24/7/17

ωραία νέα από την ακάματη Γιώτα Κριτσέλη




ποιητής που άσκησε την ποίηση της ποιητικής,  και, τανάπαλιν, αν εξαιρέσουμε την εναργή μεν ματιά του Μαρωνίτη αλλά δέσμιου στην φιλολογική του ανάλυση, μάλλον καλλίτερα τα λέει ο Κώστας Παπαγεωργίου που ανά καιρούς ασκείται ομοίως στην ποίηση της ποιητικής. Ίσως από τα δυσκολότερα μέρη της ποιητικής τέχνης (είναι η ποίηση Τέχνη?), γειτνιάζει ευθαρσώς με το δοκίμιο. Εκεί που ο Παυλόπουλος λέει πρόβατο, διαβάζω πυκνοκατοικημένος αστικός ιστός (δεν είμαι η μόνη, προφανώς). Ας μην μας ξεγελά το αγροτικό τοπίο που συνήθως περιγράφει ο στο άστυ έχοντας κατοικήσει Παυλόπουλος, πρόσχημα είναι κι επίφαση για να μιλήσει, κρίνει και καμμιά φορά κατακρίνει τους ρόλους σκύλων, χειμαδιών και τα λοιπά, σε πλήρη μετάθεση, φυσικά.

Δεν το νομίζει μόνον η ταπεινότης μου πως "τα Αντικλείδια" συνιστούν την επιτομή τής ποιητικής τής ποίησης.
Στις μέρες μας υπάρχουν κάποιοι σαν επίγονοι που δοκιμάζονται σε αυτό το είδος, ίσως όχι τόσον επιτυχώς. Δεν αρκεί πάντοτε η πνευματική "προθυμία", σαφώς όχι μία "εξυπνακίστικη" στάση έναντι του καθημερινού με αναστόμωση στο διαχρονικό, για επιτυχή άσκηση σε αυτό το δύσκολο είδος γραφής.
Αντιθέτως, και πάλι δεν είμαι μόνη στο σύμπαν, θεωρώ πως ο Γιάννης Στίγκας, από συλλογή σε συλλογή, ασκείται με μεγαλύτερη επιτυχία στην ποιητική της ποίησης. Αν θέλουμε, στην ποίηση της ποιητικής. Να, εδώ, από την τελευταία του συλλογή (προτιμώ, εντούτοις, το Ισόπαλο τραύμα) "Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι" Μικρή Άρκτος, 2017:

"Η ΦΡΙΚΗ ΤΑΜΠΟΥΡΩΝΕΤΑΙ

Ώσπου ξυπνάς ένα πρωΐ και λες:
δεν θα ξαναπώ καλημέρα
αυτή τη λέξη τη δοκίμασα
είναι μεγάλο κουτορνίθι
κι ύστερα
                        η ελπίδα
                        είναι ένα αρκετά καλοστημένο ντόμινο
-εν τέλει-θα στουκάρει στον ορίζοντα
κι εδώ αξίζει να ειπωθεί
κάτι για την αντοχή του χαρτιού
|δεν υπάρχει πιο ύπουλο ποσοστό από το 50-50|
από τέτοιες τρύπες γύρισαν κι άλλοι
κραδαίνοντας πελώρια γαλλικά κλειδιά

φοβερά μονότονοι

και κάπως υστερικοί για το μέλλον".

*όλη την ανατροπή επιφέρει, προφανώς, αυτό το 50-50 και η σύνολη φράση με διαφορετική του υπόλοιπου ποιήματος γραμματοσειρά και τονισμό πλάγιο*

