29/10/17

ρίζες




απελευθέρωση Θεσσαλονίκης, 30 Οκτωβρίου 1944, κέντρο, συνταγματάρχης Πυροβολικού του τακτικού στρατού, Κώστας Παπαδόγιαννης, επιτελάρχης της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ, πρώτη σειρά με το δίκωχο, ο από την σχολή Ευελπίδων συνοδοιπόρος και πάντα φίλος του συνταγματάρχης Ευριπίδης Μπακιρτζής.

https://left.gr/news/oi-krisimes-apofaseis-toy-elas-poy-esosan-tin-thessaloniki-stis-30-oktovrioy-1944

μπρος στην έδρα της ΟΜΜ, στην Βέρροια
από αριστερά, Μάρκος Βαφειάδης, Ευριπίδης Μπακιρτζής, Κώστας Παπαδόγιαννης
(έχει ξανα-ειπωθεί, ο Παπαδόγιαννης φορούσε πάντοτε την στολή του του τακτικού στρατού και στον ΕΛΑΣ, το πένθος στο μανίκι, για τον θάνατο της πεθεράς του Αμαλίας Μαρίνοβιτς-Καραντινού) της οφείλω το πρώτο όνομα


ταγματάρχης στην Λάρισα, λίγο πριν από το πραξικόπημα του Στρατού του '35,  με την μικρή του κόρη Ζωρζέττα, η οποία είχε γεννηθεί σαν σήμερα το 1930. Με το πραξικόπημα, ο Παπαδόγιαννης ήταν επικεφαλής της εξέγερσης του Σπερχειού, μετά την καταδίκη του, μεταξύ πληθώρας άλλων βενιζελικών αξιωματικών, ιδιαιτέρως πως με τους συνοδοιπόρους του από την σχολή Ευελπίδων και συνομίληκους  Σαράφη και Μπακιρτζή, πήγε θανατοποινήτης στην Ακροναυπλία του Ναυπλίου, απελευθερώθησαν και οι τρεις μαζί αρχές του 1937 με αμνηστία μεν αλλά εκτόπιση στον 'Αι Στράτη, τους άφησαν και τους τρεις μαζί αρχές του 1938.  Για δύο χρόνια, ο Παπαδόγιαννης άσκησε το επάγγελμα του μηχανικού (είχε δίπλωμα Πολυτεχνείου) και απεξήρανε την λίμνη Ξινιάδα στην Κωπαΐδα μεταξύ άλλων έργων. Το 1940 κατετάγη εκ νέου στον τακτικό στρατό με τον βαθμό του συνταγματάρχη και πήγε στην Ήπειρο υπό τας διαταγάς του Δαβάκη, αν και ομόβαθμοι.




επιστολικά δελτάρια στην πρωτότοκη κόρη του, φοιτήτρια Ιατρικής την μάνα μας.
να είσαι χωμένος στα χιόνια της Αλβανίας, με στιβάνια για τα κρυοπαγήματα, να παλεύεις με τα πυροβόλα σου και να γράφεις στην θυγατέρα σου "προσοχή στα τριαντάφυλλά μου"... άνθρωποι....


Ο Κώστας Παπαδόγιαννης ήταν ο παππούς μου (τον άλλον δεν τον γνωρίσαμε, πέθανε το 1932 στο Ναύπλιο), ήταν ο μόνος που μου έλεγε λίγες ιστορίες, ιδιαίτερα για την εκστρατεία της Μικρασίας όπου συμμετείχε ήδη λοχαγός και τα στρατόπεδα κράτησης (κρατήθηκε 2 χρόνια) των Τούρκων. Ο πατέρας μου, εκ Ναυπλίου ορμώμενος, είχε μόλις παρουσιασθεί ως νεοσύλλεκτος στο έμπεδον Ναυπλίου αρχές Οκτωβρίου του 1940, διακόπτοντας τις σπουδές του στην Νομική, πολέμησε και ανδραγάθησε στην Μάχη της Κρήτης, υπήρξε πολύ φειδωλός στις διηγήσεις του αν και γεννημμένος παραμυθάς.

