδο της σύντομης ζωής της.
Μέχρι το Παρίσι, η Πισαρνίκ είχε ήδη εκδόσει τρεις ποιητικές συλλογές:
Η πιο ξένη γη (La tierra más ajena), 1955, Η τελευταία αθωότητα (La última inocencia), 1956 και, Οι χαμένες περιπέτειες  (Las aventuras perdidas), 1958.
Αν και απαρνήθηκε την πρώτη της συλλογή, ήδη από αυτήν έκαναν αίσθηση ο τρόπος γραφής της και η θεματολογία της.
Η Πισαρνίκ δεν βιώνει απλώς την εμμονή του σκοταδιού και της νύχτας σε εμφανή αντιπαράθεση με τη μέρα και το φως του «μαύρου ήλιου», αλλά φτάνει στο σημείο να την σωματοποιήσει. Δεν μπορεί να ζει παρά νύχτα.
Η νύχτα είναι το φόντο μέσα στο οποίο κινείται η θεματολογία της σχεδόν αποκλειστικά από τις Χαμένες Περιπέτειες και εφεξής. Η νύχτα σαν πραγμάτωση και το φως σαν άρνηση της ζωής.
Παράλληλα, πεσιμισμός και απελπισία, η οποία γιγαντώθηκε με τον θάνατο του καλού Κολομβιανού ποιητή Χόρχε Γαϊτάν Ντουράν, σε αεροπορικό ατύχημα το 1962, με τον οποίο η Πισαρνίκ υπήρξε βαθύτατα ερωτευμένη, παρότι η ερωτική της ζωή σχετιζόταν περισσότερο με το δικό της φύλο.
Οι συλλογές αυτές αποτελούν τριλογία και μ’ αυτές κλείνει ο κύκλος της πρώτης νιότης της ποιήτριας στη χώρα της.
Τα χρόνια του Παρισιού είναι οι ανοιχτοί διεθνείς ορίζοντες που συντελούν, επιπλέον, στην ποιητική ωρίμανση της Πισαρνίκ.
Το 1962 εκδίδει το Δέντρο της Άρτεμης (Árbol de Diana) με πρόλογο του Οκτάβιο Πας, μακρύ ποίημα σε αρίθμηση και ολιγόστροφη δομή.
Πίσω στο Μπουένος Άιρες, εκδίδει το 1965 την πρώτη βραβευμένη της συλλογή Τα έργα και οι νύχτες (Los trabajos y las noches) και το 1968 την Εξόρυξη της πέτρας της τρέλας  (Extracción de la piedra de la locura). Ήδη ανιχνεύονται έντονα δείγματα απελπισίας, εμμονών και παραληρημάτων. Η μοναξιά της Πισαρνίκ ήταν αδυναμία αληθινής επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Με τις λέξεις της χτίζει οχυρό για να προστατευτεί. Η ποίηση είναι ο μόνος προνομιακός χώρος κι η παρέα της, συνάμα ανάσα ζωής.
Μέχρι το 1972, χρονιά της αυτοκτονίας της με βαρβιτουρικά, διανύει την χειρότερη περίοδο του σύντομου βίου της: τυλίγεται από ένα πέπλο μανιοκαταδιωκτικής κατάθλιψης και τρέλας(;). Το γράψιμο, αντί να ισχυροποιεί το εγώ της και να ενισχύει την προσωπικότητά της, κάνει το πρώτο ευθραυστότερο και  αποδομεί την άλλη.
Το 1965 έγραψε το ασυνήθιστο πεζό Η αιμοσταγής κόμισσα (La condesa sangrienta) όπου η Πισαρνίκ δίνει δείγματα σαδισμού, χυδαιολογίας και διαστροφής, στοιχεία που την έλκυαν ολοένα και περισσότερο. Περνάει μεγάλες περιόδους σε νοσοκομεία προσπαθώντας να καταπολεμήσει την κατάθλιψή της και την εμμονή της αυτοκτονίας.
Το 1971 εκδίδει την Μουσική Κόλαση  (El Infierno musical) όπου ελάχιστες είναι πια οι συνεκτικές προτάσεις και οι αναγνωρίσιμες έννοιες.
Μετά θάνατον, οι στενοί της φίλοι Χούλιο Κορτάσαρ, Όλγα Ορόσκο,Αλμπέρτο Χίρι κ.α. φρόντισαν για τα ανέκδοτα γραπτά της, μεταξύ των οποίων κάποια θεατρικά έργα, πεζά και σκόρπια ποιήματα.
Εκδόθηκαν: 1975:  Τα μικρά τραγούδια  (Los pequeños cantos), και Ανθολογία: H επιθυμία της λέξης, Antología {“El deseo de la palabra”},
1982: Απαγορευμένη Περιοχή  (Zona prohibida),  Κείμενα της σκιάς και τελευταία ποιήματα  (Textos de sombra y últimos poemas), Ποιητική Ανθολογία (Antología poética),
2002:  Όλα τα πεζά  (Prosa completa) (Palabra en el tiempo = Λέξη στο πέρασμα του Χρόνου).
2003 και 2007: Όλα  τα ποιήματα (Poesía completa).  

Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ είναι μια από τις πιο πρωτότυπες ποιητικές φωνές του 20ού αιώνα στην Λατινική Αμερική. Δεν είχε μιμητές ούτε συνεχιστές. Διαπότισε, εντούτοις, το ποιητικό γίγνεσθαι πρώτα απ’ όλα της Αργεντινής. Μακριά από ευφημισμούς «καταραμένη», «σκοτεινή», «ασυνάρτητη», κινείται μεταξύ υπερ-ρομαντισμού, εξπρεσιονισμού και σουρεαλισμού, είδος εν  αφθονία στην Αργεντινή Γραμματεία στον περασμένο αιώνα.
Μετά την Αλφονσίνα Στόρνι πρώτα και τις αδελφές Βικτόρια και Σιλβίνα Οκάμπο, που σημάδεψαν τα Αργεντινά Γράμματα στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα η μεν και σχεδόν όλον τον αιώνα οι δε, συνεισφέροντας πολλαπλά στην  εδραίωση  του  μοντερνισμού στη χώρα τους, η Αλεχάντρα Πισαρνίκ είναι η επόμενη μεγάλη γυναικεία ποιητική φωνή στην Αργεντινή στις δεκαετίες  ’50 και ’60.  Εντούτοις, το έργο της, εσωστρεφές και ενδοσκοπικό, επηρεασμένο από τους Γάλλους Ρεμπώ, Μπωντλαίρ και Μαλαρμέ, αλλά και Μπλανσώ και Μπασελάρ, καθώς και από τους Γερμανούς ρομαντικούς όπως ο Φρήντριχ Χέντερλιν, δεν εντάσσεται στην «γενιά του ‘60» στην Αργεντινή, γενιά που την απασχόλησε το αστικό τοπίο και η πραγματικότητά του, μαζί με την πολιτική. Η Πισαρνίκ διαρρηγνύει τους δεσμούς της με τις προϋπάρξασες ομότεχνές της, εισάγοντας την βιαιότητα και τον σαδισμό, όπως στην Αιμοσταγή κόμισσα, το ερμητικό και κλειστοφοβικό περιβάλλον, τη νύχτα και το σκότος ως τέλος, ως θανάτια κατάληξη, την σιωπή.
Πλην, η Πισαρνίκ δεν παρέμεινε στην Ιστορία της Λογοτεχνίας ως εμβληματική μορφή για αυτά τα στοιχεία, αλλά διότι συνιστά φωνή εξαιρετικά πρωτότυπη, κύριο μέλημά της είναι η γλώσσα και η χρήση της. Πειραματίζεται ρηξικέλευθα με την ποιητική φόρμα κι ανατρέπει έννοιες, αιφνιδιάζοντας (κάνει τόση μοναξιά, όχι έχει, επικρατεί, υπάρχει,αλλά κάνει).Αλλά,η Πισαρνίκ ποσώς αναζητεί σπάνιες λέξεις ή αμφιλεγόμενες ερμηνείες λέξεων: συνθέτει τα πονήματά της με τις απλούστερες εν χρήσει λέξεις, για τούτο,οι σε άλλα γλωσσικά ιδιώματα αποδόσεις ουδεμία δυσκολία παρουσιάζουν, τουτέστιν, όλοι μαζί, κάπως έτσι θα αποδίδαμε το πρωτότυπο, πράγμα που δεν είναι καθόλου το ίδιο με την συναναφερόμενη Κλαρίσε Λισπέκτορ (βλ. κατωτέρω). Οι διαφορές θα οφείλονταν αμιγώς στην αισθητική, ψυχοκινητική και "εγκεφαλική" πρόσληψη. Πολύ?, λίγο", καθόλου? 
Από άλλη σκοπιά, το έργο της Πισαρνίκ προσφέρει γραπτά υψηλής πυκνότητας και
έντασης σε νοήματα,διερευνώντας συνεχώς τα όρια της γλώσσας. Κατά τούτο (και
όχι μόνον) Πισαρνίκ
και Λισπέκτορ συμπίπτουν: εκεί όπου η Αλεχάντρα Πισαρνίκ διερευνά το γλωσσικό
ιδίωμα και ως
πού μπορεί να το οριοθετήσει,ή να οριοθετηθεί ερήμην γράφοντος και/ή γραφής, η
λίγο παρακείμενή της, Βραζιλιανή Κλαρίσε Λισπέκτορ,
ωθεί την διατυπούμενη γλώσσα πέραν των ορίων της, (επ' αυτού, η γράφουσα θα
ξανα-αναφερθεί).
Δήλωσε η Πισαρνίκ: «η μοναδική δυνατή κατοικία του ποιητή είναι η λέξη», όπως η
Λισπέκτορ: "το βασίλειό μου είναι οι λέξεις"-