Εκτός από εξέχων καμιά δεκαριά κεφάλια από τους συνομιλήκους του, όχι για την θεματολογία του, ούτε για το καθημερινό και "κουβεντιαστό" ύφος  (αυτό απαντάμε συχνά και στα Κάντος του Πάουντ, κάποτε στον Σεφέρη, σαφώς στους Γάλλους με επιτομή τον Πρεβέρ, φυσικά), ομοίως σαφώς στην Αμερικανίδα Αν Σέξτον, η οποία, όμως, περισσότερο σωματοποιεί παρά μεταθέτει, αλλά για την προεξάρχουσα δυνότητά του να μεταθέτει σε καθημερινό το καθ' όλα όλον, αν διαθέτει κανείς τα αναγκαία εργαλεία ανάγνωσης, αμέσως το διακρίνει. Άλλη συνάφεια του Στίγκα με τον Παυλόπουλο και τον Παπαγεωργίου: απέχει, ως κείνοι απέχουν και απείχαν, από "συνάφια" και δημόσιες σχέσεις κλπ, η γραφή, πράξη μοναχική και κάποτε μοναδική. Μοιραίο είναι ευαίσθητα μάτια να τους αναγνωρίζουν και να τους αναδεικνύουν. Μόνη στάση ζωής στην γραφή...
Ο λόγος στον λόγο του Γιώργη Παυλόπουλου, με 6 συλλογές, μας άφησε από τις ωραιότερες παρακαταθήκες, τον ευχαριστούμε:


Γιώργης Παυλόπουλος, Τα αντικλείδια

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.



υλικό για τη διδασκαλία
(από το "δυσεύρετο" βιβλίο του καθηγητή) 

1. Αν ό,τι λέμε ποίηση δεν είναι μόνο και τόσο το άθροισμα των εκατομμυρίων ποιημάτων που γράφτηκαν πάνω στη γη, αλλά προπάντων ο ρυθμός που συνέχει τον μέσα και τον έξω κόσμο (το μοναχικό τραγούδι των Μουσών στο προοίμιο της Θεογονίας του Ησιόδου), τότε η τύχη του ποιήματος εξαρτάται από το κατά πόσον αναπολεί και ανακαλεί αυτόν τον κρυφό ρυθμό, που κάποτε γίνεται και ονειρικός εφιάλτης. Ας πούμε λοιπόν πως το κάθε ποίημα είναι ένα βέλος μοναχικό που σκοπεύει το ρυθμικό κέντρο του κόσμου και φαντάζεται πως είναι και μοναδικό, σημάδι και σύμβολο, εκείνης της κρυμμένης ποίησης. Αν καθ' οδόν πολλαπλασιάζεται, τούτο συμβαίνει γιατί ο ποιητής αισθάνεται πως η βολή κάπως και κάπου αστόχησε, και ξαναδοκιμάζει.
Το παράκανα ίσως με τις μεταφορές και τις παραβολές, προσπαθώντας να πω πως Τα Αντικλείδια του Παυλόπουλου πρέπει πρώτα να ακουστούν μόνα τους: ως δοκιμές για να οριστεί το άπιαστο είδωλο της ποίησης και το φάντασμα του ενός ποιήματος. Κι αυτή, νομίζω, είναι η πρώτη αρετή τους. 
Δ.Ν. Μαρωνίτης, «Τα αντικλείδια της ποίησης», Διαλέξεις, Στιγμή, 1992, σ. 135-151

  
2. Τόσο στα Αντικλείδια όσο και στον Αίνο άμμο, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με ποιήματα ποιητικής, τα περισσότερα από τα οποία αποπνέουν την αίσθηση του ανικανοποίητου και του φευγαλέου, του χειροπιαστού -σώματος ή πράγματος- που όμως ξαφνικά εξαϋλώνεται και εξαφανίζεται, από κοντινό και οικείο γίνεται μακρινό και απρόσιτο, από φιλικό γίνεται απροσδόκητα άφιλο ή και εχθρικό ακόμη, κάποτε μάλιστα γίνεται επίβουλα εχθρικό, όπως συμβαίνει συνήθως με το εκάστοτε γραφόμενο -τη στιγμή που γράφεται- ποίημα.
Κώστας Παπαγεωργίου, «Ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος», Γράμματα και Τέχνες, ό.π.,σ. 29-30.


