ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ
ΜΙΑ ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΗ
ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
Ποίημα για το χαρτί μου
Από τη συλλογή «Η πιο ξένη γη», 1955
διαβάζοντας δικά μου ποιήματα
βάσανα τυπωμένα καθημερινές
υπερβάσεις
χαμόγελο περηφάνιας σφάλμα
συγχωρημένο
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι
δικό μου!!
διαβάζοντας πλάγια γράμματα
χαρούμενος εσωτερικός παλμός
να νιώθω πως η τύχη θρομβώνεται
καλώς ή κακώς ή καλώς
έκπληξη από αισθήματα εγγενή
κύπελλο αρμονικό κι αυτόνομο
όριο σε χοντρό δάχτυλο κουρασμένου
ποδιού και
μαλλιά λουσμένα σε κατσαρό κεφάλι
δεν πειράζει:
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι
δικό μου!!
----------------
Εραστές
Από τη συλλογή «Τα έργα και οι νύχτες», 1965
ένα λουλούδι
όχι μακριά απ’ τη νύχτα
το κορμί μου βουβό
ανοίγει
στη λεπταίσθητη επείγουσα ανάγκη της
δροσοσταλίδας.
-----------------
*Περιμένοντας το σκοτάδι
Στην Κλάρα Σίλβα
Από τη συλλογή «Η
τελευταία αθωότητα», 1956
Αυτή η στιγμή που δεν ξεχνιέται
Τόσο κενή που την έχουν επιστρέψει οι
σκιές
Τόσο κενή που την έχουν απορρίψει τα
ρολόγια
Τούτη η φτωχή στιγμή υιοθετημένη από
την τρυφερότητά μου
Γυμνή γυμνή από αίμα φτερούγας
Δίχως μάτια για να θυμάται αγωνίες
τού άλλοτε
Δίχως χείλη για να συλλέξει τον χυμό
των βιαιοτήτων
χαμένων στο τραγούδι των παγωμένων
καμπαναριών.
Προστάτεψέ την τυφλό κορίτσι της
καρδιάς
Ρίχ’ της τα μαλλιά σου κοκκαλωμένα απ’ τη φωτιά
Αγκάλιασέ την μικρό άγαλμα τρόμου.
Δείχ΄της τον κόσμο που σπαρταράει στα
πόδια σου
Στα πόδια σου όπου πεθαίνουν τα
χελιδόνια
Τρέμοντας από φόβο για το μέλλον
Πες της πως οι αναστεναγμοί της
θάλασσας
Υγραίνουν τις μοναδικές λέξεις
Για τις οποίες αξίζει να ζούμε.
Αλλ’ αυτή η ιδρωμένη στιγμή του
τίποτα
Ανακούρκουδα στη σπηλιά του
πεπρωμένου
Δίχως χέρια για να πει ποτέ
Δίχως χέρια για να χαρίσει πεταλούδες
Στα πεθαμένα παιδιά.
---------
Δαχτυλίδια από στάχτη
Από τη συλλογή «Τα έργα και οι νύχτες», 1965
Στην Κριστίνα Κάμπο
Oι φωνές μου τραγουδάνε
Για να μην τραγουδήσουν εκείνοι
οι φιμωμένοι γκρίζα την αυγή,
το ντύμα του πουλιού απελπισμένο στη
βροχή.
Υπάρχει, στην αναμονή,
ένας δυνατός θόρυβος πασχαλιάς που
τσακίζεται.
Και υπάρχει, σαν έρχεται η μέρα,
ένα σπάσιμο του ήλιου σε μικρούς
μαύρους ήλιους.
Και τη νύχτα, πάντα,
μια φυλή από ακρωτηριασμένες λέξεις
αναζητεί άσυλο στο λαρύγγι μου
για να μην τραγουδήσουνε εκείνοι,
οι φριχτοί, οι κυρίαρχοι της σιωπής.
---------
Στάχτες
Από τη συλλογή «Η
τελευταία αθωότητα», 1956
Η νύχτα θρυμματίστηκε από αστέρια
κοιτώντας με υπνωτισμένη
ο αέρας εκσφενδονίζει μίσος
εξωραϊσμένο το πρόσωπό του
με μουσική.
