19/4/18

memoriando


CARLOS PELLICER

POEMA EN TIEMPO VEGETAL

ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΚΑΙΡΟ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ

Στον Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο


Στο δάσος αυτό όπου τα δέντρα
έχουν  ιστορία
και συνταιριάζονται μ’απλοχεριά
πότε στο φως,
πότε στη σκιά,
λεηλατώ τα φλάουτα στον άνεμο
όπου τα πουλιά καταβροχθίζουν
τη μοναξιά υγρή και ζωντανή
απ’ τη ρίζα και τη μνημοσύνη  αυτή.

Ηχηρά σε σώμα και ψυχή
νιώθω τη θέρμη
με την που το φως τού ήλιου
λευτερώθηκε από φυλακή τρομερή.
Και τραγουδάω ανάμεσα στα δέντρα
και στα φυλλώματα τής φωνής μου
τσιμπολογάνε του ανέμου τα πουλιά
μακρόσυρτες γωνιές της γεύσης.

Να μπω σε δάσος όταν η μέρα
σαν πεδιάδα
με δαχτυλήθρες και με καρφίτσες
δρασκελίζοντας λύνει
θα πει γυμνώνω κορμό διαβάτη
και τόνε ρίχνω μες το νερό να γίνει ένα
με υλικά που ρίζες δεν έχουν βγάνει
λησμοσύνης εικόνες της τύχης.

Να μπω σε δάσος είναι αποκτώ
λίγη χλιδή
από εκείνη που η ζωή σε μια στιγμή
τις παρυφές της όλες ανθοστολίζει,
και κάνει αισθητό το ανοιχτόχρωμό της κορμί,
γιομάτο με ψιθύρους εκπληκτικούς:
η άξαφνή μας πεταλούδα, τ’ αρχέγονο κλαδί που σπάζει,
ό,τι δεμένο ή λυμένο
πιάνουμε ή αφήνουμε’
κάτι που πέφτει  κι αγνοούμε
 τι να ’ταν και πού και γιατί ονειροβατεί.

Αυτό είν’ το δάσος όπου τα δέντρα
γνωρίζουν την μιλιά
για κείνη τη σιωπή από οψιδιανό
που βρήκε βάθρο μες στη φωτιά:
ο νεαρός Κουαουτέμοκ που κάποια μέρα
ηδυνήθη τους βράχους του να χαροποιήσει
με τους δυναμικούς δεσμούς
του δάσους αυτού τού μεγάλου και πατριαρχικού.

Νεαρέ Κουαουτέμοκ σιωπηλέ,
ποιο ξημέρωμα ή μούχρωμα
ήταν εδώ στο φτερό του περάσματός σου*
το ξημέρωμά σου, το δείλι σου
και στον ξεφτισμένο ψίθυρο
αύρας κρυμμένης
σου στενάξαν γιγάντια
τα κωνοφόρα της ύπαρξής σου;

 (…)

-απόσπασμα-**
απόδοση: ©ΑΡ

*=a vuelo de pájaro*

**κάποτε, θα τελειώσει**






βαλσάκι: Βινίσιους ντε Μοράες και Σίκο Μπουάρκε (από τα βραζιλιάνικα), ίσως το πιο γλυκό βαλσάκι για μιαν αιώνια αγάπη στην τρίτη ηλικία: 

Valsecito


(Vinícius de Moraes - Chico Buarque) στίχοι Βινίσιους ντε Μοράες (γεν. 1913), μουσική Σίκο Μπουάρκε ντε Ολάντα, εν ζωή ακόμη:

Un día él llegó tan diferente de su antiguo modo de llegar
y la miró con mucho más ternura de su antiguo modo de mirar,
no maldijo a la vida tanto como maldecía antes al hablar
ni la dejó sola y callada y ella oyó asombrada cuando la invitó a pasear.

Entonces fue a ponerse linda como hacía tiempo no solía estar
con su vestido escotado oliendo a guardado de tanto esperar.
Después se tomaron del brazo como lo habían hecho mucho tiempo atrás
y llenos de ternura y gracia fueron a la plaza y se empezaron a abrazar
Y allí danzaron tantas danzas que la vecindad entero despertó
ινί
y la felicidad fue tanta que la ciudad toda se iluminó.
Y fueron tantos besos locos, tantos gritos roncos como no se oían ya
que el mundo comprendió y el día amaneció en paz.
(1970)




μες στον γενικό πανικό, πέθανε τον Οκτώβρη πέρυσι ο Ντανιέλ Βιλιέτι: https://en.wikipedia.org/wiki/Daniel_Viglietti