3. Ας πάρουμε ως πρώτο παράδειγμα το ποίημα του «Τα Αντικλείδια» από την ομώνυμη συλλογή του. Ο Παυλόπουλος γράφει:
Πολλά έχουν γραφεί για αυτό το ποίημα. Αυτό όμως είναι εντελώς φυσικό, γιατί ένα ποίημα που έχει ως θέμα την υφή της ίδιας της ποίησης αναπόφευκτα θα τραβήξει το ενδιαφέρον των κριτικών και θεωρητικών της ποίησης. Αλλά το ποίημα δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις στα ερωτήματα για την φύση της ποίησης που απασχολούν και τον ίδιο τον ποιητή. Οι δυσκολίες γίνονται μεγαλύτερες καθ' όσον προσπαθούμε να διατυπώσουμε τις ιδέες του ποιητή για τη φύση της ποίησης ανεξάρτητα από το ποίημα. Έτσι πολλοί, στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν τις ιδέες του ποιητή ανεξάρτητα από το ποίημα, έχουν αντιμετωπίσει ερωτήσεις που φαίνονται αναπάντητες. Αν η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, γιατί χρειαζόμαστε αντικλείδια; Αν η ποίηση είναι πόρτα, σε τι είναι πόρτα; Όταν κοιτάμε μέσα, σε τι μέσα κοιτάμε;
Ίσως όμως κάτι μπορεί να καταλάβουμε από το νόημα του ποιήματος χωρίς να απαντήσουμε όλες αυτές τις ερωτήσεις. Η ποίηση, μας λέει ο ποιητής, είναι μια πόρτα ανοιχτή. Μερικοί συναντούν την πόρτα και την προσπερνούν. Δεν κοιτάζουν για τίποτα, αλλά ούτε και βλέπουν τίποτα. Αυτοί όμως που βλέπουν κάτι και που συναρπάζονται από τη μαγεία του, προσπαθούν να μπουν μέσα - προσπαθούν να δουν περισσότερα. Η πόρτα (η ποίηση) τότε κλείνει και δεν υπάρχει κλειδί γι' αυτήν. Αναπόφευκτα μερικοί χάνουν όλη τους τη ζωή ψάχνοντας για το ανύπαρκτο κλειδί που θα τους ανοίξει την πόρτα της ποίησης - θα τους επιτρέψει να εννοήσουν τη φύση της. Δυστυχώς ή ευτυχώς, το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς, είναι αντικλείδια - δηλαδή, ποιήματα. Με άλλα λόγια, η κατανόηση μας του ποιητικού κόσμου, αυτό που προσπαθούμε να αρπάξουμε με το μάτι μας όταν κοιτάμε μέσα, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τα ποιήματα που δημιουργούμε.
Γιώργος Αναγνωστόπουλος, «Γιώργης Παυλόπουλος - Ποιητής ολίγων λέξεων και πολλών ιδεών», Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 83, Φεβρ.-Μάιος 1998, σ. 31 -36.


4. Η ποιητική δημιουργία είναι μια πράξη ερωτική και συνάμα μια υπέρτατη δοκιμασία, παλεύοντας στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου να φτάσεις στην αλήθεια της τέχνης σου. Η στιγμή αυτής της αλήθειας είναι απατηλή και πρόσκαιρη όπως η στιγμή κάθε ευτυχίας. Γρήγορα ξαναρχίζεις, πέφτοντας πάλι στην ίδια κατάσταση. Και η μόνη φιλοδοξία σου είναι, να μην καταλάβει ποτέ κανείς την αγωνία σου όταν έγραφες το έργο σου, να μην φανεί ποτέ μέσα στο έργο το παραμικρό σημάδι αυτής της αγωνίας.
Τα πράγματα που αγγίζουν σε βάθος, τη ζωή μας, όπως η Ποίηση, μπορεί να ειπωθούν μονάχα μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες μας. Δεν ορίζονται μέσα από θεωρίες και αφηρημένες έννοιες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένας ορισμός για την Ποίηση. Ωστόσο ας μου επιτραπεί να την φαντάζομαι και να την ονειρεύομαι σαν μια πόρτα ανοιχτή.
«Ο Γιώργης Παυλόπουλος μιλάει για την ποίηση και το έργο του», Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 83, Φεβρ.-Μάιος 1998, σ. 24-26

(…)


