16/8/17

απόσπασμα, Κάρλος Φουέντες, Η καθαρότερη περιοχή του αέρα, από το πρώτο κεφάλαιο, προσεχώς....
μετάφραση, all rights reserved 
©ΑΡ


(…) Βγήκε στη λεωφόρο απ’ το μαγαζί νεωτερισμών. Η βροχή ξέσπασε, ανακατεμένη με τα γκρίζα κτίρια. Είναι βροχή της πόλης. Μπολιασμένη με μυρουδιές. Λερώνει τους τοίχους. Δεν φτάνει στο έδαφος. Μεταλλική βροχή, η σαστιμάρα χαμηλωμένων κεφαλιών, υποταγμένων στο μολυβή ταμπούρλο τ’ ουρανού, κεφάλια κατεβασμένα, βρεμένα απ’ τη βροχή και το ζελέ. Πίδακες του μεξικανικού ουρανού: περιμένοντας μέσα σε απελπισμένη σιωπή, περιμένοντας κολλητά σε τοίχους, όπως οι καταδικασμένοι στημένοι στον τοίχο: η ντουφεκιά που δεν φτάνει, τα κορμιά λιανά και βρομισμένα κάτω απ’ τη βροχή, στον αχνό του καυσαερίου και της ασφάλτου, μούμιες μιας στιγμής, μαζί με τη βροχή. Κάτω απ’τη βροχή, οι επιγραφές σβησμένες, οι πέτρες χασμουριούνται, η πόλη σαν παράλυτο σύννεφο, παλιές μυρωδιές από επιδερμίδα και χνούδι, γαρνάτσας  10  και πράσινες τέντες, τοσοδά μουρμούρισμα από ρόδες, κομμάτια τραγουδιών: οι ουρανοί άνοιγαν αλύπητα (…)
(…) ας παλέψουν βροχή και σκόνη, ας ανταλλάξουν δαγκωματιές ο άνεμος και τα πρόσωπα, ας περιμένει κολλημένος στον τοίχο, μουσκίδι, με τα μουστάκια ισιωμένα, τα μάτια απλανή, τα πόδια βρεμένα, συμπιεσμένος μες την παχιά του σάρκα, να βρομοκοπάει και να είναι αρρωστιάρης, μολυσμένος από καταρράκτη και δοθιηνώσεις, αποκοιμισμένος στις γωνιές σαν αιώνιο είδωλο, ανακούρκουδα δίπλα σε τείχη διάτρητα από μοναξιά, ψάχνοντας στα σκουπίδια κάτι να μασουλήσει, ας περιμένει, φάρα νυχτερίδων. Εκεί να περιμένει: πιο κοντά στην υγρή καταγωγή, πιο κοντά στις γωνιές. Βροχή στις γωνιές, ξερά, μικρά βηχαλάκια, ν’ αγκαλιαστούν, μονάχοι, μαζί κάτω απ’ τη βροχή; Μια αγκαλιά για όλους όταν τα σημάδια του μαύρου στερεώματος λένε: εσύ, εδώ, εκείνοι, εκεί. Η Γκλάντις ρουφούσε τις σταγόνες της μύτης της. Το ρίμελ της έτρεχε σαν νυχτερινός κλαυθμός. Το κουνέλι βρομούσε. Η Γκλάντις κοντοστάθηκε και έβγαλε το χέρι της από μέσα.
( - Πολύ βλάκας, ρε γαμώτι, κοιτάξτε, κοιτάξτε καλά. Αυτά τραβάει όποια ανακατεύεται με ψηλομύτηδες. Στο διάολο! Τι ώρα είναι;  Έξι. Ανοίγουν στις εννιά. Και βρέχει καντάρια).
Τώρα την έβαψες κοριτσάρα μου. Πέρασε ένα ποδήλατο φρενάροντας. Απλωμένη η νύχτα, η νύχτα της, η νύχτα που της επιφυλάσσουν οι άγγελοι και το κενό. Η πόλη μύριζε καυσαέριο καθώς η Γκλάντις περπάταγε κούτσα-κούτσα στη Λεωφόρο Χουάρες. Πού ήταν οι άλλοι, εκείνοι που τους αγαπάς; Δεν υπήρχε κατά κεί ένα ζεστό σπίτι να μπει μέσα, ένα μέρος που να χωρέσει με άλλους; Οι δικοί της… ο πατέρας μάζευε πουλιά’  έβγαινε πολύ νωρίς το πρωί να τα πιάσει, ενώ η μητέρα της ετοίμαζε τον καφέ κι έβαζε και λίγο αλκοόλ μέσα κι εμείς τακτοποιούσαμε τα κλουβιά. Δίπλα στη γέφυρα του Νονοάλκο. Με ονόμασαν Γκαουδένσια.11.  Ποιος μου όρισε να γεννηθώ μιαν εικοσιδυό του Γενάρη; Οι λαμαρίνες έβραζαν το καλοκαίρι κι άναβαν το αίμα ολονών. Στο ένα δωμάτιο, οι γονείς με το βυζανιάρικο. Στο άλλο, εγώ, εγώ με τ’ αδέρφια μου. Ούτε που το πήρα πρέφα ούτε κι έμαθα ποιος μου έκανε τη ζημιά. Μα τα μέταλλα καίγανε, όλοι είχαμε ανάψει, είμαστε πολύ παιδιά. Ήμουν δεκατριών χρονών. Έτσι αρχίζει κάποιος. Κι ύστερα δεν τους ξαναβλέπει.(…)


-Λόγια για την Χούλια, Πάκο Ιμπάνιεθ: πίσω δεν μπορείς να κάνεις, η ζωή μπρος σε σπρώχνει-
ποίηση του Χοσέ Αγουστίν Γκοϋτισόλο, αυτοκτόνησε το 1999, στην κόρη του Χούλια.