9/7/18

https://youtu.be/gqE4CSDkdXI

-όταν σηκωνόσουν και χόρευες αυτό, τρελλή και πάντα αδέσποτη,πετώντας τον γοφό έξω, όπως μας είχε μάθει η Μοριάνοβα, σπάζανε τα τσιμέντα κι οι καλοί σου χύνονταν στις σκοτεινές λεωφόρους-
σου έστελνα γράμμα και γραφή και σβηστήκαν όλα, τότε που -έλεγα- είχα αγοράσει τζάμπα δύο φορεματάκια, ένα κόκκινο καρμίνα με κίτρινα (το κίτρινο δεν ήταν ποτέ το δικό μου χρώμα) κι ένα βαθυπράσινο με κίτρινα φύλλα. Το κόκκινο σκέτη τιμητική στις βόλτες και στην άνοδο στην Χώρα, ένα σωρό οι φίλοι μας εκεί, στον μονόχωρο έφτιαχνες καφέ στο κουζινάκι και γκρίνιαζες που σου χαλάσαμε τον ύπνο πάλι. Όταν χάθηκες από το Καράβι για ώρες πολλές, καθόμουν κι αναλογιζόμουν σε ποιόν βυθό είχες καταδυθεί με το σκουρόχρωμο δέρμα και το ολόσωμο μαύρο μαγιώ, δεν είχα αγωνία, ήξερα πως θα εμφανισθείς με ήρεμες απλωτές από τον βράχο πίσω. Εντούτοις, όταν βγήκες στην στεριά ήθελα να σε καταχεριάσω. Όλοι κάτι λέγαν και το βλέμμα σου σ΄εμέναν ήταν απολογητικό, πάλι σε συγχώρησα, πήγαμε για ποτά εσείς κι εμείς για πορτοκαλάδα. Μ' αυτά κι εκείνα, περάσαμε 30 χρόνια, ύστερα, πέθανες, πιο μετά κι ο καλός σου, τώρα το μονόσπιτο κι ο μπαξές ρημάζουν, τις προάλλες με ρώτησε το παιδί τι απέγιναν, τίποτα, απήντησα στεγνά, θα ξαναπάμε? ξαναρώτησε. Όχι-

όταν ήσουν νεαρούλης πρώτος δεξιά, ετών 17, για πρώτη και τελευταία φορά μοιάζεις στη μάνα σου, θες τα μήλα βαλκανικά, πρώτος αριστερά ο παι...