Ἡ σιωπὴ
Στὴν Αὐγή-Ἄννα Μάγγελ

Ἡ Σιωπὴ εἶναι μιὰ ἄγνωστη
ποὺ ἔρχεται τὴ νύχτα.
Ἀνεβαίνει τὴ σκάλα
χωρὶς ν’ ἀκούγονται πατήματα
μπαίνει στὴν κάμαρα
καὶ κάθεται στὸ κρεβάτι μου.
Μοῦ φοράει τὸ δαχτυλίδι της
καὶ μὲ φιλεῖ στὸ στόμα.
Τὴ γδύνω.
Μοῦ δίνει τότε τὶς βελόνες
καὶ τὰ τρία χρώματα
τὸ κόκκινο τὸ μαῦρο καὶ τὸ κίτρινο.
Κι ἀρχίζω νὰ κεντάω
πάνω στὸ δέρμα της
ὅλα ὅσα δέ σοῦ εἶπα
καὶ ποτέ πιὰ δὲ θὰ σοῦ πῶ.

http://frear.gr/?p=13797

** κατά περίεργον τρόπο, η ποιητική του Γιώργη Παυλόπουλου με παραπέμπει στην ποιητική του Μεξικανού Κάρλος Πεγισέρ, διαφορετικά τα υλικά, διαφορετικές οι εποχές, ο δεύτερος εποίησε και μεγάλες ποιητικές "κατασκευές", εδώ ένα από τα ολίγιστα σε ελεύθερο στίχο, δημοσιευμένο στο περιοδικό "Το Δέντρο", το 2011 θαρρώ:


Τι θα κάνεις;

Τι θα κάνεις; Ποια στιγμή
τα μάτια σου θα σκεφτούν τα χάδια μου;
Και μπρος σε τι, ξάφνου,
θ’ αφήσεις, σιωπηλά, ένα χαμόγελο;
Κι αν στο δρόμο
βρεις το θλιμμένο μου στόμα σε κάποιαν άλλη,
θα το ακολουθήσεις;
Τι θα κάνεις αν στα μαγαζιά –ομοιότητες-
κάτι από μένα συναντήσεις;
Τι θα κάνεις;
Κι αν στην εξοχή ένα μάτσο χουρμαδιές
ή ένα σμήνος περιστέρια ή μια ομάδα πρόσωπα
δεις;
(οι στροφές λάμπουν στις περιπέτειές τους
από γυμνές πρώτες εικόνες).
Κι αν περνώντας μπρος από το σπίτι ανοιχτό
κάποιος μέσα φωνάξει: Κάρλος!
Θα δονηθεί η καρδιά σου γλυκά;
Πώς θα είναι ο τονισμός του βήματός σου;

Το γράμμα σου φέρει το ευνοούμενο άρωμα.
Το φιλάω και το ανασαίνω.
Στο σύντομο δράμα ενός αναστεναγμού
η κάμαρα αρχίζει να παίρνει άλλη όψη.
Τι θα κάνεις;
Οι στίχοι κάρφωσαν πια τα μάτια.
Το κάμωμα συνεχίζεται. Απ’ τα χέρια
πέφτουνε  μολύβι και χαρτί. Απέραντη
είν’ η θύμηση. Ακούγονται στην εξοχή
τα σου μου σου της νύχτας.
 –Μια φορά
σε βρήκα στο τραμ και δεν με είδες.
-Διασχίζοντας ένα δάσος κλάψαμε κι οι δυο.
-Υπάρχουν δυο καταραμένα μέρη στην πόλη. Μου έδωσες
τη διεύθυνσή σου τη νύχτα της κόλασης;
-       …Κι εγώ νόμισα ότι πέθαινα βλέποντάς σε να κλαις.
Είμαι…
Και με παρασέρνει ο αγέρας.
Τι θα κάνεις;

***************


και μέρος από μεγάλη σύνθεση: 


POEMA EN TIEMPO VEGETAL

ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΚΑΙΡΟ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ

Στον Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο


Στο δάσος αυτό όπου τα δέντρα
έχουν  ιστορία
και συνταιριάζονται μ’απλοχεριά
πότε στο φως,
πότε στη σκιά,
λεηλατώ τα φλάουτα στον άνεμο
όπου τα πουλιά καταβροχθίζουν
τη μοναξιά υγρή και ζωντανή
απ’ τη ρίζα και τη μνήμη.

