20/1/18

fokanegra

τι δεν λέει?, μα για το Select, το απόλυτο γλυκάδικο. -Πάντως, και τα προφιτερόλ συναγωνίζονταν εκείνα του Ναυπλίου στα Νούφαρα, τότε Περιηγητική Λέσχη- Κείνο που μας έμαθε το παγωτό Σικάγο ιδίως τα καλοκαίρια πριν να φύγουμε και αφού είχαμε γυρίσει σ' αυτήν την απαίσια πόλη που κανείς μας δεν επέλεξε σαν πατρίδα, μας την είχαν στημένη και στυγνά επιβάλλει οι μεγάλοι-εκτός Ζώναρ'ς, πάντα εκτός Ζώναρ'ς.
Εμείς ήμασταν Κυψελιώτες, δεν θα ήμουν οκτώ  όταν από την Πλατεία κατηφορίζαμε -το χέρι, δώς μου το χέρι- με την κοπέλλα της γιαγιάς μου της Γιακαλούς την Φώκα Νέγκρα, πηγαίναμε στο συντριβάνι και εκστατικά το άγαλμα του Τόμπρου, ναι, λένε πως ερχόταν στο σαλόνι της γιαγιάς αλλά εγώ δεν ζούσα τότε, δεν θυμάμαι, το άγαλμα μου άρεσε πάντως, πολύ.
Περάσαν τα χρόνια, εφηβέψαμε κι εκεί προς το τέλος της είμασταν μία ασυμμάζευτη παρέα, ξεκινάγαμε από την οδό Ιεροσολύμων, στο σπίτι του Δημήτρη, αφού είχαμε ακούσει καλά-καλά όλον τον Μπένυ Γκούντμαν, είχαμε πάει στο σουβλατζίδικο στην στοά του Μετροπόλιταν, και καταλήγαμε στην Φώκα Νέγκρα.
Άλλες φορές -τις περισσότερες- πηγαίναμε κατευθείαν στην Φαίδρα, εμείς, μία θυμόμαστε, ανεβαίνοντας την Φώκα προς το τέλος της, αριστερά. Διάβαζα τώρα πως πηγαίνανε εκεί ο Ελύτης κι ο Ρίτσος, δεν έτυχε...
Όταν είχαμε λεφτά, πηγαίναμε στην Θράκα, ήταν η πρώτη που είχε φέρει κροκέτες, τυροκροκέτες, ζαμπόν-τυρί κροκέτες και, το καλλιτερότερο: κροκέτες με μοσχαρίσιο συκώτι μέσα, και λίγον μαϊντανό, ανεβαίνοντας, στα μισά, δεξιά, πολύ αργά, αν δεν μας έπιανε η τρέλλα να πάμε με μηχανές ως την Πάτρα και αφού κοιμηθούμε με σλήπιν στο λιμάνι να γυρίσουμε πίσω. Με τους δικούς μου, και ο παππούς μαζί, πηγαίναμε στην Θράκα, τρώγανε κάτι περίεργα κρέατα, του λόγου μου λίγη σαλάτα και, τις κροκέτες, φυσικά.
Την Φαίδρα την στηρίξαμε μία χαρά, συνήθως με φραπέ, κάποτε, καμμιά μακαρονάδα στα 20, o Λεό έχωνε κουτάλι, εμείς μιλάγαμε και δεν προλαβαίναμε ούτε μακαρόνι, το Ντενιώ, πάντα αυστηρό, τον μάλλωνε, ο Τάσος κάγχαζε, ως σήμερα, τελευταία φορά πρέπει να ήταν Οκτώβρης του 1973, καθόμασταν έξω, ένας ήλιος μας είχε κοροϊδέψει κανονικότατα, ύστερα ήρθε το Πολυτεχνείο, μετά, σκορπίσαμε.
Τις προάλλες, είδα πως θα κάνουν λέει αφιέρωμα στον Χρήστο για τα 25 χρόνια από τότε που πέθανε, 1993, τότε, είχαμε πάει όλοι μαζί στο σινεμά Έλλη, παίξαν την τελευταία ταινία του Τσιώλη, Γυναίκες, μην κλαίτε για μέναν, αδύναμος, έπαιξε ο Χρήστος, λέει ο Δημήτρης: "απόψε, το παίξαμε η μεγάλη ανατριχίλα", στην κηδεία του Χρήστου κανείς από μας δεν πήγε, ηθελημένο, κάτσαμε σπίτι και γίναμε λιώμα στην ιδέα του φίλου μας, πριν ν' αλλάξει 100 σπίτια, ήταν Επτανησιώτης (στην Επτανήσου δηλαδή). Το Σελέκτ έχει κλείσει, τον Χρήστο τον έχει πατήσει το τραίνο,  ο Δημήτρης μένει χρόνια πια κάτω, από τα υπόλοιπα παιδιά κάποια γινήκασι "επώνυμοι" σαν το Λινάκι, εμείς είμασταν και λέμε να είμαστε πάντα εμείς, ο Μενέλαος θύμισε κάποια από αυτά, μας πάτησε το τραίνο και βγήκαμε από την  άλλη πλευρά.

