με το φιλαράκι μου -τα έχουμε πει αυτά- πηγαίναμε σε κάθε παράκληση πριν από της Παναγίας, ρώτησα σήμερα: "δηλαδή η Κοίμησίς της Θεοτόκου" με μαλλώσαν.
Κάθε 15 Αυγούστου, η γιορτή έφτιαχνε φιδωτή σειρά: πρώτα η αρχιερεύουσα γιαγιά Μαρίκα, έπειτα, η τελεύτρια κόρη θεία Δέσποινα, μετά ο πατέρας μου (στην Πελοπόννησο, πας Παναγιώτης εορτάζει), εξ αντανακλάσεως η μάνα ως Μαρία Θηρεσία. ουδείς της εδίνει την ολίγιστη σημασία. Αφού εξέλιψαν οι λοιποί και μηδέποτε λιμοί, ήρθε κι η εμή σειρά λόγω της στεγνής γιαγιάς. Δεν ξεχνάω το μόνο και σημαντικότερο ξαδερφάκι μου., το Μαράκι, μοναχοπαίδι της θείας Δέσποινας, αλλά γενέθλια έχει στις 14 και γιορτή τον Νοέμβρη.
Πρέπει να ήμην 8 ή 9, δεν θυμάμαι καλά λόγω Κόνγκο, ίσως, 7, ζέστη, όχι πολλή αλλά αρκετή, ξυπνάω στο κρεβάτι των γονιών -εν μέσω αυτών, χωρίς?-, πρέπει να ήταν τουλάχιστον 9 το πρωί, ο ήλιος άρχιζε να λούζει λιμνά τα πλατιά γαλλικά παράθυρα, σίγουρα ήταν μετά τα 7 μου, εφόσον, σαν τώρα, θυμάμαι πως όταν ήταν να πάω στο νηπιαγωγείο, το μόνο και ιδιωτικό του Χριστόπουλου, ναι, κείνου που ως διευθυντής στο Α' Δημοτικό μας, άπλωνε το βρωμόχερό του πάνω σε συμμαθήτριες-την γλίτωσα ως ασκημούλα με βαριά γυαλάκια, υποθέτω-, τότε, λοιπόν, θυμάμαι, σαν τώρα, κάτι εργάτες να βάζουν ένα χάρντμπορ με κλειδωνιά και έναν θόρυβο που μου κόστισε πολλές μητρικές μεσημεριανές εν μέσω ύπνου κατσάδες, φτιάχνοντας μια σούδα στην πελώρια πατρικο-μητρική κρεβατοκάμαρα. Ίσως για να μην ασφυκιώ παρ' όλα τα δύο πλατια γαλλικά παράθυρα, δεν το φτάσαν ως το ταβάνι. Ήταν, όμως, Βιρτζίνια Γούλφ -une chambre a soi-
Ξύπνησα με μία αίσθηση ευδαιμονίας και γιορτής, ήξερα πως είναι Δεκαπενταύγουστος, σαν Κυριακή του Πάσχα μου έκανε πάντα, μου φοράγαν άσπρα πέδιλα κι ένα φουστανάκι θαλασσί, και τις δύο φορές η υποχρέωση ήταν μία: επίσκεψη στην γιαγιά Μαρίκα, το Πάσχα, η μάνα μου, με το πρόσχημα πως ετοίμαζε την μαγερίτσα, την γλίτωνε, της Παναγίας υφίστατο την επίσκεψη, πάντως, η γιαγιά έκανε τις καλλιτερότερες δίπλες, παντός καιρού, καθώς κι έναν περιφημότατο πελτέ κυδώνι στο ωραιότατό της γαλάζιο σκούρο βαζάκι....
Το Πάσχα την γλιτώναμε κανονικότατα, της Μαναζίας, no way, έπρεπε να φάει όλο μαζί το σόι, μας έσωζε η περίφημη σούπα της θείας Φούλας, χτύπαγα τα πόδια μου στην βιενέζικη καρέκλα κι έτρωγα σταθερή πατρική κατσάδα, μέχρι να με αφήσουν να κατέβω στον κήπο και να πάω να δω το συντριβάνι-τότε το σπίτι είχε ακόμη τα στρέμματά του, ένα πελώριο πηγάδι -που πάντα φοβόμουν- κι ένα συντριβάνι περιωπής με τα νερά του και τους νυκτερινούς χαριεντισμούς-
Τι κρατάω από κάθε Δεκαπενταύγουστο? τα άσπρα πέδιλα, το ότι θα κάναμε μπάνιο πολύ αργά, κάποιες χρονιές και καθόλου, την τυπική επίσκεψη στην γιαγιά, καμία κουταλιά σούπας δεν πήγαινε κάτου έτσι αυστηρά που κοιτούσε, παρ' όλη την μαγειρική μαστοριά της θείας Φούλας, της μεγαλύτερης αδερφής της οικογένειας, η άσπρη τούρτα της, ανυπέρβλητη...
Η γιαγιά πέθανε ενάμισυ χρόνο πριν τον μοναχογιό της, τον πατέρα μου δηλαδή, ξεπερνώντας κατά πολύ τα 115 έτη... η μαύρη αλήθεια είναι πως υπήρξα ολόϊδιη, ευτυχώς,κάθε που συμβαίνει να με κοιτάζω σε καθρέφτη διαπιστώνω την αύρα της μάνας μου, ήδη από τα 40 μου το λέγαν οι φίλοι της, όσα δικαιολογητικά κι αν της αποδώσει κανείς, δεν έπαψε για μέναν να είναι μισητή, δεν ήθελε τη μάνα μου, είδε τον αδερφό μου στην Πλατεία ήδη κοντά 3 χρονών, εμέναν 4 πάλι στην Πλατεία, διότι ο μοναχογιός της ερωτεύτηκε τη μάνα μου στα 22 τους, δεν έκατσε ανύπαντρος για να παντρευτούν πρώτα οι εναπομείνασες αδερφές του... Μιλώντας για μια πελώρια κτηματική περιουσία, απλώς ένα κλικ πιο συντηρητική κι από τους συντηρητικούς της εποχής της, αυστηρή χήρα από τον Αύγουστο του 1932, χαντάκωσε την ζωή όλων των παιδιών της, μερικά τα διπλοπροίκησε, τα κορίτσια, σε οποιαδήποτε κοινωνιολογική ανάλυση, δεν χωρεί, δεν την συγχωρώ, κάθε φορά που κάποιος με αποκαλεί γιαγιά Μαρίκα, του κόβω την καλημέρα, τελεία-
Τον τελευταίο καιρό αναλογίζομαι το μόνο μου ανιόν αίμα, τον αζιρφό δηλαδή, άλλη μία χρονιά που μιλάμε για τον πάντα Φεβρουάριό μου κι εγώ, ως της οικογένειας κι ως Πελοποννήσιος Τάκης, χρόνια σου πανέμορφα πάντα, παιδί μου