Ηχηρά σε σώμα και ψυχή
νιώθω τη θέρμη
με την που το φως τού ήλιου
λευτερώθηκε από φυλακή τρομερή.
Και τραγουδάω ανάμεσα στα δέντρα
και στα φυλλώματα τής φωνής μου
τσιμπολογάνε του ανέμου τα πουλιά
μακρόσυρτες γωνιές της γεύσης.

Να μπω σε δάσος όταν η μέρα
σαν πεδιάδα
με δαχτυλήθρες και με καρφίτσες
δρασκελίζοντας λύνει
θα πει γυμνώνω κορμό διαβάτη
και τόνε ρίχνω μες το νερό να γίνει ένα
με υλικά που ρίζες δεν έχουν βγάνει
λησμοσύνης εικόνες της τύχης.

Να μπω σε δάσος είναι αποκτώ
λίγη χλιδή
από εκείνη που η ζωή σε μια στιγμή
τις παρυφές της όλες ανθοστολίζει,
και κάνει αισθητό το ανοιχτόχρωμό της κορμί,
γιομάτο με ψιθύρους εκπληκτικούς:
η άξαφνή μας πεταλούδα, τ’ αρχέγονο κλαδί που σπάζει,
ό,τι δεμένο ή λυμένο
πιάνουμε ή αφήνουμε’
κάτι που πέφτει  κι αγνοούμε
 τι να ’ταν και πού και γιατί ονειροβατεί.

Αυτό είν’ το δάσος όπου τα δέντρα
ξέρουν να μιλούν
για κείνη τη σιωπή από οψιδιανό
που βρήκε βάθρο μες στη φωτιά:
ο νεαρός Κουαουτέμοκ που κάποια μέρα
ηδυνήθη τους βράχους του να χαροποιήσει
με τους δυναμικούς δεσμούς
του δάσους αυτού τού μεγάλου και πατριαρχικού.

Νεαρέ Κουαουτέμοκ σιωπηλέ,
ποιο ξημέρωμα ή μούχρωμα
ήταν εδώ στο φτερό του περάσματός σου
το ξημέρωμά σου, το δείλι σου
και στον ξεφτισμένο ψίθυρο
αύρας κρυμμένης
σου στέναξαν γιγάντια
τα κωνοφόρα της ύπαρξής σου;


(…)

* εκτός από ένα ποίημα του Κάρλος Πεγισέρ που έχει μεταφράσει ο αδερφός μου Γιώργος Ρούβαλης σε εφημερίδα της Λάρισσας (2003?) τα υπόλοιπα, καμμιά 30ανταριά, η υποφαινόμενη, σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, είναι καλό να αρέσουν και σε άλλους κάποια που αρέσουν και σ' εμάς... ασκήθηκε περισσότερο από την ποίηση, στην ποιητική της ποίησης, διαθέτουμε, εξάλλου, δοκίμιά του για αυτήν, σε ένα, ίσως το μέγιστο, αναλύει τα πώς και τα γιατί αυτού του ποιήματος (κόστισε ιδρώτα χρόνων για να αποδοθεί):




NOCTURNO DEL MAR AMOR
ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΑΓΑΠΗ
   


VOLVER a decir: ¡el mar                            
Να ΠΩ ΞΑΝΑ: η θάλασσα!
Volver a decir                                               Να πω ξανά
lo que no puedo cantar                                
αυτό που δε μπορώ να ψάλλω
sin el corazón partir.                                    
χωρίς η ψυχή μου να μου βγει.

Lo que con sólo pensar
                              Αυτό που με μόνη τη σκέψη
la dulce lengua salé
                                   τη γλυκιά γλώσσα αρμύρισα
y al callar                                                   
και με τη σιωπή
cárcel de espumas sellé.                            
φυλακή από αφρούς σφράγισα.

Noche de naves ancló
                               Νυχτιά με πλοία άραξε
y en mi corazón caí.
                                 και μες στην καρδιά μου έπεσα.
Lo que desapareció,                                 Αυτό που εξαφανίστηκε
ya está aquí.                                             είναι ήδη εδώ.
.
Vivía un reflejo verde                              Ζούσα μιαν αντανάκλαση πράσινη
que enrollaba el agua oscura.                  που τύλιγε το σκοτεινό νερό.
Yo sé que el amor se pierde
                    Ξέρω πως η αγάπη χάνεται
junto a la noche más pura.
                     μαζί με την απόλυτη νύχτα.

