9/6/18

πατέρας

ξέρω πως αν σου είχα μιλήσει ειλικρινά, θα είχες καταλάβει, δεν το τόλμησα, είμουν τόσο πολύ νεαρά ακόμη, δεν το περίμενες, ξέρω...
Αφού άντεξες το σοκ από την άφιξη του βλαστού σου, πήγα σπίτι μου, βρήκα κάτι παπούτσια σχινένια, κρεμ και τα έβαψα μαύρα.
Δέκα και, το βράδυ, μπήκα στην αίθουσα αναμονής και το μικρό μινάκι μας σιωπηλό, πάντα εκεί, πάντα εδώ ως σήμερα,  ηχήσαν τα μεγάφωνα, μου είπανε να μπω και να μην σοκαριστώ, ένα μπλε σε τόνους διάφορους, άπλωσα τα χέρια και σου έκλεισα τα μάτια, αυτό το μπλε έπρεπε να τελειώνει πια. Τότε κατάλαβα πως αυτό το μπλε δεν θα το ξανα-έβλεπα ποτέ πιά, ή περίπου. Δεν πολυκαταλάβαινα για να σου τα κάνω λιανά, μπαμπά. Δεν είχα ξαναδεί μαραφέτι στο στόμα για να μην κλείσει σε χρώμα απαλό μπλε, πιο πολύ αυτό με σόκαρε, όχι εσύ, σου το έχω ξαναπεί, ναι, το ξανθό δέρμα είχε σκουρήνει κι είχες αποκτήσει έναν τόνο Κιρκάσιου πολεμιστή (για πολεμιστής, να τα λέμε κι αυτά, γεννημένος και με ένα σπαθί να κρέμεται έτοιμο), έκανα όσα θεώρησα πως έπρεπε να κάνω ως ενήλικη πια κόρη σου, βγήκα στον διάδρομο και ειδοποίησα ευγενικά να έρχονται σιγά-σιγά, μην τρομάξω τους άλλους, τρομάξαν, φυσικά, αλλά, τι να κάνω κι εγώ? μικρό παιδί είμουν που προσπαθούσα να φερθώ ως ενήλικη. Όταν ήρθαν, όλα καλά, ανέλαβαν οι ενήλικες, η μητέρα μου βασικά, άρρωστη ξε-άρρωστη, μεγάλη ήταν, ξανα-έγινα μικρή-μικρή, τότε που από το χέρι με πήγαινες στο πάρκο ή με το ποδήλατο στον παιδικό σταθμό - σου θυμίζω, δεν νομίζω να υπήρξε παιδί με πιο πρωτότυπο πρωϊνό: ένα χωνάκι με τρία βραστά κάστανα κι ένα μουστοκούλουρο στο γνωστό καλαθάκι, το πήρε η τελευταία πλημμύρα, μαζί και μέρος από την μυρωδιά σου-  ακολουθούσα τους άλλους και μόνο μπρος στην πόρτα του σπιτιού σας στον γυρισμό δείλιασα, δεν μπορούσα να μπω, αφού την πόρτα του, κατάλαβα, δεν θα άνοιγες ποτέ πια εσύ να μπω εγώ, τότε σου είπα, γιατί πέθανες, βρε μπαμπά, τι σου κάναμε?
Πέθανες, όμως, αγαπητέ, μπαμπά, τότε, 10 χρόνια μετά, βρεθήκαμε οίκαδε οι δυο βλαστοί σου και σας κάναμε δεκαετές μνημόσυνο -άθεη εγώ, άθεος εσύ, τράβα να δεις-, το μνημόσυνο σκέτο σόου, εγώ, λεπτή-λεπτή τότε, με άσπρη μπλούζα και μαύρη φούστα και ψηλά μαύρα τακούνια, gran succes που λένε, είχε πολύ πλάκα ο μικρός διότι είπε "θα βάλω κοστούμι" κι ήρθε με κάτασπρα χυτά από κουκούλα ως σνίκερς, έκατσε άκρη-άκρη, άναψε και κερί και ύστερα χάθηκε από προσώπου γης -τα σπόρια μας δεν κρίνουμε ποτέ, μόνο,στηρίζουμε-να κάτι τέτοια να έχουμε να θυμόμαστε πριν να μας κλείσει ο Χάρος τα μάτια, κείνο το γαλάζιο μαραφέτι να κρατάει ανοιχτό το στόμα μόνο να μην ξαναδώ. Αν ζω, του χρόνου, ίσως σου ξαναθυμίσω 35 χρόνια από κείνο το μαραφέτι στο στόμα (μα γιατί είναι τόσο μακάβριοι και δεν αφήνουν τους ανθρώπους να πεθάνουν όπως εκείνοι θέλουν?, εσύ να μου πεις)-

-αποχαιρετισμοί, του μπαμπά μου, του γαλανομάτη-