* αξίζει, ίσως, η αναφορά στο πώς ο πατέρας μου ζήτησε τας δύο χείρας (και τα υπόλοιπα) της μάνας μου: αρχές του 1943 ξανάνοιξαν οι  Σχολές, εκείνος έμενε κάπου στο Μεταξουργείο μαζί με τους αδερφούς Σκυλλά. Με την μάνα μου είχαν γνωρισθεί στα θρανία του θρυλικού μας Γυμνασίου στο Ναύπλιο, όταν μετακόμισε η οικογένεια Παπαδόγιαννη στο σπίτι του τότε παπά της Ενορίας μας Παναγίας, Γιάννη Οικονομόπουλου, (επωνομαζόμενου "παπατρέχα", έλεγε όλες τις ψαλμουδιές εν τάχει, λένε πως με βάφτισε σε 5 μόλις λεπτά) στα σκαλιά πέρα  από την ταβέρνα του Καρατσιοπάνη, άλλη θρυλική, την τιμήσαμε δεόντως ως σήμερα, στα σκαλιά προς την Ακροναυπλία. Η οικογένεια, Μαργαρίτα και δύο κόρες, η μία, η Ζωρζέττα, πιτσιρίκα, πήγαν για να βλέπουν τον παππού όποτε είχε επισκεπτήριο, η μεγάλη πήγαινε σχολείο. Κάπου στο νυφοπάζαρο του  Μεγάλου Δρόμου είδε ένας πιτσιρικάς ξανθογάλανος βλαστός αστός μια κοπελλιά καστανή σκούρα, εύμορφη και λίγο δειλή. Της άφηνε ραβασάκια στο θρανίο (ήσαν πρωί-απόγευμα αγόρια και κορίτσια). Έτυχε οι αδερφοί Σκυλλά να είναι συμφοιτητές με την νεαρά. Πλέχθηκε ειδύλλιον και ο νεαρός απεφάσισε με θράσος να πάει στην μάνα της, γύρισε σπίτι του (πλουσιόσπιτο που από τα χωράφια δεν υπέφερε τόσο στην Κατοχή), πήρε γάλα, πήρε τα λοιπά χρειαζούμενα και γύρισε στην Αθήνα, βάνει την σπιτονοικοκυρά του να φτιάξει γαλατομπούρεκο.
Το βάζουν σε ντορβά, σενιάρονται γαμπροί κείνος και οι αδερφοί Σκυλλά, χτυπάνε το  ρόπτρο. Η γιαγιά Μαργκαρέτε εντυπωσιάζεται  από την νοστιμιά του γαλατομπούρεκου (δεινή μαγείρισσα η ίδια), στέλνει γραφή στον κύρη της στην Βέρροια στην Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ, το παιδί είναι καλό και από σπίτι. Έξαλλος ο παππούς. Με τούτα και μ' εκείνα, χρειάστηκε να κατέβη από τον ΕΛΑΣ ο Παπαδόγιαννης, ο γάμος γίνηκε στις 31/12/1943, φοιτητές, πιτσιρίκια 23χρονα, ο γάμος για την εποχή μεγαλοπρεπής στον Καρύτση (ήρθαν κι ο Σαράφης με τον Μπακιρτζή, φυσικά) η Μαργκαρέτε πούλησε τα μισά ασπρόρουχα και το μικρό πιάνο, αρκετά βάζα Μιγκ (τα υπόλοιπα τα είχε ήδη σκάσει στην κεφαλή του παππού ως νευρική)
 αλλά και σαμπάνια υπήρξε και χαρτιά παίξαν και το ζεύγος πήγε μέλιτα στου Απέργη στην Κηφισιά, ύστερα, γυρίσαν όλοι στα πόστα τους στον ΕΛΑΣ και στην ΕΠΟΝ.
Από αυτήν την ιστορία μου αρέσει το γαλατομπούρεκο, ο παππούς μού κληρονόμησε τον μήνα γέννησης, Μάη, και την λατρεία στα τριαντάφυλλα, είμαστε και δεν είμαστε, οι ρίζες μας-
** το τραγούδι που άρεσε περισσότερο στην μάνα μου ήταν αυτό, "της λευτεριάς τ' αγέρι φυσάει, εμπρός, εμπρός"  ακούστηκε στον "Θίασο" του Θόδωρου Αγγελόπουλου, σε σκηνή γυρισμένη στο χωριό μας, στην Πλατεία Συντάγματος, μπρος από το Μουσείο, και χτυπάγανε οι καμπάνες της Ενορίας μας, Παναγίας, στα 5 μέτρα, έκανα booming, ποιός να το 'λεγε, χρόνια μετά, είμαστε και δεν είμαστε...

**