¡
Ay de mí vida!                                       Αχ η ζωή μου!
Puesta a lo largo del mar                        Απλωμένη κατά μήκος της θάλασσας
sólo le queda mirar                                της απομένει μόνο να δει
un paisaje con herida.                            ένα τοπίο με πληγή.

Media noche fue en el cielo
                    Μεσάνυχτα στον ουρανό
que una nube fue a traer.
                      που ένα σύννεφο πήγε να φέρει.
Pérdida de todo vuelo,
                          Χαμός κάθε πετάγματος,
tiempo sangrado al correr.
                     ματωμένος χρόνος τρέχοντας.

En sombrías sonajeras
                          Σε δροσερά παιχνίδια κρεμαστά
El agua su aire mojó                             το νερό τον αέρα του έβρεξε
y oleajes desenrolló                             
και κυματισμούς ξεδίπλωσε
ronca de angustias postreras.                
βραχνό από αγωνίες έσχατες.

Toda la noche a los cielos
                      Ολονυχτίς στους ουρανούς
mi corazón fui a llevar
                           την καρδιά μου πάσχιζα να πάω
por destruir un estelar                          
για να καταστρέψω έναν αστερισμό  
horario de desconsuelos.                       
ωράριο της υπέρτατης θλίψης.

Entre los dos viva muerte                       Ανάμεσα στους δυο μας ζωντανός θάνατος
secamente retoñó                                    ψυχρά ξαναβλάστησε
y la luna la enyesó                                  κι η σελήνη τον σοβάτισε
con calmas de mala suerte.                    με τη νηνεμία της κακοτυχίας.       

¡
Voces inútiles siempre!                           Ανώφελες φωνές πάντα!     
Cuanto en el alma tajé                             Όσα στην ψυχή χάραξα
pudrió la noche septiembre                     σάπισε η σεπτεμβριάτικη νυχτιά
como quien rompe un quinqué.               σαν όταν σπάει κάποιος μια λάμπα θυέλλης .      

Tu perfil en el espacio                            Το προφίλ σου στο χώρο
 
pájaros sonidos daba                             ήχους από πουλιά έβγαζε
y el dolor de lo que acaba                      κι ο  πόνος από κείνο που τελειώνει
 
puso el mar en tiempo lacio.                 έβαλε τη θάλασσα σε χρόνο γραμμικό. 

Toda la noche la cita                               Όλη τη νύχτα η συνάντηση
fue munendo de amargura.                     πνιγόταν  στην πικρία
Llorar era una llanura                             Το κλάμα γίνηκε πεδιάδα
desde una tarde infinita.                         από ένα βράδυ χωρίς τελεία.

Casi un año, y el puñal                            ‘Ενας χρόνος σχεδόν και το στιλέτο
intocable y solitario                                  άγγιχτο και μοναχικό
gotea el aniversario                                 σταλάζει την επέτειο
con silencioso caudal.                              με σιωπηλή αφθονία.

Bella columna sonora,                             Ωραία στήλη ηχηρή
tu caída partió en dos                               η πτώση σου χώρισε στα δυο
la gloria de un semidiós                           τη λαμπροσύνη ενός ημίθεου
retocada por la aurora.                             αναστημένη απ’ την αυγή.

Volver a decir: ¡el mar!                            Να πω ξανά: Η θάλασσα!
Volver a decir                                           Να πω ξανά   
 lo que no puedo cantar                            αυτό που δε μπορώ να ψάλλω  
sin el corazón partir.                                 
χωρίς η ψυχή μου να μου βγει.


Junio trajo tu recuerdo,                            Ο Ιούνης έφερε τη θύμησή σου,
sin querer.                                                 άθελά του.
Así gano lo que pierdo                              Έτσι κερδίζω αυτό που χάνω
moviendo mi oscurecer.                           αναδεύοντας τη σκοτεινιά μου.
 Junio y el mar tropical                             Ο Ιούνης κι η τροπική θάλασσα
descendido a oscuridades,                        βυθισμένη στα έγκατα,
soledad de soledades                                μοναξιά της μοναξιάς
todo el olvido naval.                                 όλη η ναυτική λησμονιά.

