25/7/17

43 χρόνια
είμασταν μία τυπική μεσοαστική οικογένεια
*στο αδερφάκι μου*

μετά έναν υπερ-ταραγμένο πρώτο πανεπιστημιακό χρόνο, δώσαν μία υποτροφία για την Σανταντέρ της Ισπανίας για ένα διπλωματάκι στην Γλώσσα.
Πρέπει να ήταν 22 Ιουλίου, μπαίνω στο φοιτητικό εστιατόριο με συμφοιτητές, έρχεται μια κοπελλιά, κατά-ρούσα, Ελβετίδα, λέει: "Ελληνίδα δεν είσαι; ναι, φαίνεται πώς έπεσε η Χούντα στην πατρίδα σου, στο ραδιόφωνο μιλάει η Μελίνα" πάμε με την ψυχή στο στόμα στο δωμάτιό της κι από ένα ραδιάκι ακούω την Μελίνα. Πάω στην ρεσεψιόν της Εστίας, τηλεφωνώ σπίτι μου, κανείς, στέλνω τηλεγράφημα, κανείς.
Πέρασα την μέρα στο μπαρ του Πανεπιστημίου με την μοναδική τηλεόραση, λίγα πράγματα...ξαναστέλνω τηλεγράφημα, απάντηση καμιά. Κανένας ύπνος, την παράλλη μέρα το πρωΐ ενώ είμουν στο μάθημα ακούγεται από τα μεγάφωνα το όνομά μου και να πάω λέει στην Εστία μου, ήταν η μάνα μου από την Λάρισσα. Μία κοινή ιστορία μίας κοινής οικογένειας: 2 χρόνια είχε να πατήσει τα πάτρια ο αδερφός και βρήκε την στιγμή (είχε κάνει ήδη φανταρικό κοντά 3 χρόνια εν μέσω Χούντας για να τελειώνει με όλα αυτά), με το που προσγειώνεται στο αεροδρόμιο και οι γονείς να τον περιμένουν απ' έξω, τον "τσιμπάνε", δεν είχαν περάσει ώρες από γενική επιστράτευση. Τον μαζεύουν σ' ένα ΡΕΟ, από πίσω οι γονείς, φθάνουν στη Λάρισσα, η πόλη "βουλιαγμένη" από συγγενείς νεαρών επιστρατευμένων. Η μάνα μου είπε αργότερα πως βρήκαν στέγη σε ένα σπίτι (για ξενοδοχείο ούτε λόγος, γεμάτα τα ολίγιστα τότε), ευγενέστατοι οι άνθρωποι, φεύγοντας, πήγε και τους πρόσφερε ένα δώρο ευχαριστίας. Τον βλαστό τους, άντυτο κι αστόλιστο, φορτώσανε στα ΡΕΟ για τα σύνορα.
Λαμβάνω αυστηρή τηλεφωνική εντολή να μην επιστρέψω διότι η κατάσταση ήταν έκρυθμη και μάλλον φτάνοντας θα με ξαναμπουζουριάζαν (με ειδική άδεια είχα φύγει από την χώρα, είμουν επιπλέον ανήλικη για τα τότε). Να συνεχίσω το πρόγραμμα ως χαραγμένο, γύρα στην Ισπανία και Πορτογαλία μετά το πέρας των μαθημάτων στην πανέμορφη Σανταντέρ. Με κρύα καρδιά, συναινώ.  Αρχές Σεπτέμβρη, στην Μπαρσελόνα (α, ναι, είναι και του καιρού...) τον αδερφό είχαν αποστρατεύσει (ούτε να τους ντύσουν δεν είχαν οι Χουνταίοι, με τα ίδια ρούχα από τους Παρισίους την έβγαλε για δύο μήνες περίπου το παιδί), τηλεφώνημα στο σπίτι, μου παραγγέλνει τους τελευταίους δίσκους των Ράιμον, Λιάκ και Χουάν Μανουέλ Σερράτ. Και τον τελευταίο του Θεοδωράκη, αν τον έβρισκα, τα Λιανοτράγουδα, σε στίχους του Ρίτσου. Τον βρήκα β' χέρι στην Γοτθική γειτονιά (κάτι σαν την  Πλάκα να πούμε) μετά πολύ ψάξιμο. Βάζω τους άλλους δίσκους σε μία σακούλα δερμάτινη, "ντύνομαι" κατάσαρκα τον Θεοδωράκη και σταυρώθηκα μην τον βρουν οι αερολιμενικοί. Ήταν τόσο ωραίο το εξώφυλλο που δεν μου έκανε καρδιά να το αποχωριστώ....Φτάνω στο αεροδρόμιο της Αθήνας, μου ανοίγουν τον γυλιό, κοιτάνε τους δίσκους στην σακούλα, δεν καταλαβαίνουν Χριστό, δεν μου ζήτησαν να γδυθώ (δεν είχε τότε ακόμη ηλεκτρονικά μηχανήματα), βγαίνω έξω με ένα ουφ. Λίγο αργότερα, στην βεράντα μας, ακούγαμε  τον δίσκο στην διαπασών. Κάποιες μέρες μετά πήγαμε όλοι μαζί (όχι οι γονείς) στο Καραϊσκάκη σ' εκείνη την μυθική συναυλία όπου χοροπηδάγαμε στις κερκίδες.
Είχαμε ακόμη φόβο μπρος στους αστυνομικούς...
Μ' αυτά κι εκείνα, περάσαν 43 χρόνια, έναν φόβο τον έχουμε ακόμα...