Σύντομα θα φύγουμε
Απόκρυφο όνειρο
προηγήθηκε του χαμογέλιου μου,
ο κόσμος στέκει ισχνός
κι υπάρχει κλειδωνιά μα όχι κλειδιά
κι υπάρχει τρόμος μα όχι δάκρυα.
Τι θα με κάνω εμένανε;
Γιατί σ’ Εσένα οφείλω ό,τι είμαι
Αλλά δεν έχω αύριο
Γιατί σ’ Εσένα…
Η νύχτα υποφέρει.
----------
Εξορία
Στον Ραούλ Γουστάβο Αγίρε
Από τη συλλογή «Οι
χαμένες περιπέτειες», 1958
Αυτή η μανία να με θέλουν άγγελο,
δίχως ηλικία,
δίχως
θάνατο όπου να ζω,
δίχως συμπόνια για τ’ όνομά μου
ούτε για τα κόκκαλά μου που κλαίνε
περιπλανώμενα.
Και ποιος δεν έχει μιαν αγάπη;
Και ποιος δεν χαίρεται ανάμεσα σε
παπαρούνες;
Και ποιος δεν διαθέτει μια φωτιά,
έναν θάνατο,
έναν φόβο, κάτι φριχτό,
κι ας είναι με φτερά
κι ας είναι με χαμόγελα;
Ολέθριο παραλήρημα ν΄αγαπάς μια σκιά.
Η σκιά δεν πεθαίνει.
Κι η αγάπη μου
αγκαλιάζει μόνο αυτό που κυλά
σαν λάβα της κόλασης:
μια σιωπηλή στοά,
φαντάσματα σε γλυκιά διέγερση,
ιερείς από αφρό,
και πάνω απ’ όλα άγγελοι,
άγγελοι ωραίοι σαν μαχαίρια
που υψώνονται τη νύχτα
και ρημάζουν την ελπίδα.
Το ξύπνημα
Από τη συλλογή «Οι
χαμένες περιπέτειες», 1958
στον Λεόν Οστρόφ
Κύριε
Το κλουβί γίνηκε πουλί
και πέταξε
κι η καρδιά μου είναι τρελή
γιατί oυρλιάζει στο θάνατο
και χαμογελάει πίσω από τον άνεμο
στα παραληρήματά μου.
Τι θα κάνω με τον φόβο;
Τι θα κάνω με τον φόβο;
Δε χορεύει πια το φως στο χαμόγελό
μου
ούτε οι εποχές του χρόνου καίνε
περιστέρια στις ιδέες μου
Τα χέρια μου γυμνώθηκαν
και πήγανε εκεί όπου ο θάνατος
μαθαίνει τους πεθαμένους να ζουν.
Κύριε
Ο αέρας τιμωρεί το είναι μου
Πίσω απ’ τον αέρα είναι τέρατα
που πίνουν απ΄το αίμα μου.
Είναι η καταστροφή
Είναι η ώρα του κενού μη κενού
Είναι η στιγμή να βάλω τσιρότο στα
χείλη
ν΄ακούσω τους καταδικασμένους να
φωνάζουν
να παρατηρήσω το καθένα απ΄ τα
ονόματά μου
απαγχονισμένα στο τίποτα.
Κύριε
Είμαι είκοσι χρονώ
Τα μάτια μου επίσης είναι είκοσι
χρονώ
και εντούτοις δε λένε τίποτα.
