24/4/18


εντάξει οι γιορτασμοί, εντάξει οι αγκαλιές και τα φιλιά (πώς να αντέξει κανείς χωρίς) αλλά, κάθεσαι και παρακολουθείς (εντάξει, ομοίως, τεμπελόσκυλο της σύνταξης των 500 €), βλέπεις-ακους ένα απίστευτο σκηνικό: από την μια σε κανάλι του δεξιού Σκάι μία συνέντευξη του Αλέκου Παπαδόπουλου, από τους ολίγιστους που εκτιμάς-μην ξεχνιόμαστε, αριστερή γεννήθηκα κι έτσι θε να πεθάνω-να λέει "δεν κάνω πολιτική πιά" τουτέστιν, δεν ξεπουλιέμαι πια ως πολιτικάντης  πολιτικός (la politique, le politique, le politicien) σκέτος Πόντιος Πιλάτος, μια χαρά ξεπουλήθηκε, φυσικά, στον καιρό του,  του έλεγε η Μιμή (όχι η Ντενίση, η του Αντρίκου) τι να κάνει ή πάθαμε συλλήβδην άνοια? το ότι ξεπουλήθηκε -ηθικά εννοείται και μόνον-μην το κάνουμε θέμα τώρα στον γενικό πανικό, ναι? τους λέει τις 4 αλήθειες τους- που λένε κι οι Γαλάτες- κι από την άλλη στην Συριζαία ΕΡΤ (για αυτό την ανοίξαμε? να καταντήσει πιο κομματική κι από τον καιρό της Χούντας?) να επανεμφανίζονται φαντάσματα ενός παρελθόντος που θα έπρεπε να έχουν πάει να αυτο-θαφτoύν σε κατακόμβες, Αντώναροι, Παύλος Γερουλάνος {ο όμορφος πρίγκηπας, εμείς θα πρέπει να πληρώσουμε την ευμορφάδα σας Sir?} -θα ζήσει ποτέ του με 500 €?, λοιπά Πασοκοσυριζάκια (κοίτα να δεις που εμφανίστηκε ένας Μουζέλης κι έχει κι άποψη ο άνθρωπος).
Δεν γεννηθήκαμε χθες, αλλά βλέποντας κάτι τέτοια λες, να πάρω ομάδι τους δράκους του Άι Γιώργη κι όσους πάρει ο χάρος, ύστερα λες, δεν τους χαρίζεις μία και πας να φέρεις την Παναγίτσα στο Ναύπλιο σπίτι, ηρεμία μετά και θάλασσα θυμάσαι όταν ήσουν 10 και το Όνειρο δεμένο στο μουράγιο, στον πάνω δρόμο από την κουζίνα και την μαρίδα μας να το γκαρίζει με ένα πάθος που ποτέ δεν ματαγνώρισες, έρχεσαι στα "ίσα σου" και μπορείς να ξανα-αντικρύσεις τον ορίζοντα που ανοίγεται πέρα από τα βουνά της Ζήρειας, κάνει βουτιά σε ήμερο Αργολικό και πας πάλι στην Γλώσσα με το κατακόκκινο μαγιώ μπας και συναντήσεις την δασκάλα σου με τον άσπρο σκούφο να ανοίγεται προς την Μυτίτσα με τολμηρές απλωτές. Κάθεσαι κι εσύ, παιδί, και δεν ξέρεις αν πρέπει να πάρεις τ' αμάξι να βάλεις πέδιλα και να πέσεις στην βαθιά θάλασσα του Κοντυλιού, ή να πάρεις το ηλεκτρικό καλάμι που σου έστειλε ο θείος Ντίνος από την Αφρική, να το σαλιώσεις (έτσι έλεγε το γράμμα του), χαζό εσύ τον πίστεψες, και να πας να το ρίξεις στα βραχάκια, για πεταλίδες, μα, χαζό μου παιδί, τις πεταλίδες τις βγάζουμε, δεν τις ψαρεύουμε, για κείνο δεν έγραψες κάποτε κι ένα ποιηματάκι? Πεταλίδες καταντήσαμε και τα κολεόπτερα κολλήσαν πάνω μας, εμείς των 500, κείνοι των 50.000€. Χτες, πήγα και πέταξα όλες τις πεταλίδες, σήμερα έγινε πανηγυρικό το σάλπισμα στον πάνω δρόμο, ήρθαν όσα παιδιά ζουν και το πάτημα Βύρωνος και Παραλία γωνία έγινε σάλπισμα Όνειρο δεμένο στο μουράγιο, θα είμαστε πάντα εμείς, στους μικρούς φεγγίτες του Αμφιτρύωνα, στον πάνω δρόμο μας, αν θυμάστε https://youtu.be/X1A_6VkUfrg

https://www.argolikeseidhseis.gr/2016/09/blog-post_95.html


Η Παναγίτσα κι εγώ έχουμε ανειλημμένη υποχρέωση: 3 και κάτι  κατάπια κάποια βάλιουμ, εντάξει, πολλά είσαντε αλλά δεν το έκανα επίτηδες, μικρό παιδί ήμουν, με σώσανε από θαύμα, να αναπαύεται ο Νίκος ο Κατσαούνης με το ταξί του, με έφτασε σώα στο μόλις άρξασθε Παίδων, περάσαμε κάτι μέρες στο σπίτι θείας, γυρίσαμε. Προφανώς, η άκρως μοβόρα που είχα μάνα έκανε τάμα, άφησε να περάσουν κάνα-δυο χρόνια και γύρω στα 5-6, μία ωραία πολύ πρωΐα, με ξύπνησε, με έντυσε, έλουσε, τάισε και με έσυρε με τα γόνατα από το σπίτι μας (μην το κάνουμε θέμα, κοντά ήταν) ως την ανηφόρα της Παναγίτσας, εκκινώντας από το εικοναστάσι -αυτό το εικοναστάσι χρηματοδότησε η μοβόρα μάνα ως να πεθάνει και να ησυχάσουμε κι εμείς τα μοβοράκια, με τα γόνατα ως πάνω, τι να θυμάται τώρα το παιδί τι της είπε? πάντως, η Παναγίτσα είναι μαγική, καμιά φορά, το παιδί θυμάται την μοβόρα μάνα και όταν πονάν τα γόνατα-συχνά πυκνά πια- θα ήθελε πολύ να γκρεμίσει την μοβόρα μάνα από τον γκεμνό της Παναγίτσας, πρέπει να διατηρηθούν, εννοείται, τα κρινάκια, οι πασχαλιές και τα τριαντάφυλλα, εννοείται-