14/7/17

ντομάτες γεμιστές

Ήταν η σιωπή, πού σουλατσάρατε την νύχτα? * έτριζε χιόνι κάτω από τα κόκκινα πατούμενα του Πήτερ Παν, σηκωμένος πάνω από τον Αργολικό κόλπο, τον είδατε ή θαμπωθήκατε από τα πυροτεχνήματα της Ενετικής Βραδιάς, άλικα τα λένε, σαν τις κόκκινες ντομάτες, γεμιστές, «τρώτε, μην κοιτάτε», εκεί απ’ όπου πέρασε και το πριγκηπάκι του Εξυπερί με το αεροπλανάκι του και πήραμε αγκαλιά τον κόλπο πετώντας τις ντομάτες  στην πίσω μεριά της αυλής –προσοχή, μην  το δει ο μπαμπάς, θα μας σφάξει που δεν φάγαμε πυροτεχνήματα, τι τα θέλει κι αυτός τα κόκκινα, πράσινος δεν είναι;
Ήτανε σιωπή, ξεφυλλίζοντας σιωπηλά τον Σπίθα από τον Μικρό Ήρωα στο καμαράκι μια σταλιά από χάρντμπορ, κομμένο το σούρσιμο στα πόδια, σταύρωμα-ξεσταύρωμα, κομμένος ο ύπνος της μαμάς με το άνοιξε –κλείσε της πόρτας, αμάν πια, μου κόβεις πάντα τον ύπνο, από το σπίτι, στο άλλο σπίτι με κλειδαριά, σσσσσς, κοιμούνται, διαβάζουμε Μάσκα και Μικρόν Ήρωα, είναι μικρά, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα απαγορεύονται, κάνουν θόρυβο οι σελίδες. ‘Ασε κάτω τον Τολστόι, δεν είναι για σέναν. Ούτε ο βωμολόχος Καραγάτσης, μακριά από την Βιβλιοθήκη, άκου την  «Λιτανεία», πήρε την « Λιτανεία» μικρό παιδί, μα, το  εξώφυλλο, Άμρια Μούγκου, το ραδιόφωνο επιτρέπεται, «είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά» ο Μίμης Πλέσσας και η κυρία Μαίρη στο «βρες το και πάρ’ το» ζωϊκό ή φυτικό?
Εκείνες οι  φωτογραφίες στις Μπανιέρες, πάντα ένα κόκκινο μαγιώ, βγήκανε καρχαρίες, «μαμά, κι αν με φάνε»? «μην ανησυχείς, φοράς και άσπρη ρίγα, σε φυλάει η Αγία Παρασκευή δίπλα μας».
Τα παράθυρα κλειστά και το Φλιτ-φλίτ, αργότερα το είπανε DDT ύστερα είπανε πως είναι καρκινογόνο, η τρόμπα ήταν μπλε, είχε και κάτι κίτρινα, κανείς άλλος δεν φλίταρε εκτός από την μαμά, φλίταρε και η λουλουδάτη της ρόμπα –την ιατρική είχε κρεμάσει  για την μέρα-.
Την νύχτα έφθασε ο Αμερικανικός Στόλος, κατεβήκαμε όλοι στο Πι να τους δούμε, η μαρίδα της γειτονιάς με τα ναυτάκια, άσπρο καπέλλο, κόκκινη φούντα*, απλωμένα στα σκαλιά, αγκαλιές και φιλιά, κάποια ειδύλλια-δράματα γίναν ακουστά, εμείς ήμασταν μικρά, τα φώτα σβηστά, την άλλη νύχτα ακούγονταν άγκυρες να πέφτουν στον βυθό του κόλπου, καταπέλτες να τρινιτρίζουν και αμερικανικές βρισιές να φτάνουν ως τα πέρα βουνά της Ζήρειας, σύσσωμοι στην  βεράντα, «τι ζέστη», ούτε ο Μπάτης στον Αργολικό, το νερό λιγοστό, ξάφνου έμπνευση, πήγαν και κουβαλήσαν το μεγάλο βαρέλι από την αυλή και κάναμε όλοι μπάνιο νυχτερινό, το νερό, ως τον Αργολικό.
Χάρισμα ανεμιστήρα και κοιτάγαμε μαζί τον τελικό του μπάσκετ,1987, ύστερα, ξεχυθήκαμε με τις μηχανές, μέρες μετά, τα συντριβάνια της Ομόνοιας, ο μεγάλος καύσωνας, γυρίσαμε οίκοι, το παλιό μας σπίτι, κάτω πόρτα –πράσινη πια-, ανεβήκαμε τις τσιμεντένιες σκάλες, σπρώξαμε την ξύλινη πόρτα, πράσινη, μπήκαμε στην αυλή, το βλέμμα στον Αργολικό, ο κόλπος έμπαινε στη θάλασσα, το παιδί στις πλάκες που δεν ήσαν του Πικιώνη, λες και: μαμά, καρώ πουκαμισάκι, κατεβαίνει την σκάλα «χέρι-χέρι σε πηγαίνω και με πας» καύσωνας στην πατρίδα, σαν σήμερα.- Χιόνι, απέναντι η Ζήρεια λάμπει.-
-Το χιόνι καίει, τα βράχια αχνίζουν, θα μασουλάμε πάντα πεταλίδες-.

*Από το διήγημα της Κλαρίσε Λισπέκτορ Silencio= Σιωπή ©ΑΡ

*ήταν η χρονιά του μεγάλου καύσωνα αρχές της δεκαετίας του '60, εναλλασσόταν ο αμερικανικός με τον γαλλικό στόλο, τα γαλλάκια είχαν στο καπελλάκι τους κόκκινη φούντα, σαν σήμερα quatorze juillet, η Φιλαρμονική του Χαραμή παιάνιζε από το πρωΐ την Μασσαλιώτιδα.
Ενδιαμέσως, ήταν η Ενετική βραδυά και οι δύο στόλοι είχαν αγκυροβολήσει ανοιχτά στον κόλπο, σκάγαν τα βεγγαλικά και η Φιλαρμονική του Χαραμή έπαιζε την ουβερτούρα του Ναμπούκο του Βέρντι