13/6/18

μία μάνα....

η πόρτα δεν κλειδώνει πια, you are most welcome δεν ξέρουμε τι χρώμα θα βαφεί το πρασινάκι μας....

https://www.youtube.com/watch?v=ERmexduYfQk


https://www.youtube.com/watch?v=6y9zAOfF8sU

να σου πω λίγο, εκεί που κάθεσθε με τον γαλανομάτη και τρώτε ρύζια και σοκολάτες, εσέναν ειδικά σου άρεσαν και τα δύο: θυμάσαι που κατεβαίναμε την πέτρινη σκάλα, με κρατούσες από το χέρι, ένα καλοκαιρινό πουκαμισάκι και μία κρεμ φούστα? εμένα σαν μια φουφούλα δεν μου φόραγες, που να θυμάται κανείς?3,4 ήμουν?  και τραγούδαγες το χέρι-χέρι? ήταν το τραγούδι μας, ακόμη και πάνω από του Γιωργαρή" το λαλόφωνό σου, μαμάκα"
αυτή την εικόνα έχω κρατήσει, αγαπητή μαμά, έχω ένα βίτσιο, όπως θες πες το: όταν κάποιος πεθαίνει, ένα είναι το ρήμα: "πεθαίνω", τα φεύγω, αποχωρώ, σας αφήνω, με αφήνετε κλπ, δεν είναι για μας, υπάρχει ρήμα, "πεθαίνω", οριστικό, αμετάβατο, αμετάκλητο, καλά κάνατε και πεθάνατε, πεθαμένοι είσθε και αυτό δεν αλλάζει-τελεία, παύλα-, πάντως, το χέρι-χέρι  θα είναι πάντα το  τραγούδι μας και "κοινωνικώς" πως, "η βάρκα που γύρισε μόνη δίχως μέσα τον ψαρά", εσύ ως έλεγες κι έγραφες μπορεί να είσουν βουνήσια  στην ψυχή, αλλά το μικρό σου σπόρι είναι παιδί της θάλασσας, κι ας είναι του γλυκού νερού, -το μεγάλο, ρώτα το, μάλλον του ανέμου- να εξηγούμεθα, αγαπητή μαμά...

- δύο που άρεσαν στην μητέρα μου

 
by Fanis Tsiros

 φόραγες την ωραία σου κλαρωτή ρόμπα του σπιτιού, έχοντας απεκδυθεί άλλο ένα βράδυ την ιατρική μπλούζα, με μπλε και κίτρινα λουλούδια, έφερνες το πικ-άπ στην βεράντα (α, σου το είπα? μου το είπε ο ανηψιός σου ο Κωστής που επιβλέπει τα έργα, το παλιό μας σπίτι, επιτέλους ανακαινίζεται, υπόσχεται πως τα κολωνάκια θα είναι τα ίδια, όπως τα άφησες, θα λείπει φυσικά το πελώριο γιασεμί αλλά, μην τα θέλουμε και όλα....μου είπε τις προάλλες πως δεν θα μπορούσε να κάνει άλλο τι, να τα ξαναδείς και να χαρείς, έτσι μου είπε, απλώς το μεταφέρω, εντάξει?), πλέανε τα πυροφάνια, καθόμασταν και τα κοιτούσαμε εσύ κι εγώ (οι άλλοι πού να ήσαν? σίγουρα ο πατέρας χαρτιά στου Κατσίγιαννη) και τραγουδούσες με την σοπράνο σου φωνή " και η βάρκα γύρισε μόνη δίχως μέσα τον ψαρά", είπα να σου πω ένα γειά διότι σε είχα αφήσει μόνη σου να γυρίσεις σε άδειο πια σπίτι, έτρεχα δεξιά-ζερβά, θυμάσαι τώρα πώς και ναι? συγγνώμην βρε μαμά που σε άφησα μόνη σου γυρίζοντας αλλά είχα 
τόσον κόσμο να νοιαστώ, πάντα το ήξερες, εντάξει, δεν το παρεξήγησες, φυσικά?

πρέπει να ήταν το 1962, ήμουν 8, κάθε σούρουπο φεύγανε τα πυροφάνια ομάδι, πλέανε στον Κόλπο: 


σαν να είναι η δική σας ιστορία..... όμορφη δεν είναι?