9/4/18


όταν ανοίγει ο καιρός
σπρώχνοντας σε απλωτές
πάει κι ασβεστώνει σκαλιά κι εκκλησιές
ρούγες και υδρορροές.

όταν ανοίγεις στον καιρό
με χέρι ανάπηρο
πόδι χωλό
αναδιπλωμένον εαυτό

{πρόσφορα κάποτε στον δικό σου Χριστό
αρτιμελή με μιαν ευχή}

/πετσοκομμένα
από ω! τις κραταιές  προθέσεις
ψευτίσαν σε προθήκες
σαν κούκλες γυμνές\

τι θες κι αναρωτιέσαι
για τα σοβατίσματα;
εσένα δεν σ’ αρέσουν
τα φτιασίδια

-φύγε
μακριά
παραμυθίες τρέφουν
εγώ σε καθρεφτίσματα
 νούφαρα απατηλά

αναπηρία ανάπηρη σου τάξανε

-αποκαθήλωση/.




©AR 9/4/2018