Abro el cielo y cuelgo estrellas.               
Τους ουρανούς ανοίγω κι άστρα κρεμάω.
Y aguas con luces remotas                      
Και νερά με φώτα μακρινά
esclarecen mis derrotas                           
φωτίζουν τις σκοτεινές μου ήττες
moradas sobre sus huellas.                      
πάνω στα ίχνη τους.

Puse en sus manos el mar                       
Στα χέρα τους απόθεσα τη θάλασσα
y del azul rebosante                                
κι από το άπλετο μπλε
todo un día declinante                            
μια ολόκληρη μέρα στο γέρμα της
quisiste desembarcar.                             
θέλησες να ξεφορτώσεις.


Pensar en ti será siempre                        Η σκέψη σου θα είναι πάντα 
la dicha de haber vivido                         η τύχη να έχω ζήσει
cerca de ti, tan herido                            
σιμά σου, τόσο πληγωμένος
una noche de septiembre.                      
μια νυχτιά του Σεπτέμβρη.

Dije al mar: tu sangre es mía.                 E
ίπα της θάλασσας: το αίμα σου είναι δικό μου.
¡
Cuánta amargura en el canto!                 Πόση πικρία στο τραγούδι!
(
Si fuera por lo que canto,                      (Αν μετρούσαμε αυτό που ψάλλω  
todo el mar me ceñiría.)                         όλη η θάλασσα θα μ’ έζωνε).

Surge una nube, y la nave                       Νά σου ένα σύννεφο, και το πλοίο
sobrenada; silenciosa,                             επιπλέει’ σιωπηλό, 
se distribuye la rosa                               διαμοιράζει το ρόδο 
de los vientos en que cabe.                    των ανέμων όπου χωρεί.

¡
Ay de mí, ay de la mar                         Ax! εγώ, αχ η θάλασσα!        
que saló en el horizonte                         που αρμύρισε στον ορίζοντα
la esperanza de algún monte                 
την ελπίδα κάποιου όρους
donde lo azul encontrar!                        όπου το μπλε συναντά!    

Porque lo azul de la mar                        
Διότι το μπλε της θάλασσας   
es la distancia del cielo,                        
είναι η απόσταση απτον ουρανό,
la entonación de un pañuelo                 
η αρμονία ενός μαντηλιού
que se ha dejado llorar.                        
που αφέθηκε στο κλάμα.

Y lo azul en lejanía                                
Και το μακρυσμένο μπλε
monte montaña será                              
λόφος όρος θα γενεί
soledad de poesía,                                 
μοναξιά της ποίησης
donde la noche vendría                         
όπου η νύχτα θε ναρθεί
sin sombra de lo que está.                    
δίχως σκιά γιαυτό που είναι.

Digo —y aquí me despido—                 
Λέωκαι εδώ σας χαιρετώ-
con sonoridad ligera,                              
με ηχηρότητα απαλή,
que esta voz que nunca cuido                
ότι η φωνή αυτή που ποτέ δεν φροντίζω
—nomeolvides, no me olvido—            -
μη με λησμόνει, δεν λησμονώ-
cruce cada primavera                             
την κάθε άνοιξη περνά      
siempre fiel a lo que ha sido.                 
πάντα πιστή σαυτό που υπήρξε.

Con sonoridad ligera,                            
Με ηχηρότητα απαλή,
siempre fiel a lo que ha sido.                 
πάντα πιστή σ’ αυτό που υπήρξε.
1944                                                        1944

Από τη συλλογή «Υποτέλειες»(Subordinaciones), 1949




** οι ποιητές, έχουμε καμιά φορά διάφορες εμμονές... , μία από τις κυρίαρχες του Κάρλος Πεγισέρ υπήρξε ο ήχος, σαν ηχηρότητα, Ισπανικά ακούγεται πιο απαλά: sonoridad, ο Παυλόπουλος πάλι προτιμά την σκληρή στον ήχο "σκυλί"**


για τις αποδόσεις του Πεγισέρ©ΑΡ