22/3/13

Κομματάκια

Amarcord 
Ο κήπος, θυμάμαι,
ήταν θαλερός,
άλλα βλέπαν τα μάτια μου
κι άλλα το σκοτάδι.
Ο δρόμος, θυμάμαι,
ήταν σκοτεινός,
άλλα λέγαν τα χείλη σου
κι άλλα η ματιά σου.
Ο τόπος, θυμάμαι,
ήταν ζοφερός
όταν  είπες:
εμείς οι δυο μέλλον δεν έχουμε,
πνίγοντας το παρόν.
Εμείς, θυμάμαι,
πέσαμε μαραμένοι,
όταν τελειωτικά
μου φίλησες το χέρι.
Ιούνης 2011
Μ' ένα τσιγάρο κρεμαστό
ένα γλυφιτζούρι προκλητικό μπρος στο Europa
ή ένα κλαράκι λυγαριάς
στην Ελάτη,
θα είναι.
 
 
Πτώση
 
Το σώμα
ανοίγει σαν πουλί
πέφτει αργά
διασχίζει μικρά παραθυράκια
με διαφανή τζαμάκια. 
Το σώμα
ανοίγει τις φτερούγες του
αναστρέφεται στην πτώση
σταματάει σε κάθε όροφο,
χαζεύει το εσωτερικό
κάθε διαμερίσματος
κλέβει τις ζωές
στις κουζίνες.

Η πτώση
είναι κινηματογραφική,
Νεοϋορκινή.
Το σώμα χτυπάει στις γωνίες
σπάνε οι φτερούγες/
 καταβυθίζεται
στο ασφάλτινο όνειρο.
Μάϊος 2011
Συνθηκολόγηση
Να ριχτεί αλάτι
στη σιγή,
να μην ξανανοίξουν άλλες πληγές
-λευκοπλάστης χιαστί-

αρκετά ταξιδέψαμε
σε παραδείσους λάθρα
με τον ήλιο καταπρόσωπο
να γδέρνει τη ματιά μας-προβιά
σε θολά τοπία-


χωρίς πυξίδες

χωρίς είδωλα
καρφωμένα σε ειδώλια
αμφίβολης προέλευσης,
ξενισμένοι
από μας.

Να μην χρειαστούν νέες πορείες
σε αγκαθωτούς σταυρούς

Κάποτε
να έρθει
αβίαστο
το γέλιο
κι ο χρόνος
να μας ανήκει.

να θαφτεί
οριστικά
η λεοντή
της άχαρης υπεροψίας
εκατέρωθεν

η παράδοση
θα καταπλεύσει
θριαμβευτικά,
δεν θα είναι λιγότερο παράδοση, όμως.

τότε,
θα γελάσει
ολόγιομος ο ήλιος

να φωτίσει όλες μου τις λησμονημένες φεγγαρόστρατες.


 
Με λένε πέτρα
Με λένε πέτρα
και πέτρα είμαι
κροκάλα, ήρεμη, απήνεμη;
γδαρμένος βράχος
άσπρα βράχια
μαύρα βράχια,
οψιδιανός
Δεν κόβομαι
Με λένε πέτρα
Και πέτρα είμαι
Σαν εσάς.
Λόγος άλογος
Νερό δροσερό
καίει τα σωθικά μας
δικά σου;
 δικά μου;
δεν θα 'ναι από δάκρυα,
φαντάζομαι\
ούτε από φωτιές,
βέβαια.
Σίγουρες οι πέτρες,
κι όμως,
αστοχούν
το δοξαπατρί της νύχτας.
ατάλαντες οι προσπάθειες
του νου
να καταποντίσουν
την αίσθηση
του εμείς.
Δεν υπάρχουν παραδόσεις/
μόνο ντελίβερυ.
Η διεύθυνσή σας;
2012


Τότε, λοιπόν…
Απολιθώματα της λήθης
επιστρέφουν στο προσκήνιο
του εμείς-τώρα.
Λιθάρια του βυθού
ανασύρει το δίχτυ
στο τέντωμα
της ανάμνησης.
Οι παραλίες βογκάνε
στο βάρος της ευθύνης.
                                                               Οι σκιές συρρικνώνονται
                        στην επίνευση
                                                        του τότε.
Τα δάχτυλα τσακίζονται
στη ριπή/
                                               /του κεραυνώνω.
Τίποτα
δεν αφήνει να φανεί
η οικονομία
του μικρού                                                 ορί-ζον-τα
Όλα
                                    κεκρυμμένα
                                         στον κόλπο
όλοι
ταυτισμένοι
                                                    με το έξω.
Όλα μπορούν
            Να { ξανά}-φανούν
                                                         στο επέστρεφε
Τίποτα δεν εμάντευε
το τέλος
όταν συρθήκαμε χαμαί
                αποσυρόμενοι ευγενώς
                                                                            στην κοιλάδα των νηπενθών.
Τίποτα δεν προμήνυε
τις καταιγίδες
       των αστεροειδών
                   καιροφυλακτούσαμε
                                             απ΄τη μαύρη σπηλιά
                          αγκαλιά
                                     στην αναμονή.
Ξεχυθήκαν τότε
χρυσαφένια νέφη
καρυδώνοντας
το σύμπαν.
Όταν ανέτειλε
ένας άλλος κόσμος
δεν μας βρήκαν
                          εμάς.
Νοέμβρης 2011