Πολύ πιο πέρα
 Από την συλλογή «Όλα  τα ποιήματα», 2003

Κι αν σπεύδουμε
από χαμόγελο σε χαμόγελο
μέχρι την τελευταία ελπίδα;

Και λοιπόν;
Και λοιπόν, τι μου δίνεις εμένα,
εμένα που έχω χάσει τ΄όνομά μου,
το όνομα που ήταν για μένα γλυκιά ουσία
σε καιρούς μακρινούς, όταν εγώ δεν ήμουνα εγώ
παρά ένα κοριτσάκι που το είχε ξεγελάσει το αίμα του;

Για ποιο λόγο, για ποιο λόγο
αυτό το ξέκαμα, αυτή η αιμορραγία μέχρι θανάτου,
αυτό το ξεπουπούλιασμα, αυτό το χάσιμο της ισορροπίας
αφού η πραγματικότητά μου υποχωρεί
σαν σπρωγμένη από ένα πολυβόλο
κι άξαφνα αρχίζει να τρέχει,
αν και την προλαβαίνουν εντούτοις,
ίσαμε να πέσει στα πόδια μου σαν νεκρό πουλί;
Ήθελα να μιλήσω για τη ζωή.
Λοιπόν αυτό είναι η ζωή,
αυτό το ουρλιαχτό, αυτό το να χώνεις τα νύχια
στο στήθος, αυτό το να ξερριζώνεις
τα μαλλιά σου τούφες-τούφες, αυτό το να σε φτύνεις
στα ίδια σου τα μάτια, μόνο για να πεις,
μόνο για να δεις αν μπορείς να πεις:
“λοιπόν, εγώ υπάρχω, έτσι δεν είναι;
αλήθεια δεν είναι πως υπάρχω
και δεν είμαι ο εφιάλτης κάποιου ζώου”;

Και με τα χέρια λασπωμένα
χτυπάμε την πόρτα της αγάπης.
Και με τη συνείδηση καλυμμένη
με βρώμικα κι όμορφα πέπλα,
αναζητούμε τον Θεό.
Και με τους κροτάφους να κροταλίζουν
από ηλίθια υπεροψία
αρπάζουμε απ΄τη ζώνη τη ζωή
και ποδοπατούμε κρυφά τον θάνατο.
Λοιπόν αυτό κάνουμε.
Σπεύδουμε από χαμόγελο σε χαμόγελο

μέχρι την τελευταία ελπίδα.


 Ποίημα για το χαρτί μου

Από την συλλογή  «Η πιο ξένη γη», 1955 ( σήμερα, ίσως και να το έλεγα "η ξενισμένη γης")

διαβάζοντας δικά μου ποιήματα
βάσανα τυπωμένα καθημερινές υπερβάσεις
χαμόγελο περηφάνιας σφάλμα συγχωρημένο
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι δικό μου!!
διαβάζοντας πλάγια γράμματα
χαρούμενος εσωτερικός παλμός
να νιώθω πως η τύχη θρομβώνεται
καλώς ή κακώς ή καλώς
έκπληξη από αισθήματα εγγενή
κύπελλο αρμονικό κι αυτόνομο
όριο σε χοντρό δάχτυλο κουρασμένου ποδιού και
μαλλιά λουσμένα σε κατσαρό κεφάλι
δεν πειράζει:
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι δικό μου!!

Ζητιάνα φωνή

Και τολμώ ακόμα ν’ αγαπάω
τον ήχο απ’ το φως σε μιαν ώρα νεκρή,
το χρώμα απ΄τον καιρό σ’ έναν τοίχο παρατημένο.
Στο βλέμμα μου τα ‘χω χάσει όλα.
Είναι τόσο μακριά το να ζητάς. Τόσο κοντά το να ξέρεις ότι δεν υπάρχει.


