27/3/18

η νοσταλγία είναι γένους ουδετέρου, άφυλη, αφίλητη, σφουγγίζοντας άμπωτη και παλίρροια, ρίχνοντας βαρκάκια στο νερό, γάζες σε σπασμένο στόμα, χέρια σηκώνοντας ψηλά έναν κορυδαλλό, το πλάνο είναι σταθερά κατ-






εδώ, ο Χατζηδάκις, μελωδικός, εμφανής-
-μια αύρα τρυφεράδας νεογνού βλαστού, πράσινου είπατε?  εκεί, στο μαύρισμα του ματιού, στο θόλωμα νερού κι ουρανού, μια υπόκλιση κι ένα βύθισμα εαυτού- η αμνησία, το πιο υγιές χρώμα των πετεινών του ουρανού, ούτε θυμόμαστε, ούτε θέλουμε, ολική διαγραφή, κατ-
υγ. η μίμησις δεν είναι πάντοτε πράξις  σπουδαία και τελεία, κάποτε, καταλήγει σε υπονόμους από τους οποίους ένα βλέμμα βιτριολίζει
σιγουριές, να μην χάσουμε αυτά που έχουμε, διπλό κατ-



Pizarnik, Alejandra. El infierno musical. Buenos Aires : Siglo XXI, 1971
Pizarnik, Alejandra. Poes
ía completa. Barcelona: Lumen, 2000
«Ο λόγος της επιθυμίας», από τη συλλογή: Μουσική Κόλαση, 1971, εκδόσεις, Siglo XXI, περιλαμβάνεται και στο μετά θάνατον: Όλα τα ποιήματα 2000-2002-2003, εκδόσεις Lumen, Βαρκελώνη, Ισπανία.

-Τούτη η φαντασιακή υφή του σκοταδιού, τούτη η μελωδία στα κόκκαλα, τούτο το φύσημα από σιωπές ποικίλες, αυτό το πήγαινε στον πάτο του αποκάτω, αυτή η στοά σκοτεινή, σκοτεινή, αυτό το βύθισμα χωρίς βύθισμα.
Μα, τι λέω; Είναι σκοτεινά και θέλω να μπω. Δεν ξέρω τι άλλο να πω (δεν θέλω να πω, θέλω να μπω). Ο πόνος στα κόκκαλα, λεκτικό κατακερματισμένο με φτυαριές, λίγο-λίγο ανασυντίθεται το διάγραμμα της υπερ-πραγματικότητας.
Αποκτήματα δεν έχω (αυτό είναι βέβαιο’ επιτέλους, και κάτι βέβαιο). Μετά, μια μελωδία μοιρολόι, ένα φως μαβί, επικείμενο χωρίς αποδέκτη. Βλέπω τη μελωδία. Παρουσία από φως πορτοκαλί. Δίχως το κοίταγμά σου δεν θα ξέρω πώς να ζήσω, κι αυτό είναι επίσης βέβαιο. Σε ανακαλώ, σ’ ανασταίνω. Και μου είπε να βγω στον άνεμο και να πάω σπίτι το σπίτι ρωτώντας αν υπήρχε.
Γυμνή πορεύομαι μ’ ένα κερί στο χέρι, κάστρο ψυχρό, κήπος των απολαύσεων. Μοναξιά θα πει να στέκεις ακίνητη στην αποβάθρα, το χάραμα, κοιτώντας το νερό με απληστία. Μοναξιά θα πει να μην μπορείς να της δώσεις όνομα να μην μπορείς να την περικυκλώσεις να μην μπορείς να της δώσεις πρόσωπο να μην μπορείς να την κάνεις συνώνυμο ενός τοπίου. Μοναξιά θα ήταν αυτή η σπασμένη μελωδία των φράσεών μου».
Αλεχάντρα Πισαρνίκ
απόδοση © ΑΡ
το όλον έχει δημοσιευτεί-


-κάποτε, μπορεί να τελειώσει η πλήρης ανθολόγηση της Πισαρνίκ, ίσως όχι-