Κύριε
Ανάλωσα τη ζωή μου σε μια στιγμή
Η τελευταία αθωότητα ξέσπασε
Τώρα είναι ποτέ ή ποτέ των ποτών
ή απλώς υπήρξε
Πώς δεν αυτοκτονώ μπρος σ’ έναν καθρέφτη
και
δεν εξαφανίζομαι για να ξαναφανώ στη θάλασσα
όπου ένα μεγάλο πλοίο θα με περιμένει
με τα φώτα αναμμένα;
Πώς δεν βγάζω τις φλέβες μου
Και δεν φτιάχνω μ΄αυτές μια σκάλα
για να αποδράσω στην άλλη πλευρά της
νύχτας;
Η αρχή γέννησε το τέλος
Όλα θα συνεχίσουν το ίδιο
Τα χαμόγελα ξοδεμένα
Το ενδιαφέρον να έχει ενδιαφερθεί
Οι ερωτήσεις από πέτρα σε πέτρα
Οι χειρονομίες που μιμούνται αγάπη
Όλα θα συνεχίσουν το ίδιο
Αλλά τα χέρια μου επιμένουν ν’
αγκαλιάζουν τον κόσμο
διότι δεν τους δίδαξαν ακόμα
ότι είναι πια πολύ αργά
Κύριε
Λούσε τα φέρετρα με το αίμα μου
Θυμάμαι την παιδική μου ηλικία
όταν ήμουν ηλικιωμένη
Τα λουλούδια πέθαιναν στα χέρια μου
γιατί
ο άγριος χορός της χαράς
τους κατάστρεφε την καρδιά
Θυμάμαι τα μαύρα πρωινά του ήλιου
όταν
ήμουν παιδί
δηλαδή χτες
δηλαδή πάνε αιώνες
Κύριε
Το κλουβί γίνηκε πουλί
και κατασπάραξε τις ελπίδες μου
Κύριε
Το κλουβί γίνηκε πουλί
Τι θα κάνω με τον φόβο;
Ο απών
Από τη συλλογή «Οι
χαμένες περιπέτειες», 1958
Ι
Το αίμα θέλει να κατακαθίσει
του έχουν κλέψει τον λόγο της αγάπης
του.
Απουσία γυμνή.
Παραληρώ. Ξεπουπουλιάζομαι.
Τι θα έλεγε ο κόσμος αν ο Θεός
τον είχε εγκαταλείψει έτσι;
ΙΙ
Δίχως εσένα
ο ήλιος πέφτει σαν νεκρός παρατημένος
Δίχως εσένα
Με παίρνω αγκαλιά
και με οδηγώ στη ζωή
να ζητιανεύω θέρμη.
-----------
Μπλε
Από τη συλλογή «Οι
χαμένες περιπέτειες», 1958
τα χέρια μου μεγάλωναν με μουσική
πίσω απ’ τα λουλούδια
μα τώρα
γιατί σ’ αναζητώ νύχτα,
γιατί κοιμάμαι με τους νεκρούς σου.
---------------
-δημοσιευμένα ©ΑΡ
*Alejandra Pizarnik ©
La palabra del deseo, poema del libro
"El infierno musical"
"Esta espectral textura de la oscuridad, esta melodía en los huesos, este soplo de silencios diversos, este ir abajo por abajo, esta galería oscura, oscura, este hundirse sin hundirse.
¿Qué estoy diciendo? Está oscuro y quiero entrar. No sé qué más decir. (Yo no quiero decir, yo quiero entrar.) El dolor en los huesos, el lenguaje roto a paladas, poco a poco reconstituir el diagrama de la irrealidad.
Posesiones no tengo (esto es seguro; al fin algo seguro). Luego una melodía. Es una melodía plañidera, una luz lila, una inminencia sin destinatario. Veo la melodía. Presencia de una luz anaranjada. Sin tu mirada no voy a saber vivir, también esto es seguro. Te suscito, te resucito. Y me dijo que saliera al viento y fuera de casa en casa preguntando si estaba.
Paso desnuda con un cirio en la mano, castillo frío, jardín de las delicias. La soledad no es estar parada en el muelle, a la madrugada, mirando el agua con avidez. La soledad es no poder decirla por no poder circundarla por no poder darle un rostro por no poder hacerla sinónimo de un paisaje. La soledad sería esta melodía rota de mis frases."
Pizarnik, Alejandra. El infierno musical. Buenos Aires : Siglo XXI, 1971
Pizarnik, Alejandra. Poesía completa. Barcelona: Lumen, 2000
"Esta espectral textura de la oscuridad, esta melodía en los huesos, este soplo de silencios diversos, este ir abajo por abajo, esta galería oscura, oscura, este hundirse sin hundirse.