Από το: «Δρόμοι του καθρέφτη»: συλλογή “Poesía completa”, (‘Ολα τα ποιήματα),
Μπουένος Άιρες, 2003.
V
Όλες οι κινήσεις του κορμιού και της φωνής μου για να με κάνω προσφορά, κλαρί που εγκαταλείπει τον αγέρα στο κατώφλι.
VI
Κάλυψε τη θύμηση του προσώπου σου με τη μάσκα κείνου που θα είσαι και τρόμαξε το κοριτσάκι που υπήρξες.
VII
Η νύχτα και των δυο μας διαλύθηκε με την ομίχλη. Είναι η εποχή των κρύων τροφών.
VIII
Και η δίψα, η μνήμη μου είναι η δίψα, εγώ κάτω, στο βάθος, στο πηγάδι, έπινα, θυμάμαι.
IX
 Να πέφτεις σαν πληγωμένο ζώο στο μέρος που του επέπρωτο τόπος αποκαλύψεων
X
Σαν κάποιος που δεν θέλει κανένα πράγμα. Τίποτα. Στόμα ραμμένο. Βλέφαρα ραμμένα. Ξέχασα. Μέσα ο άνεμος. Όλα κλεισμένα κι ο άνεμος μέσα.
XI
Στον μαύρο ήλιο της σιωπής οι λέξεις χρύσιζαν.
XII
Μα η σιωπή είναι σίγουρη. Γιαυτό γράφω. Είμαι μόνη μου και γράφω. Όχι, δεν είμαι μόνη μου.
Είναι κάποιος εδώ που τρέμει.
ΧΙΙΙ
Ακόμη κι αν λέω ήλιος και φεγγάρι κι αστέρι αναφέρομαι σε πράγματα που μου συμβαίνουν.  Και τι επιθυμούσα εγώ; Επιθυμούσα την απόλυτη σιωπή.
Για τούτο μιλώ.


Κόρη τ’ ανέμου
Από την συλλογή «Όλα  τα ποιήματα», 2003
Ήρθαν.
Κατακυριεύουν το αίμα.
Μυρίζουν φτερά,
ελλείψεις,
θρήνο.
Μα εσύ τροφοδοτείς το φόβο
και τη μοναξιά
σαν δυο μικρά ζώα
χαμένα στην έρημο.
Ήρθαν
για να πυρπολήσουν την ηλικία τ’ ονείρου.
Ένα αντίο είν’ η ζωή σου.
Αλλ’  εσύ αγκαλιάζεσαι
σαν φίδι τρελαμένο για κίνηση
που βρίσκεται μονάχα μέσα του
γιατί δεν υπάρχει κανένας.
Εσύ κλαις κάτω απ’ τον θρήνο,
ανοίγεις το μπαούλο των επιθυμιών σου
κι είσαι πιο πλούσια κι απ’ τη νύχτα.
Μα κάνει τόση μοναξιά
Που οι λέξεις αυτοκτονούν.

***********************


«Τ’ όνειρό μου είναι όνειρο χωρίς γυρισμό και θέλω να πεθάνω στην κόψη του κοινού τόπου που λέει πως να πεθαίνεις είναι να ονειρεύεσαι».

«Mi sueño es un sueño sin alternativas y quiero morir al pie de la letra del lugar común que asegura que morir es soñar.».

(Μέρος από το μεγάλο κείμενο "Extracción de la piedra de locura" (Εξόρυξη της πέτρας της τρέλας ) -1968- {περιλαμβάνεται και στον Τόμο *Poesía completa* (Όλα τα ποιήματα), εκδ. Lumen, 2003 και 2007 Βαρκελώνη, Ισπανία}.
Το απόσπασμα από εδώ:
* Πολλή Πισαρνίκ κυκλοφορεί προσφάτως και οι -κάποιοι πια- μεταφραστές της χαιρόμαστε γι’ αυτό.
/Τα έργα και οι νύχτες/

** Δείγμα γραφής κατά ΑΡ:
τα δύο πρώτα ποιήματα της συλλογής:


POEMA
Tú eliges el lugar de la herida
en donde hablamos nuestro silencio.Tú haces de mi vida
esta ceremonia demasiado pura.

ΠΟΙΗΜΑ
Επιλέγεις τον τόπο της πληγής
όπου διαπραγματευόμαστε τη σιωπή μας.
Κάνεις με τη ζωή μου
αυτή την τελετή στο έπακρον αγνή.

REVELACIONES
En la noche a tu lado
las palabras son claves, son llaves.
El deseo de morir es rey.
Que tu cuerpo sea siempre
un amado espacio de revelaciones.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ
Τη νύχτα στο πλευρό σου
τα λόγια γίνονται κόμβοι,γίνονται κλειδιά.
Η επιθυμία του θανάτου, βασιλιάς.
Να ΄ναι το κορμί σου πάντα
αγαπημένος χώρος αποκαλύψεων.



https://youtu.be/AJaOptRE00E?si=i6OUx1_fLIYDdiG-   felicidades