όσο κι αν μας ταράζεις, η ζωή σού επεφύλαξε τον κάλλιστο θάνατο, μπαμ και κάτου...έσπασε η καρδιά μου σήμερα, διότι τσακίστηκαν όλα τα τζάμια που θεωρούσαμε ατσάλινα....https://www.youtube.com/watch?v=r1Bp-Mx6h7k όλοι σου οι στίχοι γινήκαν μωβ indien, ήταν η εποχή που έγραφες στίχους κι η Νάσια σε καμάρωνε, όσο κι αν ήταν πικρόχολη, λόγω απίστευτης ευφυίας, και σ' εμέναν έκαμε παρατηρήσεις και την φτύναμε, το ίδιο μας καμάρωνε, θυμάσαι που όταν έφθασα στο Παρίσι, για το ξόδι της, με καιρό χιονώδη, με εγκατέστησε ο Βίκτωρ στο δωμάτιό της και σου είπα στο τηλέφωνο "πώς να κοιμηθώ στο κρεβάτι της τώρα"? μου απήντησες ψυχρά με ένα λύγισμα στην φωνή: να ανοίξεις την κόκκινη κουβέρτα και να μην της δώσεις σημασία πια", ακόμη έχω την φωνή σου στο μυαλό, πέρασα την νύχτα όρθια κοιτώντας τους απέναντι ουρανοξύστες, το πρωί ήσουν εκεί νοητά και στο εύρος του χεριού μου απτά..... όταν φτάσαμε στο κρεματόριο ήσουν σε συντονισμό, μου είπες :αφού έβαλες την εσάρπα -πήγαμε μαζί στην μητέρα της και μου έδωσε μία κρεμ εσάρπα να της την φορέσω,πάνω από το petite robe noir de l' apres midi, με συμβούλευσες: αφού έχουν έρθει ένα σωρό φίλοι, όντως, σχεδόν όλοι οι φίλοι από το Λουξεμβούργο, φύγε. Σε κράτησα στο τηλέφωνο ως το τέλος, όταν έπεσε και το τελευταίο χώμα στην θήκη, άκουσες το γκουπ κι έκλεισες την επαφή. H μητέρα της Νάσιας, η κυρία Εύη, πέθανε πριν 3 χρόνια, μου τηλεφωνησες να μου το πεις, το αρχοντικό πατρικό της στην Μαυρομιχάλη,πέρασε σε άλλα χέρια. μακάρι να το σεβαστούν...
θα είμαστε κει στο ξόδι σου αλλά, ρε, συ Νικάκη, ήταν ανάγκη? δεν καθόσουν λίγο ακόμη? τώρα θα βγάλουν στα διαδίκτυα τα βιογραφικά σου στοιχεία, τα βιομετρικά μετριούνται στις φωτογραφίες, "κεφαλή του Ερμού" δεν σε έλεγα από την εφηβεία μας? και πάλι αυτή η εικόνα -μα, να μου μείνεις μ' αυτή?- στην Διάπλαση των Παίδων όπου δούλευες γκαρσόνι, τι γκαρσόνι δηλαδή, ο άρχοντας των ασπρόμαυρων πλακιδίων και του πίσω από το μαύρο μπαρ, και με στόμφο, τον γνωστό σου αλά Κάρολος Κουν στόμφο, μου είπες: "κι ας μην πίνεις ποτά, θα σου φτιάξω ένα θεϊκό" ήταν το πρώτο μου bloody mary, το έφτιαξες με τόσο λίγο αλκοόλ που μου άρεσε, να δεις. Σκέτο ντοματόζουμο, δηλαδή.. Είχες μία δυνατή ψηλή κορμοστασιά, μία απίστευτη χάρη στην κίνηση, δύο χέρια που πετάγαν Χατζηδακικά πουλιά κι ένα κεφάλι κατσαρό καστανό σκούρο, με μεγάλο μέτωπο και δυο μάτια βελούδινα αλλά πυρώδη.Μυθικές οι σαλοπέτ σου, συνήθως μπλε του τζην. Όταν σκάγαμε μύτη κι εμείς, καθημερινώς, δηλαδή, μετά το δεκάωρό μας στο Σπίτι των Γυναικών στην Ρωμανού Μελωδού, σε κοντράριζα συχνά, εναλλάσσοντας τα της εποχής καφτάνια -πολύ τα ζούλεψες- με μία ειδικά σαλοπέτ. Τελικά, χρόνια μετά, σου την χάρισα, άσπραψε το μέτωπό σου. Όταν φεύγαν οι πολλοί κι άσχετοι, μέναμε ο Μανώλης ο Παντελιδάκης -τον είδα τις προάλλες και δεν τον αναγνώρισα σχεδόν, ο Γιώργης ο Παριανός, και τα δύο τους συμφοιτητάκια στην Πάντειο, ο Μανώλης, μάλιστα, νοίκιαζε ένα φεγγάρι μία αποθήκη πίσω από την Σχολή για να φτιάχνει τα πρώτα του σκηνικά για τον Σταμάτη τον Φασουλή, μία φορά, είχες έρθει να με βρεις στην Σχολή και πήγαμε μαζί εκεί, ήταν η Ειρήνη η Δασκαλάκη που δειλά νεαρό κορίτσι άρχιζε να τραγουδάει εκεί και παρέμεινε όταν το μαγαζί από Διάπλαση των Παίδων έγινε Μαρκίζα. Μέναμε αναμετάξυ μας και τότε έβαζες τζαζ και το τραγούδι για να χορέψει το πρωτοξαδερφάκι σου η Νάσια, σπάζοντας τα ισχνά της γόνατα στα μαυρόασπρα πλακάκια, "θα σπάσω κούπες" και "τρελλή κι αδέσποτη". Να μην θυμάμαι πώς με χόρευες σφιχτά τάνγκο ψιθυρίζοντας,"είμαστε φτιαγμένοι για πολλά εμείς"? αχ, αγάπη μου, είσουν τόσο πολύτιμος, τόσες νύχτες που μιλάγαμε, τόσα βράδυα που η Νάσια έκανε λάθος χτυπώντας στο τηλέφωνο το δικό σου όνομα και το δικό μου, τα είχε δίπλα-δίπλα, και καταλήγαμε να μιλάμε μέχρι το πρωί οι τρεις μαζί, να λέμε τα δικά μας και να μην τελειώνουμε ποτέ....
