11/9/17

εξαρτάται, μου λες, εξαρτάται....


δεν πολυ-γίνεται αντιληπτή αυτή η τελευταίας μόδας πρακτική, καλά να είναι ο Ζουκ, κατέστρεψε συνειδήσεις: σε γνωρίζω, με γνωρίζεις, γράφω κάτι στα διαδίκτυα για σέναν, περιμένοντας να γράψεις κάτι με την σειρά σου για μέναν, όταν ακόμη κι η γραφή γίνεται ένα marketing και ηθικά πληρωμένο δούναι και λαβείν, εμείς, απέχουμε. Καλλίτερα να θυμηθεί κανείς την στεγνά αδύνατη πλάτη εκείνης της φίλης στου τω πάλαι Κάουφμαν, ψάχνοντας κάτι per mare,  per terra, απαραίτητο για μιαν επείγουσα δουλειά, σκυμμένη μου είπε γαλλικά: έμαθες για τους δίδυμους πύργους? Εκτός από κάποιες φορές στο ΝΥ,ΝΥ, δεν υπήρχαν τότε σπουδαίες αναφορές (μόνο κείνη η τελευταία πολύωρη αναμονή αεροπλάνου και τα τσιγάρα έξω ενώ χιόνιζε δαιμονιωδώς), δεν είχα μάθει, όλη μέρα στο κλεινόν τρέχοντας/
11 ήταν, όμως στις αναφορές, χθες, προκαταβολή, γράφει ο θετός μου Ντάνυ, δεν ήταν δύο χρονώ όταν τον φέραν στο Παρίσι, στο καροτσάκι του, με την αγγελική του μουρίτσα και μια μούτα δυσαρέσκειας (πάντα θα λέει πως του έστρωσα τον χαρακτήρα με εκείνη την μπριζόλα πεταμένη με οργή πάνω στην μοκέτα του κοινού μας καθιστικού, δεν την πείραξε κανείς, την σάρωσε δέκα μέρες μετά και ήθελε να κρυφτεί, ως μεγαλύτερη, τον άφησα να φάει πατριωτικά όλη την εκεί μερέντα με τους φίλους του), κάθε 11 σεπτέμβρη το θυμάται, κάθε 11 σεπτέμβρη θα γελάμε, κάθε 11 σεπτέμβρη θα θυμόμαστε γιατί το σχεδόν μωρό Ντανιέλ βρέθηκε εξόριστο, κάναμε τα πάντα για διαβατήριο στην  Ελβετία.... κάθε 11 σεπτέμβρη η αναδρομή σε μία εποχή αλλοτινή και ποτέ ξανά, ως να ζούμε, εμείς, μιας άλλης εποχής, κάθε 11 σεπτέμβρη θα θυμόμαστε και θα λυπόμαστε που την Παταγονία θα αναφέρουμε μόνο σε όνειρα γραφής/

ΥΓ: ο Ντανιέλ έχει γίνει ένας από τους ονομαστούς ζωγράφους της σημερινής Χιλής κι η θετή του μάμα καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι, ναι, no hay que llorar
.
https://panampost.com/nelsonalbino/2016/09/22/what-was-chile-really-like-under-salvador-allendes-rule/


τότε που ο Ντάνυ μάθαινε την  αλφαβήτα μετά το νηπιαγωγείο της γειτονιάς μας από το οποίο συνήθως τον έπαιρνε η γράφουσα,-τον έστρωνα κάτου και του έκοβα μαχαίρι τα ρρρρρ μπρίτις των Χιλιανών, πότε άκουγε και σαρανταπέντε δεν άκουγε- περπατάγαμε δύο χιλιόμετρα, αν δεν είχα αργήσει, απέφευγα το αυτοκίνητο, σε δύο χρόνια, την διαδρομή κάναμε στα ποδήλατα, και χαζεύαμε ένα γύρω, και γυρίζοντας, οι Κιλαπαγιούν ήσαν εγκατεστημένοι στο σαλόνι μας και πρόβαραν νέα τραγούδια (δεν μας περιφρόνησαν ούτε οι Inti Ilimani, εννοείται),
όταν δεν ήθελε να κοιμηθεί, η μάνα του, του έβαζε το αγγελάκι, ευτυχώς, αγγελάκι γινόταν κι αποκοιμιόταν


*πρωϊνός-πρωϊνός, πρώτη φορά είδα παιδάκι να τραγουδάει όλα του τα τραγουδάκια με τόση θέρμη, έχοντας φτιάξει τουλάχιστον 5 σκιτσάκια, μας ξύπναγε που μας ξύπναγε (την γράφουσα, οι ρέστοι ύπνον δικαίου), αγκαλίτσα και σσσσσσ φτιάχναμε σκιτσάκια με γαϊδουράκια και όσα το μάτι μας έβλεπε απέναντι από την  7οροφή μας. 
*στον θετό μου γιό Ντανιελίτο (μεγάλον άντρα πια, διάσημον πια, πρόπερσι, έκαμε μιαν έκθεση για τον  Σαλβαδόρ Αγέντε) είναι και αρχιτέκτων*