7/2/18





Αναρωτιέμαι

Σκαμμένες κόγχες

χυμένα μάτια
αναρωτιέμαι
γιατί γκρεμίζεται ο κόσμος
όταν το σύμπαν
μου προμηνύει
τα καλούδια τ’ ουρανού.
αναρωτιέμαι
πώς αδειάσαν οι κόγχες ξαφνικά
πριν έρθει καν ο καταρράκτης.
αναρωτιέμαι
γιατί δεν επαρκεί ο εαυτός μου
για ν’ αστράψει ο ήλιος.
χυμένα μυαλά
στην άσφαλτο.
αναρωτιέμαι
γιατί πάμε του χαμού.
Όταν οι ουρανοί
ανοίξαν στο απόλυτο γαλάζιο
για να με δεχτούν/
περιμάζεψα τα μυαλά
χώθηκα στην άσφαλτο
κι αναλήφθηκα
στους ουρανούς.
ακόμα αναρωτιέμαι.
Ιούλης 2011

τα κλόπυ: ΑΡ


***4 ή 5 το πρωί? το τελευταίο τραμ πέρασε από την οδό Μπουκαρέλι (στενή, φτενή, δίπλα από το άγαλμα του Άνχελ), χάλασε το ποδήλατο, κάτσαμε κατάχαμα, την  άλλη μέρα ξημέρωσε βροχή κι η Γκλάντυς ήρθε, έφτυσε θεούς, έβρισε καντάρια, πήγες σπίτι σου οικεία και αρχίσαν τα ραδιόφωνα, σηκώθηκε ο Λαχάς και μετακομίσαμε, χαθήκαμε***

****το παρόν είναι της φαντασίας, τα ρέστα Σόκαλο****

* η αφορμή από το: "Άι στρίβε από δω μωρή", Κάρλος Φουέντες, Η καθαρότερη περιοχή του αέρα, ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, η ανάπτυξη της Πόλης του Μεξικού στις δεκαετίες '40-'50, με μόνη χρήση την αργκώ της Πόλης του Μεξικού εκείνων των δεκαετιών, αυτήν, ή την γνωρίζεις ή δεν την γνωρίζεις, συγγνώμην που την γνωρίζω (είναι πολύ "άτιμη" και στριφνή, αλλά...), υποτίθεται ότι θα εκδιδόταν η μετάφραση με υπογραφή της γράφουσας, ποιός να ξέρει η μοίρα τι θα φέρει, μπορεί και να γίνει στο εγγύς μέλλον, La región más transparente, 1958

τα κλόπυ εδώ.... AR


**νομίζω πως την έχω διηγηθεί την ιστορία εδωμέσα (σίγουρα, σε διήγημα), ήμουν 10, ο Μακουλιός 7, παίζαμε στην σάλα, ο Μακουλιός, φτενός-φτενός, χώθηκε κάτω από το μπάρ -ιστορία έχει αυτό το μπαρ, σκούρο καφετί σκυριανό, το κληρονομήσαμε από την θεία Ζένη-τρίτη αδερφή της κοινής μας γιαγιάς εκ μητρός και των δυό, παίζοντας, χώθηκε το Μακουλάκι από κάτω από το μπαρ για να κρυφτεί, κάποιος θόρυβος, σηκώνεται απότομα το παιδάκι, "πάντρεψε" ένα αγαπημένο βάζο της μάνας μου. Ακούγοντάς το αυτή, βγαίνει από το ιατρείο της, έξαλλη, με βουτάει, με στριμώχνει στο κοινό μας δωματιάκι με τον Μάκη (ένα χώρισμα με χάρντμπορ στην μεγάλη κρεβατοκάμαρα δηλαδή), βγάζει το δεκάποντο τακούνι κι αρχίζει το πού σε πονεί και πού σε σφάζει, ευτυχώς, βρισκόταν ο μεγάλος αδερφός στο σπίτι, ακούει την φασαρία και πέφτει πάνω στην μάνα "σταμάτα μαμά, θα την σκοτώσεις", ήταν η εποχή που μόλις είχε διαβάσει το 10χρονο κάποια φοβιστικά διηγήματα  του Γκυ ντε Μωπασσάν στο Ρομάντζο που αγόραζε ανελλιπώς η κοπέλλα μας, έλεγε κάτι για τάφους που συλλήθηκαν, το δεκάχρονο συνέλαβε λάθος την έκφραση "τυμβωρύχος", του έκανε "τυρνοφάγος" εκείνη την στιγμή άρχισε να σκούζει "ο τυρνοφάγος, μαμά, ο τυρνοφάγος", έσκασε στα γέλια η μάνα μου, σταμάτησε να βαράει με το τακούνι. Χρόνια μετά, μέσα της δεκαετίας του '80, το τότε δεκάχρονο γνώρισε τον Λαχά στη Σαλονίκη, του διηγήθηκε στην ιστορία, έσκασε στα γέλια ο Λαχάς, εξακολουθώ να λέω τον τυμβωρύχο, τυρνοφάγο, δυστυχώς, ο Κώστας δεν γελάει πιά, μόνο εμείς θυμόμαστε-**