-Με σέναν, τελειώνει σύνολος κύκλος, η Νάσια, ο Πάρις, ο μόνος σύζυγος της Νάσιας, ο Βίκτωρ, η μητέρα της η κυρία Εύη, εσύ, ο αδερφός σου ο Αλέξανδρος, τα καλοκαίρια μας στην Ύδρα, κι εμείς μαζί-.
Πολύ αργότερα απέκτησες κείνη την εμφάνιση Χριστού και σου φώναζα στην Δαφνομήλη να πάρεις κανένα γραμμάριο, τα μαλλιά ασπρίσαν κι έγινες Σχοινοβάτης, σε χαρήκαμε κι εσύ χάρηκες που ξαναβρεθήκαμε. Όταν πέθανε η Νάσια, η αγαπημένη σου ξαδέρφη, δεν μπόρεσες να έρθεις μαζί μου στο Παρίσι, στη Λεύκα της κάναμε το λογοτεχνικό μνημόσυνο, ήμασταν ένα τσούρμο γυναίκες, εσύ κι ο Γιάννης σου. Θυμάσαι πως σε διπλανό τραπέζι ήρθε κι η Κατερίνα η Αγγελάκη κι έγινε ένα μ' εμάς? Θυμήθηκε τις νύχτες μας στον Φώντα, παραδίπλα, όπου ο Φώντας έφερνε το λαούτο του κι η Νάσια χόρευε? Κοίτα σύμπτωση, αμέσως μετά την Λουκία μας, την Ρικάκη, με κάλεσες στην εκπομπή σου να διαβάσω από μία φρέσκια τότε ποιητική συλλογή και από την πρώτη Λισπέκτορ, παίξαμε τους δικούς μου δίσκους. https://www.youtube.com/watch?v=4V4IMdRqrtk Δεν είχε εγγραφή για περαιτέρω τότε το Γ' πρόγραμμα της ΕΡΤ, κάτι φωτογραφίες μόνο. Θυμάσαι πως μας πήρε στο τηλέφωνο ο Βίκτωρ κι έκλαιγε διότι αφιερώσαμε την εκπομπή στη Νάσια.... Πήγαμε μετά σπίτι και σου έφτιαξα αυγά μάτια που τόσο σου αρέσαν, δεν ήθελες κανένα σοφιστικέ εστιατόριο, δεν ήξερα πώς αλλιώς να σε ευχαριστήσω... Ποτέ δεν θα μάθω πώς να σε ευχαριστήσω από το 1967 ως τώρα που μας φεύγεις, δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω, είμαι απαρηγόρητη.
Τα υπόλοιπα, μας ανήκαν. addio del passato: https://www.youtube.com/watch?v=5d1HIyyTLvg
https://www.youtube.com/watch?v=a6C-ZjW504g
με την βελούδινη, χαμηλόφωνη φωνή σου (πάντα σου έλεγα, "μίλα πιο δυνατά βρε Νικολή") ο φίλος σου σε αποχαιρέτισε σήμερα κι εμείς μαζί, η φωνή σου υψωνόταν στεντόρεια μόνο στο θέατρο, θυμάμαι πώς έλαμπες στην Επίδαυρο κι εμείς χαιρόμασταν με την χαρά σου ύστερα, στα παρασκήνια, είσαι από κείνα τα ουράνια όντα που περάσαν από αυτές τις γαίες και τις ανθοσπείραν με ένα χαμόγελο να!!! κι ένα λουλούδι ήλιου στο χέρι. Τώρα, θα πρέπει να μην σου λέμε χρόνια πολλά κάθε τέλη Μάη, θα πρέπει να σβήσω τα τηλέφωνα και το μέιλ σου, να σε σβήσω ποτέ δεν θα γενεί, καλό σου ταξίδι εκεί που πας, έφθασες? την Νάσια την ηύρες? μακάρι να μην σου κάνει κι εκεί την ζωή Δάντη. κατευόδιο, Νικολή