http://www.athensvoice.gr
/life/urban-culture/athens/412702_fokionos-negri



να κι ένα άλλο, του Φώτη Γεωργελέ: http://www.athensvoice.gr/life/413014_kypseli-o-planitis-tis-paidikis-moy-ilikias
http://athensville.blogspot.gr/2009/12/blog-post_15.html

http://www.dimokratianews.gr/content/1861/mr-elite-%CE%B6%CF%89%CE%AE-%CF%83%CE%B1%CE%BD-polaroid

εγγεγραμμένο στο DNA  μας και το Elite, αμελής, και από κάποια -τελευταία κειπάνω πλημμύρα- όλα τα σάρωσε ο καιρός, 1994, η τελευταία πελώρια πλημμύρα, φτιαρίζαμε και φτιαρίζαμε, έρχονται ύστερα και ρωτάνε, που είναι η πρώτη σου συλλογή, μαρή, την πήρε ο άνεμος, την πήρε το νερό, εδώ, στεγνώναμε τα Κλασσικά εικονογραφημένα.....για το μόνο που λυπήθηκα πολύ είναι πως δεν έμεινε καμμία φωτογραφία από τις επιδείξεις του μπαλέτου, δια χειρός Elite, τότε που ο πατέρας μου είπε "μεγάλωσε, έγινε ολόκληρη γυναίκα" νομίζω πως είμουν 17, μετά, μας πήρε και μας σήκωσε, μόνο μία φωτό της μάνας μου φέρει την υπογραφή Elite, την κρέμασα σε τοίχο, ενθύμιο του κ. Elite



 για κείνους τους πειραγμένους καιρούς: 


Πειραγμένος καιρός

                              Περασμένος καιρός
                                          
   στο εύρος του θανάτου
                                                                 κι οι λεϊμονιές δεν βγάναν άνθια,
                     ζορίζονται.
                       
    Πειραγμένος καιρός
                       στο νεύμα του θανάτου.
           
  Ξεχασμένος καιρός
                                                            στο  νήμα του θανάτου.
                                                                                                                                   
                                Δεν υπάρχουμε πια.
                  Χαθήκαμε.
                    
 Νυχτωμένος καιρός
                                                  στο χάδι του θανάτου.
                              
 Οι ιστορίες κουράζονται,
                    δε μπορούν άλλο
                                                          ξαποσταίνουν στο παγκάκι
                                                                                                                                                                                        γυμνό από περίγυρο.

Ούτε μπρος έχει
ούτε πίσω.
                            Οι ιστορίες
                                                                        απλώνουν τα κύτταρά τους
                                                                    κατά μήκος
και παραδίνονται
                                                                 στο άγγιγμα τ΄αγγέλου.

Λυπημένος καιρός

             στο άγγιγμα τ΄αγγέλου.

Σεπτ. 2010


υπήρξαμε κείνη η γενιά που πέρασε ευτυχέστατα παιδικά, εφηβικά και φοιτητικά χρόνια, στις αλάνες, στις Φώκες Νέγκρες, αλλά κι εκείνη η γενιά που μας ξεκάναν νωρίς-νωρίς, όσοι μείναμε, θα την κάνουμε νωρίς-νωρίς από τις ασύστολες επιλογές κείνων που σίγουρα δεν θα κληθούν ποτέ να ζήσουν με 500 ευρώ, εγώ, αντέχω, εσείς?
Έτσι ή αλλιώς, θα ήμαστε πάντα Κυψελιώτες-