28/6/17

sch.............silencio

clarice lispector: silencio

Σιωπή
(Από τη συλλογή διηγημάτων Onde estivestes de noite (Πού ήσασταν *τη νύχτα)
εκδ. Artenova, Pίου ντε Ζανέιρου, 1974


         Είναι τόσο πελώρια η σιωπή τη νύχτα στο βουνό. Είναι τόσο ακατοίκητη. Μάταια προσπαθεί να δουλέψει κάποιος για να μην την ακούει, να κάνει γρήγορες σκέψεις για να την μεταμφιέσει. Ή να επινοήσει κάποιο πρόγραμμα, εύθραυστη γέφυρα που δύσκολα μας ενώνει με την άξαφνα μη πιθανή μέρα τού αύριο. Πώς να ξεπεράσουμε αυτή τη γαλήνη που μας παραμονεύει. Σιωπή τόσο μεγάλη που η απελπισία νοιώθει ντροπή. Η ακοή ακονίζεται, το κεφάλι γέρνει, όλο το κορμί αφουγκράζεται: κανένας θόρυβος. Κανένας κόκορας. Πώς ν’ αγγίξεις αυτή τη βαθιά περισυλλογή τής σιωπής. Αυτής της σιωπής που δε διαθέτει μνήμη των λέξεων. Αν είναι θάνατος πώς να τον φτάσεις.
         Είναι σιωπή που δεν κοιμάται: είναι άγρυπνη, ακίνητη μα άγρυπνη’  και δίχως φαντάσματα. Είναι φοβερό –χωρίς κανένα φάντασμα. Περιττό να προσπαθήσεις να την αποδείξεις  με τη δυνατότητα μιας πόρτας που ανοίγει τρίζοντας, μιας κουρτίνας που ανοίγει και κάτι λέει. Είναι κενή και χωρίς υποσχέσεις. Αν ακουγόταν τουλάχιστον στον άνεμο. Ο άνεμος είναι θυμός, ο θυμός είναι ζωή. Ή χιόνι. Το χιόνι είναι βουβό μα αφήνει σημάδι - όλα τ’ ασπρίζει, τα παιδιά γελάνε, τα βήματα τρίζουν κι αφήνουν σημάδια. Υπάρχει μια συνέχεια που είναι η ζωή. Μα αυτή η σιωπή δεν αφήνει αποδείξεις. Δε μπορούμε να μιλάμε για τη σιωπή όπως μιλάνε για το χιόνι. Δε μπορούμε να πούμε σε κανέναν όπως θα μπορούσαμε να πούμε για το χιόνι: άκουσες τη σιωπής τούτης της νύχτας; Όποιος άκουσε δεν το λέει.
         Η νύχτα κατεβαίνει με τις μικροχαρές κάποιου που ανάβει λάμπες, με τον κάματο που τόσο δικαιολογεί τη μέρα. Τα παιδιά της Βέρνης κοιμούνται, κλείνοντας τις τελευταίες πόρτες. Οι δρόμοι λάμπουν στις πέτρες του καλντεριμιού και λάμπουν άδειες ήδη. Και στο τέλος σβήνουν και τα μακρινότερα φώτα.
         Αλλά αυτή η πρώτη σιωπή δεν είναι ακόμα η σιωπή. Να περιμένει, αφού τα φύλλα στα δέντρα θα κάτσουν καλλίτερα, ίσως κάποιο αργοπορημένο βήμα ν’ ακουστεί στα σκαλιά με ελπίδα.
         Έρχεται, όμως, μια στιγμή όπου απ’ το αναπαυμένο σώμα σηκώνεται το εν εγρηγόρσει πνεύμα κι από τη γη το φεγγάρι ψηλωμένο. Τότε, εκείνη, η σιωπή, κάνει την εμφάνισή της.
         Η καρδιά χτυπά αναγνωρίζοντάς την.
         Μπορεί κανένας να σκεφτεί γρήγορα-γρήγορα τη μέρα που πέρασε. Ή τους φίλους που περάσαν και χαθήκανε για πάντα. Μα είναι ανώφελη η φυγή: η σιωπή είναι εκεί. Ακόμα και το χειρότερο μαρτύριο, της χαμένης φιλίας, είναι απλώς φυγή. Αφού, αν στην  αρχή η σιωπή δείχνει να φυλάει μιαν απάντηση-καθώς καιγόμαστε για να μας ζητήσουν ν’ απαντήσουμε- γρήγορα ανακαλύπτουμε ότι από σένα τίποτα δεν απαιτεί- ίσως μόλις τη σιωπή σου. Πόσες ώρες δε χάνονται στο σκοτάδι υποθέτωντας ότι η σιωπή σε κρίνει-καθώς μάταια περιμένουμε να κριθούμε απ’ το Θεό. Βγαίνουν στην επιφάνεια οι δικαιολογίες, τραγικές δικαιολογίες σφυρηλατημένες, ταπεινές συγγνώμες μέχρις αναξιοπρεπείας. Τόσο γλυκό είναι για το ανθρώπινο ον να δείχνει στο τέλος την αναξιοπρέπειά του και να συγχωρείται με τη δικαιολογία ότι είναι ένα ταπεινωμένο εκ γενετής ανθρώπινο ον.
         Μέχρι που ανακαλύπτουμε ότι εκείνη δεν θέλει καν την αναξιοπρέπειά μας. Εκείνη  είναι η σιωπή.
         Μπορούμε ακόμα να προσπαθήσουμε να την ξεγελάσουμε. Ν’ αφήσουμε να πέσει σαν τυχαία καταγής το βιβλίο απ’ το προσκέφαλο. Μα, τι φρίκη! Το βιβλίο πέφτει μες στη σιωπή και χάνεται μες στη βουβή και ήσυχη δίνη της. Και τραγούδαγε ένα τρελαμένο πουλί; Ανώφελη ελπίδα. Το τραγούδι θα διέσχιζε μόλις σαν απαλό φλάουτο τη σιωπή.
         Οπότε, αν διαθέτουμε θάρρος, δεν αγωνιζόμαστε πια. Εισδύουμε σ’ αυτήν, πορευόμαστε μαζί της, εμείς, τα μόνα φαντάσματα μιας νύχτας στη Βέρνη.

μετάφραση: ©AR

1ος: τίτλος ευγενικός, ποσώς λογοτεχνικός,
2ος: πού γυρνάγατε την νύχτα, συμπαθητικός
3ος: πού σουλατσάρατε την νύχτα? αυτός- γιατί νομίζω ότι αυτόν θα συνυπέγραφε η Λισπέκτορ?

σσσσσσσ, το καλοκαίρι έχει χρώμα χωματί, η σιωπή χρώμα κυανό, εμείς, χρώμα μαύρο. σσσσσσ, σιωπή