¿Qué estoy diciendo? Está oscuro y quiero entrar. No sé qué más decir. (Yo no quiero decir, yo quiero entrar.) El dolor en los huesos, el lenguaje roto a paladas, poco a poco reconstituir el diagrama de la irrealidad.
Posesiones no tengo (esto es seguro; al fin algo seguro). Luego una melodía. Es una melodía plañidera, una luz lila, una inminencia sin destinatario. Veo la melodía. Presencia de una luz anaranjada. Sin tu mirada no voy a saber vivir, también esto es seguro. Te suscito, te resucito. Y me dijo que saliera al viento y fuera de casa en casa preguntando si estaba.
Paso desnuda con un cirio en la mano, castillo frío, jardín de las delicias. La soledad no es estar parada en el muelle, a la madrugada, mirando el agua con avidez. La soledad es no poder decirla por no poder circundarla por no poder darle un rostro por no poder hacerla sinónimo de un paisaje. La soledad sería esta melodía rota de mis frases."
Pizarnik, Alejandra. El infierno musical. Buenos Aires : Siglo XXI, 1971
Pizarnik, Alejandra. Poesía completa. Barcelona: Lumen, 2000
«Ο λόγος της επιθυμίας», από τη συλλογή: Μουσική Κόλαση, 1971, εκδόσεις, Siglo XXI,
περιλαμβάνεται και στο μετά θάνατον: Όλα
τα ποιήματα 2000-2002-2003, εκδόσεις Lumen, Βαρκελώνη, Ισπανία.
-Τούτη η
φαντασιακή υφή του σκοταδιού, τούτη η μελωδία στα κόκκαλα, τούτο το φύσημα από
σιωπές ποικίλες, αυτό το πήγαινε στον πάτο του αποκάτω, αυτή η στοά σκοτεινή,
σκοτεινή, αυτό το βύθισμα χωρίς βύθισμα.
Μα, τι λέω;
Είναι σκοτεινά και θέλω να μπω. Δεν ξέρω τι άλλο να πω (δεν θέλω να πω, θέλω να
μπω). Ο πόνος στα κόκκαλα, λεκτικό κατακερματισμένο με φτυαριές, λίγο-λίγο
ανασυντίθεται το διάγραμμα της υπερ-πραγματικότητας.
Αποκτήματα
δεν έχω (αυτό είναι βέβαιο’ επιτέλους, και κάτι βέβαιο). Μετά, μια μελωδία
μοιρολόι, ένα φως μαβί, επικείμενο χωρίς αποδέκτη. Βλέπω τη μελωδία. Παρουσία
από φως πορτοκαλί. Δίχως το κοίταγμά σου δεν θα ξέρω πώς να ζήσω, κι αυτό είναι
επίσης βέβαιο. Σε ανακαλώ, σ’ ανασταίνω. Και μου είπε να βγω στον άνεμο και να
πάω σπίτι το σπίτι ρωτώντας αν υπήρχε.
Γυμνή
πορεύομαι μ’ ένα κερί στο χέρι, κάστρο
ψυχρό, κήπος των απολαύσεων. Μοναξιά θα πει να στέκεις ακίνητη στην αποβάθρα,
το χάραμα, κοιτώντας το νερό με απληστία. Μοναξιά θα πει να μην μπορείς να της
δώσεις όνομα να μην μπορείς να την περικυκλώσεις να μην μπορείς να της δώσεις
πρόσωπο να μην μπορείς να την κάνεις συνώνυμο ενός τοπίου. Μοναξιά θα ήταν αυτή
η σπασμένη μελωδία των φράσεών μου».
Αλεχάντρα
Πισαρνίκ
απόδοση ©
ΑΡ
** γεννήθηκε ένα φθινόπωρο, μας άφησε μιαν άνοιξη του CONOSUR, εννοείται-
Η Γυμνή πλάτη της Σουσάνα Ρινάλντι άφησε αυτό: